Το περιβαλλοντικό κόστος της οικονομικής ανάπτυξης στην Ινδία

Scroll down to content

Ερευνητική Ομάδα «Περιβαλλοντικά Ζητήματα»

Παναγιώτα Πανταζάτου, 18 Δεκεμβρίου 2017

 

Η νοτιοανατολική Ασία αποτελεί μία από τις γεωγραφικές περιοχές της Γης που θα υποστεί τις δυσμενέστερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού με επακόλουθη συνέπεια την εξάντληση των φυσικών πόρων και η έντονη αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση με επακόλουθη συνέπεια τη ρύπανση του εδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες της γενικότερης περιβαλλοντικής υποβάθμισης της περιοχής. Στην παρούσα ανάλυση, θα γίνει αναφορά των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης στην Ινδία, το ρόλο της Ινδίας στις διεθνείς διασκέψεις για την κλιματική αλλαγή, τους τρόπους αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής κρίσης και ιδίως της ατμοσφαιρικής υποβάθμισης καθώς και συγκριτική ανάλυση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των αντίστοιχων περιβαλλοντικών προβλημάτων από την Κίνα η οποία εν γένει καλείται εξίσου να διαχειριστεί ένα πολύ σημαντικό περιβαλλοντικό κόστος ως απόρροια της μέχρι πρότινος οικονομικής της πολιτικής.
Η Ινδία αποτελεί μία από τις χώρες της ευρύτερης περιοχής της νοτιοανατολικής Ασίας που έχει έρθει αντιμέτωπη με το περιβαλλοντικό κόστος της ταχείας οικονομικής της ανάπτυξης. Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί μία από τις κυριότερες μορφές ρύπανσης που παρατηρείται ιδίως στην ινδική πρωτεύουσα, το Νέο Δελχί, και οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανθρώπινη δραστηριότητα και ειδικότερα στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη χρήση αυτοκινήτων και την έντονη εκβιομηχάνιση. Επίσης, η Ινδία συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που θα υποστούν τις δυσμενέστερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής οι οποίες ενδεικτικά είναι οι εξής: η άνοδος της στάθμης της θάλασσας η οποία θα πλήξει τους πληθυσμούς που κατοικούν στις παράκτιες περιοχές με περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για τη γεωργία και την ασφάλεια των τροφίμων, η έλλειψη νερού και η πρόκληση μεγάλου αριθμού θανάτων από ασθένειες. Σε διεθνές επίπεδο, η Ινδία ως οικονομικά αναπτυσσόμενη χώρα δεν ανέλαβε καμία δεσμευτική υποχρέωση ως προς τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου βάσει του Πρωτοκόλλου του Κιότο του 1997 για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Αντιθέτως, τις εν λόγω υποχρεώσεις ανέλαβαν οι οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες οι οποίες ιστορικά φέρουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ως προς τη συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα και την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας της Γης. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις στη διεθνή κοινότητα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής η Ινδία δεσμεύτηκε ως προς τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με την επικύρωση της Συμφωνίας των Παρισίων, τον Οκτώβριο του 2016.
Υπό τα σημερινά δεδομένα η Ινδία λόγω της ραγδαίας οικονομικής της ανάπτυξης ευθύνεται πλέον σε σημαντικό βαθμό για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο και ειδικότερα κατέχει την τρίτη θέση σε εκπομπές επιβλαβείς για την ατμόσφαιρα και για την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ. Ενδεικτικά, κατά τη χρονική περίοδο 2001 έως 2013, παρατηρείται στην Ινδία μία αύξηση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά ποσοστό 137%, ενώ για τη χρονική περίοδο 2014-2016 η αύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 2%. Περαιτέρω, η Ινδία, η οποία αποτελεί την τρίτη ισχυρότερη οικονομία της Ασίας, για την παραγωγή του 60% της ηλεκτρικής της ενέργειας εξαρτάται από τον άνθρακα, ενώ η μακροπρόθεσμη στρατηγική της για την παραγωγή ενέργειας βασίζεται στην καύση ορυκτών καυσίμων. Συνεπώς, έχει τεθεί ως στόχος η μείωση του ενεργειακού αποτυπώματός της που προέρχεται από την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου, χωρίς η εν λόγω μείωση να αποτελέσει τροχοπέδη στην οικονομική της ανάπτυξη. Ειδικότερα έχει τεθεί ως στόχος η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια να προέρχεται κατά 40% από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και από πηγές ενέργειας με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Επίσης, έχει τεθεί ως στόχος από το 2030 να επιτρέπεται η πώληση μόνο ηλεκτροκίνητων και υβριδικών αυτοκινήτων.

