Το Ανθρωπιστικό Δίκαιο και οι νέες παγκόσμιες προκλήσεις: Η περίπτωση της Συρίας

Scroll down to content

Του Πέτρου-Ορέστη Κατσούλα, Ερευνητική ομάδα S.A.F.I.A.

 

«Ως εκ τούτου, όταν  βρίσκετε  απίστους στον αγώνα, ρίξτε τους στο λαιμό. Όταν τους  έχετε  υποτάξει, δέστε τους σφικτά. Και μέχρι τη λήξη του πολέμου, όταν τα δεσμά τους θα λυθούν, είναι ώρα είτε για γενναιοδωρία, είτε για λύτρα».[1] Στους στίχους αυτούς του Κορανίου παρατηρούμε ότι οι αιχμάλωτοι πολέμου[2] απολαμβάνουν μία ελάχιστη προστασία, ως προς το δικαίωμα στη ζωή τους και τη μεταχείριση τους.  Η θανάτωση τους είναι κατ’ αρχήν απαγορευμένη και οι μόνες δυνατότητες που υπάρχουν είναι  η απελευθέρωση τους  με ή χωρίς αντάλλαγμα από τον εχθρό. Η προστασία αυτή, που θεωρείται θεμελιώδης αρχή του Ισλαμικού Δικαίου του Πολέμου, αποτέλεσε από τους μεσαιωνικούς χρόνους αντικείμενο διχογνωμίας. Πράγματι, λόγιοι και διδάσκαλοι του μεσαίωνα , όπως ο Ιbn Nuhaas,[3] αναφέρουν ότι ο Ισλαμικός ηγέτης μπορεί, κατά την κρίση του, να αποφασίσει να εκτελέσει τους αιχμαλώτους πολέμου, αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Η αρχή αυτή δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν επιτρέπεται η θανάτωση των εχθρών σε περίοδο πολέμου. Η συγκεκριμένη δογματική όμως του Nuhaas  δεν έγινε αποδεκτή από τον ισλαμικό κόσμο, που ενέμεινε στον περιορισμό θανάτωσης των αιχμαλώτων πολέμου, μόνο σε περίπτωση διάπραξης σοβαρών-κατά το Ισλαμικό Δίκαιο-εγκλημάτων, όπως δίωξη κατά μουσουλμάνων, ανθρωποκτονία, προδοσία ή αποστασίa.[4] Συνεπώς, η ιδιότητα του αιχμαλώτου πολέμου συνεπαγόταν  ένα οιονεί  status προστασίας, απομακρυσμένο[5] από ακραίες και καταχρηστικές εκτελέσεις, που διαπράχθηκαν-και συνεχίζουν να διαπράττονται- από εξτρεμιστικές ισλαμικές οργανώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, οι μαζικές και άκριτες εκτελέσεις, είτε αιχμαλώτων πολέμου,  είτε αποστατών, όχι μόνο δεν βρίσκουν έρεισμα στο πνεύμα του Κορανίου και των Ιερών κειμένων, αλλά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές που αποτυπώνονται στο Ιερό Βιβλίο των μουσουλμάνων. Μάλιστα, η αρχή της νομιμότητας, η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων, το τεκμήριο της αθωότητας και άμυνας  ακολουθείται ακόμη στην περίπτωση των αιχμαλώτων  πολέμου, πριν από οποιαδήποτε απόφαση για την τύχη τους.

Β

Η μικρή αυτή αναφορά στο νομικό πλαίσιο που διαγράφουν τα ισλαμικά ιερά κείμενα είχε ως στόχο να καταδείξει την ριζική στρέβλωση των αρχών του Ισλάμ από την πρακτική, τόσο του συριακού στρατού, ήδη από το καλοκαίρι του 2011, όσο και του φερόμενου ως Ισλαμικού Χαλιφάτου. Οι μαζικές πράξεις βίας, η διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων, η ευθεία παραβίαση της διεθνούς έννομης τάξης και των βασικών αρχών των πολιτισμένων εθνών και της ανθρωπότητας σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να βρουν έρεισμα στις αρχές που διέπουν τον κόσμο του Ισλάμ, ούτε να θεωρηθούν απότοκο της θρησκευτικής παράδοσης του. Παρά τις ιστορικές καταβολές του   ισλαμικού φονταμενταλισμού από την ίδια τη διδασκαλία του Ισλάμ και τη χρησιμοποίηση του κατά τον 20Ο αιώνα ως μέσου αντίδρασης στον ιμπεριαλισμό της Δύσης, οι πρακτικές του ISIS,  πιο συγκεκριμένα, αποδόμησαν σε τέτοιο βαθμό το  ισλαμικό αξιακό σύστημα,  που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για  επιγενόμενο εκφυλισμό της ισλαμικής παράδοσης.

Ειδικότερα, η έκθεση[6] της Διεθνούς Αμνηστίας το Νοέμβριο του 2013, όταν το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας ( Islamic State of Iraq and Syria/ ISIS) είχε αρχίσει να εδραιώνεται στην περιοχή, καταδεικνύει μία σκόπιμη και προμελετημένη πρόκληση βίας, ερχόμενη σε πλήρη  ρήξη με το διεθνές έννομο πλαίσιο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[7]  (International Human Rights Law), όσο και με τις βασικές αρχές του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, εφαρμοστέου σε περίοδο πολέμου, (όπως θα γίνει λόγος παρακάτω). Έτσι, τα στοιχεία που έφερε στο φως η έκθεση έκαναν λόγο για παράνομες απαγωγές και συλλήψεις προσώπων χωρίς βάσιμο λόγο, για  μαζικές εκτελέσεις χωρίς δικαστική απόφαση ή με παρωδίες δικών από συμβούλια στρατιωτών χωρίς αναγνωρισμένη δικαιοδοσία, ενώ η   επιβολή των βασανιστηρίων, κατά βάση σωματικών, αλλά και ψυχολογικών με την πρόκληση αισθήματος τρόμου στους κρατουμένους ήταν συνήθης και επεκτεινόταν ακόμη και σε παιδιά, σύμφωνα με  μαρτυρίες. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις του ISIS, όπως αποτυπώνεται στην εν λόγω έκθεση, χρησιμοποιούσαν συχνά ως αιτιολογία των πράξεων τους  την παραβίαση από τους κρατουμένους βασικών ισλαμικών αρχών, όπως η απαγόρευση κατανάλωσης αλκοόλ ή η συνεργασία με άλλες ομάδες που μάχονται το ISIS. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως  η πρακτική αυτή εντάσσεται σε μία προσπάθεια  εγκαθίδρυσης μίας οιονεί κρατικής  βίας, κατά τα πρότυπα του αστυνομικού κράτους, που θα επιβάλλεται στους υπηκόους  και θα διευκολύνει την εδραίωση της νέας καθεστηκυίας τάξης, ενώ είναι συγχρόνως πρόδηλη  η επιθυμία του Χαλιφάτου να νομιμοποιηθεί και ηθικά, εμφανιζόμενο ως υπερασπιστής των χαμένων αξιών του Ισλάμ.

Γ

Τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνονται και στην έκθεση της Ανεξάρτητης Διεθνούς Επιτροπής Εξέτασης[8] για το ζήτημα της Συρίας. Μαζικές εκτελέσεις αμάχων, βιασμοί γυναικών, αναγκαστικές εξαφανίσεις προσώπων, βασανιστήρια, βομβαρδισμοί  μη στρατιωτικών στόχων, παράνομες κρατήσεις δημοσιογράφων και ακτιβιστών συριακής και μη ιθαγένειας, βίαιες επιθέσεις σε χωριά και θανατώσεις κρατουμένων πραγματοποιούνται τόσο από την πλευρά του ISIS, όσο και από την  συριακή κυβέρνηση και στρέφονται έναντι και άλλων μειονοτήτων όπως οι Κούρδοι, οι σιιτικές ή σουνιτικές ομάδες, καθώς και χριστιανικοί οικισμοί.

 

Το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και η εφαρμογή του στην κρίση της Συρίας

 

Η εφαρμογή του προστατευτικού πεδίου που διαγράφει το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο στην κρίση της Συρίας, αποτελεί μία νέα πρόκληση για τη διεθνή έννομη τάξη αλλά και τη διεθνή κοινότητα. Η κλασική σύλληψη του πολέμου ως ενόπλου συρράξεως αναφυομένης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Κρατών, κατά το άρθρο 2 §1 των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 φαίνεται αναχρονιστική και δεν ανταποκρίνεται στην συριακή πραγματικότητα.[9]  Όπως υπογραμμίζεται και στο Commentary του Ερυθρού Σταυρού για την Πρώτη Σύμβαση της Γενεύης,[10] ένοπλη σύγκρουση υφίσταται σε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ κρατών  που καταλήγει στην προσφυγή σε ένοπλη βία, ακόμη και αν κάποιο από τα μέρη αρνείται την ύπαρξη κατάστασης πολέμου.[11]  Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα κράτος μπορεί να δρα όχι μόνο μέσω των επίσημων στρατιωτικών δυνάμεων του, αλλά  και μέσω  ομάδων στις οποίες ασκεί έλεγχο, αναγνωρίζεται πλέον η δυνατότητα ύπαρξης διεθνούς σύγκρουσης και στην περίπτωση που οι εχθροπραξίες περιορίζονται στο έδαφος ενός μόνο κράτους, και διαδραματίζονται μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ελεγχόμενων από άλλο κράτος ομάδων.

