Του Βαγγέλη Σταματίου, Ερευνητική Ομάδα SAFIA – Τομέας Μέσης Ανατολής

Περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο είναι ανιθαγενείς(1).Από τους Rohingyas στη δυτική Μιανμάρ και τα παιδιά των Ινδονήσιων και Φιλιππινέζων μεταναστών στη Μαλαισία, μέχρι τους Nubians στην Κένυα και τα παιδιά των μεταναστών από τη Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι και την Γκάνα στην Ακτή Ελεφαντοστού, οι ανιθαγενείς είναι ένα πρόβλημα υπαρκτό. Για αυτούς η έλλειψη υπηκοότητας έχει σαν αποτέλεσμα να στερούνται βασικά δικαιώματα, τα οποία οι περισσότεροι από εμάς τα θεωρούν δεδομένα. Τα άτομα αυτά δεν καταγράφονται στη γέννησή τους και συχνά τους αρνούνται την πρόσβαση στην εκπαίδευση, ενώ αργότερα αδυνατούν να συνάψουν γάμο ή να εργαστούν νόμιμα. Ακόμη και η βασική δυνατότητα να κατοικούν νόμιμα στη χώρα γέννησής τους αμφισβητείται. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Άλλωστε, η περιοχή αυτή φιλοξενεί από πολύ παλιά ανιθαγενείς πληθυσμούς.

Το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948) προβλέπει στο άρ. 15 το δικαίωμα όλων σε μία τουλάχιστον ιθαγένεια. Το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (16 Δεκεμβρίου 1966) διακηρύσσει στα άρ. 2 και 3 ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε όλοι όσοι βρίσκονται στην επικράτειά τους να απολαμβάνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Σύμφωνο, αδιακρίτως φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικής ή άλλης γνώμης, εθνικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, ιδιοκτησίας ή τόπου γέννησης. Ένα από αυτά τα απαραίτητα μέτρα έχει κριθεί πως είναι η απόδοση ιθαγένειας σε ανιθαγενείς ή ιθαγενείς μη συμβαλλομένων κρατών, καθώς και η περιορισμένη επιβολή του μέτρου της στέρησης της ιθαγένειας. Στο άρ. 24 παρ. 3 προβλέπεται πως «κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να αποκτά (τουλάχιστον) μία ιθαγένεια». Το δικαίωμα στην ιθαγένεια αναγνωρίζεται επίσης στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (άρ. 18 παρ. 1 στ. α), τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία όλων των Ατόμων από τη Βίαιη Εξαφάνιση (άρ. 25 παρ. 4 στ. α), τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Οικονομικών Μεταναστών και των Μελών των Οικογενειών τους (άρ. 29), τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (άρ. 7 και 8), την Αμερικανική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων και Καθηκόντων του Ανθρώπου (άρ. 19), καθώς και την Αμερικανική Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (άρ. 20 σε συνδ. με άρ. 1). Επίσης, ο Αραβικός Χάρτης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (22 Μαΐου 2004) προβλέπει στο άρ. 29 παρ. 1 πως «καθείς έχει το δικαίωμα στην ιθαγένεια. Κανείς δεν στερείται άδικα ή παράνομα της ιθαγενείας του». Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατοχύρωση του δικαιώματος του παιδιού στην ιθαγένεια των γονιών του στο άρ. 7 του Συμφώνου για τα Δικαιώματα του Παιδιού στο Ισλάμ (Ιούνιος 2005). Στο ίδιο άρ. προβλέπεται η υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να επιλύσουν το ζήτημα των ανιθαγενών παιδιών που γεννιούνται στην επικράτειά τους και να διασφαλίσουν το δικαίωμα των ορφανών παιδιών στην ιθαγένεια(2).

Η Σύμβαση του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών

Αρχικά, πρέπει να διευκρινισθεί πως ενώ κάποιοι ανιθαγενείς είναι συγχρόνως και πρόσφυγες, οι περισσότεροι δεν είναι. Οι ανιθαγενείς, οι οποίοι είναι και πρόσφυγες δικαιούνται τη διεθνή προστασία που παρέχει η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (Σύμβαση του 1951). Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων προστασίας των ανιθαγενών, ειδικότερα όσων δεν είναι πρόσφυγες, η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε τη Σύμβαση του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών (Σύμβαση 1954). Η συνθήκη αυτή στοχεύει στη ρύθμιση του καθεστώτος των ανιθαγενών και την εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής απόλαυσης των δικαιωμάτων τους. Η Σύμβαση συμπληρώνει τις διατάξεις των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Υποκείμενα προστασίας

Η Σύμβαση του 1954 αναγνωρίζει το διεθνές νομικό καθεστώς των «ανιθαγενών». Το άρ. 1 θεσπίζει τον ορισμό του ανιθαγενούς στο διεθνές δίκαιο: πρόσωπο «το οποίο ουδέν Κράτος θεωρεί ως υπήκοόν του κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας του». Ο ορισμός αυτός αναγνωρίζεται σήμερα ότι συνιστά διεθνές εθιμικό δίκαιο. Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον ορισμό δικαιούνται των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση. Η Σύμβαση δεν προστατεύει τους λεγόμενους defacto ανιθαγενείς, για τους οποίους δεν υπάρχει παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός στο διεθνές δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, οι defacto ανιθαγενείς δικαιούνται προστασίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(3).Οι ανιθαγενείς πρόσφυγες προστατεύονται από τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο.

Τα δικαιώματα των ανιθαγενών σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1954

Η Σύμβαση του 1954 θεμελιώνεται σε μια βασική αρχή: κανείς ανιθαγενής δε θα αντιμετωπίζεται χειρότερα από έναν αλλοδαπό που έχει ιθαγένεια. Περαιτέρω, η Σύμβαση αναγνωρίζει ότι οι ανιθαγενείς είναι περισσότερο ευάλωτοι σε σύγκριση με άλλους αλλοδαπούς. Προβλέπει, επομένως, μια σειρά ειδικών μέτρων για τους ανιθαγενείς.

Η Σύμβαση του 1954 κατοχυρώνει στο άρ. 25 το δικαίωμα των ανιθαγενών στη διοικητική αρωγή, στα άρ. 27 και 28 το δικαίωμά τους στα έγγραφα ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά έγγραφα, ενώ σύμφωνα με το άρ. 7 απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις αμοιβαιότητας. Αυτές οι ειδικά προσαρμοσμένες διατάξεις, όπως για παράδειγμα η πρόβλεψη ενός αμοιβαία αναγνωρισμένου ταξιδιωτικού εγγράφου για τους ανιθαγενείς που επέχει θέση διαβατηρίου, έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων δυσκολιών που αυτοί αντιμετωπίζουν. Τα ζητήματα αυτά δεν ρυθμίζονται σε άλλα κείμενα του διεθνούς δικαίου και αποτελούν ουσιώδη νομικά οφέλη για τους ανιθαγενείς στο πλαίσιο της Σύμβασης του 1954.

Λαμβάνοντας υπόψη τη δεινή θέση των ανιθαγενών, η Σύμβαση ορίζει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως οι πολίτες του κράτους σε σχέση με ορισμένα δικαιώματα, όπως η ελευθερία άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και το δικαίωμα πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρέπει να τονιστεί ότι η Σύμβαση επιδιώκει μια λεπτή προσέγγιση, ορίζοντας ειδικότερα ότι κάποιες εγγυήσεις ισχύουν για όλους τους ανιθαγενείς, ενώ άλλες είναι προνόμιο των ανιθαγενών που βρίσκονται ή διαμένουν νόμιμα στο έδαφος των συμβαλλομένων κρατών. Η Σύμβαση του 1954 επαναλαμβάνει κατ’ αυτόν τον τρόπο υποχρεώσεις των κρατών στο χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται σε άλλα διεθνή κείμενα, εξειδικεύοντας ουσιαστικά την εφαρμογή των κανόνων αυτών στην περίπτωση των ανιθαγενών. Βέβαια, σύμφωνα με το άρ. 2 της Σύμβασης του 1954, οι ανιθαγενείς, με τη σειρά τους, οφείλουν να συμμορφώνονται με τους νόμους και τους κανονισμούς της χώρας διαμονής τους.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η απόλαυση των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση του 1954, δεν ισοδυναμεί με την απόδοση ιθαγένειας. Για το λόγο αυτό, η Σύμβαση, στο άρ. 32, καλεί τα κράτη να διευκολύνουν την πολιτογράφηση των ανιθαγενών.

Η σύνδεση με τη Σύμβαση του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας

Όσο εκτεταμένα και αν είναι τα δικαιώματα που χορηγούνται στους ανιθαγενείς, δεν καταφέρνουν ποτέ να είναι ισοδύναμα με την κατοχή μιας ιθαγένειας. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα σε μια ιθαγένεια και όταν προκύπτει ένα άτομο να μένει ανιθαγενές, πρέπει να δίνεται έμφαση στη μόνιμη επίλυση του προβλήματος. Κατ’ επέκταση, η προστασία των ανιθαγενών σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών πρέπει να θεωρηθεί ως προσωρινή απάντηση για όσο διάστημα διερευνώνται οι πιθανοί δίοδοι για την απόκτηση ιθαγένειας. Ο τελικός στόχος είναι η μείωση της ανιθαγένειας με την απόκτηση ιθαγένειας. Η Σύμβαση του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας παρέχει στα κράτη τα κατάλληλα μέσα για την αποφυγή και την επίλυση των περιπτώσεων ανιθαγένειας. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι σκόπιμο να εξακολουθούν τα κράτη να εξετάζουν την προσχώρησή τους στη Σύμβαση του 1954. Διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η ύπαρξη προστατευτικών μέτρων κάθε φορά που προκύπτουν περιπτώσεις ανιθαγένειας. Η προσχώρηση και στις δύο Συμβάσεις για την Ανιθαγένεια είναι καίριας σημασίας για την ετοιμότητα των κρατών να αντιμετωπίσουν όλο το φάσμα των προβλημάτων αυτού του φαινομένου(4).

Ανιθαγενείς στη Μέση Ανατολή

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανιθαγενών στη Μέση Ανατολή είναι οι Βεδουίνοι. Το ίδιο το όνομα της φυλής αυτής σημαίνει στα αραβικά «χωρίς» – εννοείται εθνικότητα. Αυτή η νομαδική φυλή μετακινείται συνεχώς από χώρα σε χώρα, και μπορεί κανείς να βρει πληθυσμούς της στην Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα Παλαιστινιακά Εδάφη, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Κουβέιτ. Ειδικά στο τελευταίο, η πλειοψηφία των Βεδουίνων απέτυχε να αποκτήσει την υπηκοότητα της χώρας όταν αυτή ανεξαρτητοποιήθηκε το 1961. Υπολογίζεται ότι μόνο στο Κουβέιτ είναι εγκατεστημένοι 93.000-180.000 Βεδουίνοι. Είναι αποκλεισμένοι από τη δωρεάν εκπαίδευση, το σύστημα υγείας και πολλά επαγγέλματα. Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι οι νομάδες αυτοί είναι παράνομοι μετανάστες από άλλες χώρες. Οι Βεδουίνοι του Κουβέιτ αντιμετώπισαν ακόμη περισσότερες δυσκολίες μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990-1991. Μάλιστα, σε πολλούς χιλιάδες από αυτούς που εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια της ιρακινής κατάκτησης οι αρχές, μετά την απελευθέρωση, τους αρνήθηκαν την είσοδο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό των Κούρδων της Συρίας. Το 1962 αφαιρέθηκε η ιθαγένεια πολλών Κούρδων που ζούσαν στα βορειοανατολικά της χώρας. Την χρονιά εκείνη έγινε απογραφή πληθυσμού. Οι Κούρδοι που καταγράφηκαν, απέκτησαν το καθεστώς των «ajanib», ενώ εκείνοι που δεν καταγράφηκαν, χαρακτηρίστηκαν ως «maktoumeen» – σε καμία από τις δύο ομάδες δεν απονεμήθηκε υπηκοότητα. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκτίμησε πως η κίνηση αυτή ήταν μέρος ενός σχεδίου να εξαραβισθεί η πλούσια σε πρώτες ύλες περιοχή. Σήμερα υπολογίζεται πως υπάρχουν στη Συρία 300 χιλιάδες Κούρδοι ανιθαγενείς. Τα δικαιώματά τους στην παιδεία, την υγεία, την εργασία, την ιδιοκτησία και την ελεύθερη μετακίνηση είναι αυστηρά περιορισμένα. Μάλιστα, σε αντίδραση της εξέγερσης που ξέσπασε πριν από επτά χρόνια, ο πρόεδρος Basharal-Assad υποσχέθηκε να απονείμει υπηκοότητα σε πολλούς Κούρδους ανιθαγενείς(5). Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι θα επωφεληθούν, αν οι αλλαγές θα διαρκέσουν, ούτε καν αν κάτι τέτοιο θα συμβεί στο άμεσο μέλλον.

Η κρίση στη Συρία

Καθώς η σύγκρουση στη Συρία βαδίζει προς τον έβδομο χρόνο της, η περιοχή φιλοξενεί 4,8 εκατομμύρια εκτοπισθέντες Σύριους πρόσφυγες, ενώ 13,5 εκατομμύρια άτομα στο εσωτερικό της έχουν ακόμη την ανάγκη προστασίας και βοήθειας. Μάλιστα, σε αυτά τα άτομα περιλαμβάνονται 6,5 εκατομμύρια άνθρωποι που αναγκάστηκαν να μετακινηθούν (6). Από το 2012 η όξυνση της σύγκρουσης και η αστάθεια στην περιοχή έχουν δημιουργήσει για τους εκτοπισμένους και ευπαθείς πληθυσμούς τον κίνδυνο να βρεθούν ανιθαγενείς. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η κατάσταση στη Συρία έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη σύγχρονη προσφυγική κρίση. Με βάση τα παραπάνω, ο μισός πληθυσμός της Συρίας έχει εκτοπισθεί ή μετακινηθεί, με αποτέλεσμα πολλοί να έχουν χωρισθεί από τις οικογένειές τους και να μη διαθέτουν βασικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ταυτότητα, την οικογενειακή καταγωγή και την υπηκοότητά τους.

Περαιτέρω, περίπου 2,5 εκατομμύρια Σύρια παιδιά ζουν σήμερα σαν πρόσφυγες και έξι εκατομμύρια στο εσωτερικό της Συρίας έχουν την ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας. Από το ξεκίνημα της κρίσης περισσότερα από 300 χιλιάδες Σύρια παιδιά έχουν γεννηθεί στην εξορία, αρχίζοντας τις ζωές τους σαν πρόσφυγες. Τέτοιου μεγέθους εκτοπίσεις χαρακτηρίζονται από αυξημένες περιπτώσεις χωρισμού οικογενειών και ελλείψεων στην καταγραφή των γεννήσεων. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να αφήσει τα εκτοπισμένα παιδιά με κανένα μέσο να αποδείξουν την καταγωγή τους ή τη συριακή ιθαγένειά τους. Μάλιστα, το πρόβλημα γίνεται κατανοητό στην πραγματική του διάσταση όταν κανείς σκεφτεί πως τα Σύρια παιδιά αποκτούν την ιθαγένειά τους αποκλειστικά από την πατρική γραμμή. Έτσι, το πρόβλημα διογκώνεται καθώς ο εμφύλιος έχει αφήσει ένα στα τέσσερα νοικοκυριά χωρίς πατέρα. Τα παιδιά αυτά που αδυνατούν να αποδείξουν την καταγωγή τους από την πατρική γραμμή αντιμετωπίζουν έναν υπαρκτό κίνδυνο να μείνουν ανιθαγενή.

Οι ενήλικες που εκτοπίσθηκαν χάρη στον πόλεμο και που τα έγγραφά τους χάθηκαν, καταστράφηκαν ή κατασχέθηκαν αντιμετωπίζουν και αυτοί τον κίνδυνο να μείνουν ανιθαγενείς. Για αρκετούς από αυτούς η αναπλήρωση των εγγράφων τους έχει γίνει αδύνατη εξαιτίας της καταστροφής των ληξιαρχείων σε κάποιες περιοχές. Η απώλεια αυτών των εγγράφων επηρεάζει επίσης την καταγραφή των διαζυγίων, των θανάτων, των γάμων και των γεννήσεων – όλα αυτά μπορούν με τη σειρά τους να επηρεάσουν την κτήση της ιθαγένειας από τα Σύρια παιδιά(7).Η σύγκρουση στη Συρία επηρεάζει βέβαια και τους ήδη ανιθαγενείς στη Συρία, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κουρδικών πληθυσμών.

Καταληκτικά, σήμερα, εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λόγω της ανιθαγένειας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα στη Μέση Ανατολή είναι οι Βεδουίνοι νομάδες και οι Κούρδοι της Συρίας. Η κρίση στη Συρία έχει επιδεινώσει την κατάστασή τους, ενώ έχει δημιουργήσει τις συνθήκες για να προκύψουν νέοι πληθυσμοί ανιθαγενών.

Παραπομπές:

  • UNHCR (Ιούνιος 2015), UNHCR Global Trends 2014: World at War, Διαθέσιμο σε: http://www.refworld.org/docid/558292924.html (Ανακτήθηκε 14 Μαΐου, 2017).
  • Batha, E. (Αύγουστος 2011). Factbox: Stateless groups around the world. Διαθέσιμο σε: http://www.reuters.com/article/us-stateless-groups-idUSTRE77M2AS20110823(Ανακτήθηκε 14 Μαΐου, 2017).
  • UNHCR, Division of International Protection, Legal and Protection Policy Research Series, Hugh Massey, UNHCR and De Facto Statelessness, 2010.
  • UNHCR, Προστατεύοντας τους Ανιθαγενείς, Η Σύμβαση του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών.
  • Διάταγμα 49/2011. Ικανοί να υπαχθούν στις προβλέψεις του διατάγματος και να αποκτήσουν τη συριακή ιθαγένεια ήταν μονάχα οι Κούρδοι που ανήκαν στο καθεστώς των «ajanib».
  • UNHCR, In search of solutions: Addressing Statelessness in the Middle East and North Africa.
  • Στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική η χήρα ή η διαζευγμένη συχνά δεν μπορεί να ξαναπαντρευτεί νόμιμα χωρίς να εκδώσει πρώτα πιστοποιητικό διαζυγίου ή θανάτου του πρώτου της συζύγου, που να αποδεικνύει την επίσημη λύση του πρώτου της γάμου. Σε περίπτωση απώλειας των πιστοποιητικών θανάτου ή διαζυγίου είναι αδύνατο για εκείνη να καταχωρήσει έναν επόμενο γάμο ή να καταχωρήσει τις γεννήσεις νέων παιδιών.