Ορφέας Δαμανάκης, Ερευνητική ομάδα SAFIA – Τομέας Κίνας

 

Η Κίνα, χώρα με πληθυσμό που αντιστοιχεί στο 18,47% του παγκόσμιου πληθυσμού[1], φιλοξενεί πάνω από 350 εκατομμύρια θρησκευόμενους πιστούς και εκατοντάδες εκατομμύρια άλλους που ακολουθούν διάφορες λαϊκές παραδόσεις.[2] Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (στο εξής ΚΚΚ), ωστόσο, είναι επισήμως άθεο. Το ΚΚΚ απαγορεύει στα σχεδόν ενενήντα εκατομμύρια μέλη του να κατέχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις και έχει απαιτήσει την απέλαση των μελών που ανήκουν σε θρησκευτικές οργανώσεις. Το κράτος αναγνωρίζει μόνο 5 θρησκείες ως επίσημες– το Βουδισμό, τον Ταοϊσμό, τον Καθολικισμό, τον Προτεσταντισμό και το Ισλάμ. Η πρακτική οποιασδήποτε άλλης πίστης απαγορεύεται, αν και συχνά γίνεται ανεκτή, ειδικά στην περίπτωση των παραδοσιακών Κινεζικών πεποιθήσεων. Οι θρησκευτικές οργανώσεις πρέπει να εγγραφούν σε μία από τις πέντε κρατικές πατριωτικές θρησκευτικές ενώσεις, οι οποίες εποπτεύονται από την Κρατική Υπηρεσία για Θρησκευτικές Υποθέσεις (SARA).[3]

Αξιοσημείωτο είναι ότι το Κινεζικό σύνταγμα στο άρθρο 36 ορίζει τα εξής: «Οι Κινέζοι πολίτες απολαμβάνουν ελευθερία θρησκευτικών πεποιθήσεων. Κανένα κρατικό όργανο, δημόσιος οργανισμός ή άτομο δεν μπορεί να αναγκάσει τους πολίτες να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν σε οποιαδήποτε θρησκεία· ούτε μπορεί να κάνει διακρίσεις εις βάρος των πολιτών που πιστεύουν ή δεν πιστεύουν σε κάποια θρησκεία. Το κράτος προστατεύει τις κανονικές θρησκευτικές δραστηριότητες. Κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη θρησκεία για να ασχοληθεί με δραστηριότητες που διαταράσσουν τη δημόσια τάξη, βλάπτουν την υγεία των πολιτών ή παρεμβαίνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα του κράτους. Τα θρησκευτικά σώματα και οι θρησκευτικές υποθέσεις δεν υπόκεινται σε καμία ξένη κυριαρχία.».[4] Παρά την σαφή αναφορά στην ελευθερία θρησκευτικών πεποιθήσεων, το γεγονός ότι το ΚΚΚ είναι άθεο και οι αναφορές για το πώς δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η θρησκεία υποδηλώνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για αμφισβητήσεις της κρατικής υπεροχής.

Υπό την διοίκηση του ΚΚΚ, η θρησκεία στην Κίνα μπορεί να ειπωθεί πως έχει περάσει από τέσσερα στάδια. Από το 1949 έως το 1957, ο κρατικός έλεγχος έγινε αυστηρότερος και η εφαρμογή των σοσιαλιστικών πολιτικών της επόμενης δεκαετίας -μέχρι το 1966- κατέστειλε σοβαρά τη θρησκεία ως οργανωμένα κινήματα που εμπλέκουν προσωπική σκέψη και συμπεριφορά. Ακολούθησε η Μεγάλη Εργατική Πολιτιστική Επανάσταση του Mao Zedong, που διήρκησεε δεκατρία χρόνια, λήγοντας το 1979, η οποία αποσκοπούσε στην εξάλειψη όλων των χώρων που θεωρούνται θρησκευτικοί. Ο θάνατος του Mao το 1976 και οι διαδοχικές αλλαγές στη διακυβέρνηση από τον προσωπικό απολυταρχισμό μέχρι τη συλλογική δικτατορία των κομματικών ελίτ οδήγησαν τελικά στην λήξη των πρακτικών βίαιης καταστολής, με εξαίρεση εκείνων που αφορούσαν ορισμένες θρησκευτικές δραστηριότητες που θεωρούνταν πολιτικά ανατρεπτικές (π.χ. Falun Gong, κληρικοί πιστοί στο Βατικανό) ή προδοτικές (π.χ. απείθαρχος Θιβετιανός Βουδισμός, «τζιχαντιστικό» Ισλάμ). Το Έγγραφο 19 που υιοθετήθηκε από το ΚΚΚ το 1982 κυρώνει την ανοχή της θρησκείας, ενώ επιβεβαιώνει την αθεϊστική δέσμευση του κράτους. Επειδή η επίσημη ιδεολογία εξακολουθεί να αποδίδει την προέλευση της θρησκείας στη μαζική φτώχεια, την άγνοια και την προβλεπόμενη απομάκρυνση από την οικονομική και εκπαιδευτική βελτίωση, μια ειρωνεία που πλήττει τις τελευταίες δύο δεκαετίες της δραματικής οικονομικής ανάπτυξης και τις πτυχές της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι η νέα ανάπτυξη της θρησκείας,επιτρεπτή στον βαθμό όπου οι ασκούμενοι δεν αμφισβητούν την απόλυτη υπεροχή του κράτους.[5]