Από την άλλη πλευρά, η αποδοχή μίας κατάστασης ένοπλης σύγκρουσης μη διεθνούς χαρακτήρα (non international armed conflict) δεν μπορεί να υιοθετηθεί αβίαστα. Άλλωστε ακόμα και ο ίδιος ο ορισμός  δεν είναι απόλυτα σαφής. Το άρθρο 3 των Συμβάσεων της Γενεύης δεν οριοθετεί σαφώς την έννοια της μη διεθνούς  σύγκρουσης, αλλά περιορίζεται να  την  τοποθετήσει απλώς σε αντιπαραβολή με τη Διεθνή, ως ένοπλη σύρραξη ουχί διεθνούς χαρακτήρα, που αναφύεται επί του εδάφους ενός των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών.[12] Υποστηρίζεται, βέβαια,  ότι   το άρθρο 3 περιέχει και μία σιωπηρή αίρεση για την εφαρμογή του, αυτήν της ελάχιστης έντασης των εχθροπραξιών, ώστε να μην καταλαμβάνει περιπτώσεις  απλών εσωτερικών αναταραχών  και εντάσεων,  όπως μεμονωμένες και σποραδικές πράξεις βίας. Η άποψη αυτή, εκτός από το ότι εντάσσεται σε μία γενικότερη αντίληψη[13] θέσης αυστηρότερων προϋποθέσεων για την εφαρμογή του ανθρωπιστικού δικαίου  σε περίπτωση μη διεθνών συγκρούσεων, απηχεί και τη γενικότερη διστακτικότητα να αποδίδεται ο χαρακτηρισμός σύρραξη σε ζητήματα που αφορούν κατ’ αρχήν τα εσωτερικά ενός κράτους.

Δ

Η αοριστία του άρθρου 3 προκάλεσε αμφιταλαντεύσεις, οι οποίες ανεξάρτητα από το όποιο θεωρητικό ενδιαφέρον τους, είχαν και άμεσες πρακτικές συνέπειες, δεδομένου ότι σε περίπτωση που μία εμπόλεμη κατάσταση που δεν μπορεί να υπαχθεί σε αυτό, θα παραμείνει αρρύθμιστη και άρα εκτός προστατευτικού πεδίου, με αποτέλεσμα τα προστατευόμενα πρόσωπα να στερούνται προστασίας. Το κενό αυτό  οδήγησε στην υιοθέτηση, το 1977,  του Δεύτερου Πρωτοκόλλου των Συμβάσεων της Γενεύης για την προστασία των θυμάτων μη διεθνών ενόπλων συγκρούσεων. Στο  Πρωτόκολλο αυτό προτάθηκε ένας συμπληρωματικός ορισμός της μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης  ως εκείνης η οποία λαμβάνει χώρα στο έδαφος Υψηλού Συμβαλλόμενου μέρους, μεταξύ των κρατικών ενόπλων δυνάμεων και αποσχισμένων ενόπλων δυνάμεων ή άλλων οργανωμένων ενόπλων ομάδων που, κάτω από υπεύθυνη διοίκηση, ασκούν τέτοιας μορφής έλεγχο σε τμήμα του εδάφους του, ώστε να τους επιτρέπουν να πραγματοποιούν συνεχείς και συντονισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο ορισμός[14] αυτός ενέταξε αυστηρότερες προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό μίας ένοπλης σύγκρουσης  ως μη διεθνούς, απαιτώντας, αφενός μία ελάχιστη μορφή έντασης και αφετέρου  έναν ελάχιστο βαθμό οργάνωσης των μη κρατικών δυνάμεων, που θα τους επιτρέπει να ελέγχουν και τμήμα του εδάφους του Κράτους.  Ειδικά η προϋπόθεση ελέγχου μέρους του  εδάφους  του Κράτους από τις ένοπλες αποσχιστικές ομάδες,  που συνιστά την ειδοποιό διαφορά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, έχει αποτελέσει αντικείμενο διχογνωμιών στη διεθνή κοινότητα, αφού άλλοι θεωρούν ότι αρκεί να ασκείται και προσωρινή εξουσία σε ορισμένο τμήμα του εδάφους ενός κράτους, ενώ άλλοι  κρίνουν πως η εξουσία αυτή θα πρέπει να εκτείνεται σε ένα σημαντικό ποσοστό του κρατικού εδάφους και να εμφανίζει ποιοτικά χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της  κρατικής εξουσίας.[15]

