της Ευθυμίας-Ελεονώρας Μπανάκου, Ερευνητική Oμάδα S.A.F.I.A.

 

Ένα από τα θέματα που απασχολούν ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί τεστ αντοχής για τη συνθήκη Σένγκεν είναι το προσφυγικό. Εξαιτίας του δίχως τέλους πολέμου στη Συρία, εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν καταφύγιο και μια ασφαλέστερη ζωή στις γειτονικές χώρες καις τη γηραιά ήπειρο, φέρνοντας την ΕΕ αντιμέτωπη με άνευ προηγουμένου προσφυγικές ροές.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία το 2014 έφτασαν 280.000 αιτούντες άσυλο από τη Συρία, το Αφγανιστάν, την Ερυθραία, το Ιράκ, το Πακιστάν, τη Λιβύη, το Σουδάν, τη Νιγηρία, το Κόσσοβο και τη Σομαλία. Το 2015 οι ροές αυξήθηκαν με 350.000 πρόσφυγες και μετανάστες να καταφτάνουν μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου. Το Σεπτέμβρη εισέρχονταν μόνο στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας 8.000 άνθρωποι κάθε μέρα. Από τους παραπάνω μόνο το 62% είναι πρόσφυγες( προερχόμενη από Συρία, Ερυθραία και Αφγανιστάν),ενώ οι υπόλοιποι είναι οικονομικοί μετανάστες. Η Ευρώπη προσφέρει άσυλο στους αιτούντες από τη Συρία, οι οποίοι άλλωστε αποτελούν τον κύριο όγκο προσφύγων, την Ερυθραία και το Ιράκ. Οι πιο δημοφιλείς προορισμοί των προσφύγων είναι κυρίως οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία.

Η προσφυγική κρίση και η αθρόα και ανεξέλεγκτη εισροή και μετακίνηση εντός των ευρωπαϊκών κρατών ανθρώπων που δε δικαιούνται άσυλο και σε συνδυασμό με την αδυναμία έγκαιρης ταυτοποίησης, επαρκούς στέγασης και περίθαλψης των προσφύγων υπήρξαν οι κύριοι λόγοι για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, γνωστής και ως νέα Frontex. Ο σχεδιασμός της νέας αυτής υπηρεσίας , που κινείται πιο πολύ στα πλαίσια της ενιαίας ευρωπαϊκής αστυνομίας και ευρωπαϊκού στρατού, ξεκίνησε το 2014. Η τελική απόφαση για τη σύστασή της αναμένεται το πρώτο εξάμηνο του 2016, έπειτα από την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή. Βασικό στόχο αποτελεί η ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων της ΕΕ, μέσω της αποτελεσματικής λειτουργίας των συνοριακών ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα των κρατών-μελών, χωρίς να είναι ο μοναδικός.

Για την επίτευξη του παραπάνω στόχου απαραίτητη προϋπόθεση είναι να ξεπεραστούν οι περιορισμοί της υπάρχουσας Frontex, εφόσον η ευρωπαϊκή συνοριοφυλακή θα προκύψει από την υπάρχουσα Frontex. Τα χαρακτηριστικά της μειονεκτήματα είναι ότι δε διαθέτει δικούς της πόρους, δεν έχει σταθερό προσωπικό και δεν στηρίζεται στην προσφορά των κρατών, ότι δεν έχει σαφή εντολή για επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης και ότι χρειάζεται αίτημα κράτους-μέλους για να δράσει.

Για την εξάλειψη όλων αυτών των προβλημάτων η νέα συνοριοφυλακή θα διαθέτει έως το 2020 μόνιμο, ειδικά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό 1000-1500 ατόμων και θα απαρτίζεται από έναν κεντρικό ευρωπαϊκό μηχανισμό, αλλά και μέλη από κάθε εθνική συνοριοφυλακή και ακτοφυλακή. Σε κάθε επιχείρηση rabbit θα δεσμεύει υποχρεωτικά προσωπικό από τις εθνικές συνοριοφυλακές. Θα έχει κεντρικό σύστημα επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων, στο οποίο θα δίνουν υποχρεωτικά πληροφορίες όλα τα κράτη. Στα διευρυμένα καθήκοντά της θα περιλαμβάνονται η επεξεργασία πληροφοριών με μεθόδους risk analysis, αποσκοπώντας στον προσδιορισμό των αδύνατων σημείων στη φύλαξη. Αντικείμενα της νέας υπηρεσίας θα είναι εκτός από τη φύλαξη των συνόρων, ο περιορισμός των διασυνοριακών εγκλημάτων, η προστασία από την τρομοκρατία, η εξάλειψη του trafficking κι της παράνομης διακίνησης μεταναστών, ο έλεγχος της ταυτότητας των μεταναστών και οι επαναπατρισμοί όσων δε δικαιούνται άσυλο. Τα καθήκοντα της νέας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής απαιτούν τόσο νομική και διπλωματική εργασία όσο και υπηρεσία logistics, καθώς θα επιβαρυνθεί τις απαραίτητες διαδικασίες για την παροχή στους παράνομους μετανάστες χαρτιών, για να γίνονται δεκτοί πίσω στις χώρες τους, μέσω της υποστήριξης των hot spots με εξοπλισμό και με την πραγματοποίηση αυστηρών ελέγχων σε Ευρωπαίους και μη πολίτες.

Στον απόηχο των επιθέσεων του Παρισιού ένα από τα καθήκοντα της νέας ακτοφυλακής θα είναι και η προστασία από τρομοκρατικά χτυπήματα. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο δύσκολος στόχος, η ΕΣΑ θα συνεργάζεται με ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς. Χαρακτηριστικοί είναι το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, η Europol, η Ένωση Διαχείρισης Κινδύνων Τελωνείων και Εφοδιαστική Αλυσίδα Στρατηγικής Ασφάλειας, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ελέγχου Ναυτιλίας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στην Θάλασσα και διεθνείς οργανισμοί για την προστασία προσφύγων και ανθρώπινων δικαιωμάτων. Καθίσταται, λοιπόν, σαφής μία κατεύθυνση προς την ασφάλεια των κρατών.

Ένα καινοτόμο σημείο αποτελεί η πραγματοποίηση κοινών επιχειρήσεων με τρίτες χώρες που αποτελούν χώρες προορισμού ή διαμετακόμισης μεταναστών. Στην Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή εναπόκειται ο συντονισμός των κοινών επιχειρήσεων μεταξύ ευρωπαϊκών και τρίτων χωρών. Η συνεργασία θα πραγματοποιείται μέσω απεσταλμένων συμβούλων. Οι κοινές επιχειρήσεις θα πραγματοποιούνται είτε σε εδάφη των κρατών-μελών είτε σε εδάφη των τρίτων χωρών. Οι χώρες, στα πλαίσια κοινών επιχειρήσεων, θα δίνουν στην ευρωπαϊκή ακτοφυλακή στοιχεία μεταξύ άλλων σχετικά και με τα εδάφη τους.

Η νέα Frontex συνοδεύεται και με υποχρεώσεις τόσο από την πλευρά των κρατών-μελών όσο και από αυτή των συνεργαζόμενων χωρών. Συγκεκριμένα τα κράτη υποχρεούνται να συνεργάζονται με τους συνοριοφύλακες και να τους προστατεύουν, αποζημιώνοντας τους σε περίπτωση ζημιών. Η ΕΣΑ πλέον δεν θα έχει επικουρικό ρόλο, αλλά εποπτικό και συντονιστικό. Επομένως, ένα κράτος υποχρεούται να δρα ανάλογα με τις υποδείξεις της ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής, όπου θεωρηθεί ότι υπάρχει κρίση και δε δρα όπως θα έπρεπε, Η ευρωπαϊκή ακτοφυλακή θα αποκτήσει, δηλαδή, δυνατότητα δράσης πάνω και πέρα από τη θέληση κρατών και κυβερνήσεων, αφού θα μπορεί να δράσει χωρίς αίτημα και παρά τη θέληση του εκάστοτε κράτους-μέλους, αν παρθεί η απόφαση από την Κομισιόν πλειοψηφικά και όχι ομόφωνα. Η δράση αυτή περιορίζεται ασφαλώς σε έκτακτες ανάγκες διαφορετικά η αποστολή των μονάδων πραγματοποιείται σε τρεις (αντί για πέντε) μέρες έπειτα από αίτημα. Τα κράτη θα συνεργάζονται και θα δίνουν αναφορά στους απεσταλμένους συμβούλους.

