Παναγιώτα Βασιλοπούλου, Ερευνητική ομάδα SAFIA – Τομέας Κίνας

 
Ιστορική αναδρομή

Η σχέση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας υπήρξε ανέκαθεν περίπλοκη. Μεγάλο μέρος της ιδεολογίας, της χρηματοδότησης και της στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας κατά τα πρώτα χρόνια προήλθεαπό τη Μόσχα. Μετά το 1949, η Σοβιετική Ένωση παρείχε τεχνολογία, επενδύσεις και τεχνογνωσία στη νεοσύστατη τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου συνεργάστηκαν απέναντι στην απειλή εξάπλωσης της Ιαπωνίας, συνεργασία που συνεχίστηκε ενάντια στη δυτική ανάμειξη στον Πόλεμο της Κορέας, όπου Κίνα και ΕΣΣΔ αντιμετώπισαν τις δυνάμεις του ΟΗΕ. Παρόλα αυτά, υπόγεια ρεύματα έντασης μεταξύ των δύο χωρών ήταν από την αρχή εμφανή. Λιγότερο από  μια δεκαετία μετά, επί εποχής Mao, επήλθε ψυχρότητα ανάμεσα στα δύο κράτη η οποία διατηρήθηκε ως και τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, οπότε και υπήρξε επαναπροσέγγιση κυρίως  μέσα από συμφωνίες και συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της οικονομικής συνεργασίας, τη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της τεχνολογίας. Και οι δύο πλευρές επιδιώκουν πολύ διαφορετικούς σκοπούς μέσω της  συνεργασία τους. Κοινός παρονομαστής της σχέσης τους είναι πως, είτε πρόκειται για τη ρωσική παρουσία στην Ουκρανία ή την κινεζική στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, η επίδειξη μιλιταριστικής διάθεσης για την επίλυση των ιστορικών εδαφικών διαφωνιών με τις γείτονές τους χώρεςείναι διαχρονικά παρούσα.

Συνοριακές διαφορές και οι ποταμοίAmur και Ussuri

Η Ρωσία και η Κίνα υπέγραψαν συμφωνία-ορόσημο στις 21 Ιουλίου 2008, που έληξε επίσημα όλες τις εκκρεμείς εδαφικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Ρωσία  παρέδωσε το νησί Yinlong (γνωστό ως Tarabarov στη Ρωσία) και το μισό του νησιού Heixiazi (ή BolshoiUssuriysky) στη συμβολή των ποταμών Amur και Ussuri, ανοίγοντας ουσιαστικά το δρόμο για στενότερες  στρατηγικές και  οικονομικές σχέσεις με την Κίνα.

Η πολιτική στρατηγική πίσω από την εδαφική διευθέτηση θεωρείται η ενίσχυση της ρωσο-κινεζικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης πίεσης σε μια σειρά μετώπων και προς τις δύο χώρες από τις ΗΠΑ και από τους συμμάχους τους στο  ΝΑΤΟ.

Η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας

 

Συμφωνίες στους τομείς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου

Οι δύο χώρες με την επίλυση των εδαφικών τους διαφορών έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας σειράς συμφωνιών σε πολλαπλά επίπεδα: ενέργεια, οικονομία, ασφάλεια. Το 2009, η Κίνα πήρε τη θέση της Ιαπωνίας ως η δεύτερη μεγαλύτερη εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο.

Οι ήδη υψηλές και διαρκώς αυξανόμενες  ενεργειακές ανάγκες της Κίνας, η γειτνίαση με την μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγό χώρα και οι ευνοϊκές για συνεργασία πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν ήδη από την κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησαν σε μια σειρά συμφωνιών για την αγορά πετρελαίου και αερίου σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές – εκτιμάται ότι είναι ακόμη χαμηλότερες από τις τιμές στις οποίες αγοράζει η ΕΕ, η οποία είναι ίσως ο μεγαλύτερος πελάτης της Ρωσίας- σε ποσότητες που αντιπροσωπεύουν μεσοσταθμικά το 5% των ενεργειακών της αναγκών. Αυτό γιατί διαχρονικά η Κίνα εφαρμόζει μια στρατηγική μη-εξάρτησης από τους προμηθευτές ενέργειας. Η Ρωσία είναι μια τεράστια παραγωγός ενέργειας και η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαιοειδών στον κόσμο.Το 2010 ο μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου της χώρας ήταν η Σαουδική Αραβία, ακολουθούμενη από την Αγκόλα, το Ιράν, και το Ομάν.

Στον τομέα του πετρελαίου, οι δυο χώρες έφτασαν το 2006 σε συμφωνία για την κατασκευή του  αγωγούEastSiberia–PacificOcean (ESPO), ο οποίος δε ξεκίνησε να κατασκευάζεται παρά μόνο το 2009, και παρά τους έντονους προβληματισμούς πως η ζήτηση δεν ήταν επαρκής, τέθηκε σε λειτουργία το 2011. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας δώθηκε η δυνατότητα σε αρκετές ρωσικές εταιρείες να προχωρήσουν σε μεσο-μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην Κίνα. Οι δύο χώρες έχουν προχωρήσει και σε συμφωνικά για τη δημιουργία αγωγού φυσικού αερίου (ChinaNational Petroleum Corporation (CNPC) –Gazprom) μετά το Σύμφωνο Συνεργασίας που υπέγραψαν το 2014.