Η διαμόρφωση των Συμβάσεων της Γενεύης, αλλά και των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων και κυρίως ο κλασικός διαχωρισμός διεθνών και μη διεθνών συγκρούσεων συνυφαίνεται με την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο πόλεμος αποτελούσε μία «αποσαφηνισμένη» πολιτική  και κυρίως εκτυλισσόταν μεταξύ κρατών, ώστε το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο να επέμβει θεραπευτικά και να θέτει ένα ελάχιστο πεδίο προστασίας ανάμεσα στα μέρη. Οι νέες εξτρεμιστικές τάσεις, όμως,  που άρχισαν να αναδύονται ήδη από τη δεκαετία του 1970 στη Μέση Ανατολή, και που χαρακτηρίζονται με τον όρο ισλαμικός φονταμενταλισμός[16] άλλαξαν ριζικά την κλασική πρόσληψη των ενόπλων συγκρούσεων. Η εμφάνιση ταραχών  και «επαναστάσεων» στον αραβικό κόσμο, ήδη από την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Αφγανιστάν, αλλά και τα γεγονότα που ακολούθησαν στη συνέχεια, δημιούργησαν έναν ρήγμα στην παραδοσιακή σύλληψη του πολέμου και  ανέδειξαν ένα νομικό κενό στην αντιμετώπιση των ζητημάτων υπό εξέταση.  Η δυσκολία υπαγωγής των έκρυθμων καταστάσεων στο κλασικό σχήμα διεθνής-μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση οδήγησε πολλούς θεωρητικούς να κάνουν λόγο για  ένα νέο είδος πολέμου, αυτού της διεθνικής σύγκρουσης, δηλαδή σύγκρουσης , της οποίας ο πυρήνας εντοπίζεται στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους, αλλά επεκτείνεται αντανακλαστικά και σε άλλα κράτη, είτε μέσω συμμετοχής  και άλλων εξτρεμιστικών οργανώσεων, είτε μέσω της σύμπραξης άλλων κρατών, που είτε μάχονται ένοπλες ομάδες, είτε τις στηρίζουν.[17]

Συνεπώς, εάν εξετάσουμε την κατάσταση στη Συρία, θα παρατηρήσουμε μία sui generis μάχη η οποία δεν έχει ούτε απόλυτα σταθερά χαρακτηριστικά, ούτε και μπορεί με σαφήνεια να προσδιορισθεί. Πράγματι, η κλιμακούμενη από το καλοκαίρι του 2011, επίδειξη ισχύος της συριακής κυβέρνησης στις διαδηλώσεις οδήγησε βαθμιαία σε μία κατάσταση, με εκτεταμένη χρήση βίας, που ξέφευγε της απλής κρατικής αναταραχής και προσλάμβανε σταδιακά χαρακτηριστικά εμφύλιας σύρραξης (τανκς, ανάμιξη του στρατού, επιθέσεις σε αμάχους κτλ). Οι αποσχιστικές τάσεις και η έξαρση του φονταμενταλισμού, με πρώτη τη δημιουργία του Ελεύθερου Συριακού  Στρατού , που εμφανίστηκε να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτόνομο πολιτικό κίνημα, και στη συνέχεια με την  ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους, που άρχισε να νέμεται εδάφη στη Συρία-επεκτεινόμενο και στο Ιράκ και με κύριο στόχο να ανατρέψει την υπάρχουσα κυβερνητική εξουσία  και να εγκαθιδρύσει ένα νέο Ισλαμικό Χαλιφάτο-  οδήγησαν πλέον και τον Πρόεδρο Μπασάρ Αλ-Άσαντ να κηρύξει τη Συρία σε κατάσταση πολέμου.[18]  Η αρχική εσωτερική σύγκρουση μεταξύ Άσαντ και αντεξουσιαστών, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνταν, διευρύνθηκε με την εμφάνιση του ISIS, το οποίο στράφηκε ενάντια στην κυβερνητική εξουσία, πολεμώντας συγχρόνως και ευρύτερες σιιτικές ομάδες, προσπαθώντας να εδραιώσει την αυτοκρατορία του τρόμου στην περιοχή. Η επέμβαση των ξένων δυνάμεων, η επέκταση των εχθροπραξιών και στη γύρω περιοχή, τα πολλαπλά μέτωπα και η δυσκολία προδιαγραφής των μαχόμενων μερών καθιστά αντιληπτή την ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού του μετώπου στη Συρία, βασική προϋπόθεση της εφαρμογής του Ανθρωπιστικού Δικαίου.

Το ιδιόμορφο αυτό πολεμικό σκηνικό προσιδιάζει περισσότερο στην διεθνική σύγκρουση, η οποία αποκαλείται συχνά και ως «ασύμμετρη». Τα βασικά χαρακτηριστικά μίας διεθνικής σύγκρουσης είναι πρώτον η ύπαρξη μιας ένοπλης σύγκρουσης στην οποία ένα κράτος χρησιμοποιεί ένοπλες δυνάμεις εναντίον μιας  μη κρατικής  ένοπλης ομάδας , που  δρα εκτός του κράτους  αυτού, δεύτερον το γεγονός ότι οι ενέργειες των μη κρατικών φορέων δεν μπορούν να αποδοθούν στην κρατική εξουσία, στο έδαφος της οποίας δρουν στην οποία δρουν, τρίτον η αντιμετώπιση της ένοπλης ομάδας από το τρίτο κράτος δεν αποτελεί παρέμβαση στην εσωτερική ένοπλη σύγκρουση, αλλά πραγματοποιείται με τη συγκατάθεση του εδαφικού κράτους και τέταρτον η αμφισβήτηση βασικών αρχών του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, όπως η διάκριση μεταξύ αμάχων και μαχητών, κυρίως λόγω της αναγκαστικής συμμετοχής του πληθυσμού στις εχθροπραξίες.