Μία χώρα με την οποία σκοπεύει να συνεργαστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Τουρκία. Η Τουρκία αποτελεί χώρα παραμονής και διαμετακόμισης προσφύγων από τη Συρία ήδη από τις αρχές του πολέμου. Από το 2011 έχουν εγκατασταθεί στη χώρα 2,2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Θεωρείται η χώρα που επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος της προσφυγικής κρίσης. Ωστόσο, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει στους πρόσφυγες πλήρες προσφυγικό καθεστώς, αλλά προσωρινή προστασία. Από το 2011 παρέτεινε το καθεστώς της προσωρινής προστασίας, προκειμένου να αποφύγει την επαναπροώθηση. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 οι Σύριοι που εισέρχονταν στη χώρα με διαβατήριο είχαν το ελεύθερο να διαμείνουν όπου ήθελαν. Αντίθετα όσοι δεν είχαν χαρτιά έμεναν σε κέντρα συγκέντρωσης, όπου τους παρέχονταν οι βασικές ανθρωπιστικές υπηρεσίες. Οι πρόσφυγες από τη Συρία έχουν το ελεύθερο να επιστρέψουν στη χώρα τους όποτε το θελήσουν. Από τον Αύγουστο του 2012 οι αρχές της Τουρκίας έχουν επιβάλλει περιορισμούς στον επίσημο αριθμό των προσφύγων που δέχεται, λόγω έλλειψης χώρου και υποδομών. Οι υπηρεσίες που παρέχονταν στους πρόσφυγες ήταν εξαιρετικές μέχρι το καλοκαίρι του 2013. Έκτοτε λόγω του μεγάλου όγκου των προσφύγων η κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας.

Πλέον οι χώροι δεν επαρκούν και πολλοί πρόσφυγες βρίσκονται στους δρόμους, χωρίς να τους αναγνωρίζεται δικαίωμα στην εργασία, με αποτέλεσμα να δουλεύουν στη μαύρη αγορά και να ακμάζει η παράνομη παιδική εργασία. Τα παιδιά τυπικά έχουν το δικαίωμα εγγραφής στα τουρκικά σχολεία, γραφειοκρατικές όμως δυσκολίες και η έλλειψη γνώσης τουρκικών παρακωλύουν την ένταξη στη σχολική κοινότητα. Υπολογίζεται ότι τα παιδιά χάνουν κατά μέσο όρο δύο σχολικά χρόνια. Για τους παραπάνω λόγους αρκετοί επιχειρούν την εξασφάλιση ασύλου σε χώρες της Ευρώπης.

Παρότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει πλήρες καθεστώς ασύλου στους πρόσφυγες, τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει τη σχετική με τη μεταναστευτική πολιτική νομοθεσία της, εκτός των άλλων στα πλαίσια της συνεργασίας της (EUROSUR) με την ΕΕ κι την ένταξή της σε αυτή. Η Τουρκία τα παλαιότερα χρόνια ήταν κυρίως μια χώρα που εξήγαγε μετανάστες και λειτουργούσε ως χώρα διαμετακόμισης. Μέχρι τη δεκαετία του 80 όσοι μετανάστες εισέρχονταν ήταν κατά κύριο λόγο μουσουλμάνοι. Οι πρώτοι μετανάστες που δεν είχαν κάποια πολιτισμική σύνδεση με τη Τουρκία, βρέθηκαν στη χώρα με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Μέχρι τη δεκαετία του 80 όσοι δεν είχαν κάποια πολιτισμική σύνδεση με τους Τούρκους ή δεν ήταν μουσουλμάνοι θεωρούνταν παράνομοι μετανάστες. Ο κανονισμός του 1994 καθόρισε τις συνθήκες αίτησης ασύλου στη χώρα, στον οποίο αναγνώριζε μόνο προσωρινή προστασία στους μη Ευρωπαίους αιτούντες, έως ότου μετακινούνταν σε μια Τρίτη χώρα. Τον Μάρτιο του 2005 στα πλαίσια των απαραίτητων αλλαγών η κυβέρνηση υιοθέτησε το «Σχέδιο Δράσης για το Άσυλο και τη Μετανάστευση», στο οποίο έθετε στόχους και χρονοδιάγραμμα για την εναρμόνιση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Μόλις το 2002 ποινικοποιήθηκε το trafficking και το 2003 θεσπίστηκε ο νόμος με τίτλο «Άδειες Εργασίας για Ξένους», στοχεύοντας στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των μεταναστών και στο μετριασμό της παράνομης μετανάστευσης. Τον Απρίλιο του 2013 υιοθετήθηκε ένας νέος «Νόμος για τους Ξένους και τη Διεθνή Προστασία». Η νέα νομοθεσία εισήγαγε ένα νέα νόμιμο και θεσμικό πλαίσιο για τη μετανάστευση και το σύστημα διαχείρισης ασύλου με ενισχυμένη αστυνομική και δικαστική συνεργασία με την ΕΕ.

Πέρα όμως από τους εργασιακούς περιορισμούς και την αναγνώριση μόνο προσωρινής προστασίας, συντρέχουν και άλλοι λόγοι στην επιλογή της Ευρώπης ως τόπο προορισμού. Χαρακτηριστικό πρόβλημα της τούρκικης κοινωνίας είναι η εκτεταμένη καταστρατήγηση πολλών θεμελιωμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η τούρκικη κυβέρνηση δέχεται σφοδρές επικρίσεις από τη διεθνή κοινότητα γα κατάφορη καταπάτηση δικαιωμάτων όπως της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας της συνάθροισης, γι βασανισμούς και κακομεταχειρίσεις, για εκτεταμένη χρήση βίας, ατιμωρησία, άδικες δίκες, για άσκηση βίας κατά των γυναικών, για καταπάτηση των δικαιωμάτων της LGBT κοινότητας και ανεπαρκή παροχή βοήθειας σους πρόσφυγες.

Θέτοντας ως στόχο τον έλεγχο των μεταναστών που εισέρχονται μέσα στο χώρο της Σένγκεν, η Ευρωπαϊκή Ένωση στις 29 Νοεμβρίου 2015 προχώρησε σε συμφωνία με την Τουρκία. Στις 29 Νοεμβρίου συμφωνήθηκε η διμερής συνεργασία για τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, η αναχαίτιση της παράνομης μετανάστευσης και η μεταφορά προσφύγων απευθείας από την Τουρκία προς χώρες της ΕΕ. Οι πρώτοι δύο στόχοι θα πραγματωθούν με συνεργασία της Τουρκίας με τη Frontex. Στο σημείο αυτό αναδύεται ένα πρόβλημα, επειδή πολλοί στην Ευρώπη δε θέλουν υπεύθυνο του ελέγχου των συνόρων τον κ. Ερντογάν. Οι όροι της Τουρκίας για συνεργασία είναι η επανεκκίνηση της διαδικασίας ένταξης της χώρας στην Ένωση, η ελεύθερη μετακίνηση των Τούρκων πολιτών εντός της Ένωσης χωρίς βίζα και η οικονομική στήριξη τριών δισεκατομμυρίων ευρώ. Η στήριξη αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Τουρκία ως αντικίνητρο για μετανάστευση προς την Ευρώπη. Συμφωνήθηκε πως το ποσό θα δοθεί, αφού πρώτα τηρήσει τις δεσμεύσεις της η Τουρκία. Στις 17 Μαρτίου, μετά από αρκετές αποτυχημένες συνομιλίες, με κλειστή τη βαλκανική οδό και χωρίς να έχει σημειωθεί πρόοδος στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι από την Κυριακή 20/3 κάθε Σύριος πρόσφυγας που θα έρχεται στην Ελλάδα, αφού καταγραφεί και κάνει την αίτηση ασύλου, θα επιστρέφει πίσω στην Τουρκία. Ωστόσο για κάθε πρόσφυγα που θα στέλνεται πίσω στην Τουρκία, ένας πρόσφυγας από εκεί θα γίνεται δεκτός σε κάποια χώρα της ΕΕ. Οι οικονομικοί μετανάστες θα παραμένουν σε κέντρα κράτησης, μέχρι να επιστραφούν στις χώρες τους. Επίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποσχέθηκε στην Τουρκία αύξηση του ποσού οικονομικής στήριξης από τα 3 δις. στα 5, ανοίγει όμως μόνο ένα ενταξιακό κεφάλαιο αντί για πέντε ύστερα από εναντίωση της Κύπρου στην απόφαση αυτή. Η άρση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες στη ζώνη της Σένγκεν παραμένει αμφιλεγόμενη για αρκετές χώρες της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας. Η άρση της βίζας θα συζητηθεί και θα πραγματοποιηθεί τον Ιούνη του 2016, εφόσον πρώτα η Τουρκία ανταποκριθεί στα εβδομήντα δύο κριτήρια που έχει θέσει η ΕΕ.

Η συμφωνία Τουρκίας και ΕΕ προβλέπει ελληνοτουρκική συνεργασία και συνδιαχείριση στο Αιγαίο. Αυτό το τμήμα της συμφωνίας εγείρει προβληματισμούς δεδομένων των διμερών θεμάτων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πολλές πολιτικές και νομικές επιπλοκές είναι πιθανό να ανακύψουν όταν ξεκινήσουν οι κοινές επιχειρήσεις της νέας Frontex, γιατί θα απαιτηθούν κοινές επιχειρήσεις σε έδαφος που βρίσκεται υπό αμφισβήτηση (στο χώρο του Αιγαίου η Τουρκία αναγνωρίζει ελληνική κυριαρχία μόνο στα νησιά που αναφέρονται ονομαστικά στις συνθήκες και αμφισβητεί την αρχή μέσης γραμμής, θεωρώντας γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο) και η κοινή κατοχή απόρρητων δεδομένων των χωρών.

Τα παραπάνω δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που αναμένεται στη μάχη για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης. Πολλές αντιδράσεις έχουν προκληθεί εν’ όψει της νέα Frontex, γιατί εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, το κομμάτι της άνευ αιτήματος παρέμβασης βρίσκεται σε διαβούλευση. Προβληματισμοί προκύπτουν, επίσης, σχετικά με την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των προσωπικών δεδομένων. Οι προτεινόμενες λύσεις, όπως αποφάσεις της Κομισιόν με ενισχυμένη πλειοψηφία και η ίδρυση μηχανισμού παραπόνων σε περίπτωση καταπάτησης δικαιωμάτων των πολιτών φαίνονται ανεπαρκείς. Οι προσεγγίσεις και οι συμφωνίες για την επίλυση της κρίσης εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την κατεύθυνση της Ενωμένης Ευρώπης, καθώς δείχνουν έναν προσανατολισμό προς μια ανελεύθερη ήπειρο, όπου τα δικαιώματα των πολιτών και των κρατών θυσιάζονται στο βωμό της ασφάλειας και του φόβου ενός τρομοκρατικού χτυπήματος. Ήρθε η ώρα να αναλογιστούμε ποια Ευρώπη θέλουμε. Μία Ευρώπη κοινωνίας πολιτών ή μια αποστειρωμένη οικονομική και στρατιωτική ένωση; Μία Ευρώπη ανοιχτή σε νέα μέλη με διαφορετικές πολιτιστικές καταβολές και σε διεύρυνση των συνόρων στη μέση ανατολή ή μια εσωστρεφή Ευρώπη πολιτιστικής ομοιότητας και καθορισμένων εξωτερικών συνόρων; Θέτουμε ωε προτεραιότητα την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες ή την εθνική ασφάλεια;

Βιβλιογραφία