Κατανοώντας την πολιτική Trump στη Μέση Ανατολή

Των Aharon Klieman και Yoel Guzansky

Σε μετάφραση της Όλιας Περτσεμλίδη, Ερευνητική Ομάδα S.A.F.I.A. – τομέας Μέσης Ανατολής

Σε επιμέλεια της Μαρίας Μπαρέτα, Συντονίστρια Ερευνητικής Ομάδας S.A.F.I.A. – τομέας Μέσης Ανατολής

17/11/2016

 

Οι ηγέτες των χωρών της Μέσης Ανατολής δεν έχασαν χρόνο να συγχαρούν τον Donald Trump για την αναπάντεχη νίκη του στις προεδρικές εκλογές. Δεδομένης της αντι-μουσουλμανικής ρητορικής του Τrump αυτό θα έπρεπε να προκαλέσει έκπληξη. Αντιθέτως όμως, δε θα έπρεπε να γίνει αυτό, καθώς λίγοι στην περιοχή ήταν στην ουσία ενθουσιασμένοι από την προοπτική διαιώνισης των πολιτικών του Obama έναντι της Συρίας και του Ιράν με την [πιθανή εκλογή της] Hillary Clinton ως Προέδρου. Την ίδια στιγμή οι ηγέτες των χωρών της περιοχής διατηρούν ακόμη ερωτηματικά γύρω από τις πολιτικές του Trump αναφορικά με τη Μέση Ανατολή προκαλώντας έναν αέναο κύκλο συζητήσεων για το αν θα εμείνει στις θέσεις του ή θα υποχωρήσει.

 

Οι συντηρητικοί Άραβες και Ισραηλινοί ομοίως ελπίζουν ότι η επερχόμενη κυβέρνηση Trump θα αντιστρέψει την τακτική εφαρμογής πολιτικής που ακολούθησε ο Obama με το να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις “από τα μετόπισθεν”. Πιο συγκεκριμένα θέλουν ξεκάθαρα σημάδια της αμερικανικής δέσμευσης στους παραδοσιακούς συμμάχους της. Ακόμη και οι Αμερικάνοι συντηρητικοί -σε αντίθεση με τους λιγότερο λάτρεις της διπλωματίας των νεοσυντηρητικών- έχουν παραδοσιακά ζητήσει να αποφύγουν τις συμμαχίες που περιλαμβάνουν τη Μέση Ανατολή. Αν ο Τραμπ επιτύχει να πραγματοποιήσει την υπόσχεση του να κάνει την Αμερική ξανά “μεγάλη” ξεκινώντας από τα εσωτερικά ζητήματα, οι περιφερειακοί συμμαχοι των ΗΠΑ μπορεί να υποχρεωθούν να ανανεώσουν την αναζήτηση τους για άλλους συμμάχους με σκοπό να υπερασπιστούν τα συμφέροντα τους.

 

Υψώνοντας φράκτες υπό την μεσανατολική παράδοση

Είναι δύσκολο να έχεις μία οπτική των προτιμήσεων της πολιτικής του Trump για την Μέση Ανατολή δεδομένου ότι έχει αναφερθεί πολύ λίγο στην εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του καμπάνιας πέρα από το να δυσφημεί με κατηγορικό τρόπο την ομάδα των Οbama- Clinton για λάθη που έχουν γίνει σχετικά με τις επιλογές  και τυχόν παραλείψεις τους στην άσκηση πολιτικής απέναντι σε Ιράν, Ιράκ, Λιβύη και Συρία. Αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα στο να ξαναεμπλακούν ή να απεμπλακούν ακόμη περισσότερο, οι Άραβες ηγέτες εκφράζουν τον φόβο τους πως το πολιτικό επιτελείο του Trump μπορεί να έχει τη διάθεση να μειώσει παραπάνω την αμερικανική διπλωματική και στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή. Δεδομένης της ανασφάλειας τους πολλοί από αυτούς τους αρχηγούς κρατών μπορεί να ενθαρρύνουν μη Άραβες εξωτερικούς παίκτες, όπως η Κίνα, Ρωσία, Ινδία ή Τουρκία να αναλάβουν ένα μεγαλύτερο ρόλο- και έτσι να αποσταθεροποιήσουν την ισορροπία ισχύος στην περιοχή αλλά και σε όλο τον κόσμο.