Παρά την ανάληψη δεσμευτικών υποχρεώσεων για την υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων μέχρι το 2020 ως προς τη μείωση των επιβαρυντικών εκπομπών στην ατμόσφαιρα βάσει της Συμφωνίας του Παρισιού, η Ινδία δεν έχει υιοθετήσει μέχρι στιγμής μία συστηματική πολιτική βιώσιμης ανάπτυξης. Σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, τέσσερις από τις δέκα πόλεις παγκοσμίως στις οποίες παρουσιάζονται υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης βρίσκονται στην Ινδία. Δεδομένου ότι ένας σημαντικός παράγοντας πρόκλησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι οι εκπομπές καυσαερίων από τη χρήση των αυτοκινήτων και την κυκλοφοριακή συμφόρηση, ελήφθησαν μέτρα για τον περιορισμό της κυκλοφοριακής συμφόρησης από τις ινδικές κυβερνητικές αρχές τα οποία ωστόσο αμφισβητήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Περαιτέρω, ο περιορισμός της εκβιομηχάνισης, στην οποία οφείλεται εξίσου η ατμοσφαιρική ρύπανση και η γενικότερη περιβαλλοντική υποβάθμιση, δεν δύναται να επιτευχθεί δεδομένης της ολοένα αυξανόμενης αστικοποίησης και της ανάγκης κάλυψης των ολοένα αυξανόμενων αναγκών του αστικού πληθυσμού. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η καύση των αποβλήτων από τη γεωργική παραγωγή, η οποία εξίσου οδηγεί σε επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με ρύπους, αποτελεί την ταχύτερη και την οικονομικότερη λύση για τους αγροτικούς πληθυσμούς καθίσταται επίσης δυσχερής η λήψη μέτρων για την αντικατάστασή της με εναλλακτικές μεθόδους διαχείρισης των παραγόμενων αποβλήτων.

Η Ινδία, όπως και οι λοιπές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας με προεξάρχουσα την Κίνα, καλείται να διαχειριστεί ένα πολύ σημαντικό περιβαλλοντικό κόστος το οποίο αποτελεί απόρροια της οικονομικής της ανάπτυξης. Στο πλαίσιο της από κοινού αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, οι ινδικές κυβερνητικές αρχές απευθυνόμενες προς τα οικονομικώς ανεπτυγμένα κράτη της διεθνούς κοινότητας τα καλούν να προβούν στις ακόλουθες ενέργειες: αφ’ ενός στην οικονομική ενίσχυση των οικονομικώς αναπτυσσόμενων κρατών που πλήττονται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής με σκοπό τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της και αφ’ ετέρου στη μεταφορά τεχνογνωσίας στα αναπτυσσόμενα κράτη για την ανάπτυξη επενδύσεων πράσινης ενέργειας. Ως προς την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της Ινδίας θα πρέπει να επισημανθεί ότι παρατηρείται αδυναμία των κυβερνητικών αρχών ως προς την εφαρμογή και υλοποίηση αυστηρών μέτρων προώθησης βιώσιμης ανάπτυξης. Η εν λόγω αδυναμία οφείλεται σε εγγενή παθογένεια του πολιτικού συστήματος και ειδικότερα στην άρνηση των πολιτικών φορέων της αντιπολίτευσης για συνεργασία και υπερψήφιση νομοσχεδίων ευνοϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής. Ένας επιπλέον λόγος είναι η έλλειψη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης ως προς τη σοβαρότητα της περιβαλλοντικής κρίσης με αποτέλεσμα να επικρατεί η αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα έναντι της προστασίας του περιβάλλοντος. Αντιθέτως, η Κίνα η οποία έχει συμπεριλάβει σταθερά από το 2013 την προστασία του περιβάλλοντος στην οικονομική της πολιτική έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αξιοσημείωτα αποτελέσματα ως προς τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ως προς την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής καθοριστικός ήταν ο ηγετικός ρόλος της κυβέρνησης της Κίνας καθώς και η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης μέσω της δημοσιοποίησης στοιχείων σχετικών με την ποιότητα του αέρα και της δημόσιας έκθεσης των πηγών ρύπανσης.
Συμπερασματικά, η Ινδία και η Κίνα ως χώρες με κοινές δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της οικονομικής τους ανάπτυξης διαφοροποιούνται ως προς την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής για τη διαχείριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η Ινδία λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα της Κίνας θα πρέπει να προβεί σε σημαντικά βήματα για την επίτευξη των φιλοπεριβαλλοντικών της στόχων υιοθετώντας ομοίως νομοθετικά μέτρα και σχέδια δράσης για τον περιορισμό της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας. Προς αυτή την κατεύθυνση και με γνώμονα τη διαχείριση της περιβαλλοντικής κρίσης στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, σκόπιμη θα ήταν η συνεργασία Ινδίας-Κίνας για την από κοινού αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

 

Παραπομπές:

  1. (2017). Worldview.stratfor. Διαθέσιμο σε: https://worldview.stratfor.com/article/price-indias-economic-development (Ανακτήθηκε 21 Νοεμβρίου, 2017)
  2. Ming, X. (2017). Global times. Διαθέσιμο σε: http://www.globaltimes.cn/content/1077818.shtml (Ανακτήθηκε 29 Νοεμβρίου, 2017).
  3. Ttripathi, Y. (2003). Researchgate.net. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/237009398_Some_Important_Environmental_Problems_in_India_and_Their_Remedies (Ανακτήθηκε 14 Απριλίου, 2015).
  4. Hanzalaaman, (2017). Youthkiawaaz. Διαθέσιμο σε: https://www.youthkiawaaz.com/2017/10/a-comprehensive-study-of-air-pollution-in-india/ (Ανακτήθηκε 23 Οκτωβρίου, 2017).
  5. (2017). Deutsche Welle. Διαθέσιμο σε: http://www.dw.com/en/climate-change-india-battles-to-balance-economy-and-environment/a-41222773 (Ανακτήθηκε 6 Νοεμβρίου, 2017)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: