Βηρυτός 1982,  Χαλέπι 2016

Του Yezid  Sayigh,  Carnegie Middle East Center

Σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ντάφλου, Ερευνητική Ομάδα S.A.F.I.A. – τομέας Μέσης Ανατολής,

Σε επιμέλεια της Μαρίας Μπαρέτα , Συντονίστρια Ερευνητικής Ομάδας S.A.F.I.A. – τομέας Μέσης Ανατολής,

23/11/2016

 

Η αναμονή έλαβε τέλος για αυτούς που δε κατάφεραν να διαχωρίσουν τις ελπίδες από τους φόβους τους αναφορικά με την επόμενη φάση της σύγκρουσης στη Συρία υπό το πρίσμα του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών στις Η.Π.Α. Ωστόσο, όποια προσέγγιση κι αν υιοθετηθεί τελικά από τον Πρόεδρο Trump, μόλις πάρει στα χέρια του τις τύχες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι εξελίξεις στο  Χαλέπι δεν πρόκειται να περιμένουν. Ενώ οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις επιμένουν στην προσπάθεια τους να ανταπεξέλθουν στην πίεση που δέχονται στο ανατολικό μέτωπο της πόλης, η άφιξη της Ρωσικής αεροπορίας, καθώς και των Ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, συνδυαστικά με τους βομβαρδισμούς που αρχίζουν να πραγματοποιούνται από φίλα προσκείμενες δυνάμεις στο καθεστώς του Προέδρου Bashar al-Assad, προαναγγέλλουν  μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Ωστόσο, αντί να επιστρατεύσει και άλλες δυνάμεις, προκειμένου να πολεμήσει για τις περιοχές που κατέχουν οι εχθρικές παρατάξεις, μια πιο πιθανή στρατηγική για την Ρωσία, η οποία επιθυμεί να αποφύγει μια παρατεταμένη και δαπανηρή μάχη, φαντάζει η προσπάθεια να εξαναγκάσει τις αντιπολιτευόμενες ισλαμικές δυνάμεις να παραδώσουν την πόλη. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα βασικό δίλημμα στην αντιπολίτευση· το να κρατήσει το μέρος του Χαλεπίου που ελέγχει είναι εφικτό στρατιωτικά, ωστόσο η εκλογή Trump, ο οποίος έχει δηλώσει την απροθυμία του να έρθει σε σοβαρή σύγκρουση με την Ρωσία για το συριακό ζήτημα, σημαίνει ότι τα πιθανά οφέλη μιας επιτυχούς υπεράσπισης της πόλης μπορεί να είναι εν τέλει μηδενικά. Αντιστρόφως, το πολιτικό κόστος που θα έχει η παράδοση της πόλης είναι ικανό να εξαλείψει τα όποια πιθανά οφέλη για την αντιπολίτευση.

Η Ισραηλινή πολιορκία  της πρωτεύουσας του Λιβάνου, Βηρυτού, το καλοκαίρι του 1982, προσφέρει μια καλή αναλογία των επιλογών που έχουν οι πολιορκητές και οι πολιορκούμενοι στο Χαλέπι το 2016. Τριάντα τέσσερα χρόνια πριν, οι Ισραηλινοί επιδίωκαν να διασπάσουν τις Παλαιστινιακές δυνάμεις στα κατεχόμενα απο τις Ισραηλινές δυνάμεις εδάφη της Δυτικής Όχθης και της Γάζας με σκοπό της επικράτησης τους επί της οργάνωσης του PLO, η οποία είχε καταφύγει στην Βηρυτό. Σήμερα, η Ρωσία επιχειρεί να διασπάσει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, διαμέσου της επικράτησης της επί των ένοπλων ομάδων στο Χαλέπι. Ωστόσο, ο προσκείμενος στον Assad συριακός στρατός αδυνατεί αριθμητικά και ψυχολογικά, να αναλάβει την επίπονη διαδικασία της εκκαθάρισης πυκνών αστικών συνοικιών. Έτσι, όπως και στην περίπτωση των Ισραηλινών, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν σε επίπονες μάχες εντός του αστικού ιστού της Βηρυτού, οι Ρώσοι πραγματοποιούν μαζικές επιθέσεις, διαμέσου του πυροβολικού, προκαλώντας δυσκολίες σε ζητήματα σίτισης, ύδρευσης και ηλεκτρισμού, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν ασφαλή περάσματα για τους κατοίκους και τους στρατιώτες, προκειμένου να εκβιάσουν έτσι τις αντίπαλες δυνάμεις – σε αυτή την περίπτωση τη συριακή στρατιωτική αντιπολίτευση – να προβούν στην άνευ όρων παράδοση του Χαλεπίου. Το μέλλον  για τον αντιπολιτευόμενο συριακό στρατό σε στρατιωτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα δυσοίωνο, ειδικά μετά την ανακοίνωση του υπεύθυνου, εκ μέρους του Ο.Η.Ε, για την ανθρωπιστική βοήθεια, Jan Egeland, στις 18 Νοεμβρίου 2016, ότι η διεθνής επισιτιστική βοήθεια για τους 275.000, υπό πολιορκία, κατοίκους του Χαλεπίου έχει ολοκληρωθεί. Το γεγονός αυτό κάνει την πολιτική πρόκληση που αντιμετωπίζει η αντιπολίτευση ακόμη πιο οξεία. Είναι πιο πιθανό να επιλέξουν την παράταση της αντίστασης τους στη διεξαγόμενη πολιορκία με την ελπίδα ότι η διεθνής πίεση στη Ρωσία θα δράσει αποτελεσματικά, παρά να συμφωνήσουν σε μία διαρκή εκεχειρία, περιμένοντας είτε την ανθρωπιστική βοήθεια, είτε την αποκόμιση σημαντικών πολιτικών οφελών, ως αντάλλαγμα στην παράδοση του Χαλεπίου. Βέβαια, πόσο πιθανό είναι η διεθνής πίεση να έχει αποτέλεσμα, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης υποχώρησης της τοπικής υποστήριξης προς την συριακή στρατιωτική αντιπολίτευση τον τελευταίο χρόνο, καθώς και της προοπτικής για ολική άρνηση σχετικά με την παροχή προστασίας και βοήθειας από τα Ηνωμένα Έθνη;  Και πιο ουσιαστικά, είναι δυνατόν, ακόμα και τα πιο επιθυμητά πολιτικά οφέλη για την αντιπολίτευση, εφ’ όσον παραδώσει το Χαλέπι, να αντισταθμίσουν τις απώλειες, κυρίως στο συμβολικό επίπεδο, που θα έχει η πράξη αυτή;

Ο PLO αντιμετώπισε ένα παρόμοιο δίλημμα στην Βηρυτό το 1982. Απ’ την αρχή της ισραηλινής πολιορκίας είχε αντιληφθεί ότι θα έπρεπε να παραδώσει την πρωτεύουσα του Λιβάνου, παρά ταύτα επέλεξε να την υπερασπιστεί προκειμένου να διεκδικήσει τα καλύτερα δυνατά πολιτικά οφέλη. Όμως, τα αραβικά κράτη φάνηκαν απρόθυμα να συνεχίσουν να διαπραγματεύονται εκ μέρους των Παλαιστινίων, ιδιαίτερα μετά την άρνηση των ΗΠΑ να συζητήσουν οτιδήποτε πέρα από τους όρους παράδοσης του PLO. Η Συρία, η οποία ήταν το μόνο αραβικό κράτος που συμμετείχε στον πόλεμο έθεσε ως προτεραιότητα τα δικά της οφέλη· σύντομα υπέγραψε εκεχειρία με τις δυνάμεις IDF και μπλόκαρε τις μετακινήσεις των εθελοντών καθώς και των στρατευμάτων του PLO εντός της επικράτειας της. Στη συνέχεια, όταν η Γαλλία πρότεινε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε μια πρόχειρη επίλυση του ζητήματος, καλώντας PLO και Ισραηλινές δυνάμεις να κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις (όπως συνέβη πρόσφατα και για το Χαλέπι)  η πρόταση κατέπεσε καθώς ασκήθηκε βέτο. Οι ΗΠΑ αργότερα δέχθηκαν μια κοινή Γαλλό-Αιγυπτιακή πρόταση η οποία συνέδεε την επίλυση του ζητήματος στην Βηρυτό με μία συνολική λύση του Παλαιστινιακού προβλήματος, η οποία αποσύρθηκε σχεδόν αμέσως και αντικαταστάθηκε με μια διπλωματική πρωτοβουλία των Αμερικανών, η οποία απέτυχε ούτως ή άλλως να λύσει το ζήτημα.

Αντιμέτωπη με μια φθίνουσα πορεία στο πεδίο της διπλωματίας και με την κλιμάκωση των Ισραηλινών βομβαρδισμών, οι οποίοι περιελάμβαναν εκτεταμένες αεροπορικές επιθέσεις, βλήματα που περιείχαν λευκό φώσφορο, βλήματα του πυροβολικού, βόμβες διασποράς και βόμβες εδάφους που έβαλλαν εναντίον κατοικημένων περιοχών που πιθανολογούνταν ότι υποθάλπουν ηγέτες του PLO – εκτοξεύοντας τον αριθμό των απολειών αμάχων – το οποίο αποτέλεσαι το 84% των θυμάτων του πολέμου, το PLO τελικά συμφώνησε να αποχωρήσει από τη Βηρυτό.

Παρά το γεγονός ότι για μερικά χρόνια η συριακή αντιπολίτευση εισέπραττε αξιοσημείωτη υλική και διπλωματική βοήθεια από τις ΗΠΑ, από ηγετικά κράτη-μέλη της Ε.Ε καθώς και σημαντικά κράτη του Περσικού Κόλπου, αυτή την ώρα  βρίσκεται σε παρόμοια θέση με αυτή του PLO. Σαφέστατα, υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Η αντιπολίτευση πολεμάει αποκλειστικά σε εγχώρια  εδάφη, σε αντίθεση με τον PLO που δεχόταν εκκλήσεις από τους Λιβανέζους συμμάχους να αποχωρήσει, καθώς προέλαυναν προς την Βηρυτό οι Ισραηλινές δυνάμεις το 1982. Επιπλέον, ενώ οι δυνάμεις του PLO είχαν ήδη αποσυρθεί ολοκληρωτικά απ’ την περιοχή του Λιβάνου ως το τέλος του 1983, οι μαχητές της αντιπολίτευσης, ακόμα κι αν εγκατέλειπαν το Χαλέπι, θα είχαν τη δυνατότητα να επανασυσταθούν σε γειτονικές περιοχές εντός της χώρας στην ύπαιθρο του Χαλεπίου καθώς και στην επαρχία του Ιντλίμπ.

Ωστόσο, οι συνέπειες που θα έχει μια παράδοση του Χαλεπίου προμηνύονται πολύ σκληρότερες απ’ αυτές που αντιμετώπισε το PLO μετά την αποχώρηση του από το Λίβανο. Η Παλαιστινιακή οργάνωση ανακατεύθυνε τις προσπάθειες της δημιουργώντας ένα λαϊκό κίνημα, το οποίο αργότερα αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιάγια της δημιουργία της πρώτης Ιντιφάντα που εκδηλώθηκε το 1987 στη Δυτική Όχθη και στη Λωρίδα της Γάζας και έφερε το PLO σε διαδικασία άμεσης διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ ένα χρόνο αργότερα. Ωστόσο, η παράδοση της πόλης από την αντιπολίτευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της περαιτέρω εξωτερικής βοήθειας, ενώ ταυτόχρονα θα απελευθέρωνε εχθρικά στρατεύματα, δίνοντας τους την ευκαιρία να στραφούν σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον άλλων περιοχών που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης. Ορισμένοι αντάρτες πιθανόν να εγκατέλειπαν την μάχη πηγαίνοντας στην εξορία, ωστόσο κάποιοι άλλοι μπορεί είτε να εντάσσονταν σε κάποια ομάδα τζιχαντιστών, είτε να διεξήγαγαν υπόγεια βομβιστικές επιθέσεις σε περιοχές ελεγχόμενες από το καθεστώς, κάτι που θα αμαύρωνε περαιτέρω την εικόνα της αντιπολίτευσης τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Η επιλογή τελικά της κατάλληλης στρατηγικής είναι πιθανό να αποτελέσει την μεγαλύτερη πρόκληση για την αντιπολίτευση, ιδιαίτερα για τις δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στο Χαλέπι. Η απόφαση της εγκατάλειψης της Βηρυτού το 1982 μπορεί να ελήφθη ομόφωνα από τον PLO, ωστόσο προκάλεσε μια εξουθενωτική εσωτερική διαμάχη, η οποία κατέληξε στην διεξαγωγή εξάμηνου εμφυλίου πολέμου τον επόμενο χρόνο αφήνοντας πίσω 400 θύματα. Το ζήτημα ξεπεράστηκε, αφού όμως πρώτα εγκαταλείφθηκε η πιθανότητα της στρατιωτικής επιλογής· τουναντίον ακολουθήθηκε ο σταδιακός και επίπονος δρόμος της διπλωματίας. Η εγκατάλειψη του Χαλεπίου θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα διχαστική για την Συριακή αντιπολίτευση οδηγώντας σε εμφύλιες βιαιότητες, κάτι που έχει συμβεί άλλωστε μέσα στο 2016 σε πολιορκούμενες περιοχές – συμπεριλαμβανομένου του Χαλεπίου -που υπάρχουν θύλακες της αντιπολίτευσης.

Το διακύβευμα είναι τεράστιο για την αντιπολίτευση, η απόφαση της οποίας θα καθορίσει εν πολλοίς τη συνολική έκβαση της συριακής διαμάχης. Η ανησυχία για τον εγκλωβισμένο άμαχο πληθυσμό ίσως να παίξει τον δικό της ρόλο στην αποκλιμάκωση της κατάστασης, ωστόσο οι παρατεταμένες πολιορκίες αποτελούν σήμα κατατεθέν του συγκεκριμένου πολέμου και η παράδοση των μαχητών δεν είναι αναπόφευκτη, ή έστω, επικείμενη. Το Χαλέπι θα μπορούσε να έχει αντίστοιχη τύχη με άλλες εμπόλεμες περιοχές, όπως ο Παλαιστινιακός  προσφυγικός  καταυλισμός του Γιαρμούκ στη Δαμασκό ή όπως οι τέσσερις πόλεις, Μαντάγια, Ζαμπαντάνι, Φούα και Κεφράγια, οι οποίες υπέγραψαν σύμφωνο παράδοσης και εκεχειρίας τον Σεπτέμβριο του 2015, βρισκόμενες από τότε σε διαδικασία αναστολής της σύγκρουσης.

Ωστόσο, όσο διάστημα κι αν συνεχίσει να αμύνεται η αντιπολίτευση στο Χαλέπι, οι πιθανότητες για ύπαρξη εξωτερικής βοήθειας είναι μικρές, ιδιαίτερα μετά την προεδρική εκλογή του Trump. Η θετική πλευρά αυτού του γεγονότος είναι ότι η Ρωσία πιθανώς να μειώσει τη στρατιωτική ένταση στην περιοχή, καθώς, εκτιμώντας ότι οι Η.Π.Α δεν θα την ανταγωνίζονται πια όπως στο παρελθόν, ίσως επιχειρήσει να μειώσει το οικονομικό κόστος της στρατιωτικής της εμπλοκής, αναδιανέμοντας τα συγκεκριμένα ποσά σε άλλες πιο ουσιαστικές στρατιωτικές κινήσεις. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, όσο η αντιπολίτευση μεταθέτει στο μέλλον την μοίρα του Χαλεπίου, τόσο τονίζεται η αδυναμία της να εκπονήσει ένα βιώσιμο σχέδιο για να επιβίωση της, πόσο μάλλον, για την τελική της επικράτηση της στον πόλεμο.

Αυτό το άρθρο έχει αρχικά δημοσιευτεί στα Αραβικά για την Al-Hayat.

 

Πηγή:  http://carnegie-mec.org/2016/11/23/beirut-1982-aleppo-2016-pub-66160

 

 

 

 

 

 

 

Απάντηση