Θρησκευτικές πρακτικές των επίσημων θρησκειών

Ο Κινεζικός Βουδισμός και ο Ταοϊσμός έχουν αναβιώσει σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια, ωστόσο η κλίμακα και η επιρροή τους ωχριούν σε σύγκριση με αυτήν της εποχής πριν του ΚKK. Ο Κινεζικός Βουδισμός διακρίνεται από τον Θιβετιανό Βουδισμό (είτε ασκείται από Θιβετιανούς είτε από Χαν), καθώς ο πρώτος κυρίως αποτελείται από τον Βουδισμό Μαχαγιάνα αλλά και από τις πτυχές των Zen και Theravada. Ο Κινεζικός Βουδισμός εκτιμάται πως κατέχει τη θέση της μεγαλύτερης θεσμοθετημένης θρησκείας στην Κίνα, αριθμώντας 185 έως 250 εκατομμύρια πιστούς -για την κοινότητα των Ταοϊστών δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Πολλές λαϊκές πρακτικές, τόσο στον Βουδισμό όσο και στον Ταοϊσμό, επικεντρώνονται στην ιδέα της αξίας, την οποία μπορεί κανείς να συγκεντρώσει κάνοντας καλές πράξεις και ακολουθώντας το Tao και επιπλέον κάνοντας προσφορές στους ναούς. Το απόθεμα αξίας ενός ατόμου υποτίθεται ότι φέρνει οφέλη σε αυτή τη ζωή, τη ζωή μετά το θάνατο και τις μελλοντικές αναγεννήσεις. Ανθρωπολογικές μελέτες δείχνουν ότι αυτές οι διδασκαλίες διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο στη ζωή πολλών αστών Κινέζων, οι οποίοι μπορεί να παίρνουν καθοδήγηση από τις έννοιες της αξίας ή του κάρμα στην καθημερινή τους ζωή, ακόμα και αν δεν συμμετέχουν τακτικά σε υπηρεσίες ή τελετουργίες στους ναούς.[6]

Ο Χριστιανισμός στην Κίνα έχει επεκταθεί ραγδαία από το 1980, προσεγγίζοντας έναν εκτιμώμενο πληθυσμό 58 εκατομμυρίων Προτεστάντων και 12 εκατομμυρίων Καθολικών από το 2014. Ο πληθυσμός των Προτεστάντων είναι χωρισμένος σχεδόν ομοιόμορφα μεταξύ εγγεγραμμένων (περίπου 30-50 εκατομμύρια) και μη καταχωρημένων (περίπου 30 εκατομμύρια) εκκλησιών, ενώ ο πληθυσμός των Καθολικών θεωρείται ότι είναι απολύτως ομοιόμορφα χωρισμένος. Η αύξηση έχει γίνει εμφανής μεταξύ των μορφωμένων αστών επαγγελματιών και των πλουσίων επιχειρηματιών. Οι Κινεζικές Χριστιανικές πρακτικές περιλαμβάνουν τυποποιημένες δραστηριότητες όπως Κυριακάτικη λειτουργία, μικρές ομάδες μελέτης της Βίβλου και συναντήσεις για προσευχή, θεία κοινωνία και βάπτισμα. Οι Κινέζοι Καθολικοί διενεργούν ειδικές τελετές για τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και την Ανάληψη της Θεοτόκου. Οι Κινέζοι Προτεστάντες τηρούν επίσης τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Ορισμένοι Κινέζοι Χριστιανοί, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, ενασχολούνται επίσης με πρακτικές που συνδυάζουν τις Χριστιανικές και Κινεζικές λαϊκές παραδόσεις, όπως η λατρεία των προγόνων ή η γεωμαντεία (feng shui).[7]

Όσον αφορά το Ισλάμ, που αγγίζει τους περίπου 21 εκατομμύρια πιστούς στην Κίνα, γνώρισε μια διακριτή μεγέθυνση κατά την τελευταία δεκαετία. Οι Μουσουλμανικές κοινότητες Hui έχουν κατασκευάσει χιλιάδες νέα τζαμιά, ενώ πολλοί Ουιγούροι (Τουρκική μειονότητα περίπου 10 εκατομμυρίων ανθρώπων) υιοθετούν τη θρησκευτική πρακτική εν μέρει για να διεκδικήσουν μια ανεξάρτητη ταυτότητα από την Κινεζική πλειοψηφία των Χαν. Η επίδραση του εξαιρετικά συντηρητικού σκέλους του Ισλάμ, του Σαλαφισμού, έχει επίσης επεκταθεί, προσελκύοντας ακόμη και ένα μικρό αριθμό προσήλυτων της Χαν. Οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι της Κίνας είναι Σουνίτες, με ορισμένους Ουιγούρους να ακολουθούν επίσης τις παραδόσεις των Σούφι. Ορισμένες πρακτικές είναι κοινές σε όλες τις Κινεζικές Μουσουλμανικές κοινότητες, όπως η αποχή από το χοιρινό και ο εορτασμός του Ραμαζανιού, αλλά ο βαθμός στον οποίο οι μεμονωμένοι πιστοί προσεύχονται πέντε φορές την ημέρα ή παρακολουθούν τακτικά τις λειτουργίες της Παρασκευής σε κάποιο τζαμί ποικίλλει ευρέως. Επιπλέον, ορισμένες πρακτικές που σχετίζονται με το γάμο ή τις τελετές κηδείας είναι κοινές στις περιοχές των Ουιγούρων ως μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, αλλά απουσιάζουν από άλλες Μουσουλμανικές κοινότητες. Εν τω μεταξύ, μια μοναδική διάσταση της πρακτικής των Μουσουλμάνων Hui είναι η ύπαρξη τζαμιών αποκλειστικά για γυναίκες υπό την καθοδήγηση γυναικών Ιμάμηδων. Οι γυναίκες των Ουιγούρων αποφεύγουν παραδοσιακά να παρακολουθούν λειτουργίες στα τζαμιά με άνδρες, αντ’ αυτού συναθροίζονται ανεπίσημα σε σπίτια για να προσευχηθούν, να διαβάσουν το Κοράνι και να κοινωνικοποιηθούν, αν και μερικά τζαμιά έχουν χώρους για να προσεύχονται οι γυναίκες. Η ποικιλομορφία της πρακτικής μεταξύ των Μουσουλμάνων στην Κίνα είναι τέτοια που ακόμη και στην ίδια εθνοτική κοινότητα και επαρχία, η εκδήλωση της Ισλαμικής ταυτότητας μπορεί να διαφέρει σημαντικά. Το δεύτερο μεγαλύτερο τμήμα των Μουσουλμάνων στην Κίνα είναι οι Ουιγούροι· έχουν δική τους γλώσσα, δικά τους έθιμα και μια Ευρασιατική εμφάνιση, που είναι κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένη στη βορειοδυτική περιοχή της Xinjiang. Η μεταχείριση των Μουσουλμάνων από την Κινεζική κυβέρνηση διαφέρει σημαντικά μεταξύ εθνικών και γεωγραφικών γραμμών. Οι Μουσουλμάνοι Χουέι έχουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να ασκούν τα βασικά στοιχεία της Ισλαμικής πίστης, όπως να προσεύχονται πέντε φορές την ημέρα, να νηστεύουν κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, να πηγαίνουν στο προσκύνημα του Χατζ ή να φορούν μαντίλα. Οι Ουιγούροι που εμπλέκονται σε τέτοιες πράξεις έρχονται αντιμέτωποι ολοένα και περισσότερο με απόλυση από την εργασία τους, πρόστιμα και φυλάκιση.[8]

Κατάσταση στη Xinjiang

Η Xinjiang είναι μια περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος λόγω των εθνοτικών και θρησκευτικών δεσμών της περιοχής με τα γειτονικά κράτη, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι είναι η βάση του Ισλαμικού Κινήματος του Ανατολικού Τουρκεστάν (ETIM), μιας μαχητικής Ισλαμικής αυτονομιστικής ομάδας. Ορισμένοι ειδικοί λένε ότι η απειλή του ETIM είναι υπερβολική, ενώ άλλοι αμφιβάλλουν για την ύπαρξη της ομάδας. Από το 1990, η Κίνα έχει κατηγορήσει το ETIM ότι έχει εμπλακεί σε εκατοντάδες τρομοκρατικές επιθέσεις. Οι περισσότεροι Ουιγούροι δεν υποστηρίζουν το ΕΤΙΜ, αλλά είναι απογοητευμένοι από την Κινεζική κυβέρνηση επειδή αντιμετωπίζουν διακρίσεις.[9] «Είναι σαφές ότι η Κινεζική ηγεσία φοβάται ότι η αυτονομιστική τάση της Xinjiang έχει κερδίσει και θα συνεχίσει να κερδίζει τη στήριξη από διεθνικούς Μουσουλμάνους εξτρεμιστές με πιθανές συνέπειες τόσο για άλλα λανθάνοντα Κινεζικά αυτονομιστικά κινήματα χωρίς Μουσουλμανική σχέση όσο και για άλλους Κινέζους Μουσουλμάνους χωρίς αυτονομιστική ατζέντα», είχε σημειώσει ο Van Wie Davis. Το σίγουρο είναι ότι οι εντάσεις μεταξύ της εθνικής πλειοψηφίας των Χαν και των Ουιγούρων της Κίνας έχουν οδηγήσει σε σποραδικές εχθροπραξίες.[10]

Παραδοσιακές θρησκείες

Ο λέξη ‘Κομφουκιανισμός’ θεωρήθηκε ως ο όρος για την θρησκευτική-ηθική παράδοση που κυριάρχησε στην Κίνα και σε άλλα μέρη της Ανατολικής Ασίας για πολλούς αιώνες. Ο Κομφούκιος διερεύνησε βαθιά και επεξεργάστηκε εκτενώς τις βασικές αρχές του τι επρόκειτο να γίνει ο ‘Κομφουκιανισμός’ και κατάφερε να μεταδώσει και να μεταμορφώσει την αρχαία παράδοση που έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής, ηθικής και θρησκείας μέσω της ενίσχυσης της τελετουργίας, της εκπαίδευσης και της προσωπικής καλλιέργειας.[11] Τα αυτοκρατορικά καθεστώτα προωθούσαν μια εκδοχή της «Κομφουκιανής» ιδεολογίας που εξυπηρετούσε το κράτος μέσω του συστήματος της εξέτασης. Οι υποστηριζόμενες από το κράτος μορφές θρησκευτικών παραδόσεων συνδέονταν με αυτήν την εκδοχή του «Κομφουκιανισμού» και με τις πολιτικές ανάγκες του κράτους και ήταν υποχρεωτικές για τους αξιωματούχους και επομένως ανθεκτικές. Ωστόσο, άλλες δημοφιλείς θρησκείες όταν ελέγχονταν σωστά ήταν ανεκτές και στην «διάχυτη» μορφή τους δεν ήταν σε καμία περίπτωση εξαλείψιμες. Εν τούτοις, τα αυτοκρατορικά καθεστώτα ήταν προσεκτικά για να διασφαλίσουν ότι καμία θρησκευτική οργάνωση δεν ήταν επαρκώς οργανωμένη και ισχυρή για να προκαλέσει πολιτικές προκλήσεις. Κάποιες από τις μερικές εκκαθαρίσεις που προέκυψαν έκαναν πράγματι αυτές τις θρησκείες τόσο πιο ανεκτές στο καθεστώς και πιο εκτενώς διαδεδομένες στον πληθυσμό. Μια από τις εκκαθαρίσεις, η επίθεση εναντίον των Βουδιστικών θεσμών το 845 π.Χ., είχε ως αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό σε απλοποίηση και συγχώνευση της Βουδιστικής επιχείρησης –τόσο της θεωρίας όσο και της πρακτικής– εξασθενίζοντας την κληρική βάση του Βουδισμού, αλλά και καθιστώντας την πιο προσιτή και κατανοητή σε δυνητικούς πιστούς.[12] Συνεπώς, οι Κινέζοι αυτοκράτορες αποδέχονταν τον Κομφουκιανισμό για αιώνες, ενθαρρύνοντας τις διδασκαλίες του φιλόσοφου για υιική ευσέβεια και σεβασμό προς τους δασκάλους και αυτούς που εξουσιάζουν. Ο Mao έπειτα έσφαξε τον Κομφούκιο στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πιο πρόσφατα, ο Πρόεδρος Xi Jinping εξέφρασε την ελπίδα ότι οι «παραδοσιακές κουλτούρες» του Κομφουκιανισμού, του Βουδισμού και του Ταοϊσμού θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της «ηθικής παρακμής» της Κίνας.[13]

Θιβετιανός Βουδισμός

Ο Θιβετιανός Βουδισμός έχει αναβιώσει σημαντικά από την αχαλίνωτη καταστροφή της Πολιτιστικής Επανάστασης. Την περασμένη δεκαετία, κέρδισε εκατομμύρια νέους πιστούς από την ελίτ των αστών Χαν σε ολόκληρη την Κίνα, σμίγοντας τη διαδεδομένη ευσέβεια μεταξύ περίπου έξι εκατομμυρίων Θιβετιανών. Οι μοναδικές θρησκευτικές παραδόσεις του Θιβετιανού Βουδισμού –τα θρησκευτικά κείμενα, οι χοροί, οι ταντρικές πρακτικές και οι φιλοσοφικές συζητήσεις που είναι βασικές για τη μοναστική εκπαίδευση– διαφέρουν σημαντικά από τη μορφή του Βουδισμού Μαχαγιάνα που ασκείται ευρέως σε άλλες περιοχές της Κίνας. Η λαϊκή πρακτική συνήθως περιλαμβάνει προσφορές σε ναούς, απαγγελία προσευχών, διατήρηση ενός ιερού σπιτιού, εορτασμό των ετήσιων φεστιβάλ και ολοκλήρωση προσκυνημάτων σε ιερές τοποθεσίες στη Λάσα ή αλλού στο οροπέδιο. Αυτές οι δραστηριότητες είναι αρκετά κοινές και ορατές στις Θιβετιανές περιοχές της Κίνας. Όμως είναι ορατή και η ισχυρή παραστρατιωτική και αστυνομική παρουσία γύρω από τα βασικά μοναστήρια και η ύπαρξη συστημάτων παρακολούθησης εγκατεστημένων εντός των θρησκευτικών χώρων ή κοντά σε αυτούς.[14]

Απαγορευμένες θρησκευτικές πρακτικές

Το Falun Gong είναι μια πνευματική πρακτική της οποίας τα βασικά χαρακτηριστικά είναι πέντε διαλογιστικές ασκήσεις qigong και διδασκαλίες που θυμίζουν τις Βουδιστικές και Ταοϊστικές παραδόσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στις αρχές της ειλικρίνειας, της συμπόνιας και της ανεκτικότητας. Οι υποστηρικτές εκτελούν τις ασκήσεις, μελετούν πνευματικά κείμενα και προσπαθούν να συμμορφώνονται με αυτές τις αξίες –πιστεύουν πως βρίσκονται σε αρμονία με την πνευματική φύση του σύμπαντος– στην καθημερινή τους ζωή, με την κατανόηση ότι αυτό οδηγεί σε καλύτερη φυσική υγεία, ψυχική ευεξία και πνευματική φώτιση. Ενώ το Falun Gong περιλαμβάνει κάποιες πνευματικές ιδιότητες θρησκείας, είναι χαλαρά οργανωμένο και στερείται επαγγελματικού κλήρου, επίσημης προσχώρησης, αποδοχής δωρεών και εξειδικευμένων τόπων λατρείας. Μέχρι το 1999, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές και διεθνείς αναφορές των μέσων ενημέρωσης, τουλάχιστον 70 εκατομμύρια άνθρωποι ασκούσαν την πρακτική. Οι εκπρόσωποι του Falun Gong ισχυρίστηκαν ότι η κοινότητα είχε φθάσει τα 100 εκατομμύρια. Παρά τη δεκαεφτάχρονη εκστρατεία του ΚΚΚ για την εξάλειψη της πνευματικής ομάδας, εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα συνεχίζουν να ασκούν το Falun Gong, συμπεριλαμβανομένων πολλών ατόμων που ανέλαβαν την πειθαρχία μετά την έναρξη της καταστολής. Αυτό αντιπροσωπεύει μια εντυπωσιακή αποτυχία της συσκευής ασφαλείας του ΚΚΚ. Οι ασκούμενοι του Falun Gong σε ολόκληρη την Κίνα υπόκεινται σε ευρεία παρακολούθηση, αυθαίρετη κράτηση, φυλάκιση και βασανιστήρια και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εξωδικαστικής εκτέλεσης. Μετά την έναρξη της καταστολής το 1999, κατέστη σαφές ότι οι υποστηρικτές του Falun Gong δεν θα σταματήσουν να ασκούν ακολουθώντας κυβερνητικές εντολές και το κόμμα άρχισε να εντείνει τις προσπάθειές του το 2001. Κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του Hu Jintao, εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές του Falun Gong στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας και φυλακές, όπου υποβλήθηκαν σε τρομακτικές μορφές βασανιστηρίων. Πολλοί κρατήθηκαν και τιμωρήθηκαν επειδή απλά είχαν πνευματικά κείμενα στα πλαίσια της ιδιωτικότητας των σπιτιών τους. Από τον Νοέμβριο του 2012, όταν ο Xi Jinping πήρε την ηγεσία του ΚΚΚ, η σχέση του κόμματος με το Falun Gong χαρακτηρίστηκε από δύο φαινομενικά αντιφατικές δυναμικές –αφενός συνεχείς σοβαρές και μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις και αφετέρου μειωμένη καταδίωξη σε κάποιες τοπικές περιοχές. Ο Xi δεν έχει κάνει καμία επίσημη αλλαγή στην κομματική πολιτική απέναντι στο Falun Gong και τον δηλωμένο στόχο του, την εξάλειψη της πρακτικής.[15]

Συμπεράσματα

Έχει καταστεί σαφές ότι το κυβερνόν καθεστώς στην Κίνα λαμβάνει μέτρα για να διασφαλίσει την κυριαρχία του. Φανερός είναι ο ανά τους αιώνες φόβος του ΚΚΚ, που θεωρεί ότι η θρησκεία και η ανάγκη για πίστη μπορούν εύκολα να οδηγήσουν τον πληθυσμό σε αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης. Εξαιτίας συτού, ανέκαθεν λαμβάνονταν περιοριστικά μέτρα έναντι των θρησκευτικών πρακτικών, ενώ φανερό είναι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Πιθανότατα, η ανάγκη του ΚΚΚ για απόλυτη υπεροχή υπερβαίνει τις ανάγκες των πιστών της χώρας. Το σίγουρο είναι ότι διαμάχες θρησκευτικού χαρακτήρα μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των πολιτών δεν μπορούν να έχουν ειρηνικό χαρακτήρα.

[1] http://www.worldometers.info/world-population/china-population/

[2] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report), Σελίδες 9, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom

[3] http://www.cfr.org/china/religion-china/p16272

[4] CONSTITUTION OF THE PEOPLE’S REPUBLIC OF CHINA (Adopted on December 4, 1982), http://en.people.cn/constitution/constitution.html

[5] Anthony C. Yu; Religion in China: Survival and Revival under Communist Rule. J Church State 2012; 54 (3): 459-462. doi: 10.1093/jcs/css067

[6] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report), Σελίδες 9, 26 και 28-29, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom

[7] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report), Σελίδες 9, 42 και 45-46, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom

[8] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report). Σελίδες 66 και 68, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom

[9] http://www.cfr.org/china/religion-china/p16272

[10] http://www.cfr.org/china/east-turkestan-islamic-movement-etim/p9179

[11] Xinzhong Yao (2003). Confucianism. In RoutledgeCurzon Encyclopedia of Confucianism. Edited by Xinzhong Yao. Routledge. Σελίδα 1.

[12] Lu Yunfeng & Graeme Lang (2010) Beyond exclusive religions: challenges for the sociology of religion in China, Social Sciences in China, 31:1, 198-216, DOI: 10.1080/02529200903565178, Σελίδα 211

[13] http://www.reuters.com/article/us-china-politics-vacuum-idUSBRE98S0GS20130929

[14] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report). Σελίδες 86 και 88, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom

[15] Sarah Cook (February 2017). The Battle for China’s Spirit: Religious Revival, Repression, and Resistance under Xi Jinping (A Freedom House Special Report), Σελίδες 108, 110 και 114, https://freedomhouse.org/report/china-religious-freedom