 

Από τα τέλη του 1940 συντηρητικά και φιλοδυτικά κράτη της Μέσης Ανατολής – όπως η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία για παράδειγμα – έχουν θεωρήσει τις ΗΠΑ ως ένα σταθερό και αξιόπιστο πυλώνα άμυνας. Κατά την διάρκεια της προεδρίας του Obama παρόλα αυτά η πεποίθηση τους αυτή άρχισε να κλονίζεται. Οι σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των παραδοσιακών Αράβων συμμάχων τους έφτασε σε τέλμα αφού ο Obama απέτυχε να ακολουθήσει τη γνωστή ως δέσμευση “των κόκκινων γραμμών” προειδοποιώντας τον Σύριο Πρόεδρο Bashar Al-Assad το 2012 κατά της χρήσης χημικών όπλων ενάντια στους αντικαθεστωτικούς της Συρίας. Τα πράγματα χειροτέρεψαν περισσότερο το 2015 με την διαπραγμάτευση και υπογραφή της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν. Αμφισβητώντας την κρίση και δέσμευση των ΗΠΑ οι Άραβες κυβερνώντες ξεκίνησαν να ζητούν εναλλακτικές πηγές πολιτικής και διπλωματικής στήριξης, κυρίως στη Μόσχα.

 

Τον τελευταίο χρόνο ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin βρίσκοντας ως ευκαιρία τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία ξεκίνησε μία μεγάλη επίθεση στη Μέση Ανατολή. Το Κρεμλίνο προφανώς έχει ως σκοπό να ενισχύσει τη στρατιωτική και διπλωματική του παρουσία στη στρατηγικά σημαντική Ανατολική Μεσόγειο ενώ ταυτόχρονα να αποδυναμώσει την ομάδα των υποστηρικτών των ΗΠΑ. Χάρη στην παρουσία της και την απουσία των ΗΠΑ, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του Περσικού Κόλπου βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία με τη Μόσχα. Μία δυναμική κυβέρνηση Trump θα πρέπει να εργαστεί σκληρά για να επανακτήσει την εμπιστοσύνη τους μέσα από μέτρα, όπως η πιο στενή διαβούλευση και μεταξύ τους συνεργασία, οι επίσημες συμφωνίες ασφάλειας, ο στρατιωτικός εξοπλισμός, η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων και η επιπλέον πίεση στο Ιράν. Την ίδια στιγμή η επιθυμία του Trump να βελτιώσει τους δεσμούς με την Ρωσία είναι μέρος των δημόσιων υποσχέσεων του. Σε έναν καθόλου τέλειο κόσμο, οι χώρες της Μέσης Ανατολής ακόμη προτιμούν να συνεργάζονται με την Ουάσινγκτον και αναμφίβολα προτιμούν τη συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας με στόχο την υποχώρηση των ΗΠΑ. Ο Trump, φυσικά, είναι πιστός στις υποσχέσεις του ενθαρρύνοντας τη Ρωσία να εντείνει τον αγώνα της κατά του Ισλαμικού Κράτους το οποίο είναι γι’ αυτόν η γενεσιουργός αιτία της αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Αυτό που δεν έχει ξεκαθαριστεί είναι ποια βήματα πρέπει πιθανόν να αναγκαστούν να ακολουθήσουν οι ΗΠΑ αν η Ρωσία προκλητικά αρνηθεί να παίξει τον ρόλο που της έχει ανατεθεί.

 

Εσωτερικές-Εξωτερικές Συνδέσεις

Διαθέτοντας συγκρατημένη αισιοδοξία σχετικά με τη κυβέρνηση Trump, οι Άραβες ηγέτες ακόμη είναι ανήσυχοι χάρη στην κραυγαλέα αντι-μουσουλμανική ρητορική και την προτροπή του για απαγόρευση της εισόδου Μουσουλμάνων στις ΗΠΑ. (Μία διαφήμιση της Βασιλικής Ιορδανικής αεροπορικής εταιρείας προτρέπει τους επιβάτες

«Ταξιδέψτε στις ΗΠΑ όσο σας επιτρέπετε!»)

 

Για να είμαστε ειληκρινείς, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντα τους, οι νικητές υποψήφιοι  τείνουν να υιοθετούν πολιτικές πολύ διαφορετικές ακόμη και από τις πιο ένθερμες ρητορικές τους κατά την προεκλογική περίοδο.

 

Θεωρείται πολύ πιθανόν, λοιπόν, ο πρόεδρος Trump να φερθεί διαφορετικά από τον υποψήφιο Trump. Παρόλα αυτά θα πρέπει να δουλέψει σκληρά για να αμβλύνει τις ευαισθησίες Αράβων και Μουσουλμάνων.

 

Ήδη ο Trump έχει προσπαθήσει να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από κάποιες παλαιότερες δηλώσεις του αναφορικά με τους Μουσουλμάνους και την τρομοκρατία. Για παράδειγμα η έκκληση για «ολική και τελεσίδικη απαγόρευση εισόδου των Μουσουλμάνων στις ΗΠΑ» έχει διακριτικά διαγραφεί από την διαδικτυακή καμπάνια του Trump. Από την πλευρά των Αράβων, επίσης, υπάρχει κάθε λόγος για επιθυμία να ανοίξει μια νέα σελίδα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο πρίγκιπας της Σαουδικής Αραβίας, Alwaleed bin Talal, ένας μεγάλος επικριτής του Trump που κάποτε τον αποκάλεσε ως «ντροπή,» τώρα αναφέρει ότι είναι η στιγμή για να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους.

Εδώ, οι πολιτικές του Obama στη Μέση Ανατολή μπορεί στην πραγματικότητα να είχαν μια θετική επίδραση. Σουνίτες Άραβες στην Αίγυπτο, στα Αραβικά Εμιράτα, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία συνεχίζουν να είναι πολύ φοβισμένοι από την Ιρανική συμφωνία του 2015. Ευελπιστούν σε μια αποφασιστική στάση της Αμερικανικής ηγεσίας υπό τον Trump κατά του Ιράν μιας και ο ίδιος επανειλημμένως έχει εκφράσει την αποδοκιμασία του για την συμφωνία του Ιράν, χαρακτηρίζοντας την πυρηνική συμφωνία ως «καταστροφή» και «τη χειρότερη συμφωνία που έχει ποτέ διαπραγματεύτει [στην ιστορία].» (Η Clinton, αντίθετα, ήταν υποστηρίκτρια της συμφωνίας, πράγμα που έκανε τους Άραβες να ανησυχούν για μια εκτεταμένη επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν).

 

Αν ο Trump επιμείνει στο να ζητήσει μεγαλύτερη δυνατότητα για παρεμβατικότητα από τη Τεχεράνη, η τελευταία μπορεί να αποχωρήσει από τη συμφωνία. Αμέσως μετά την εκλογή του Trump, ο εκπρόσωπος τύπου της Ιρανικής κυβέρνησης προειδοποίησε ότι αν ο νέος πρόεδρος αποχωρήσει από την συμφωνία, έχουν και εκείνοι ένα μεγάλο αριθμό πιθανών κινήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επανεκκίνησης των ερευνών για την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

 

Στην πραγματικότητα, παρόλο που μελετητές προβλέπουν ότι η συμφωνία με το Ιράν μπορεί να γίνει το πρώτο θύμα της εξωτερικής πολιτικής του Trump, θα είναι δύσκολο να αποχωρήσει απλά από μία πολυμερή συμφωνία που τον δεσμεύει. Επιπλέον, κάνοντας το μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και να περιπλέξει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Το έργο του Trump, λοιπόν, θα είναι να βρει άλλους τρόπους να κρατήσει τους παραδοσιακούς συμμάχους [των ΗΠΑ]. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο, όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Trump έχει κάνει ξεκάθαρο ότι θέλει [εκείνοι] να μοιραστούν περισσότερο από το βάρος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Ο Trump απείλησε ότι σκέφτεται ακόμη και να παύσει τις αγορές πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία εκτός αν το κράτος αυτής συνηγορήσει στο να παρέχει στρατεύματα στη μάχη ενάντια στο ISIS, προσθέτοντας κάτι μη διπλωματικό σε αυτή τη δήλωση, ότι χωρίς τις ΗΠΑ, η μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας δεν θα υπάρχει για πολύ.

Επιπροσθέτως, τα μέλη του Αραβικού Συνδέσμου στο σημείο που είναι πραγματικά πιστά στην κρατική υπόσταση της Παλαιστίνης κάτω από την ειρηνική λύση των δύο κρατών, μπορεί να αναγκασθούν να αποκλιμακώσουν τις εντάσεις επί αυτού του θέματος. Μέσα από την καμπάνια του ο Trump έστειλε αντιφατικά μηνύματα λέγοντας ότι θα είναι ουδέτερος στην προσπάθεια του να προωθήσει τη διαδικασία ειρήνης ενώ στη συνέχεια ξεκαθάρισε ότι δεν θα ασκήσει καμία πίεση στο Ισραήλ[περί τούτου]. Αυτό αφήνει το Ισραήλ να κάνει μόνο του σχέδια για το τι μπορεί να γίνει μετά τις 20 Ιανουαρίου. Ο πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu και οι σύμβουλοι του προφανώς και αναμένουν γενικότερα μειωμένη άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στη διένεξη Ισραήλ-Παλαιστίνης. Αν ο Trump είναι αποφασισμένος να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από τις πολιτικές του προκατόχου του στη Μέση Ανατολή, είναι ορθό να υποθέσουμε ότι δεδομένης της στάσιμης διπλωματικής διαδικασίας μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων [αυτή] δεν θα είναι σημαντική στην ατζέντα του.

 

Μέσα στη δεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ υπάρχουν αυτοί που βλέπουν μία απροκάλυπτη στάση υπέρ των εκλογικών αποτελεσμάτων βλέποντας τον Trump ως ικανό να παρέχει στο Ισραήλ μεγαλύτερη ικανότητα για ελιγμούς στη συμφωνία με τους Παλαιστινίους. Σε άλλους κυβερνητικούς κύκλους, παρόλα αυτά υπάρχει κεκαλυμμένος σκεπτικισμός για τις πραγματικές του προθέσεις και την ικανότητα του να ξεπεράσει την πάγια άσκηση πολιτικής από την Ουάσιγκτον, ειδικά τηρώντας την υπόσχεση της καμπάνιας του να μεταφέρει τη πρεσβεία της Αμερικής στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ.

 

Όλα τα μάτια [στραμένα] στην Ουάσινγκτον

Το σχέδιο της εξωτερικής πολιτικής του Trump παραμένει απροσδιόριστο. Κάποιοι από τους συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή περιμένουν με αγωνία. Άλλοι ήδη προετοιμάζονται για την σταδιακή αποχώρηση των ΗΠΑ από την Μέση Ανατολή, δρώντας μονομερώς, όπως η Τουρκία στο βόρειο σύνορο της με την Συρία, το Ιράκ και το Ιράν και η Σαουδική Αραβία στην Υεμένη. Άλλοι συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου έχουν διακριτικά ζητήσει κατά καιρούς να ενισχύσουν την ασφάλεια τους βελτιώνοντας τους δεσμούς τους με την Κίνα και τη Ρωσία δείχνοντας περιφρόνηση έναντι των ΗΠΑ και των εκπεφρασμένων συμφερόντων της.

 

Αυτό πιθανόν να συνεχιστεί. Για τις περισσότερες χώρες και τους ηγέτες τους παρόλα αυτά, η απομόνωση δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Προτιμούν να σταθεροποιήσουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ υπό την προϋπόθεση ότι δείχνει η [αμερικανική] ηγεσία αυτοπεποίθηση και μεγαλύτερη ευαισθησία στα συμφέροντα και στις ανάγκες τους. Βλέπουν τον Trump σαν μία δυναμική προσωπικότητα απόλυτα ικανή να φέρει σε πέρας και να τηρήσει συμφωνίες με ισχυρούς ανθρώπους όπως εκείνοι. Το Κάιρο προσπαθεί να πειστεί πως ο Trump είναι κάποιος που μπορεί να συνεργαστεί και δεν θα προβεί σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν αποτελεί έκπληξη πως ο Αιγύπτιος Πρόεδρος, Αbdel Fattah al Sisi, εξέδωσε μια δήλωση για να συγχαρεί τον Trump λέγοντας ότι ήταν σίγουρος ότι η προεδρία του τελευταίου θα έδινε νέα πνοή στους Αμερικανο-Αιγυπτιακούς δεσμούς. Για αυτόν νέα πνοή σημαίνει να αφήσουν πίσω την κληρονομιά του Obama και του Clinton που θεωρούνται ευρέως ότι έχουν υποστηρίξει την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Υπάρχουν αυτοί επίσης που πιστεύουν ότι η επιθυμία του Trump (και στην πραγματικότητα της Αμερικανικής κοινής γνώμης) να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από την Μέση Ανατολή θα αποδειχθεί πολύ ισχυρή για να αγνοηθεί. Ήδη η Μέση Ανατολή έχει αποδείξει την ικανότητα της να επιβάλλει τον εαυτό της σε αυτούς. Παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η πρόληψη της διασποράς των όπλων μαζικής καταστροφής και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας θα είναι ακόμη στο επίκεντρο στη Μέση Ανατολή. Μέσα στα επόμενα τέσσερα με οχτώ χρόνια αναμένεται να ξεσπάσει κάποιο ζήτημα που θα ξεκινήσει από τη Μέση Ανατολή και θα έχει προεκτάσεις στον υπόλοιπό κόσμο. Θα αναγκάσει τον πρόεδρο να απαντήσει με κάποιο τρόπο – πιθανότατα ακόμη και εναντίον των δικών του ενστίκτων και της υπόσχεσης [του σλόγκαν] «η Αμερική πάνω από όλα». Η Μέση Ανατολή είναι ανάμεσα στις λιγότερο σταθερές περιοχές του κόσμου. Η μείωση της παρουσίας της εκεί δε θα συμβάλει στη σταθερότητα της και οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες – για τους περιφερειακούς συμμάχους, για τις ΗΠΑ και για το διεθνές σύστημα. Με έναν αραβικό κόσμο σε διάσπαση, με τη Ρωσία και το Ιράν περισσότερο δυναμικές, και με τέσσερις πολέμους να μαίνονται ταυτόχρονα στην περιοχή, ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ ήδη αντιμετωπίζει μια τρομακτική σειρά μοιραίων αποφάσεων για την αντιμετώπιση μιας δυσλειτουργικής Μέσης Ανατολής.

Πηγή: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-11-17/reading-trumps-middle-east-policy

 

Απάντηση