Στενές εμπορικές σχέσεις
Μετά από δύο συμφωνίες εταιρικής σχέσης το 1994 και το 1996 και ένα Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας το 2001, ήρθε η ολοκληρωμένη στρατηγική συνεργασίας το 2012  και  υπογράμμισε τις αρχές του αμοιβαίου οφέλους, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την ισότητα πέρα από τον καθορισμό ειδικών οικονομικών στόχων στις διμερείς σχέσεις Κίνας-Ρωσίας. Το 2014, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) και η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας υπέγραψαν μια συμφωνία για την ανταλλαγή νομισμάτων αξίας 150 δισεκατομμυρίων yuan και 815 δισεκατομμυρίων ρουβλίων ($24 δισεκατομμύρια ανά χρόνο). Όντας η πρώτη κινεζική ανταλλαγή νομίσματος που έχει ανακοινωθεί για οποιαδήποτε χώρα εκτός της Ασίας, η συμφωνία είχε ως στόχο τη διευκόλυνση του διακανονισμού σε εθνικό νόμισμα και την ενίσχυση του διμερούς εμπορίου.
Από το 2014, και συγκεκριμένα εστιάζοντας στη δράση της χώρας το 2015, η Ρωσία έχει καταστεί μία από τις πέντε μεγαλύτερες χώρες-αποδέκτες των κινεζικών άμεσων επενδύσεων όσον αφορά την Πρωτοβουλία BeltandRoad της κινεζικής κυβέρνησης (BeltandRoadInitiative -BRI) που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, η Κίνα αποτέλεσε το μεγαλύτερο εμπορικό εταίρος της Ρωσίας το 2015. Παρά τη μείωση των συνολικών διμερών συναλλαγών  σε όρους δολαρίου ΗΠΑ (κυρίως λόγω απότομης πτώσης στο ρούβλι καθώς και το yuan), σε σχέση με το 2014, οι εμπορικές ροές των δύο χωρών συνέχισαν να επεκτείνονται από άποψη όγκου.

 

EurasianEconomicUnion (EAEU)

Η σχέση μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας έχει, ως εκ τούτου, εξελιχθεί σε εντατικοποίηση της συνεργασίας σε πολιτικές περιοχές τα τελευταία δύο χρόνια. Η σημαντικότερη από αυτές τις εξελίξεις ήταν η ανακοίνωση, στις 8 Μαΐου του 2015  στη Μόσχα, με την ευκαιρία της ετήσιας παρέλασης για τον εορτασμό της λήξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της σχεδιαζόμενης ενοποίησης της -υπό την κινεζική ηγεσία- BRI με τη Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EΑEU).

Η BRI περιλαμβάνει την Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού και τον Θαλάσσιο  Δρόμο του Μεταξιού του 21ου αιώνα, και θέτει ως στόχο της την ανάπτυξη ενός δικτύου εμπορίου και υποδομών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη και την Αφρική κατά μήκος των αρχαίων διαδρομών του Δρόμου του Μεταξιού. Στο επίκεντρο της EΑEU τίθεται η ομαδοποίηση της Αρμενίας, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν, του Κιργιστάν και της Ρωσία σε ένα ενιαίο εμπορικό  δίκτυο.

Γεωπολιτικός άξονας -Η συνεργασία σε επίπεδο ΟΗΕ
Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ρωσία και η Κίνα έχουν συχνά λειτουργήσει από κοινού, υποστηρίζοντας τα συμφέροντά τους μέσω της χρήσης του δικαιώματος αρνησικυρίας (veto) στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Κατά την τελευταία δεκαετία, η Κίνα έχει ασκήσει έξι βέτο, το καθένα σε συνεννόηση με τη Ρωσία, η οποία το άσκησε έντεκα φορές κατά την ίδια περίοδο. Πιο πρόσφατα, αυτή η συνεργασία έγινε ξεκάθαρη στην κοινή άσκηση βέτο εκ μέρους Μόσχας και Πεκίνου στα τέσσερα ψηφίσματα του ΟΗΕ για τη Συρία από το 2012. Αυτή η υπερβολική χρήση του βέτο έχει θεωρηθεί τόσο ως πρόκληση στη Δυτική ηγεσία όσο και ως εργαλείο για να επιβραδύνει το ρυθμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή.

 

Ασφάλεια και αμυντικοί δεσμοί

Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι το μόνο ζήτημα πάνω στο οποίο συνεργάζονται  Κίνα και Ρωσία. Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της σχέσης των δύο χωρών μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου υπήρξε η μεταφοράμεγάλων συμβατικών όπλων, εξαρτημάτων και τεχνολογιών από τη Ρωσία προς την Κίνα. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 μέχρι το 2010, έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το 90 τοις εκατό των εισαγόμενων μεγάλων συμβατικών όπλων της Κίνας διατέθηκαν από τη Ρωσία, ενώ η Κίνα αντιπροσώπευε σχεδόν το 40 τοις εκατό των ρωσικών εξαγωγών.

Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της άμυνας και των κοινών γεωστρατηγικών συμφερόντων της Κίνας και της Ρωσίας αποτέλεσε η άνοδος της στάθμης της δημόσιας αμοιβαίας στήριξης για την ασφάλεια, η οποία κορυφώθηκε ως έκφρασή ανησυχίας για την κοινή τους άμυνα. Η πιο σημαντική πρόσφατη επιβεβαίωση της θέσης αυτής ήρθε εκ μέρους της Κίνας, η οποία  δήλωσε την αντίθεση της ίδιας και της Ρωσίας στην ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας Terminal High Altitude Air Defense (THAAD) στη Νότια Κορέα από τις ΗΠΑ, μια απόφαση που ελήφθη στα μέσα του 2016. Και οι δύο κυβερνήσεις έχουν προειδοποιήσει ότι το THAAD ελλοχεύει κινδύνους πυροδότησης μιας κούρσας εξοπλισμών στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, που θα μπορούσε ενδεχομένως να αποσταθεροποιήσει την περιοχή.

 

Οι πιθανές επιπλοκές  της συνεργασίας: Οι σχέσεις με τη Δύση και τις ΗΠΑ

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί σύσφιξη σχέσεων Κίνας-Ρωσίας τους στους τομείς της ενέργειας, της ασφάλειας της οικονομίας αλλά και σε επίπεδο διπλωματικών σχέσεων, καθιστώντας ακόμη πιο εύθραυστη την ήδη περίπλοκη ισορροπία στην περιοχή της Ασίας – Ειρηνικού. Η ενισχυμένη αυτή σύμπραξη δυνάμεων αντιμετωπίζεται από μερίδα αναλυτών ως η απαρχή μιας συνεργασίας που θέτει ως στόχο της την αποσταθεροποίηση της υπάρχουσας -δυτικοκεντρικής- τάξης πραγμάτων, και τη μείωση της ικανότητας των ΗΠΑ να επηρεάζουν στρατηγικές εκβάσεις στην περιοχή.
Όσον αφορά τις σχέσεις των χωρών με την ΕΕ, η πολιτική της ενσωμάτωσης της BRI, ναυαρχίδας του διεθνούς αναπτυξιακού προγράμματος του Πεκίνου, σε συνδυασμό με την  EΑEU της Μόσχας, ήρθε σε έντονη αντίθεση με το πρόγραμμα εταιρικών δεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα πρώην σοβιετικά κράτη, που απαιτούσε υπογραφή οικονομικών και πολιτικών συμφωνιών της ΕΕ και να παραίτηση  από εμπορικές συμφωνίες και πολιτικές σχέσεις με τη Ρωσία.

Αναφορικά με τις σχέσειςτης Κίνας με τις ΗΠΑ, σύντομα θα κληθεί να διαχωρίσει τη θέση της καθώς δεν είναι δυνατό να διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ αλλά και το αντίπαλο δέος τους. Φυσικά, αυτό δεν αναμένεται να γίνει σύντομα: το σημερινό τριπολικό statusquoδε διαφαίνεται πλέον λειτουργικό για τα εν λόγω κράτη ή και το διεθνές σύστημα. Πριν από περίπου 45 χρόνια, οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την αδύναμη τότε Κίνα ως αντίβαρο προκειμένου να χειριστούν την ισχυρής Ρωσίας. Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική, και υπάρχει πιθανότητα η Κίνα να βρεθεί στη θέση του ισχυρού απέναντι σε μια συμμαχία Ρωσίας – ΗΠΑ.

Συμπεράσματα

Από την αρχή της χιλιετίας, οι δύο χώρες έχουν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τις ενεργειακές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις τους πάνω σε μια εξελισσόμενη σειρά στρατηγικών συνεργασιών. Κατευθυνόμενες από την ενίσχυση των προσωπικών δεσμών Xiκαι Putin, το εύρος και το βάθος των σχέσεων Κίνας-Ρωσίας είναι διάχυτο σε πολλαπλά επίπεδα κυβερνητικών και θεσμικών πολιτικών. Αυτό συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τις κεντρικές κυβερνήσεις των δύο χωρών, αλλά και τις περιφερειακές και δημοτικές αρχές, τον νέο αυξημένο ρόλο που διαδραματίζουν οι κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες των δύο χωρών και διάφορους τομείς της κοινωνίας των πολιτών τους. Ως αποτέλεσμα, ίσως μια ικανοποιητική περιγραφή της σχέσης τους να είναι η «επαναστατική», καθώς εύστοχα περικλείει την ταχύτητα και το βάθος της εξέλιξης της σχέσης των κρατών..

Πηγές