Ε

H αντιμετώπιση της Διεθνούς Κοινότητας απέναντι σε αυτό το είδος των συγκρούσεων δεν είναι ενιαία, καθώς προκρίνονται διαφορετικές προσεγγίσεις.[19] Η πρώτη άποψη είναι η μη εφαρμογή του Ανθρωπιστικού Δικαίου, άποψη που στηρίζεται στο γράμμα των διατάξεων των Συμβάσεων της Γενεύης.[20] Η δεύτερη προσέγγιση τάσσεται υπέρ μίας ευρείας εφαρμογής του άρθρου 3 των Συμβάσεων της Γενεύης, θεωρώντας ότι αυτό θα πρέπει να εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε από το Αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Hamdan v. Rumsfeld. Το Δικαστήριο έκρινε πως η ελάχιστη προστασία που παρέχει το άρθρο 3 θα πρέπει να καταλαμβάνει οποιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση, που δεν συνιστά μία ευθεία σύρραξη μεταξύ κρατών. Επομένως, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, παρόλο που ο αρχικός στόχος του άρθρου ήταν να ρυθμίσει απλώς τις εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις, η ερμηνεία του θα πρέπει να είναι η ευρύτερη δυνατή, όχι μόνο για να μπορεί να προσαρμόζεται ακόμη και σε νέες καταστάσεις που δεν προβλέφθηκαν όταν συντάχθηκε, αλλά κυρίως επειδή εκφράζει θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.[21] Μία τρίτη  τοποθέτηση θεωρεί τις διεθνικές ένοπλες συγκρούσεις ως  καταστάσεις που εγγίζουν τις διεθνείς. Πράγματι, το Δικαστήριο του Ισραήλ στην υπόθεση Targeted Killings[22] έκρινε πως οι κανόνες που διέπουν μία διεθνή σύγκρουση έχουν ισχύ σε οποιαδήποτε περίπτωση που ένα πολεμικό γεγονός διασχίζει τα σύνορα ενός κράτους. Το Δικαστήριο επέκτεινε ακόμη περισσότερο το συλλογισμό του, υπογραμμίζοντας πως  η κατηγοριοποίηση των συγκρούσεων έχει κυρίως θεωρητική αξία, καθώς οι περισσότερες βασικές αρχές και κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου είναι κοινοί.[23]

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την μελέτη[24] για το εθιμικό διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, που εκπονήθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό, οι θεμελιώδεις αρχές του Ανθρωπιστικού Δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστές, ανεξάρτητα από τα εμπλεκόμενα μέρη και από την επικύρωση ή μη των συνθηκών. Συγκεκριμένα, η διάκριση μεταξύ αµάχων και μαχητών, η διάκριση μεταξύ αστικών και στρατιωτικών στόχων, η απαγόρευση επιθέσεων χωρίς διακρίσεις  και η αρχή της αναλογικότητας έχουν εθιμική ισχύ ως εκ τούτου εφαρμόζονται  κατά τις συρράξεις. Μάλιστα, στην έκθεση  τονίσθηκε πως και οι ένοπλες οµάδες ανταρτών πρέπει να σέβονται το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και πρέπει να δρουν υπό τις οδηγίες «υπεύθυνης διοίκησης» (responsible command). Ως εκ τούτου, δύναται να υποστηριχθεί πως οι ένοπλες οµάδες ανταρτών θεωρούνται υπεύθυνες για πράξεις που τελέσθηκαν από άτοµα που αποτελούν µέρος των οµάδων αυτών, υπέχοντας μάλιστα και αστική ευθύνη.

Συμπέρασμα

Η θεωρητική αυτή διαμάχη σχετικά με την έκταση και την εφαρμογή του Ανθρωπιστικού Δικαίου στην κρίση της Συρίας δεν είναι μόνο θεμελιώδης από νομική και διεθνολογική άποψη. Οι μαζικές παραβιάσεις  που συντελέστηκαν την τελευταία πενταετία, αρχικά από τη συριακή κυβέρνηση και στη συνέχεια από το Ισλαμικό Κράτος  στην ευρύτερη περιοχή  χρήζουν μίας αυστηρής ταξινόμησης στον διεθνή  χώρο και ακριβούς υπαγωγής τους στην υπερεθνική έννομη τάξη. Μέσα από το άρθρο αυτό, έγινε αρχικά  μία προσπάθεια να εκτεθούν  κάποιες βασικές επιταγές της διεξαγωγής του πολέμου, όπως διαγράφονται από το ίδιο το Ισλαμικό Δίκαιο  και στη συνέχεια παρουσιάστηκε η ανθρωπιστική κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή της Συρίας. Η κρίση της Συρίας, μία πολυεπίπεδη εμπόλεμη κατάσταση με ιδιαίτερα γνωρίσματα πρέπει να  υπαχθεί στο πεδίο των Συμβάσεων της Γενεύης  και του Δικαίου του πολέμου. Το Διεθνές Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο κατά την παραδοσιακή του έννοια προστατεύει το άτομο από τις αυθαιρεσίες της κρατικής εξουσίας σε καιρό ειρήνης, μπορεί να δράσει συμπληρωματικά προσφέροντας μία ακόμη μεγαλύτερη προστασία στα υποκείμενα δικαίου που βιώνουν τις συνέπειες του πολέμου. Από την άλλη πλευρά, η δράση του ISIS δε θα πρέπει να εξεταστεί μεμονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με το ευρύτερο πλαίσιο της κρίσης στη Συρία και με την ανάδειξη της βίας ως τάσης για  πολιτική νομιμοποίηση στο χώρο του Ισλάμ. Τέλος, η σημασία του διεθνούς εθίμου και η δεσμευτική του εφαρμογή  και στο χώρο του ανθρωπιστικού δικαίου συνιστά τη βάση της νομικής προστασίας των αμάχων και όλων των κατηγοριών που κρίνονται άξιες προστασίας και ταυτόχρονα επιτελεί την εγγυητική λειτουργία της διεθνούς έννομης τάξης. Κλείνοντας αυτόν τον προβληματισμό, αξίζει να τονισθεί  ότι η απάντηση σε μία ανθρωπιστική κρίση είναι ο ίδιος ο ανθρωπισμός. Το ανθρωπιστικό δίκαιο, σε μία διαρκή ένταση μεταξύ στρατιωτικής ανάγκης και ανθρωπιστικών αναζητήσεων θα πρέπει να αποτελέσει το κλειδί για μία εξισορρόπηση της κατάστασης, προτού οι πιο σκοτεινοί εφιάλτες της παρελθόντος στοιχειώσουν και πάλι τον κόσμο.

 

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

.

  • Louise Arimatsu και Mohbuba Choudhury , «The Legal Classification of the Armed Conflicts in Syria, Yemen and Libya»,   International Law PP 2014/01, Μάρτιος
  • «The Legal Classification of the Armed Conflicts in Syria, Yemen and Libya», International Law PP 2014/01, Μάρτιος

-Karen Armstrong, Ισλάμ μια σύντομη ιστορία, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Αθήνα 2002.

Δικαστικές Αποφάσεις

  • International Tribunal for the Prosecution of Persons Responsible for Serious Violations of International Humanitarian Law Committed in the Territory of Former Yugoslavia since 1991,Prosecutor v. Fatmir Limaj Haradin Bala Isak Musliu, 30 Νοεμβρίου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Ιερό Κοράνιο,  47:4.

[2] Όπως παρατηρεί ο Ibrahim Metin Kunt, οι αιχμάλωτοι πολέμου αποτελούσαν παραδοσιακή πηγή δούλων για τον ισλαμικό κόσμο, καθόσον τα ισλαμικά έθιμα δεν επέτρεπαν τη χρησιμοποίηση μουσουλμάνων, αλλά και μη μουσουλμάνων υπηκόων  ως δούλων. Φαίνεται ξεκάθαρα από την αντίληψη αυτή  ότι η ζωή των αιχμαλώτων πολέμου προστατευόταν, μεταξύ άλλων και διότι χρησίμευαν ως πηγή άντλησης ανδρών γα τον στρατό των ισλαμικών κρατών. Πρόκειται για τα στρατιωτικά σώματα των Μαμελούκων (= δούλων), από τα οποία προήλθε και η ομώνυμη δυναστεία που κυβέρνησε την Αίγυπτο κατά τον όψιμο μεσαίωνα. Οι Οθωμανοί διαφοροποιήθηκαν ως αυτό,  χρησιμοποιώντας ως πηγή δούλων για στρατιωτικούς και διοικητικούς σκοπούς την πρακτική του παιδομαζώματος (devșirme). Βλ. Ibrahim Metin Kunt, Οι υπηρέτες του Σουλτάνου: Ο μετασχηματισμός της οθωμανικής επαρχιακής διακυβέρνησης 1550-1560, Αθήνα 2001, σ.109-111.

[3]http://api.ning.com/files/qnlif5STwXWJllDpiD8eR4ZJaME0iAeChqROisCh9REBFkr*W8yLdvIgQUDjaJtNHTh1BG5Tmz20bVZDZmrci6TNPb5lEYS/MashariAlAshwaqilaMasarialUshaaqRevisedEdition.pdf.

[4] Με τον όρο αποστασία (αραβ. ridna) εννοείται η αποχώρηση από την ούμμα (umma=η κοινότητα των πιστών του Ισλάμ). Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και εννοιολογήθηκε όταν κάποιες αραβικές φυλές, αμέσως μετά την επιβολή της νέας θρησκείας, επιχείρησαν να αποχωρήσουν από την ούμμα και να επιχειρήσουν την παλαιότερη ανεξαρτησία τους. Βλ και  K. Armstrong, Ισλάμ μια σύντομη ιστορία, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Αθήνα 2002, σ.122.

[5] Είναι χαρακτηριστικό ότι το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην θεωρία του Nuhaas για να «νομιμοποιήσει» ηθικά και θεσμικά τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε. Η θεωρία πάντως αυτή απορρίπτεται και τελεολογικά, καθόσον διαμορφώθηκε με βάση τις αρχές της λειτουργικότητας και της αναγκαιότητας, προδιαγεγραμμένες από την urf εκείνων των χρόνων για τη διεξαγωγή του πολέμου.(urf= δικαίωμα νομικής δράσης  στην κεφαλή του κράτους, το οποίο όφειλε να εξασκείται  σε αρμονία με τις διατάξεις του ισλαμικού νόμου[sariat] προς όφελος της ισλαμικής κοινότητας.. βλ. Η.Α. R.Gibb και H. Bowen, H ισλαμική κοινωνία και η Δύση, μτφρ./επιμ. Η. Κολοβός.τ 1, Αθήνα 2005, σελ. 546. (Πρωτότυπη έκδοση Oxford University Press, Τορόντο 1957).

[6]http://www.amnesty.org.uk/sites/default/files/updated-rule-of-fear-isis-abuses-in-detention-in-northern-Syria.pdf.

[7]Για τη διαφορά μεταξύ Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διεθνούς Ανθρωπιστικού Διικάιου βλ. https://www.icrc.org/casebook/doc/book-chapter/ihl-human-rights-book-chapter.htm. Όπως επισημαίνει η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού,  το Ανθρωπιστικό Δίκαιο αποτελεί διεθνές δίκαιο με την παραδοσιακή έννοια, αφού αφορά κατά βάση τις σχέσεις μεταξύ κρατών  και αντανακλαστικά προσφέρει προστασία στα άτομα, τα οποία εμμέσως απολαμβάνουν την προστασία. Αντιθέτως, το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν προστατεύει βασικές ελευθερίες των προσώπων, τα οποία αποτελούν τους κύριους αποδέκτες των κανόνων δικαίου. Ωστόσο, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα θεωρούνται σήμερα εφαρμοστέα  ακόμη και σε περίοδο πολέμου και μάλιστα και εξωεδαφικά, ενώ  η παλαιότερη αντίληψη, ότι το Ανθρωπιστικό Δίκαιο αποτελεί lex specialis και άρα κατισχύει του Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άποψη που υποστηρίχθηκε και από το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση Nuclear Weapons) , πλέον δεν υποστηρίζεται και προκρίνεται η θεωρία της συνεφαρμογής, λόγω και της φιλοσοφικής τους κοινής αφετηρίας.

[8] HRC/30/48  Report of the Independent International Commission of Inquiry on the Syrian Arab Republic (http://www.ohchr.org/Documents/HRBodies/HRCouncil/CoISyria/OralUpdate18March2014.pdf.)

[9] Pictet Jean S., Commentary of the Fist Geneva Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded and Sick in Armed Forces in the Field. Geneva International Committee of the Red Cross, 1952,σ.32  που σημειώνει πως  με τις Συνθήκες της Γενεύης του 1949 η δυνατότητα εφαρμογής του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου  ήταν πλέον ανεξάρτητη από τη βούληση των κυβερνήσεων  με αποτέλεσμα η  διεθνής  ένοπλη σύρραξη να καθιερωθεί ως μια ιδέα που διέπεται από την αρχή της αποτελεσματικότητας

[10] Σύμβασις της Γενεύης περί βελτιώσεως της τύχης των τραυματιών και των ασθενών εις τας εν εκστρατεία ενόπλους δυνάμεως.

[11] Ο εν λόγω ορισμός διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο από τη νομολογία του ad hoc Δικαστηρίου στην υπόθεση The Prosecutor v. Tadic, όπου έδωσε τον εξής ορισμό: «Διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μια ένοπλη σύγκρουση όποτε υπάρχει καταφυγή σε ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών ή παρατεταμένη ένοπλη βία μεταξύ των κυβερνητικών αρχών και οργανωμένων ένοπλων ομάδων ή μεταξύ αυτών των ομάδων στο εσωτερικό ενός κράτους. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο εφαρμόζεται από την έναρξη των εν λόγω ένοπλων συγκρούσεων και εκτείνεται πέρα από την παύση των εχθροπραξιών μέχρι να επιτευχθεί μία  γενική συμφωνία της ειρήνης ή, στην περίπτωση των εσωτερικών συγκρούσεων, μια ειρηνική διευθέτηση».

[12] Είναι προφανές ότι τα άρθρο 3 καθρεπτίζει μία κλασική εμφυλιοπολεμική σύγκρουση, με αναφορά και στον κόσμο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και την έως τότε πολεμική πραγματικότητα, η οποία διαφέρει ριζικά από το σύνθετο σκηνικό του 21ου αιώνα.

[13] Ιστορικά, το δίκαιο της ένοπλης σύγκρουσης εφαρμοζόταν  μόνο μεταξύ κρατών που βρίσκονταν σε πόλεμο.  Ως εκ τούτου, το διεθνές δίκαιο αντιλαμβανόταν την  εσωτερική σύγκρουση ως κάτι που βρισκόταν  εκτός της αρμοδιότητάς του, ως ένα αποκλειστικός εσωτερικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί από το εσωτερικό του δίκαιο.(Jed Odermatt, «Between Law and Reality: «New Wars’ and Internationalised Armed Conflict», Amsterdam Law Forum, 2013, σ.20. Μάλιστα, στην δυτική παράδοση, ο εμφύλιος πόλεμος δεν θεωρείτο καν πραγματικός πόλεμος( “true war”), και ως εκ τούτου, πρακτικές, έθιμα και κανόνες του πολέμου δεν εφαρμόζονταν. Βλ και  S. Neff, War and the Law of Nations, A General History, σ.250-251.

 

[14] Ωστόσο, σύμφωνα με το Commentary του Ερυθρού Σταυρού  του 1987, ο ορισμός αυτός απλώς κατοχύρωσε την καθ’ ύλην εφαρμογή του ίδιου του Πρωτοκόλλου  χωρίς να λειτουργεί περιοριστικά για την προστασία του άρθρου 3 των Συμβάσεων, το οποίο εφαρμόζεται απλώς σε περίπτωση σύγκρουσης μη διεθνούς χαρακτήρα  και ανεξάρτητα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ομάδων που λαμβάνουν μέρος στις εχθροπραξίες. Το ζήτημα πάντως παραμένει αμφισβητούμενο.

[15] Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού τάσσεται πάντως υπέρ μίας μετριοπαθέστερης άποψης, θεωρώντας ότι ο έλεγχος μπορεί να είναι και σχετικός. Βλ. Y. Sandoz et al. (eds), Commentary on the Additional Protocols of 8 June 1977 to the Geneva Conventions of 12 August 1949, ICRC/Martinus Nijhoff, Geneva/The Hague, 1987, παρ.4467.

[16] Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η παρατήρηση της Κάρεν Άρμστρονγκ που αποσυνδέει τον φονταμενταλισμό από την κλασική του πρόσληψη, ως αταβιστική επιστροφή στον Μεσαίωνα  και τον  νοηματοδοτεί ως μία συνειδητή αντίδραση στη νεωτερικότητα  και μία στροφή από την καταναγκαστική εκκοσμίκευση του κράτους, με τάσεις επαναπροσέγγισης και της ίδιας της θρησκείας. Βλ. Κάρεν Άρμστρονγκ, Ισλάμ, Μια Σύντομη Ιστορία, σσ. 276 επ.

[17] Μια ένοπλη σύγκρουση είναι διεθνής  και σε περίπτωση εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης που ξεσπά στην επικράτεια ενός κράτους, εάν (i) άλλο κράτους παρεμβαίνει σε αυτή τη σύγκρουση με τα στρατεύματά του, ή, εναλλακτικά, εάν (ii) ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στην εσωτερική ένοπλη σύγκρουση πράξη δρουν για λογαριασμό αυτού του άλλου κράτους(Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, Prosecutor v. Tadic, Case No. IT-94- 1-A, Judgment (Appeals Chamber), 15 Ιουλίου 1999, §84, άποψη που υιοθετείται και από την ΔΕΕΣ. Άλλωστε η συμπεριφορά ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων θεωρείται ως πράξη του κράτους βάσει του διεθνούς δικαίου, εάν το πρόσωπο ή ομάδα προσώπων που ενεργεί στην πραγματικότητα με τις οδηγίες του, ή υπό τη διεύθυνση ή τον έλεγχο του.( International Law Commission, Articles on State Responsibility [Art. 8 and Commentary]) Πρόκειται σαφώς για μία προσπάθεια επέκτασης του ορισμού της Διεθνούς Σύγκρουσης και σε άλλες περιστάσεις.

[18]«Syria in state of war, says Bashar Al Assad», BBC News, 27 Ιουνίου 2012, http://www.bbc.co.uk/news/world-Μiddle-Εast- 18598533.

[19] Eliav Lieblich with Owen Alterman,  Transnational Asymmetric Armed Conflict under International Humanitarian Law: Key Contemporary Challenges, σσ .36 επ.

[20] Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στον πόλεμο κατά της Al Qaeda  και πρέσβευε πως οι αιχμάλωτοι των αμερικανικών στρατευμάτων οι οποίοι δρούσαν για λογαριασμό της Al Qaeda, δεν δικαιούνται την αυξημένη προστασία που επιτάσσει το ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς δεν είναι αιχμάλωτοι πόλεμου με την τεχνική έννοια του όρου.

[21]  Hamdan v. Rumsfeld, 628-631.

[22] HCJ 769/02 §10.

[23]  Την ίδια στάση υιοθέτησε και η Επιτροπή Τουρκέλ, που διορίστηκε από την Κυβέρνηση του Ισραήλ το Μάιο του 2010. Θεώρησε πως οι κανόνες του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου θα εφαρμόζονταν σε οποιαδήποτε περίπτωση, ακόμη και αν οι περιστάσεις δεν επέτρεπαν κατ’ αρχήν το χαρακτηρισμό της σύγκρουσης ως μη θεσμικής.

[24] https://www.icrc.org/eng/resources/documents/misc/customary-law-translations.htm

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: