Η βία ως βασική στρατηγική πολιτικής στο ISIS

Scroll down to content

Του Πέτρου-Ορέστη Κατσούλα, Ερευνητική ομάδα SAFIA

 

Το 1787, ο Β. Rush δηλώνει: «Ζω πάντα με την ελπίδα πως πλησιάζει ο καιρός που η αγχόνη, η στηλίτευση, το ικρίωμα, η μαστίγωση, ο τροχός θα θεωρούνται στην ιστορία των βασανιστηρίων σημάδια βαρβαρότητας των αιώνων και των χωρών, αποδείξεις της αδύναμης επιρροής της λογικής και της θρησκείας πάνω στην ανθρώπινη νόηση».[1] Όπως παρατηρεί ο Μ. Foucault,[2] από το 18ο αιώνα μία σημαντική μεταβολή πραγματοποιείται στο δυτικό κόσμο: Η ποινική τελετουργία βασισμένη στην καθυπόταξη του σώματος μέσω του βασανιστηρίου υποχωρεί.  Η «τιμωρητική φιέστα», όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο η πρακτική του βασανισμού, αρχίζει να γεννά έναν ευρύτερο προβληματισμό καθώς καταλήγει να εξισώνεται με το ίδιο το έγκλημα, να δημιουργεί μία εξοικείωση του λαού με τη θηριωδία και να ταυτίζει τους δικαστές με δολοφόνους. Πλέον στο συλλογικό φαντασιακό, το βασανισμένο σώμα και η δημόσια έκθεση θεωρούνται μία εστία αναζωπύρωσης της ίδιας της βιαιότητας.

111

Οι μεταβολές αυτές της ποινικής και κολαστικής διαδικασίας συνδεόμενες με τη μετατόπιση του αντικειμένου του κολασμού από το σώμα στην ψυχή του ενόχου, διαγράφουν το τέλος μιας εποχής που κατά την φουκοϊκή αντίληψη συνδέεται με την λαμπρότητα των βασανιστηρίων. Το βασανιστήριο, ανεξήγητο φαινόμενο της έκτασης της ανθρώπινης φαντασίας σε βαρβαρότητα και σε ωμότητα, αποτελεί  μια τελετουργία οργανωμένη για να στιγματίζει τα σώματα, μια πολιτική εκφοβισμού που επιβεβαιώνει την ασυγκράτητη δύναμη του ανώτατου άρχοντα, ένας συμβολισμός της ανισότητας ανάμεσα στον παραβάτη και την Ανώτατη Αρχή. Γι’αυτό και ο Φουκώ καταλήγει πως η κολαστική πράξη που βασίζεται στο βασανιστήριο είναι εκ φύσεως τρομοκρατική, εγχαρασσόμενη βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων. Ο Διαφωτισμός θα ασκήσει έντονη κριτική στην ποινική πρακτική των προηγούμενων αιώνων απομακρύνοντας την κολαστική διαδικασία από την προσκόλληση στην πανηγυρική βιαιότητα του βασανιστηρίου και θα αναζητήσει εξορθολογισμένες μεθόδους ποινής με τη γέννηση του σωφρονισμού.[3]

Η απονομιμοποίηση των βασανιστηρίων ως έκφρασης της επίσημης κρατικής βίας αποτέλεσε σίγουρα μία βαθιά τομή στην πολιτικοκοινωνική ιστορία της Ευρώπης. Η πρακτική όμως της φρικαλεώδους σκληρότητας των βασανιστηρίων άφησε αδιαμφισβήτητα ως παρακαταθήκη στη συλλογική συνείδηση μία ζοφερή κουλτούρα του τρόμου που,  εκπορευόμενη από διάφορα κέντρα εξουσίας με σκοπό να καθυποτάξει και ελέγξει μία μερίδα πληθυσμού, συνεχίζει να απλώνεται στις μεταμοντέρνες κοινωνίες. Η ανελέητη και χωρίς όρια σκληρότητα, που επισφράγισε την εποχή των βασανιστηρίων, εγχαράχτηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο και μεταφέρθηκε μέσα από τους αιώνες έως τη σημερινή εποχή. Ήδη από το 18ο αιώνα κάνει την εμφάνισή της η λογοτεχνία του εγκλήματος, του μυθιστορήματος του τρόμου, που τείνει να υιοθετήσει μία αισθητική γραφή του εγκλήματος, παρουσιάζοντας το μεγαλείο και την ομορφιά του. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο κινηματογράφος θα αποτελέσει ένα σύνθετο συμβολικό σύστημα που θα μεταβιβάσει είδωλα εκφοβισμού.[4] Έτσι, η τέχνη επιδόθηκε σε μία επίθεση εναντίον των παραδοσιακών αξιών, επιστρατεύοντας την αδυσώπητη βία σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου να απελευθερωθεί από τα κοινωνικά κατεστημένα, γεγονός όμως που σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε, όπως παρατηρεί ο Σ. Δημητρίου,[5] να αποσπαστεί το άτομο από τον κοινωνικό ιστό και να καταστεί έρμαιο της κοινωνίας της βίας και της τρομοκρατίας.

222

 Η επιχείρηση προσδιορισμού  της ίδιας της έννοιας της βίας κάθε άλλο παρά απλή διαδικασία αποτελεί. Η κλασική αντίληψη της βίας ως ενός άγριου ενστίκτου, που συμπορεύεται με την ανθρώπινη ύπαρξη ως έμφυτο στοιχείο αυτής, έχει πλέον καταρριφθεί, μέσα από την επιστήμη της ανθρωπολογίας, η οποία κατέδειξε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από την πολιτισμική παράδοση, γεγονός που επηρεάζει και την σχέση που αναπτύσσει το δρών υποκείμενο με τη βία.[6] Ο M. Weber θεωρεί τη δύναμη ως στοιχείο της πολιτικής, ως την πιθανότητα που έχει ένα υποκείμενο σε μία κοινωνική σχέση να πραγματοποιήσει τη θέλησή του, παρά την αντίσταση που θα συναντήσει, προσδίδοντας της έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Παράλληλα έχει επιχειρηθεί σε θεωρητικό επίπεδο και η σύνδεση της βίας με την βιολογική  ανάγκη  γοήτρου στις κοινωνικές σχέσεις. Οι βιολογικές θεωρίες που την ταύτιζαν με ένα άγριο ένστικτο των λαϊκών στρωμάτων, διακατεχόμενων από εγκληματικά και αρπακτικά ένστικτα, όσο και οι καθαρά ψυχολογικές θεωρίες του 20ου αιώνα που την ανάγουν στο υποσυνείδητο, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευθύνη του δράστη, ξεπεράστηκαν από τις κοινωνιολογικές θεωρίες,[7] οι οποίες δίνουν έμφαση στη μεταβλητότητα της. Η μεταβλητότητα αυτή αποτελεί απόρροια  των κοινωνικό-ιστορικών συνθηκών, και συνυφαίνεται με το εκάστοτε πολιτισμικό πλαίσιο, στο οποίο η βία αναδύεται και εγχαράσσεται στην κοινωνική συνείδηση μέσω των συμβόλων και του αφηγηματικού λόγου.[8]

Η σύνδεση της βίας με την πολιτική δραστηριότητα ανάγεται σε μοχλό κατανόησης του ίδιου του πολιτικού φαινομένου κατά την Hannah Arendt.[9] Σε αντιδιαστολή με τη δύναμη, που συνιστά την κατεξοχήν πράξη μεταξύ των ανθρώπων να παρεμβαίνουν με τις πρωτοβουλίες τους στο πλέγμα των  κοινωνικών τεκταινόμενων και  να ιδρύουν τη δημόσια σφαίρα δράσης κατά το πρότυπο του φιλοπόλιδος ανδρός της κλασική πόλεως, η βία αποτελεί ένα εργαλειακό φαινόμενο ελέγχου, μία συμπεριφορά ορθολογική που δεν αποτελεί το ξέσπασμα ενός εκρηκτικού συναισθήματος, αλλά μίας υπολογισμένης επέμβασης που χαρακτηρίζεται από έναν ψυχρό υπολογισμό. Η βία κατά την Arendt είναι το συστατικό κάθε δράσης του ανθρώπου που κατατείνει στην επέμβαση στη φύση (η ίδια θα δηλώσει  ότι πρέπει να σκοτώσουμε ένα δέντρο για να αποκτήσουμε ξυλεία), μία κατάσταση που εκπηγάζει από την αναγκαιότητα, μία εξουδετέρωση του απροσχεδίαστου χαρακτήρα της γνήσιας δημόσιας πολιτικής δράσης των ανθρώπων.  Για την Hannah Arendt το σαφέστερο δείγμα ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι το ανεξέλεγκτο ξέσπασμα της οργής, αλλά η απουσία συναισθημάτων μπροστά σε αβάσταχτες καταστάσεις, ένα πέρασμα προς την αποκτήνωση, που για την ίδια ισοδυναμεί με τη στέρηση του ανθρώπου από τα φυσικά του πάθη.

Η τοποθέτηση της βίας σε πολιτικό πλαίσιο και η σύνδεση της με μία πολιτική επιλογή από την κεντρική εξουσία αποτελεί σε κάθε περίπτωση αντικείμενο ιδιαίτερο προβληματισμού στην περίπτωση του αποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους. Συγκεκριμένα, είναι δύσκολο να αναζητήσει κανείς τον απώτερο στόχο αυτής της χρησιμοποιούμενης και επιδεικνυόμενης σκληρότητας, όσο και να προσπαθεί να την προσεγγίσει εμπειρικά. Ο Fawaz Α. Gerges, από το London School of Economics & Political Science, θεωρεί ότι η βία του Ισλαμικού Κράτους δεν υπαγορεύεται από ένα συστηματικό σχέδιο, ούτε θα ήταν γόνιμη κάποια προσπάθεια αιτιολόγησης ή εξορθολογισμού της.  Κατ’ αυτόν, η βαναυσότητα των πράξεων του Ισλαμικού Κράτους, πρωτίστως αποσκοπεί στον εκφοβισμό των πραγματικών και δυνητικών εχθρών του και στην τεχνική της γοητείας του φόβου, προκειμένου να προσελκυστούν νέα μέλη χωρίς να εντάσσεται σε ορισμένο ιδεολογικό μοντέλο.[10]   Το Ισλαμικό Κράτος (αραβικά Ad dawlat al Islamiya ) αποτελεί σήμερα την πλέον εξτρεμιστική ομάδα του ισλαμικού κόσμου, η οποία  ακολουθεί τη σκληρή ιδεολογική γραμμή της Αλ Κάιντα και είναι οπαδός των παγκόσμιων αρχών της τζιχάντ. [11] Όπως η Αλ Κάιντα και πολλές άλλες σύγχρονες ομάδες τζιχαντιστών, το Ισλαμικό Κράτος αναδύθηκε από την ιδεολογία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, της πρώτης ισλαμιστικής ομάδας στον κόσμο, που χρονολογείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 στην Αίγυπτο. Αρχικά έγινε γνωστό ως Αραβικό Κράτος του Ιράκ και της Ανατολής (Λεβάντε).[12] Η ίδρυση της οργάνωσης φαίνεται να πραγματοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια του πολέμου του Ιράκ, ενώ  την ίδια περίοδο ανέπτυξε δεσμούς με την Αλ Κάιντα.[13] Αργότερα η οργάνωση ενεπλάκη και στον συριακό εμφύλιο πόλεμο. Η κεντρική διοίκηση της Αλ Κάιντα, τον Φεβρουάριο του 2014, αποκήρυξε την οργάνωση «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Ανατολής», εξαιτίας της σύγκρουσης της τελευταίας με την Αλ Νούσρα, έναν από τους κλάδους της  Αλ Κάιντα στη Συρία. Το Ισλαμικό Κράτος ακολουθεί μια ακραία αντι-δυτική ερμηνεία του Ισλάμ, η οποία προωθεί την θρησκευτική βία και θεωρεί εκείνους που δεν συμφωνούν με τις ερμηνείες της ως άπιστους και αποστάτες. Στους στόχους της οργάνωσης είναι η περαιτέρω εξάπλωση του «χαλιφάτου» μελλοντικά σε περιοχές στον Λίβανο, όπου έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν τρομοκρατική επίθεση, την Ιορδανία, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, το Κουβέιτ, την Τουρκία και την Κύπρο.

Στις 29 Ιουνίου 2014 ο ραδιοφωνικός σταθμός του ISIS ανακήρυξε την ίδρυση χαλιφάτου, σε μια έκταση που περιέχει περιοχές της Συρίας και του Ιράκ, ορίζοντας στην θέση του «χαλίφη» και «ηγέτη των απανταχού μουσουλμάνων» τον επικεφαλής της οργάνωσης  Αμπού Μπακρ Αλ Μπακταντί (Abu Bakr Al Baktadi),[14] (γνωστό έκτοτε ως «Χαλίφη Ιμπραήμ»). Επρόκειτο για την πλέον θεαματική κίνηση εντυπωσιασμού της οργάνωσης, που τα τελευταία χρόνια με την δράση της έχει σκορπίσει τον τρόμο σε Ανατολή και Δύση. Το Χαλιφάτο, που στην ουσία αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό μόρφωμα της κοινότητας των πιστών του Ισλάμ, της Ούμμα, υπήρξε ένας καινοφανής θεσμός για τα δεδομένα της εποχής στην οποία έζησε και δίδαξε ο Προφήτης Μωάμεθ. Μετά τον θάνατο του Προφήτη το 632 μ.Χ., οι οπαδοί του δημιούργησαν το Χαλιφάτο, προκειμένου να διατηρήσουν την πολιτική και κοινωνική συνοχή της κοινότητας, που κινδύνευε να διασπαστεί από τον αραβικό πολυφυλετισμό και τις προσωπικές έριδες και φιλοδοξίες των επιγόνων του Προφήτη. Ο ηγέτης του πολιτικού αυτού μορφώματος έφερε τον τίτλο του Χαλίφη,  που σημαίνει διάδοχος του Προφήτη στην πολιτική ηγεσία και πνευματική καθοδήγηση της κοινότητας των πιστών. Οι διαφωνίες μεταξύ των συντρόφων του Μωάμεθ για τη διαδοχή του δεν άργησαν να εκδηλωθούν , οδηγώντας  στο ιστορικό ρήγμα μεταξύ σουνιτών και σιϊτών. Στον σουνιτικό κόσμο, το Χαλιφάτο έζησε 13 αιώνες, μεταφέροντας την έδρα του από τη Δαμασκό στη Βαγδάτη κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη- μετά την οθωμανική κατάληψη των ιερών πόλεων του Ισλάμ Μέκκας και Μεδίνας- μέχρι να καταργηθεί οριστικά από τον θεμελιωτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, την 3η Μαρτίου του 1924.΄Εκτοτε, η αναβίωση του χαλιφάτου υπήρξε φαντασίωση των φονταμενταλιστικών ρευμάτων του σουνιτικού κόσμου, με πρώτους τους Αδελφούς Μουσουλμάνους του Χασάν αλ Μπάνα (Hasan Al Bana) στην Αίγυπτο της δεκαετίας του 1920. Στην πρόσφατη ιστορία ήταν η Αλ Κάιντα του Οσάμα Mπιν Λάντεν η οργάνωση που επεδίωξε, αλλά ατελέσφορα, να κάνει αυτή τη φαντασίωση πραγματικότητα στην εδαφική επικράτεια του Αφγανιστάν.

Από την εμφάνιση του, το ISIS επέδειξε μία ισχυρή βούληση να προκαλέσει, να ταράξει συθέμελα την κοινωνική ηθική, όπως την αντιλαμβανόταν η Δύση. Και είναι αυτό το στοιχείο του φόβου για το οποίο το ISIS απέκτησε τέτοια δημοσιότητα από τους πρώτους μήνες της δράσης του, παρά την ύπαρξη και άλλων εξτρεμιστικών και φονταμενταλιστικών οργανώσεων όχι μόνο στον αραβικό κόσμο, αλλά και διεθνώς. Η τάση αυτοπαρουσίασης του ως μίας οργάνωσης που αποκεφαλίζει κρατούμενους δημοσίως χωρίς ενδοιασμό, βιάζει και θανατώνει ανήλικα κορίτσια,[15] μεταφέρει νεκρά διαμελισμένα παιδιά σε σακούλες, τοποθετώντας τα στην εξώθυρα των γονέων ή βασανίζει συστηματικά τους ομήρους, ενώπιον συγγενών τους, μαρτυρεί τη σύλληψη ενός σχεδίου κατατρομοκράτησης και επιβολής του στη συνείδηση της παγκόσμιας κοινότητας ως ενός απόλυτα ισχυρού παράγοντα, ως ενός ζωντανού εφιάλτη που έρχεται για να πολεμήσει τη δυτική κουλτούρα και ηθική.

 

Η τάση αυτή και η προοδευτική εξάπλωση και εδραίωση του ISIS στη περιοχή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της θέσης ότι η πολιτική βία συνοδεύεται πάντα από μία στρατηγική πρόθεση, όπως υποστηρίζει και ο Louzi Fereggoli, στο έργο του «Βία και Πολιτική».[16] Με βάση αυτόν το διαχωρισμό, όταν η βία  προσλαμβάνει το χαρακτήρα του μέσου, τότε συνοδεύεται από μία νομιμοποίηση μέσα από την ηθικοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, κατά το πρότυπο του μακιαβελισμού. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, η ηθικότητα του σκοπού βοηθάει στην παντελή αδιαφορία ως προς την ηθικότητα των μέσων (κυνικός οπορτουνισμός) και  συνοδεύεται από μία ύψιστη ηθική πίστη που αγγίζει τα όρια του φανατισμού, με  το επαναστατικό κίνημα να  γίνεται  το ίδιο ήθος,  προκειμένου να νομιμοποιηθεί. Στον αντίποδα, ένα άλλο μοντέλο προσφυγής στη βία, το ακτιβιστικό, υποστηρίζει την αυθόρμητη και μαζική βία, που έχει ατομικιστικό, ναρκισσιστικό χαρακτήρα, μία  βία στηριζόμενη στην ικανοποίηση της ηδονής, την επιθυμία βίας ή του θανάτου. Σε αυτό το δεύτερο μοντέλο, η  φυσική δύναμη εμφανίζεται σαν ονειρικός αντικαταστάτης της πολιτικής ισχύος, σαν μορφή αγώνα πάνω από τη θέληση των κοινωνικών υποκειμένων, σαν περιφρόνηση της ζωής και σαν επιθυμία και θέληση του θανάτου. Όπως τονίζει ο ίδιος, η αντικοινωνικότητα και ο μηδενισμός είναι κυρίαρχα με την κύρια τάση να είναι η βία ως σκοπός.

Παρά την βασική διαφοροποίηση των δύο προσώπων της βίας κατά τον Feraggolli, ο απόλυτος διαχωρισμός τους φαίνεται δυσχερής ως προς την περίπτωση του ISIS. Και αυτό διότι  οι μέθοδοι του ISIS δεν μπορούν να αντιστοιχηθούν ούτε στο πρώτο, ούτε στο δεύτερο μοντέλο. Συγκεκριμένα, από τα δείγματα και τις μαρτυρίες που διαθέτουμε, προκύπτει ότι το ISIS στοχεύει μεν στην εγκαθίδρυση ενός  σουνιτικού μορφώματος αποκαθαρμένου από οποιαδήποτε δυτική επιρροή και προσπαθώντας να υλοποιήσει τον ισλαμικό νόμο με τον πλέον ριζοσπαστικό τρόπο, ωστόσο  η επίδειξη μίας άκρατης σκληρότητας  με βασικό άξονα τον εκφοβισμό των τοπικών πληθυσμών, την κατατρομοκράτηση των δυτικών χωρών και το «σοκ» που επιθυμούν να δημιουργήσουν μέσα από πρακτικές που θεωρούνται αποκρουστέες, όπως χαρακτηριστικά ο λόγος μίσους για υποδούλωση των πολιτών της Δύσης κατά την ημέρα της κατάκτησης,  δεν μπορούν να ενταχθούν αναντίρρητα στο λεγόμενο γιακωβίνικο μοντέλο. Πράγματι, η όλη τελετουργία του φόβου, από τις αιφνιδιαστικές συλλήψεις σε δημόσιους χώρους, έως την φυλάκιση πολιτών που δεν γνωρίζουν τις κατηγορίες που υπέχουν από ανθρώπους με μαύρα ρούχα και κουκούλες που παραμένουν αμίλητοι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, φαίνεται να τοποθετεί τη βία σε ένα υπερβατικό στάδιο του απόλυτου σκοπού, που στόχο έχει να προκαλέσει και να αντιστρατευτεί οτιδήποτε μάχεται την ιδεολογία. Έτσι ο φόβος μετατρέπεται σε  όπλο του Ισλαμικού Κράτους, αυξάνοντας το υφιστάμενο σοκ των δυτικών κοινωνιών, μετατρέποντας τη ζωή των Δυτικών σε ένα καθεστώς ανασφάλειας και βίαιου θανάτου.[17]

Πράγματι το Ισλαμικό Κράτος αποτελεί πλέον την ενσάρκωση του ίδιου του φόβου κατά την προσφυή έκφραση πολλών δημοσιογραφικών αφιερωμάτων, δημοσιεύσεων, αλλά και επιστημόνων. Ειδικά η όλη τελετουργία του αποκεφαλισμού, όπως αποτυπώθηκε στα προκλητικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήδη από την αρχή της δράσης του Ισλαμικού Κράτους με θύματα ξένους ανταποκριτές, καταμαρτυρεί μία τάση απολυτοποίησης της βίας και ανύψωσης της σε απόλυτο όπλο επιβολής και κυριαρχίας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Η βία θεοποιείται και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, εμφανιζόμενη στην πιο εφιαλτική μορφή της, στις πιο σκοτεινές αποχρώσεις της, ζωντανεύοντας φαντάσματα του παρελθόντος. Αν κάποιος εστιάσει στην τρομοκρατική βία και την εξέλιξη της κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρεί μία βαθιά τομή, ένα τεράστιο άλμα ως προς την επίταση της χρησιμοποιούμενης σκληρότητας. Πράγματι η πειρατεία σε αεροσκάφη και η ανατίναξη αυτοκινήτων που λάμβανε χώρα κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, φαινόμενα που χαρακτηρίζονταν από αποσπασματικότητα και στόχευαν κατά βάση στην πρόκληση έντασης και κοινωνικής αναταραχής, έδωσαν τη θέση τους σε βάναυσες μεθόδους βασανισμού και ανθρωποκτονίας, ακόμα και μέσω των σταυρώσεων, που παρουσιάζουν μεγαλύτερη συστηματικότητα και συχνότητα και εντάσσονται σε ένα οργανωμένο σχέδιο κατατρομοκράτησης και επέμβασης στο ίδιο το ανθρώπινο σώμα, που ενσαρκώνει την ανθρώπινη αξία και διάσταση στην ευρωπαϊκή παράδοση. Μάλιστα, όπως έχει υποστηριχθεί,[18] το σοκ των πρώτων τρομοκρατικών χτυπημάτων που διαδραματίστηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα σταδιακά υποχώρησε, υποκινώντας εξτρεμιστικές ομάδες να καταφύγουν σε μεγαλύτερη σκληρότητα, προκειμένου να καθηλώσουν την κοινή γνώμη. Στο πλαίσιο αυτό αναδύθηκε και η πρακτική των αποκεφαλισμών. Η υποχώρηση των επαναστατικών κινημάτων και η προσλαμβανόμενη στη συλλογική συνείδηση αποτυχία του αραβικού κινήματος ενδυνάμωσε ένα συναίσθημα απογοήτευσης, αποτελώντας γόνιμο έδαφος για την άνοδο του εξτρεμισμού. Στο πλαίσιο αυτό, και σε μία προσπάθεια αιτιολόγησης του, επιχειρήθηκε και μία σύνδεση της αποτυχίας των αραβικών επαναστάσεων με την αποτυχία του σοσιαλιστικού κινήματος στην Ευρώπη, ως καθοριστικού παράγοντα γένεσης της εξτρεμιστικής –μηδενιστικής βίας.[19]

Ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα  εμφανίστηκε μία νέα προσέγγιση, που  θεωρούσε πως ο μοναδικός τρόπος για να ολοκληρωθεί ο πρωταρχικός «στόχος» που είναι η καταπολέμηση του συνόλου του μη-μουσουλμανικού κόσμου, είναι μια αυξητικά κλιμακούμενη εμφάνιση βίαιων εικόνων, ώστε να διαχυθεί ένα παρατεταμένο αίσθημα ανασφάλειας. Κατά το νέο αυτό δόγμα, ο φόβος του βίαιου θανάτου είναι αυτός που κυριαρχεί και θα πρέπει οι άνθρωποι να ζουν με τη συνεχή αυτή αγωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση σχετικό πρόσφατο δημοσίευμα της σελίδας του BBC[20], κατά την πρώτη εμφάνιση του το ISIS εμφανίστηκε ως ένα αλυτρωτικό μόρφωμα, που θα απάλλασσε τους κατοίκους του Ιράκ από τις συνεχείς επεμβάσεις του εθνικού στρατού, παρέχοντας ακόμα και κάποια είδη πρώτης ανάγκης. Η κατάσταση όμως μεταβλήθηκε γρήγορα, καθώς οι μαχητές του ISIS άρχισαν ξαφνικά να δημοσιεύουν βίντεο εκτελέσεων σιϊτών, να απάγουν γυναίκες και να τις πωλούν σε παράνομα κυκλώματα δουλείας, επεμβαίνοντας πλέον άμεσα στην ιδιωτική ζωή και την καθημερινότητα των γηγενών πληθυσμών. Λίγους μήνες αργότερα το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε θα μετονομαζόταν σε Iσλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας, εδραιώνοντας την κυριαρχία του μέσα στο χώρο και μετεξελισσόμενο, από μία παραγκωνισμένη εξτρεμιστική ομάδα, σε οργανωμένο στρατό, που είναι ικανός να συνταράξει την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Το Ισλαμικό Κράτος λοιπόν διεκδικεί τον τίτλο του Κράτους προσπαθώντας να εδραιώσει την κυριαρχία του και υιοθετώντας ακόμα και οιονεί κρατικές δομές,  απογυμνωμένες βέβαια από οποιαδήποτε νομιμοποίηση και εγγυητική λειτουργία.[21] Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά η εκτέλεση αμάχων θεωρούμενων ως εχθρών αποφασίζεται από συγκεκριμένο σώμα μαχητών με τον τίτλο κριτές, επιτελώντας μία παρωδία δικαστικής λειτουργίας, αφού η κρίση τους παραμένει αυθαίρετη. H τάση αυτή συνδέεται ίσως με την προσπάθεια να τονιστεί η βία ως πρακτική θεσμοποιημένη και παγιωμένη, που θα επιβληθεί σε όσους δεν θα αποδεχτούν την κυριαρχία του Ισλαμικού Κράτους. Πάντως η δόμηση αυτού του μορφώματος, που προσπαθεί να μιμηθεί χαρακτηριστικά ενός τυπικού κράτους για να επιστεγάσει την απόλυτη βία, κυριαρχείται από ένα αίσθημα παραλογισμού κατά τη γαλλική εφημερίδα Le Monde. Σύμφωνα με σχετικό άρθρο, το Ισλαμικό Κράτος θεμελίωσε έναν αντί-κόσμο, όπου το κακό προσλαμβάνεται ως ορθό, ο τρόμος γίνεται έκσταση,  είναι «ενάντια σε έναν κόσμο όπου το κακό γίνεται καλό, ο τρόμος έκσταση, το έγκλημα αγαθό και ο θάνατος λύτρωση».[22] Ανεξάρτητα από την αλληγορική αυτή περιγραφή, οι ενδείξεις που αποτυπώνονται έως τώρα από τη δράση του Ισλαμικού Κράτους φανερώνουν την επιβολή ενός πλαισίου συμπεριφοράς με χαρακτηριστικά την ωμή, ανεξέλεγκτη και παράλογη βία μέσα από το επικάλυμμα μίας νεφελώδους και απολυτοποιημένης ιδεολογίας, που παραπέμπει σε φαινόμενα κοινωνικό-πολιτικού παραλογισμού, όπως αυτά που παρατηρήθηκαν στη ναζιστική Γερμανία.[23] Η δημοσίευση αναλυτικής αναφοράς[24] της Διεθνούς Αμνηστίας, που ανέδειξε την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων από το ISIS και τη διάπραξη σειράς εγκλημάτων με τον τίτλο «Η Κυριαρχία του Φόβου» αποτυπώνει πολύ εύστοχα το ανωτέρω πλαίσιο.

444

Η επεκτατική δράση του Ισλάμ από τους πρώτους αιώνες της ιστορίας του, αλλά και οι σταυροφορίες της Δύσης έφεραν τους δύο κόσμους σε μια διαρκή αντιπαράθεση, όχι μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο. Όπως αναφέρει ο Έντουαρντ Σαΐντ, το Ισλάμ αποτέλεσε για την Ευρώπη ένα διαρκές τραύμα, καθώς έφτασε να συμβολίζει τον τρόμο, την καταστροφή και τις «ορδές των μισητών βαρβάρων».[25] Η αντίληψη αυτή, διαθλασμένη μέσα από την ευρωκεντρική μυθοπλασία, που από τον 16ο αιώνα διαμόρφωσε η δυτική σκέψη, αποτέλεσε τη βάση του Οριενταλισμού, μέσω του οποίου η Δύση προσέλαβε και προσλαμβάνει ακόμη ότι σχετίζεται με το Ισλάμ και την Ανατολή γενικότερα.

Η απειλή του Ισλάμ και η εξομοίωση (αν όχι ταύτιση του) με την απόλυτη βία επηρέασε και τις πιο πάγιες δομές της ευρωπαϊκής διανόησης, όπως η γλώσσα. Ο όρος assassin, στα Γαλλικά (που σημαίνει δολοφόνος) και assassinate στα Αγγλικά (που σημαίνει δολοφονία δημοσίων προσώπων) αποτελεί τη γλωσσική αποτύπωση μιας πτυχής του Ισλάμ, συνδεδεμένης με την τυφλή βία. Οι ευρωπαϊκές αυτές λέξεις προέρχονται από την ιστορία των Ασσασίνων του Αλαμούτ, των εκπαιδευμένων μαχητών του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ. «Ασσασίνοι, το τάγμα των δολοφόνων» ήταν η ονομασία που δόθηκε στην ισλαμική αίρεση των Νιζαρί Ισμαηλιτών, που η δράση τους σκόρπισε τον τρόμο στην Περσία, τη Συρία και την Αίγυπτο, αλλά και τη Δύση από τον 11ο ως τον 13ο αιώνα. Το όνομα με το οποίο έγιναν γνωστοί στη Δύση αποτελεί παραφθορά του αραβικών όρων  Hassasine και Hassasiya, (περσ.: حشیشیون, αραβ.الحشاشين), που υποδηλώνει τους καπνιστές χασίς. Ιδρυτής του Ασσασινικού τάγματος υπήρξε ο Χασάν Ιμπν Σαμπάχ, που γεννήθηκε το 1040 στην Κόμς της Περσίας και πέθανε το 1124. Σπούδασε ισλαμική θεολογία στη γενέτειρα του και στη Νισαπούρ, όπου γνωρίστηκε με τον Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ και τον φημισμένο Μεγάλο Βεζίρη των Μεγάλων Σελτζούκων της Βαγδάτης Νιζάμ Αλ Μουλκ.[26] Αργότερα ο Χασάν ήλθε σε σύγκρουση με τον πρώην σύντροφο του, τον Νιζάμ Αλ Μούλκ και για το λόγο αυτό κατέφυγε στην Αίγυπτο των Φατιμίδων, όπου γνώρισε το κίνημα των Νιζαρί Ισμαηλιτών. Οι  Φατιμίδες, οπαδοί του Ισμαηλιτικού Σιϊτισμού κατέλαβαν την εξουσία στην Αίγυπτο το 1909 και  μετέτρεψαν το Κάϊρο στο αντίπαλο δέος της Βαγδάτης των Αβασσιδών, ενώ το Πανεπιστήμιο Αλ ΄Αζχαρ αποτέλεσε το πνευματικό κέντρο διάδοσης του Ισμαηλιτικού δόγματος. Ωστόσο η ισμαηλιτική ενότητα διερράγη με τα κινήματα των Καρμάτ, του Μπαχρέιν, των Δρούζων της Παλαιστίνης και των Ισμαηλιτών του Νιζάρ, ο οποίος προσπάθησε να ανατρέψει τους Φατιμίδες στην Αίγυπτο, αλλά ηττήθηκε και εκτελέστηκε το 1095.

Ο Χασάν Ιμπν Σαμπάχ επιστρέφοντας στην Περσία το 1088 κήρυξε το Ισμαηλιτικό δόγμα, εγκαθιστώντας ως κέντρο της δράσης του το εγκαταλελειμμένο κάστρο του Αλαμούτ, στο όρος Ελμπρούζ.[27] Με ορμητήριο το Αλαμούτ ο Χασάν κήρυξε ανοικτή εξέγερση εναντίον της Σελτζουκικής δυναστείας που κυβερνούσε την περίοδο εκείνη το Ιράν. Το κήρυγμα του βρήκε ανταπόκριση σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, παρά τις διώξεις των οπαδών του από τους Σελτζούκους. Το 1092 οι  Ισμαηλίτες του Χασάν ξεκινούν ένα αιματηρό κύκλο δολοφονιών δημοσίων προσώπων, με την δολοφονία του κορυφαίου διώκτη τους Μεγάλου Βεζίρη Νιζάμ αλ Μούλκ. Ένας ισμαηλίτης, μεταμφιεσμένος σε σούφι πλησίασε το φορείο του Μεγάλου Βεζίρη,  την ώρα που τον μετέφεραν στο χώρο των ακροάσεων, και βύθισε το εγχειρίδιο του στο στήθος του τελευταίου. Ακολουθεί μια ατέλειωτη σειρά προμελετημένων δολοφονιών με θύματα πρίγκιπες, στρατηγούς, κυβερνήτες και κληρικούς. Οι οπαδοί του Χασάν ακόμα και μετά τον θάνατο του επέκτειναν τη δράση τους και στη Συρία και Παλαιστίνη, με σκοπό να διαδώσουν το κήρυγμα τους και στους παλιούς Ισμαηλίτες των περιοχών αυτών, αλλά και σε άλλες σιϊτικές σέκτες. Διατήρησαν πάντως  ως βασική μέθοδο της δράσης τους  τις επιλεκτικές δολοφονίες ανδρών του δημόσιου βίου. Μεταξύ αυτών η δολοφονία του κυβερνήτη  της πόλης Κόμς και του Σελτζούκου Εμίρη της Μουσούλης. Στο έδαφος της Συρίας και της Μεσοποταμίας απέκτησαν δέκα κάστρα, παρά την αποτυχία τους να κυριαρχήσουν στις μεγαλύτερες πόλεις Δαμασκό και Χαλέπι. Ο πλέον διάσημος από τους Σύρους Ασσασίνους ήταν ο Σινάν Ίμπν Σαλμάν, στον οποίο δόθηκε η ονομασία «Γέρος του Βουνού», η οποία θα ακολουθήσει και τους διαδόχους του.

555

Στα τέλη του 11ου αιώνα η Συρία κατελήφθη από τα στρατεύματα των Σελτζούκων και χωρίσθηκε σε μικρότερα κράτη , που τα διοικούσαν Σελτζούκοι ηγεμόνες. Την ίδια στιγμή μια νέα δύναμη εισβάλει στη Μέση Ανατολή: οι Σταυροφόροι. Χωρίς κανείς να μπορεί να ανακόψει την πορεία τους, εγκαθίστανται στην περιοχή, ιδρύοντας τέσσερα λατινικά κράτη, στην Έδεσσα, την Αντιόχεια, στην Τρίπολη και στην Ιερουσαλήμ. Το 1152 οι Ασσασίνοι δολοφονούν τον ηγέτη της Τρίπολης Ραϋμούνδο, ενώ το 1192 δολοφονείται από Ασσασίνους εκτελεστές, μεταμφιεσμένους σε χριστιανούς μοναχούς, ο Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ Κοράδος ο Μομφερατικός. Η δολοφονία του Κοράδου προκάλεσε τρομερή εντύπωση στους Σταυροφόρους. Πολλοί Ευρωπαίοι χρονικογράφοι  της εποχής αναφέρονται  με δέος στους φοβερούς Μουσουλμάνους της αίρεσης των Ισμαηλιτών. Παρά το γεγονός ότι οι Ασσασίνοι δεν αποτέλεσαν ποτέ μια δύναμη με κρατική υπόσταση, οι δολοφονικές  τους μέθοδοι και η φανατική αφοσίωση τους προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στο ευρωπαϊκό συλλογικό φαντασιακό του όψιμου Μεσαίωνα. Ο θρύλος αυτών των πρώιμων «τρομοκρατών» πέρασε ακόμα και στις μπαλάντες των τροβαδούρων της εποχής, αλλά και στο συλλογικό ευρωπαϊκό φαντασιακό, ενισχύοντας τα ιδεολογήματα με τα οποία προσέλαβε η Δύση, το Ισλάμ στη διαχρονία.

666

Τα δυτικά μέσα έχουν προβάλει ιδιαιτέρως την μαχητική και βίαιη έκφραση της ισλαμικής θρησκευτικότητας, αυτής που αποκαλείται φονταμενταλισμός, αποδίδοντας το στοιχείο της βίας ως βασικό συστατικό  της ισλαμικής πίστης και κουλτούρας. Ωστόσο, το Ισλάμ ήταν στην πραγματικότητα η τρίτη κατά σειρά  μονοθεϊστική θρησκεία, που προσέφυγε στον φονταμενταλισμό, μετά τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό. Ο φονταμενταλισμός αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, που εμφανίσθηκε ως αντίδραση στις αξίες και τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας. Αυτή η ακραία εκδοχή θρησκευτικής έκφρασης εμφανίστηκε  για πρώτη φορά  στις αρχές του 20ου αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στους κόλπους των χριστιανών  προτεστάντων. Το Ισλάμ προσχώρησε αργότερα στον φονταμενταλισμό, καθώς εκτέθηκε πολύ αργότερα στη νεωτερική εμπειρία. Καθώς το νεωτερικό σύστημα αξιών πρεσβεύει την εκκοσμίκευση, με αντίστοιχο εξοβελισμό της θρησκείας ως μείζονος συστήματος διαμόρφωσης και εκπροσώπησης των κοινωνιών, οι θρησκευτικοί κύκλοι αντέδρασαν σ’ αυτή την υποχώρηση των θρησκευτικών  έναντι των κοσμικών αξιών. Πολύ περισσότερο στο Ισλάμ, που από συστάσεως του αποτελεί, εκτός από θρησκεία, ταυτόχρονα και σύστημα πολιτικής οργάνωσης και διαχείρισης, η νεωτερικότητα εκλήφθηκε ως απειλή εξοβελισμού του ισλαμικού συστήματος αξιών από τη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα, η νεωτερικότητα εμφανίσθηκε στον ισλαμικό κόσμο μέσα από τα αποικιοκρατικά δυτικά καθεστώτα και την οικονομική εκμετάλλευση που αυτά συνεπάγονταν. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενώ η μία μετά την άλλη οι ισλαμικές χώρες ανακτούσαν την εθνική τους ανεξαρτησία, τις αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις διαδέχθηκαν στην εξουσία τοπικά καθεστώτα που υιοθετούσαν τις αρχές της εκκοσμίκευσης κατά τα δυτικά πρότυπα, η διακυβέρνηση τους όμως  χαρακτηρίστηκε από φαυλότητα, καταπάτηση των ατομικών ελευθεριών και νόθο κοινοβουλευτισμό. Σ’ αυτή τη νεωτερική εμπειρία εκτέθηκε σε μεγάλο βαθμό ο ισλαμικός κόσμος  και έχοντας αποκομίσει βαθύτατα τραύματα, την εξοβέλισε σε μεγάλο βαθμό ως το απόλυτο κακό, προερχόμενο από τη Δύση.

Εξ’ άλλου, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα  ένας νέος παράγοντας, οικονομικού αυτή την φορά χαρακτήρα, θα επανακαθορίσει τις σχέσεις Ανατολής- Δύσης, αποτελώντας τη βασική παράμετρο στην νέο-αποικιοκρατική προσέγγιση της Δύσης απέναντι στην Ανατολή: το πετρέλαιο και η σταδιακή παντοκρατορία του στην οικονομική ανάπτυξη και τεχνολογική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ένα καίριας σημασίας πλήγμα, που αποτέλεσε χρόνιο τραύμα για τον κόσμο του Ισλάμ είναι η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και μια σειρά από ήττες του ισλαμικού κόσμου, που την ακολούθησαν. Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από τις κυβερνήσεις των αραβικών κρατών έπληξε καίρια την ενότητα του αραβικού κόσμου και κλόνισε την εμπιστοσύνη των Αράβων προς τις κυβερνήσεις τους.

Σε πολλές περιπτώσεις το Ισλάμ αντέταξε στη δυτική πολιτισμική διείσδυση μια δική του ισλαμική εκδοχή της νεωτερικότητας, που εκφράσθηκε άλλοτε ως κοσμικός ρεφορμισμός (στην Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ και στην Τυνησία του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα), άλλοτε αραβικός εθνικισμός (στην Αίγυπτο του Νάσερ και στη Αλγερία του Μπουμεντιέν)  και άλλοτε ως ισλαμικός σοσιαλισμός  (Ενβέρ πασά στην κεντρική Ασία, μπααθικά[28] κόμματα στη Συρία και το Ιράκ).

Η Ιρανική Επανάσταση του 1979, η εγκαθίδρυση του φονταμενταλισμού του καθεστώτος των Ταλιμπάν (μαθητών των μαντράσα=κορανικών σχολών) στο Αφγανιστάν, παρά τις επιμέρους διαφορές τους κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Τα νέα ιστορικά συμφραζόμενα διαμορφώνουν νέες ιστορικές τάσεις στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, του οποίου κύρια έκφραση σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο αποτελεί αναμφισβήτητα το ISIS.

Η σημερινή κατάσταση, όπως διαμορφώνεται με τις περιφερειακές εστίες ανάφλεξης που ακολούθησαν μετά τον πόλεμο του Ιράκ  και την Αραβική Άνοιξη στην Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Συρία, διεύρυναν το χάσμα μεταξύ των δύο κόσμων. Βεβαίως στο Ισλάμ δεν υπάρχει  μια μόνο άποψη  και μια φωνή. Όμως πολλές φορές η πιο θορυβώδης και ακραία είναι αυτή που ακούγεται περισσότερο. Την ίδια στιγμή που τα τρομοκρατικά χτυπήματα στις ευρωπαϊκές πόλεις αυξάνουν επικίνδυνα τον ρατσισμό και την ξενοφοβία και κλιμακώνουν την ισλαμοφοβία ως βασική παράμετρο πρόσληψης ενός ολόκληρου συστήματος αξιών, ένα νεφελώδες τοπίο επικρατεί στην ισλαμική ανατολή: Το ακραίο τρομοκρατικό νεφέλωμα των Ταλιμπάν, της Αλ Κάιντα και τώρα του ISIS, που έχει στόχο όσους θεωρεί προδότες του ισλαμικού κόσμου και που δυστυχώς κερδίζει έδαφος, όχι στις περιοχές που βιώνουν τη δράση και τη βαναυσότητα του, αλλά σε εκείνους τους πολίτες των χωρών της Ανατολής και Δύσης, που εγκλωβισμένοι σε αδιέξοδα, γοητεύονται από τον τρόμο και τη βία, με την απατηλή προσμονή ότι θα τους μετατρέψει σε τιμωρούς και ήρωες. Οι εικόνες της πρωτόγνωρης σκληρότητας του που προβάλει το ISIS σ’ όλο τον κόσμο ξυπνούν τους πιο σκοτεινούς φόβους της Δύσης, ενώ την ίδια στιγμή βοηθούν την στρατολόγηση στις τάξεις του ανθρώπων χωρίς ελπίδα και προοπτική,  παγιδευμένους στη σαγήνη της βίας. Το νεφέλωμα του ζόφου δεν θα διαλυθεί, όσο οι κοινωνίες παραμένουν φοβικές, ρατσιστικές, καχύποπτες, αφήνοντας χώρο στην απόλυτη βία να γράψει τις δικές της σελίδες στην ανθρώπινη ιστορία.

Η νέα και πρωτόγνωρη βία που εισήγαγε το ISIS στην παγκόσμια κοινότητα  δεν αναμόχλευσε μόνο τη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ισλάμ, αλλά ταυτόχρονα ξύπνησε ζοφερές μνήμες αδυσώπητης σκληρότητας που η Δύση είχε προσπαθήσει να απωθήσει σε ένα μακρινό παρελθόν. Η βία αυτή αυτοπαρουσιάστηκε από την αρχή τόσο ως μέσο αυτοεπιβολής και επικυριαρχίας του ISIS στην παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά και ως αυτοσκοπός, ως στόχος δηλαδή εγκαθίδρυσης του χαλιφάτου του φόβου, που θα συνταράξει και θα αμφισβητήσει παραδεδεγμένες αξίες.  Ο φόβος του βίαιου θανάτου μεταμορφώνεται στο βασικό όπλο του Ισλαμικού Κράτους και εξαπλώνεται προκειμένου να καταστήσει το ISIS  την «απόλυτη» δύναμη στη νέα πραγματικότητα.  Η βία αυτή, ριζικά διαφορετική από την εμφανιζόμενη έως τώρα βία στον ισλαμικό κόσμο, θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο ερευνών, προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στο φαινόμενο ISIS. Ίσως, η θέση της  H. Arendt, ότι η βία αποτελεί τη συνειδητή και οργανωμένη τελετουργία αποκτήνωσης του ανθρώπου, μέσα από μία διαδικασία απογύμνωσης από κάθε συναίσθημα και με στόχο την επιβολή, να συνιστά ένα εφαλτήριο για την περαιτέρω ερμηνεία. Σίγουρα, με το ISIS μία νέα βίαιη και σκληρή πραγματικότητα εισήλθε στο προσκήνιο θέτοντας σε αμφισβήτηση τα ίδια τα θεμέλια της νεωτερικότητας. Μένει να δει κανείς τις περαιτέρω εξελίξεις…

 

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Hannah Arrendt, Περί Βίας, χ.τ. 2000.
  • Karen Armstrong, Ισλάμ μια σύντομη ιστορία,  μτφρ. Φ. Τερζάκης, Αθήνα 2002.
  • Σωτήρης Δημητρίου, Μορφές Βίας, Αθήνα 2003.
  • Marc Ferro, Το σοκ του Ισλάμ, Αθήνα 2006.
  • Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία, η Γέννηση της Φυλακής, Αθήνα 1976 (πρωτότυπη έκδοση: Παρίσι 1976).
  • Bernard Lewis, Οι Ασσασίνοι, μτφρ. Γ. Γούτας, Αθήνα 2000 .(Πρωτότυπη έκδοση Λονδίνο 1967)
  • Amin Malaouf, Σαμαρκάνδη, μτφ. Ε. Κανδρή, Αθήνα
  • Silvestre de Say, Ασσασίνοι. Πραγματεία για τη δυναστεία του ονόματος τους. Αθήνα 1997
  • Θανάσης Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του Δικαίου, Αθήνα 1999.
  • Εdward D. Said, Οριενταλισμός, Αθήνα 1996.
  • James Wasserman, Ναΐτες και Ασσασίνοι. Οι στρατιές του Θεού.μτφρ. Τ. Σπερελάκη, Αθήνα 2004.

 

Δημοσιογραφικά  sites- Σελίδες ΜΚΟ και Διεθνών Οργανισμών

http://www.aljazeera.com/topics/country/syria.html.

http://www.bbc.com/news/world-middle-east-17258397.

http://edition.cnn.com/middle-east.

https://www.hrw.org/tag/isis.

http://www.syriahr.com/en/.

http://www.lemonde.fr/etat-islamique/.

https://www.icrc.org/en/where-we-work/middle-east/syria.

https://www.amnesty.org/en/countries/middle-east-and-north-africa/syria/report-syria/.

http://www.ohchr.org/EN/HRBodies/HRC/IICISyria/Pages/IndependentInternationalCommission.aspx.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία, η Γέννηση της Φυλακής,  Αθήνα 1976, σ 20 επ.

[2] Στο ίδιο σ. 34 επ.

[3] Στο ίδιο σ. 17. Ο Μ. Φουκώ θεωρεί το 18Ο αιώνα ως συνώνυμο του τέλους της ζοφερής τιμωρητικής φιέστας της εποχής των βασανιστηρίων και της αυγής του συστήματος του σωφρονισμού.

[4]  Σ. Δημητρίου, Μορφές Βίας, Αθήνα 2003, σ. 194 επ.

[5]  Όπως τονίζει o ίδιος, τα ΜΜΕ συχνά χρησιμοποιήθηκαν ως καθρέφτης tων ιδεολογημάτων που εξυπηρετούν την κυριαρχία της αγοράς και όχι ως παρουσίαση της πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η βία κατέχει το 63% της τηλεθέασης στην Ευρώπη και το 87 % στην Αμερική.

[6]  Κατά τους ανθρωπολόγους αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τους άλλους ζωτικούς οργανισμούς είναι η πλαστικότητα των παραλλαγών στη συμπεριφορά του,  όπως προσδιορίζονται από έναν πολιτισμικό κώδικα σε μία δεδομένη κοινωνία. Συνεπώς ο ψυχισμός του ανθρώπου διαμορφώνεται από την πρακτική. Σελ 38 επ.

[7] Οι θεωρίες αυτές δομούν το βίαιο φαινόμενο σε τρεις κεντρικούς άξονες: α) το ατομικό, β) το μικροκοινωνικό και γ) το μακροκοινωνικό.

[8] Σ. Δημητρίου, ο.π. σ. 55.

[9] Hannah Arrendt, Περί Βίας, χ.τ. 2000.

 

[10] Δεν προσκόμισε κανένα ρεπερτόριο των ιδεών για να διατηρήσει και να θρέψει την κοινωνική του βάση. Tο κάνουν για να τρομοκρατήσουν τους εχθρούς τους. (http://www. express.co.uk/news/world/558078/Islamic-State-IS-what-is-ISIS-why-are-ISIL-so-violent).

[11] Πρόκειται για την ιδεολογία του Ιερού Πολέμου (Jihad) με σκοπό την διάδοση της ισλαμικής πίστης, η οποία θα μετατρέψει τον οίκο του Πολέμου (dar alHarb)  σε οίκο του Ισλάμ ( dar alIslam).

[12] Λεβάντε , λατινογενής όρος για την Ανατολή, η οποία στα Αραβικά ονομάζεται alSham.

[13]Ακραία ισλαμιστική ένοπλη οργάνωση, με το όνομα  Αλ Κάιντα (Al ‘kaida /Αραβικά: القاعدة), που κατά κυριολεξία σημαίνει «το ίδρυμα» ή «η βάση» που πρωτοεμφανίσθηκε δημόσια το 1989. Πρόκειται στην ουσία για μετεξέλιξη του «Μεκτά Αλ Κιντεμάτ» που αποτελούσε το κεντρικό γραφείο των Αφγανών οπαδών μουτζαχεντίν (= αγωνιστών τζιχάντ). Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Αλ Κάιντα αποτελεί σήμερα ένα διεθνές τρομοκρατικό δίκτυο, στο οποίο συμμετέχουν πολλές άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις, με πολυπληθή μέλη συστρατευμένων εξτρεμιστών, περισσότερο Αράβων και Αφγανών. Το δίκτυο αυτό θεωρείται υπεύθυνο για μεγάλο αριθμό τρομοκρατικών επιθέσεων στον δυτικό κόσμο, με γνωστότερες όλων τις επιθέσεις στις ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου της Νέας Υόρκης, τις επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες Χωρών της ανατολικής Αφρικής το 1998, τη βομβιστική επίθεση στους Πύργους Κομπάρ στη Σαουδική Αραβία το 1996 κ.ά. Παρακλάδια της οργάνωσης αυτής υπολογίζεται πως υπάρχουν σε 55 χώρες του κόσμου.

[14] Το όνομα που ψευδεπίγραφα χρησιμοποιεί ο ηγέτης του ISIS παραπέμπει στον πρώτο Χαλίφη, τον διάδοχο του Προφήτη Μωάμεθ, τον σύντροφο του στους αγώνες και πεθερό του Αμπού Μπακρ.

[15] http://www.ncregister.com/daily-news/brutal-stories-of-isis-violence-shared-at-conference-to-aid-persecuted-chri/#ixzz48qiouCat.

 

[16] Στο έργο αυτό επιχειρείται ένας ενδιαφέρων διαχωρισμός μεταξύ της βίας ως σκοπού εγκαθίδρυσης μίας  νέας αποκαθαρμένης κοινωνίας (ο ίδιος το ονομάζει γιακωβίνικο μοντέλο) και της βίας ως απόλυτου σκοπού, μίας βία δηλαδή για την έξαψη της παρέκκλισης (ακτιβιστικό μοντέλο).

[17]  http://www.citizenwarrior.com/2015/11/what-does-isis-hope-to-achieve-with.html.

[18] http://www.citizenwarrior.com/2015/11/what-does-isis-hope-to-achieve-with.html.

 

[19] http://www.lemonde.fr/international/article/2016/04/22/l-ei-prepare-une-deuxieme-generation-de-combattants_4907180_3210.html.

[20]    http://www.bbc.com/news/world-middle-east-35695648.

[21] Προκειμένου να τονίσει την κρατική του υπόσταση και την σύνδεση με το ένδοξο ισλαμικό μεσαιωνικό παρελθόν το ISIS ξεκίνησε να εκδίδει από  τέλη του Αυγούστου του 2015 χρυσό νόμισμα το οποίο ονόμασε  «Χρυσό δηνάριο».

[22] http://www.lemonde.fr/idees/article/2016/06/14/djihadisme-il-existe-une-convergence-troublante-du-nord-et-du-sud-autour-de-la-violence_4950415_3232.html.

[23] Θανάσης Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του Δικαίου, Αθήνα 1999,  σ. 118, 149 επ.

[24] https://www.amnesty.org/en/documents/MDE24/063/2013/en/.

[25]  Edward W. Said, Οριενταλισμός, Αθήνα 1996, σ. 41 επ.

26 Οι τρεις άνδρες συναντώνται στο Χειρόγραφο της Σαμαρκάνδης, που αποδίδεται στον Ομάρ Καγιάμ και περιέχει τα τετράστιχα ποιήματα του, τα περίφημα Ρουμπαγιάτ.

[27] Σύμφωνα με την αφήγηση του Μάρκο Πόλο που επισκέφτηκε το Αλαμούτ, ο Χασάν Ίμπν Σαμπάχ είχε μετατρέψει το καταφύγιο του σε επίγειο παράδεισο. Εκεί είχε χτίσει τα ομορφότερα παλάτια, όπου κυκλοφορούσαν τα ουρί του παραδείσου, οι πιο όμορφες κοπέλες του κόσμου, που έπαιζαν όλων των ειδών τα όργανα και τις μουσικές, χόρευαν και τραγουδούσαν γλυκά και ωραία, ενώ έτρεχε στα αυλάκια κρασί, γάλα, μέλι και νερό. Κανέναν δεν άφηνε ο Γέρος να μπει στον κήπο του εκτός από εκείνους που προόριζε για Ασσασίν του. Και εκείνοι δεν έμπαιναν έτσι απλά. Τους είχε γαλουχήσει νωρίτερα με ιστορίες για τον παράδεισο που θα συναντήσουν, όπως έκανε και ο Μωάμεθ, και αυτοί, νέα παιδιά, περίμεναν τον παράδεισο ως κάτι υπαρκτό. Όταν ερχόταν η ώρα, τους έριχνε ένα ποτό που τους αποκοίμιζε, τους έβαζε στον Κήπο και όταν ξυπνούσαν αυτοί νόμιζαν ότι βρίσκονταν πραγματικά στον Παράδεισο. Οι κοπέλες ερωτοτροπούσαν ελεύθερα μαζί τους και οι νέοι δεν θα ήθελαν να φύγουν ποτέ από αυτόν τον παράδεισο εκτός… από μια έξοδο προσωρινή για έναν φόνο και μετά επιστροφή πίσω», Β. Lewis, Οι Ασσασίνοι, Αθήνα 2000,σελ. 43.

[28] Αλ-Μπάαθ ή Μπάαθ, που στα αραβικά  σημαίνει «αναγέννηση» ή «ανάσταση»,  είναι μια πολιτική ιδεολογία, η οποία εμφανίσθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Μέση Ανατολή και περιέχει στοιχεία αραβικού εθνικισμού, παναραβισμού, αραβικού σοσιαλισμού και αντι-ιμπεριαλισμού. Το βασικό διακύβευμα του μπααθισμού κατά την εμφάνιση του ήταν η ενοποίηση του αραβικού κόσμου σε ένα ενιαίο κράτος, το οποίο αποτυπώθηκε λεκτικά με το σύνθημα  «Ενότητα, Ελευθερία, Σοσιαλισμός». Το κόμμα ιδρύθηκε έπειτα από τη συγχώνευση του Αραβικού Κινήματος Μπάαθ, με επικεφαλής τους Αφλάκ και Αλ-Μπίταρ, και του Αραβικού Μπάαθ, με επικεφαλής τον Αλ Αρσουζί, στις 7 Απριλίου 1947 ως Αραβικό Κόμμα Μπάαθ. Το κόμμα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ίδρυσε παραρτήματα σε άλλες αραβικές χώρες, αν και ουσιαστικά διέθετε την εξουσία μόνο στο Ιράκ και τη Συρία.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: