Πηγή : Stratfor

Σε μετάφραση της Ελπίδας Μπογράκου, Ερευνητική Ομάδα S.A.F.I.A. – τομέας Ηνωμένων Πολιτειών

Σε επιμέλεια της Μαριέττας Χατζηδιάκου, Συντονίστρια Ερευνητικής Ομάδας S.A.F.I.A. – τομέας Ηνωμένων Πολιτειών

Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/01/2017

 

Ο νέος χρόνος, φυσικά, είναι η στιγμή που πολλοί στοχάζονται το παρελθόν και αναμένουν το μέλλον. Το παρελθόν προσφέρει πιθανά μαθήματα και προειδοποιήσεις για αυτούς που θα ζητήσουν να βρουν λύσεις για το μέλλον βασιζόμενοι σε πράξεις του παρελθόντος. Στο βιβλίο του Diplomacy (1994), ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Henry Kissinger έγραψε: «Η μελέτη της ιστορίας δε προσφέρει εγχειρίδιο οδηγιών που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτόματα. Η ιστορία διδάσκει κατ’αναλογία, ρίχνοντας φως στις πιθανές συνέπειες συγκρινόμενων περιπτώσεων. Αλλά κάθε γενιά πρέπει να αποφασίσει για τον εαυτό της ποιές περιπτώσεις είναι όντως συγκρίσιμες».

Ενώ ο Kissinger είναι κατηγορηματικός στη σημασία της μελέτης και εφαρμογή της ιστορίας στην πολιτική, είναι το ίδιο επίμονος στο γεγονός ότι η ιστορία δεν πρέπει να εφαρμόζεται λανθασμένα και στο γεγονός ότι η αξιολόγηση του παρελθόντος δε πρέπει να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα για το παρόν ή το μέλλον. Σήμερα, η ιδέα του “Peace Through Strength”, μοντέλου που έγινε γνωστό από τον Πρόεδρο Ronald Reagan τη δεκαετία του 1980, αναδύεται ξανά σαν ρητό του επερχόμενης διακυβέρνησης Trump, των συμβούλων και οπαδών του. Το ρίσκο της αναβίωσης προσωπικοτήτων και πολιτικών κινήσεων από την Αμερικανική ιστορία είναι ότι τα μαθήματα μπορούν να παρερμηνευτούν ανεπανόρθωτα. Οι ιδεολογίες μπορεί να είναι σωστές αλλά η ερμηνεία και η εφαρμογή τους σε διαφορετικό πλαίσιο και διαφορετικές συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα.

Peace Through Strength

Το σύνθημα ήταν ακρογωνιαίος λίθος της Προεδριας Reagan, ένας ισχυρισμός ότι οικονομικά και πολιτικά ισχυρές ΗΠΑ ήταν αναγκαίο να υπάρχουν για να διασφαλιστούν η ειρήνη και η σταθερότητα παγκοσμίως, επιδεικνύοντας τη ματαιότητα όποιας επικείμενης πρόκλησης της Αμερικανικής δύναμης. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει, το παγκόσμιο σύστημα είναι τελείως διαφορετικό από αυτό του Ψυχρού Πολέμου, οι μορφές απειλών έχουν εξελιχθεί και τα λόγια του Reagan έχουν ίσως υπερβεί την πραγματικότητα της ιστορίας. Αξίζει να αναλογιστεί κανείς τι σήμαινε το Peace Through Strength στο παρελθόν, τι μπορεί να σημαίνει σήμερα και, πιο σημαντικά, πώς κάποιος μετρά την Αμερικανική δύναμη στη σύγχρονη εποχή.

Είναι δύσκολο να συνδυάσει κανείς μερικές επίκαιρες πολιτικές προτάσεις (η μείωση του ελεύθερου εμπορίου, η αύξηση των δασμών, η απόσυρση της Αμερικής από το παγκόσμιο προσκήνιο και το να αφεθούν οι σύμμαχοι να υπερασπιστούν μόνοι το εαυτό τους) με τα ερείσματα της πολιτικής ‘Peace Through Strength” του Reagan η οποία ενθάρρυνε το ελεύθερο εμπόριο, μια ακτιβιστική εξωτερική πολιτική και την ισχυρή υποστήριξη των μακρινών συμμάχων. Όμως, είναι και μια πολύ διαφορετική στιγμή στην ιστορία.

Ο Reagan εκλέχθηκε σε μια περίοδο διψήφιων επιτοκίων και χαοτικών πετρελαϊκών αγορών, σε ένα δίπολο της Αμερικανικής Δύσης εναντίον της Σοβιετικής Ανατολής, και στην αρχή μιας μεγάλης, από την Αμερικανική κατασκοπεία, επαναξιολόγησης της Σοβιετικής ,πυρηνικής, απειλής. Η δομή της Αμερικανικής οικονομίας βασιζόταν ακόμα στις κατασκευαστικό τομέα με ισχυρή οικονομία εξαγωγών, και η επερχόμενη τεχνολογική επανάσταση μόλις ξεκινούσε. Ο Reagan δήλωσε στο λόγο του το 1983 το εξής: «Για πολλούς από εμάς τώρα, οι υπολογιστές, τα τσιπ από σιλικόνη, η επεξεργασία δεδομένων, η κυβερνητική και όλες οι υπόλοιπες ανακαλύψεις της εποχής της υψηλής τεχνολογίας είναι τόσο μαγευτικά όσο ήταν και ο τρόπος λειτουργίας του κινητήρα εσωτερικής καύσης όταν εκείνο το πρώτο Model T θορυβούσε στην οδό Μέιν» ένα σχόλιο που φαίνεται κάπως αλλόκοτο αν αναλογιστούμε την τεχνολογικά προσδιοριζόμενη καθημερινότητα μας.

Στη Σοβιετική Ένωση, ο Reagan είχε μια μόνο μεγάλη εξωτερική απειλή να αντιμετωπίσει, και έτσι διπλασίασε την πίεση για αμυντικά συστήματα με πυραύλους (για να μειώσει την υπεροχή των Σοβιετικών πυραύλων) με την εισήγηση για μειώσεις σε πυρηνικά όπλα. Το Peace Through Security είχε ως στόχο να αποθαρρύνει συμβατικές και πυρηνικές επιθέσεις εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων της από την Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της.

Στο διάγγελμα του το Μάρτιο το 1983 για την Άμυνα και Εθνική Ασφάλεια, ο Reagan εξήγησε το Peace and Security ως εφαρμογή μιας πολιτικής αποθάρρυνσης. «Από την ανατολή της εποχής της ατομικής ενέργειας, αναζητούσαμε να μειώσουμε το ρίσκο του πολέμου με την διατήρηση ενός αποτρεπτικού παράγοντα και με την αναζήτηση αυθεντικού ελέγχου στα όπλα. Αποτρεπτικός παράγοντας σημαίνει το εξής: να καταστάται σαφές ότι κάθε αντίπαλος που σκέφτεται να επιτεθεί στις ΗΠΑ, ή στους συμμάχους μας, ή τα ζωτικά συμφέροντά μας, να αντιλαμβάνεται το ρίσκο που υπερισχύει των όποιων ενδεχόμενων οφελών. Αφού έχει αντιληφθεί αυτό, δε θα επιτεθεί. Διατηρούμε την ειρήνη μέσω της δύναμής μας, η αδυναμία προσκαλεί μόνο την επιθετικότητα.»

Δύο μήνες νωρίτερα, στο State of the Union διάγγελμά του, ο Reagan υπογράμμισε τα διττά οικονομικά και στρατιωτικά μέρη μιας πολιτικής τύπου Peace Through Strength. «Η στρατηγική μας για τη διατήρηση της ειρήνης μέσω δύναμης πρέπει να βασιστεί επίσης και στη στρατιωτική και οικονομική δύναμη. Μια δυνατή Αμερικανική οικονομία είναι σημαντική για την ευημερία και την ασφάλεια των φίλων και συμμάχων μας. Η αποκατάσταση μιας ισχυρής και υγιούς Αμερικανικής οικονομίας ήταν, και παραμένει, ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της εξωτερικής πολιτικής μας». Τα διττό μοντέλο μιας δυνατής εγχώριας οικονομίας και μιας ισχυρής αμυντικής ικανότητας ήταν συνυφασμένα σε μια στρατηγική με παγκόσμιες βλέψεις.

Η επερχόμενη Αμερικανική Διοίκηση αφορμήθηκε και ξαναζωντάνεψε αυτή το μοντέλο του Peace Through Strength. Η εστίαση γίνεται στην ανόρθωση της Αμερικανικής οικονομίας μέσω του κατασκευαστικού τομέα, ανάπτυξη δομών και αναδιαμόρφωση του φορολογικού και με την ενίσχυση της Αερικανικής Άμυνας μαζί με επέκταση στα πυρηνικά όπλα. Αλλά οι συνθήκες είναι διαφορετικές τώρα. Ο κατασκευαστικός τομέας και οι εξαγωγές δεν είναι πλέον ζωτικής σημασίας για την Αμερικανική οικονομία, η τεχνολογία έχει αναπτύξει νέους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, και τα μοντέλα εμπορίου έχουν  επεκταθεί σε μαζικά δίκτυα διασκορπισμένα σε όλες τις ηπείρους. Τα επιτόκια που ήταν διψήφια την εποχή Reagan και η τιμή του πετρελαίου παρεμένουν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ η εγχώρια παραγωγή παρατηρεί αύξηση. Η τεχνολογία έχει μετακινήσει στο κυβερνο-χώρο τον πόλεμο, μειώνοντας την ταχύτητα αναγνώρισης του δράστη και αλλάζοντας την οπτική του ρίσκου και της αμοιβής για τις δυνάμεις χωρών αλλά και non-state δυνάμεων.

Και φυσικά δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση. Αντί να έχει να αντιμετώπισει μια υπερδύναμη, οι ΗΠΑ καλούνται να αντιμετωπίσουν πολλές τοπικές δυνάμεις, εκ των οποίων καμία δεν είναι ακριβώς αντίπαλος, αλλά καθεμία ψάχνει να διεκδικήσει δικά της συμφέροντα από τον εναπομείναντα παγκόσμιο ηγέτη. Η απειλή φαίνεται λιγότερο ως διαμάχη ανάμεσα σε πυρηνικές υπερδυνάμεις και περισσότερο σαν διαμάχη κατά των non-state δυνάμεων με ένα πολύ διαφορετικό υπολογισμό ρίσκου-ανταμειβής. Δεν είναι ξεκάθαρο, για παράδειγμα, ότι μια δυνατή πυρηνική δύναμη θα αποτρέψει τρομοκρατικές ενέργειες από non-state δυνάμεις και τους υποστηρικτές τους. Ακόμα και η μεγάλης κλίμακας στρατιωτική απάντηση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου δεν σταμάτησαν την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους ή την προώθηση των επιθέσεων εναντίον της Αμερικής, Αμερικανικών συμμάχων και συμφερόντων.

Το μοντέλο του Reagan ήταν πολλά παραπάνω από το να γίνουν απλά οι ΗΠΑ υπερδύναμη. Προϋπέθετε ότι η Αμερική ήταν ήδη δυνατή απλά αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα. Η πολιτική του ήταν να ενισχύσει την Αμερική εσωτερικά και εξωτερικά έτσι ώστε να μπορεί να ολοκληρώσει την παγκόσμια αποστολή της για την εξάπλωση της δημοκρατίας. Κάτω από τη πολιτική Reagan υπήρχε η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της Αμερικής που προερχόταν όχι μόνο από της δύναμη της αλλά και από την ευθύνη που είχε να εξαπλώσει το Αμερικανικό σύστημα σε άλλες χώρες. Όπως λέγεται και για τους σούπερ-ήρωες, με μεγάλη δύναμη έρχεται και η μεγάλη ευθύνη.

Πηγή έμπνευσης ή Μισθοφόρος

Η ιδιαιτερότητα ήταν πάντα το ιδεολογικό υπόβαθρο της Αμερικανικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Οι μύθοι της ίδρυσης της Αμερικής προβάλλουν την ιδέα ότι πρόκειται για μια μοναδική χώρα, μια χώρα που έχει φτιάξει ένα σύστημα διακυβέρνησης και προσωπικής ελευθερίας που μπορεί να έχει παγκόσμια εφαρμογή. Η συζήτηση στους κόλπους της Αμερικανικής ηγεσίας, όπως υπογράμμισε ο Kissinger, επικεντρωνόταν γύρω από το αν θα έπρεπε η Αμερική να είναι το φώς στο λόφο, απομακρυσμένο αλλά να αποτελεί ένα φάρο που οι υπόλοιποι θα χρησιμοποιούσαν σαν παράδειγμα ή αν θα έπρεπε να είναι ο μισθοφόρος που θα είχε μόνο σκοπό να διαδώσει τις Αμερικανικές αρχές και συστήματα στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Reagan δεν ήταν απομονωτικός. Δεν αποζητούσε τη περιχαράκωση ή απομάκρυνση από τον παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ. Αντίθετα, προώθησε τη διεθνικότητα, το ελεύθερο εμπόριο, ενεργή οικονομική και αμυντική υποστήριξη των συμμάχων, και υποστήριξε την έμπρακτη ενασχόληση με τις διεθνείς υποθέσεις. Η Διοίκηση του αναζήτησε μέσω της δύναμης μια μεγαλύτερη ικανότητα να εκπληρώσει αυτό που εκείνος έβλεπε σαν τον παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ, αυτόν του αρχηγού της Δύσης, του φάρου της δημοκρατίας και του καθοδηγητή για τον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι αυτή την αποστολή που φαίνεται, τουλάχιστον επιφανειακά, να λείπει από την έκφανση του μοντέλου Peace Through Strength της επερχόμενης διοίκησης. Η Αμερική είναι λαμπρή και ιδιαίτερη αλλά μόνη, υπεύθυνη για τον εαυτό της αλλά όχι για άλλους. Ο στόχος είναι να γίνει η Αμερική τρανή, αλλά είναι ασαφές μέχρι ποιό σημείο. Κατά ένα μέρος αυτό μπορεί να είναι μια αντίδραση στην αντίληψη ότι η Διοίκηση Ομπάμα έχει φανεί περισσότερο συγκεντρωμένη στα συμφέροντα, τις ανησυχίες ή τις προτιμήσεις των άλλων και όχι των ΗΠΑ. Σε εποχές μετάβασης το εκκρεμές συχνά κινείται λίγο μακρύτερα πριν να φτάσει πάλι πίσω προς το κέντρο. Οι πολιτικές Reagan, ήταν πολύ μακρινές από αυτές του προκατόχου του και ο Μπαράκ Ομπάμα παρουσιάστηκε σαν αντίθεση σε σχέση με τις τάσεις που είχε η Διοίκηση Bush. Σε κάθε περίπτωση παρ’όλα αυτά, οι πραγματικότητες για ένα παγκόσμιο σύστημα «πείραξαν» τουλάχιστον μερικές ρητορικές και ιδεολογικές διαφορές, ή την εφαρμογή τους.

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι απλά να γίνει κατανοητό πώς να μετρηθεί η Αμρικανική δύναμη στον σύγχρονο κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Υπηρεσία Πληροφοριών παρήγαγε τις λεγόμενες «αξιολογήσεις δικτύου» και τις Εθνικές Εκτιμήσεις Πληροφοριών (National Intelligence Estimates) για να μετρά ο Πρόεδρος και η Διοίκηση την καθαρή ισορροπία μεταξύ των διαφόρων εκφάνσεων της Αμερικανικής και Σοβιετικής δύναμης και αυτής των συμμάχων τους. Αυτές οι εκτιμήσεις συμπεριλάμβαναν οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και φυσικά στρατιωτικές συγκρίσεις, αν και οι στρατιωτικές συχνά αποτέλεσαν απλά μια σύγκριση αριθμών συστημάτων παρά έδωσαν μια ολιστική επισκόπηση της αποτελεσματικότητας τους. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνιστικού συνασπισμού αύξησε την Αμερικανική οικονομική, πολιτισμική, πολιτική και στρατιωτική δύναμη.

Όμως, το χάσμα που δημιουργήθηκε στενεύει, όχι απαραίτητα λόγω μείωσης της δύναμης των ΗΠΑ, αλλά περισσότερο με την άνοδο τοπικών δυνάμεων όπως συνέβη με τη Κίνα και την ανάδυση της Ρωσσίας, αλλά και άλλων μικρότερων ομάδων που μεγάλωσαν οικονομικά και στρατιωτικά. Πολλοί, παγκόσμια, υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ δε θα έπρεπε να είναι αυτόματα ο παγκόσμιος ηγέτης και ότι τα αμερικανικά ιδανικά δεν είναι παγκόσμια και θα πρέπει να λογίζονται ως τέτοια. Η εξάπλωση της παγκόσμιας δύναμης δημιουργεί και εξάπλωση των παγκόσμιων ιδανικών. Η παγκόσμια και η εγχώρια αντίσταση στην υπερ-παγκοσμιοποίηση είναι δυνατή και η ικανότητα των ΗΠΑ να διαδώσουν τα ιδανικά τους  και το δικαίωμα να ηγούνται του παγκοσμίου συστήματος συνεχώς αμφισβητείται.

Σε σχετική δύναμη οι ΗΠΑ χάνει έδαφος, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπ’ όψιν μετρήσεις από την αρχή της περιόδού μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάποια άλλη δύναμη θα επισκιάσει τις ΗΠΑ καθώς παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική οντότητα στο κόσμο. Η ερώτηση είναι πιθανώς όχι αν οι ΗΠΑ έχουν δύναμη αλλά πώς είναι διατεθιμένες να εφαρμόσουν αυτή τη δύναμη και άν έχουν όραμα πέρα από τον εαυτό τους.

 

Link:  https://www.stratfor.com/weekly/understanding-americas-global-role-age-trump