Από το Brexit στον Trump: Διατλαντικές Συμμαχίες στην εποχή της αβεβαιότητας

Των Geoffrey Harris και Tim Oliver

Σε μετάφραση της Βαΐας Παπαθανασίου, Ερευνητική Ομάδα S.A.F.I.A. – τομέας Ευρώπης/ Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σε επιμέλεια της Ειρήνης Χριστοδουλάκη, Συντονίστρια Ερευνητικής Ομάδας S.A.F.I.A. – τομέας Ευρώπης/ Ευρωπαϊκής Ενωσης

25/11/ 2016

 

«Τόσο το Brexit, όσο και η εκλογή του Donald Trump ως Προέδρου των ΗΠΑ, δεν είναι απλώς μία δοκιμασία για τους Ευρωπαίους ηγέτες και θεσμούς, αλλά μία δοκιμασία για τους ελεύθερους πολίτες στις δημοκρατικές κοινωνίες», γράφουν ο Geoffrey Harris και ο Tim Oliver.

O Geoffrey Harris υπήρξε μέχρι τον Ιούνιο του 2016 Αναπληρωτής Διευθυντής του Γραφείου Διασύνδεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το Αμερικανικό Κονγκρέσσο στην Ουάσινγκτον. Το διάστημα αυτό, δίδαξε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας στο Vesalius College στις Βρυξέλλες και στο College of Europe στη Μπρυζ.

Ο Τim Oliver είναι μέλος του Dahrendorf και Καθηγητής Ευρωπαϊκών- Βορειοαμερικανικών Σχέσεων στο London School Of Economics. Αυτήν την περίοδο είναι επισκέπτης Καθηγητής στο Πρόγραμμα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και ασχολείται με ζητήματα σχετικά με το Brexit και τις Αμερικανικές Προεδρικές εκλογές.

Για τους ιστορικούς, το Brexit και η εκλογή του Donald Trump θα αποτελέσουν τα κατεξοχήν πολιτικά γεγονότα του 2016. Αμφότερα έχουν ταρακουνήσει την καθεστηκυία πολιτική τάξη. Οι συνέπειες αυτής της ταραχής δεν θα περιοριστούν μόνο στους «Αγγλο-Σάξονες», αλλά θα διαμορφώσουν ολόκληρη την Ευρώπη και την παγκόσμια πολιτική.

Λαϊκισμός: μία ασυγκράτητη παλίρροια;

Η εκλογή του Donald Trump, όπως και η ψήφος στο Brexit, ήταν αναπάντεχη και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η επιρροή τέτοιων γεγονότων έχει υπάρξει εξαιρετικά σημαντική. Αυτά τα γεγονότα δεν ήταν από καμία σκοπιά ασύνδετα μεταξύ τους. Ενώ οι πιο προσεκτικοί παρατηρητές τα είχαν φανταστεί ως σενάρια. Πράγματι, την άνοιξη του 2016 ο μελλοντικός Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο μοναδικός Αμερικανός πολιτικός ο οποίος προέβλεψε και αντιλήφθηκε εκ των προτέρων τη σημασία του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου και με αξιοσημείωτο ζήλο προγραμμάτισε να βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο (αν και στη Σκωτία, όπου υπερίσχυσε η ψήφος υπέρ της παραμονής στην ΕΕ), εν αναμονή των αποτελεσμάτων.

Η συνάντησή του με τον Nigel Farage στο «Trump Tower», και η συνακόλουθη ανακήρυξη του ακροδεξιού Steve Bannon ως τον κύριο σύμβουλό του στον Λευκό Οίκο είναι ξεκάθαρη επιβεβαίωση ότι δε σκοπεύει να απεμπολήσει τις ανελεύθερες πολιτικές δυναμικές που εκφράστηκαν με σφοδρότητα μέσω των δυο εκλογικών διαδικασιών. Από τη Marine Le Pen, τον Viktor Orban έως την Ku Klux Klan, η επιτυχία του [Trump] αποτελεί μία καλή ευκαιρία για αυτούς.

Η δυσπιστία στους κυρίαρχους ηγέτες είναι κοινός παρονομαστής στις επόμενες δοκιμασίες με τις οποίες θα βρεθούν αντιμέτωπα τα ιδρυτικά κράτη – μέλη της ΕΕ: η Ιταλία, η Ολλανδία, η Γαλλία και η Γερμανία. Οι συνθήκες σε κάθε χώρα είναι κάπως διαφορετικές και μένει να φανεί εάν η σύμπλευση με τον Trump θα είναι σίγουρα μία καλή επιλογή. Για πολλούς στην Ευρώπη, η εξουσία του Trump ενδέχεται να εξελυχθεί περισσότερο σε μία απειλή, η οποία θα μπορούσε, σε βάθος χρόνου, να περιορίσει τις προοπτικές εκλεξιμότητας των λαϊκίστικων παρατάξεων.

Η Αμερική ως προτεραιότητα: τι θα συμβεί με την Ευρώπη;

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα αμφίσημα μετεκλογικά μηνύματα, τα αποτελέσματα των εκλογών δεν πρέπει να προσπεραστούν ως προβληματικά, αλλά να θεωρηθούν μία ικανή αξιοποίηση των πολιτικών ευκαιριών. Ευκαιρίες που ενισχύονται από το γεγονός ότι ο Trump υποτιμάται συχνά ως ανίκανος, πολιτικά ευεπηρέαστος και ίσως όχι απόλυτα αφοσιωμένος στη βασική εξαγγελία του, δηλαδή το « πρώτα η Αμερική». Η διαχείριση αυτής της επίμονης αβεβαιότητας δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για μία διασπασμένη Ευρωπαϊκή Ένωση στις παραμονές των διχαστικών διαπραγματεύσεων για το Brexit και στην περίοδο των εξωτερικών απειλών της Ρωσίας και των συνεχών μεταναστευτικών και προσφυγικών πιέσεων από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Όσο η έναρξη των διαπραγματεύσεων για το Brexit πλησιάζει, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν ότι το Brexit και η εκλογή του Trump δε συνιστούν απόδειξη της διάκρισης μεταξύ της πολιτικής των «Αγγλο- Σαξόνων» και των Δυτικών και, επομένως, ως τέτοια χρήζει επιφυλακτικής και μεμονωμένης αντιμετώπισης.

Η συζήτηση ότι ο Donald Trump και η Theresa May θα αναβιώσουν τη συμμαχία των Ronald Reagan και Margaret Thatcher δε πρέπει να λαμβάνει σοβαρές διαστάσεις. Όπως συνέβη και με αυτές τις δύο μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες της δεκαετίας του 1980, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ του Trump και της May. Αμφότεροι φαίνεται να αναδύθηκαν μέσα από παρόμοιες συνθήκες: η May έπειτα από την επικράτηση της ψήφου στο Brexit, η οποία ανέδειξε την επικράτηση «στο τραπέζι» των μεταναστευτικών ζητημάτων και της κρατικής κυριαρχίας· o Trump μέσω μίας καμπάνιας στην οποία υπήρξε συχνά ένας ισχυρός συνδυασμός (όχι απαραίτητα προκαλούμενος από τον ίδιο τον υποψήφιο) θυμού και εθνικισμού.

Όπως συνέβη με τον Reagan, την Thatcher και τη νεοφιλελεύθερη οικονομία την οποία εφήρμοσαν, αυτά τα φαινόμενα δεν παρουσιάζονται μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να έχουν πιο ευρύ σύστημα κοινωνικής πρόνοιας από αυτά των ΗΠΑ και του ΗΒ, αλλά αυτό δεν τις έχει αφήσει «απρόσβλητες» από τον εθνικισμό, τον θυμό και τον λαϊκισμό που παρατηρείται στο ΗΒ και στις ΗΠΑ. Η δεκαετία του 1980 γνώρισε μία σειρά από ιδιωτικοποιήσεις, απελευθερώσεις και εν γένει ανάπτυξη της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση – με την έμφαση που δίνει στις επιχειρήσεις, την απελευθέρωση και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς – αντιπροσωπεύει το κληροδότημα της κυρίας Thatcher πολύ περισσότερο από όσο πολλοί θα ήταν σε θέση να παραδεχτούν, κυρίως στο ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η κρίση ως μία ευκαιρία;

Το Brexit, η εκλογή Trump, τα υφιστάμενα προβλήματα στην Ευρωζώνη, οι εντάσεις με τη Ρωσία και οι μεταναστευτικές/ προσφυγικές πιέσεις στη ζώνη Schengen, όλα αυτά μπορούν ενδεχομένως να δηλητηριάσουν τη λειτουργία της ΕΕ. Το εφησυχαστικό επιχείρημα της ύπαρξης ευκαιριών στην υπαρξιακή κρίση για την ΕΕ, όπως την όρισε πριν λίγο καιρό ο Πρόεδρος Juncker, δεν είναι πειστικό. Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να παραδοθούμε σε καταστροφολογικούς φόβους. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η ΕΕ θα φτάσει λόγω της κρίσης σε σημείο ενότητας που αρκετοί επιθυμούν για καιρό. Είναι πιο πιθανό ότι η ΕΕ θα αναπλαθεί και θα αναδιαμορφωθεί στην προσπάθειά της να διατηρήσει την ενότητα μέσα στην Ευρωζώνη και στο χώρο Schengen και να μη χάσει τη συμβολή των ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας. Όμως, το τελευταίο θα έχει ως συνέπεια μία ασθενή αλλά ακόμη υπαρκτή αφοσίωση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, η οποία θα στηρίζει επισφαλώς την Ένωση και την Ευρώπη.

Θα έχει σημασία και για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ότι μία από τις ηγέτιδες δυνάμεις της βρίσκεται τώρα ανάμεσα σε δύο ανεπιθύμητες καταστάσεις: την εκλογή Trump και το Brexit. Παρά τις ελπίδες στο ΗΒ ότι η εκλογή Trump θα αποτελέσει πρόδρομο της αναζωπύρωσης της «Ιδιαίτερης Σχέσης» μεταξύ ΗΒ- ΗΠΑ, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να αναρωτιέται κανείς για το αν θα αντιμετωπίσει η σχέση αυτή την έως τώρα μεγαλύτερή της δοκιμασία. Ενώ οι ιστορικές, πολιτιστικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις που ενώνουν το ΗΒ και τις ΗΠΑ είναι σημαντικές, ο πυρήνας αυτής της σχέσης ανευρίσκεται στα πυρηνικά όπλα, στην ευφυΐα και στις ειδικές δυνάμεις. Αυτοί οι τρεις τομείς έχουν εδώ και καιρό προστατευθεί από τις ιδιοτροπίες των σχέσεων των προέδρων και των πρωθυπουργών και των ευρύτερων πολιτικών εντάσεων. Αποτελούν τη βάση της εμπιστοσύνης, κεντρικής σημασίας για κάθε σχέση. Όμως, μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο χάρη στην εκλογή ενός προέδρου που μοιάζει να αγνοεί τη ρωσική ηλεκτρονική πειρατεία,είναι πρόθυμος να βομβαρδίσει τις οικογένειες τρομοκρατών και διατεθειμένος να νομιμοποιήσει τα βασανιστήρια.

Ένας εκτεταμένος κίνδυνος για τη Βρετανία σε γενικές γραμμές, και για την κυβέρνηση της Theresa May ειδικότερα, είναι ότι οποιαδήποτε αναζωπύρωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ δεν αντισταθμίζει το πάγωμα των σχέσεων με την ΕΕ και τη Γερμανία. Μετά την ψήφο στο Brexit, φάνηκε οι ΗΠΑ να προμηνύουν ότι η Γερμανία θα γίνει ο βασικός τους συνομιλητής στην Ευρώπη. Ο κύριος Trump και οι εσωτερικοί του κύκλοι φαίνονται πιο κοντά σε αυτούς που έχουν διχάσει τους Συντηρητικούς και σέβονται πιο πολύ τον Putin παρά τη Merkel. Το γεγονός αυτό φέρνει σε αμήχανη θέση την πολιτική κάθε κυβέρνησης στο ΗΒ.

Εάν το ΗΒ δε μπορεί να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, τότε ποιος μπορεί;

Ο κύριος Trump είναι απαξιωτικός και αδαής αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ και αγενής απέναντι στην Angela Merkel. Υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες και για τη Ρωσία και για την Κίνα, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μέρες της νέας εξουσίας. Ο βομβαρδισμός του ανατολικού Χαλεπίου από τις δυνάμεις του Assad και της Ρωσίας ξεκίνησε λίγο μετά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία του Putin με τον Trump. Μετά τον αναξιοπρεπή «ενταφιασμό» της Υπερειρηνικής Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης (TTP), έχουν γρήγορα εμφανισθεί δείγματα της ανάπτυξης της Κινεζικής γεω – οικονομικής εναλλακτικής για την περιφερειακή οικονομική συνεργασία. Η Διατλαντική Συνεργασία Εμπορίου και Επενδύσεων είναι ήδη νεκρή, επομένως ο Trump θα εμφανίζεται στους υπόλοιπους όχι μόνο έχοντας εγκαταλείψει, ως ΗΠΑ, την ηγεσία της Δύσης, αλλά, επιπροσθέτως, έχοντας εγκαταλείψει τους κύριους τομείς που η Washington (συμπεριλαμβανομένου του Κονγκρέσου των Ρεπουμπλικανών) έχει αναπτύξει με ακρίβεια, ώστε να απαντήσει στην άνοδο της Κίνας.

Το μέλλον της πολιτικής των ΗΠΑ αναφορικά με την Ουκρανία και τις Βαλτικές χώρες θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτό σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Καμία στροφή προς την Ασία; Κανένα ξεκάθαρο μήνυμα αλληλεγγύης προς την Ευρώπη; Η αποδοχή της μη προβλεψιμότητας των κινήσεων του Trump είναι μία αισιόδοξη προσέγγιση, καθώς η ρητορική και στόχοι του φαίνονται αρκετά ξεκάθαροι. Όπως επισήμανε ο Henry Kisssinger μετά τη συνάντησή του με τον εκλεγμένο Πρόεδρο, το σημαντικότερο συμπέρασμα της καμπάνιας ήταν ότι ο Trump υπήρξε αξιοσημείωτα επίμονος στο στυλ και στα μηνύματά του, ακόμη και όταν τα πράγματα φάνηκαν να βαίνουν κακώς. Τώρα που βρίσκεται στην εξουσία, υπάρχουν λίγες πιθανότητες να αναμένει κανείς κάποια αλλαγή του.

Λόγοι αισιοδοξίας

Ακριβώς επειδή υπάρχουν τόσα πολλά στοιχεία απουσίας προβλεψιμότητας και αβεβαιότητα, μπορούν να υπάρξουν λόγοι αισιοδοξίας. Ακόμη και οι λόγοι νίκης του Brexit και της εκλογής Trump δεν είναι ξεκάθαροι. Οι πανομοιότυπες πολιτικές, οι συνέπειες της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έβαλαν το λιθαράκι τους. Οι νεότεροι σε ηλικία ψηφοφόροι φάνηκαν να αποστρέφονται τον Trump ή την προοπτική του Brexit. H Clinton κέρδισε την ψήφο δημοτικότητας στις ΗΠΑ, ενώ στο ΗΒ 48% ψήφισε υπέρ της παραμονής στην ΕΕ.

Καθώς οι συνέπειες της καθεμίας από αυτές τις ψήφους αναδύονται, θα είναι όντως πιθανό να φανεί εάν αυτό είναι πράγματι το τέλος της λάμψης του Δυτικού φιλελευθερισμού. Εάν είναι, τότε είναι ένας θάνατος βασισμένος σε αδύναμες μειονότητες. Είναι εξίσου πιθανό οι συγκεχυμένες, αβέβαιες και αντικρουόμενες αιτίες πίσω από την εκλογή Trump και το Brexit, να καταδικάζουν αμφότερα να αποτύχουν, να ανταπεξέλθουν στις πολλές προσδοκίες και των δύο νέων καταστάσεων.

Η κοινή γνώμη έχει εκπλήξει τους δημοσκόπους και τους κυρίαρχους ηγέτες, αλλά δεν είναι ποτέ στατική. Δύσκολα ζητήματα ανακύπτουν σχετικά με το ΝΑΤΟ, το ευρωπαϊκό εγχείρημα, την παγκοσμιοποίηση και τις ελεύθερες αγορές. Ανακύπτουν στο πλαίσιο των δημοκρατικών κοινωνιών, ενώ, από την άλλη πλευρά, στη Ρωσία και στην Κίνα η καταστολή του αντίπαλου δέους είναι ο μόνος τρόπος να εξασφαλιστεί η σταθερότητα. Η Ρωσία ενθαρρύνει εμφανώς ακροδεξιές παρατάξεις και ενδιαφέρεται να επενδύσει στις εγκαθιδρυμένες επαφές της με την κουστωδία του Trump. Οι προσπάθειες του Κρεμλίνου να αναμιχθεί στις ελεύθερες εκλογές είναι προφανείς, αλλά η FSB αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία;

Η μη προβλεψιμότητα μπορεί να αποτελέσει μία έξυπνη πολιτική τακτική, αλλά, επιπροσθέτα, είναι γνώρισμα των ψηφοφόρων στις ελεύθερες κοινωνίες. Έχουν απελευθερωθεί επικίνδυνες δυνάμεις, αλλά μία ανεπανόρθωτη υποχώρηση της δύσης και των αξιών της φαντάζει λιγότερο πιθανή. Η αδυσώπητη καταστολή των διαφωνούντων από τον Putin δεν είναι δείγμα ενός ισχυρού καθεστώτος.

Μία λιγότερο δυναμική Αμερική και μία Ευρωπαϊκή Ένωση λιγότερο τυφλή στον κίνδυνο διάλυσης δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, την αποδοχή της ήττας των δυτικών αξιών ή επαρκή λόγο για έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα των ελεύθερων κοινωνιών να αναδιαμορφώνονται και να προσαρμόζονται. Αυτό συνιστά μία δοκιμασία όχι μόνο για τους ηγέτες, αλλά και για τους θεσμούς. Είναι μία δοκιμασία για τους ελεύθερους πολίτες στις ελεύθερες κοινωνίες. Η επίθεση, απλώς, στους «αξιοθρήνητους» δεν αποτελεί λύση.

 

Πηγή: https://www.euractiv.com/section/global-europe/opinion/from-brexit-to-trump-transatlantic-allies-in-an-era-of-unpredictability/

 

 

Απάντηση