Ερευνητική Ομάδα Μελέτης «Περιβαλλοντικά Ζητήματα»

Ορέστης Μάτσας, 5 Ιανουαρίου 2018

 

Η διαχείριση απορριμμάτων, αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά ζητήματα στον πλανήτη. Οι σημερινοί ρυθμοί κατανάλωσης του ανθρώπου, σε συνδυασμό με την συνεχή αύξηση του πληθυσμού, έχουν οικοδομήσει –πλην αρκετών άλλων αναγκών- την ανάγκη διαχείρισης των απορριμμάτων. Η επικρατούσα παραδοχή, ότι ο όρος «απορρίμματα» προσδιορίζει κάθε στερεό απόβλητο που φαινομενικά δεν δύναται να αξιοποιηθεί, καθώς και η ελλιπής τεχνογνωσία του παρελθόντος, αποτελούσαν τις βασικότερες παραμέτρους της χαμηλής ενασχόλησης των ανθρώπων με τον συγκεκριμένο τομέα. Ωστόσο οι παράγοντες που οδηγούν σήμερα τόσο τα οργανωμένα σύνολα όσο και τους πολίτες σε ατομικό επίπεδο να τυποποιούν τις διαδικασίες κατανάλωσης και απόρριψης πρώτων υλών, προϊόντων και απορριμμάτων των προϊόντων είναι λόγοι περιβαλλοντικοί και υγειονομικοί.

 

Τα απορρίμματα σε αριθμούς

Σε ανάλυση [1] της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) το 2012, σχετικά με τα στερεά απόβλητα, τα φαινόμενα του υπερπληθυσμού και της υπερκατανάλωσης αποτυπώνονται εμφατικά στις στατιστικές, ως γενεσιουργός αιτία του προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα στην εν λόγω ανάλυση, έχοντας ως βάση τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα στον κόσμο, γίνεται μια διαπίστωση/εκτίμηση για τα έτη 2002, 2012 και 2025, για του δείκτες: i) του πληθυσμού, ii) της κατά κεφαλήν παραγωγής απορριμμάτων και iii) της συνολικής παραγωγής απορριμμάτων σε ετήσια βάση. Σε ότι αφορά την πρώτη συνιστώσα παρατηρείται μια αύξηση του πληθυσμού από 2,9 δις ανθρώπους το 2002, σε 3 δις και 4,5 δις το 2012 και 2025 αντίστοιχα.

Παράλληλα με την έντονη αστικοποίηση, παρατηρείται και σημαντική αύξηση της κατακεφαλήν παραγωγής στερεών αποβλήτων από 0,64 kg/capita/day (κιλά κατά κεφαλήν, την ημέρα) το 2002, σε 1,2 kg/c/d το 2012, ενώ μέχρι το 2025 ο δείκτης αυτός αναμένεται να φτάσει το 1,42 kg/c/d. Ως εκ τούτου διαμέσου της αρχής της επαλληλίας, ο δείκτης της συνολικής παραγωγής απορριμάτων στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα του κόσμου, φαίνεται να έχει αυξητική πορεία. Πιο συγκεκριμένα καταγράφονται 0,68 δις τόνοι το 2002, 1,3 δις τόνοι το 2012, ενώ το 2025 αναμένεται η συνισταμένη της ποσότητας των στερεών αποβλήτων σε χρονιαία βάση, να φτάσει τους 2,2 δις τόνους.

 

Περιβαλλοντική καταστροφή και κίνδυνοι Δημόσιας Υγείας

Η απουσία ενός αποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού και η γενικότερη έλλειψη συστημάτων διαχείρισης απορριμάτων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μη ελεγχόμενων χωματερών, καθώς και μικρών ή μεγάλων σκουπιδότοπων Η ανεξέλεγκτη αυτή απόθεση στερεών αποβλήτων αποτελεί σημαντική πηγή περιβαλλοντικών καταστροφών και κίνδυνου της δημόσιας υγείας.

Σε ότι αφορά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις [2] η εδαφική εναπόθεση των απορριμάτων, δύναται να επιβαρύνει τον ατμοσφαιρικό αέρα, το νερό και τους υδροφόρους ορίζοντες, το έδαφος, αλλά και την βιοποικιλότητα του οικοσυστήματος Πιο συγκεκριμένα, η έκλυση αερίων του θερμοκηπίου από τις χωματερές, όπως είναι το μεθάνιο (CH4) ή το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), προκαλούν σημαντική ατμοσφαιρική ρύπανση. Σε ότι αφορά το νερό, η έκπλυση αλάτων, αλλά και η διάχυση βαρέων μετάλλων βιοαποδομήσιμων και δύσκολα αποδομήσιμων υλικών αποτελεί άμεση μόλυνση των υδροφόρων οριζόντων αλλά και του συνόλου των υδάτινων πόρων. Το γεγονός αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστο φυσικά το συνολικό προφίλ του εδάφους. Η υψηλή συγκέντρωση αλάτων στο απορροφόμενο νερό καθώς και η συγκέντρωση επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος συνιστούν σημαντική περιβαλλοντική καταστροφή και κατασπατάληση τεράστιων εκτάσεων καλλιεργήσιμης γης. Όσον αφορά το οικοσύστημα, θεωρώντας δεδομένη την άμεση αρνητική εξάρτηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης καθώς και της συγκέντρωσης τοξικών ουσιών στο έδαφος και τους υδάτινους πόρους με την βιοποικιλότητα, γίνεται αντιληπτή η συντελούμενη ανθρώπινη παρέμβαση στην τροφική αλυσίδα αλλά και τη χλωρίδα κάθε βιότοπου. Τέλος οι -χαμηλής επιτήρησης- παράκτιες χωματερές, αποτελούν άμεση παράμετρο καταστροφής της θαλάσσιας ζωής.

Οι υγειονομικές επιπτώσεις που εγκυμονούν από την έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού διαχείρισης των απορριμάτων, -από την διαλογή στην πηγή έως την τελική τους απόθεση- αποτελούν σημαντικό πεδίο προβληματισμού και μελέτης. Η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την αναπαραγωγή διαφόρων παρασίτων και εντόμων, την ανάπτυξη μικροβίων και την εξάπλωση μολυσματικών ουσιών, αποτελούν αδήριτη απειλή για την δημόσια υγεία. Ο κίνδυνος μεταφοράς ασθενειών, επιδημιών και λοιμώξεων από τον αέρα, τους υδάτινους πόρους αλλά και τα τυχόν παράσιτα και έντομα είναι αρκετά υψηλός. Χαρακτηριστικά, σε σχετική έρευνα [3] του ΟΗΕ που εκδόθηκε 2009, όπου έγινε συγκριτική μελέτη μεταξύ περιοχών υψηλής και χαμηλής συχνότητας συγκομιδής στερεών αποβλήτων, καταγράφηκαν διπλάσια διαρροϊκά περιστατικά και εξαπλάσια περιστατικά οξείας αναπνευστική λοίμωξης στις περιοχές με ανεπαρκή συστήματα διαχείρισης των απορριμάτων σε σχέση με τις περιοχές υψηλής συχνότητας συγκομιδής τους.

 

Ανεπτυγμένα και αναπτυσσόμενα κράτη

Έχει ουσιαστικό νόημα για την εξαγωγή συμπερασμάτων, να εξετάσουμε το ζήτημα υπό το πρίσμα της οικονομικής δυναμικής των κρατών. Σε ποιες χώρες εντοπίζεται το πρόβλημα διαχείρισης στερεών αποβλήτων και που οφείλεται αυτό; Σε εκτενή ανάλυση [4] του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) και του Παγκόσμιου Οργανισμού Στερεών Αποβλήτων (ISWA), έχει καταγραφεί η κατάσταση της διαχείρισης των απορριμάτων στις ανεπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Στην κατηγορία των ανεπτυγμένων κρατών, έχει σημειωθεί διπλασιασμός της παραγωγής στερεών αποβλήτων μεταξύ των ετών 1970-2000, ενώ το 2012 τους αντιστοιχεί στις ανεπτυγμένες χώρες το 50% των παραγόμενων απορριμάτων, παρόλο που ο πληθυσμός τους καταλαμβάνει αισθητά μικρότερο ποσοστό. Ωστόσο παρατηρείται μια σταθεροποίηση της παραγωγής απορριμάτων από το 2005 κι έπειτα. Η προβληματική αυτή αναδεικνύει το ζήτημα της υπερκατανάλωσης που υπάρχει στον δυτικό κόσμο και προαναφέρθηκε ως βασική παράμετρος της ανάγκης διαχείρισης των στερεών αποβλήτων.

Στον αντίποδα στα αναπτυσσόμενα κράτη, αναμένεται τα επόμενα 15-20 χρόνια να διπλασιαστεί η παραγωγή απορριμάτων. Παράλληλα υπολογίζεται ότι μέχρι το 2030, από τα 41 μεγαλύτερα αστικά κέντρα του πλανήτη (άνω των 10 εκατ. κατοίκων), μόλις τα 9 θα ανήκουν σε ανεπτυγμένες περιοχές, ενώ τα υπόλοιπα 32 κατατάσσονται στις αναπτυσσόμενες περιοχές. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται το ζήτημα του υπερπληθυσμού, το οποίο θεωρείται βαρύνουσας σημασίας, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν η εξαιρετικά χαμηλή πρόσβαση των πολιτών, σε συστήματα διαχείρισης των στερεών αποβλήτων στις χώρες του τρίτου κόσμου. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι περίπου 2 δις άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε σύστημα συγκομιδής απορριμάτων, ενώ 3 δις άνθρωποι δεν έχουν έμμεση πρόσβαση σε εγκαταστάσεις τελικής απόρριψης των απορριμάτων τους.

Σε συσχετισμό του κατακεφαλήν εισοδήματος ανά χώρα, με την ποσότητα παραγωγής στερεών αποβλήτων, επιβεβαιώνεται η υψηλή εξάρτηση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων, με την συμβολή τους στον όγκο των παραγόμενων απορριμάτων παγκοσμίως. Επίσης σε αντίστοιχη συνάρτηση έρχεται το κατακεφαλήν εισόδημα με την κάλυψη των συστημάτων συγκομιδής, όπου στα κράτη με χαμηλά κατά κεφαλήν εισοδήματα παρατηρείται σημαντική ανεπάρκεια κρατικών μηχανισμών.

 

Μέθοδοι Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων

Παλαιότερα, οι συνηθέστερες μέθοδοι απόρριψης των στερεών αποβλήτων περιορίζονταν στην ανεξέλεγκτη ταφή ή καύση τους ή ακόμα και την απλή εναπόθεση τους σε τεράστιες χωματερές. Τόσο για λόγους περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς όπως αυτοί επισημάνθηκαν νωρίτερα, όσο και για λόγους βιώσιμης αξιοποίησης των φυσικών πόρων, η υγειονομική ταφή αλλά και η καύση για ενεργειακή αξιοποίηση, δεν αποτελούν παρά ένα μέρος ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των απορριμάτων. Ωστόσο οι τακτικές αυτές εντοπίζονται ακόμα και σήμερα στην παλαιωμένη εκδοχή τους, κατά κόρον στα λιγότερα ανεπτυγμένα κράτη. Μία σειρά μεθόδων και τεχνολογιών αξιοποίησης των στερεών αποβλήτων έχει αναπτυχθεί σήμερα σε ικανοποιητικό βαθμό, όμως πάντα υπάρχουν περιθώρια εξέλιξης.

• Η διαλογή στην πηγή απόθεσης των απορριμάτων ή ακόμα και σε μεταγενέστερο στάδιο αποτελεί την πλέον ενδεικνύμενη τακτική στη διαχείριση στερεών αποβλήτων. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η βέλτιστη δυνατή κατηγοριοποίηση τους, με σκοπό να οδηγηθούν είτε προς ανακύκλωση είτε προς επεξεργασία για ανάκτηση των πρώτων υλών, είτε ακόμα και για επαναχρησιμοποίηση Οι τρεις αυτές περιπτώσεις καθορίζονται από διάφορες παραμέτρους όπως είναι το είδος και η ποσότητα των υλικών, η ποιότητά τους, η ύπαρξη αγορών για την απορρόφησή τους και φυσικά το κόστος των διεργασιών.

Σε ότι αφορά τις βασικότερες θερμικές μεθόδους επεξεργασίας των απορριμάτων αυτές είναι τρεις, η καύση, η πυρόλυση και η αεριοποίηση.

• Η καύση απορριμάτων για την παραγωγή ενέργειας σε ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, αποτελεί σήμερα μια ώριμη τεχνολογία, χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο επένδυσης, με δυνατότητα μεγάλου εύρους υλικών και με μικρές ανάγκες έκτασης για τη λειτουργία του. Στα μειονεκτήματα της μεθόδου της καύσης καταγράφεται το υψηλό κόστος επένδυσης και εφαρμογής αντιρρυπαντικών τεχνολογιών καθώς επίσης και η χαμηλή κοινωνική αποδοχή.
• Όσον αφορά την πυρόλυση, πρόκειται για ισχυρά ενδόθερμη διεργασία, που πραγματοποιείται με εξωτερική πηγή θερμότητας, σε απουσία οξυγόνου. Από την διαδικασία αυτή προκύπτουν προϊόντα σε αέρια (μεθάνιο, υδρογόνο) και υγρή (ακετόνη, μεθανόλη) μορφή τα οποία με την κατάλληλη επεξεργασία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα.

• Η αεριοποίηση είναι μια μέθοδος βασισμένη στην ελεγχόμενη ατελή καύση, της οποίας τα προϊόντα που προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται με αυτά της πυρόλυσης. Οι μέθοδοι πυρόλυσης και αεριοποίησης έχουν υψηλότερη απόδοση στην τελική παραγωγή ενέργειας από τη μέθοδο της καύσης, ωστόσο αποτελούν ακόμα νέες τεχνολογίες και εμπεριέχουν υψηλό ρίσκο ενώ επιπρόσθετα απαιτούν προ-επεξεργασία των εισερχόμενων στερεών αποβλήτων.

Οι βιολογικές μέθοδοι επεξεργασίας των απορριμάτων, που παρουσιάζουν αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια είναι αυτή της αερόβιας βιολογικής επεξεργασίας (ή κομποστοποίηση), καθώς και της αναερόβιας βιολογικής επεξεργασίας (ή αναερόβια χώνευση).

• Η κομποστοποίηση πρόκειται για ελεγχόμενη οξείδωση (οργανική αποσύνθεση) οργανικών απορριμάτων με τη βοήθεια βακτηρίων και μυκήτων, με σκοπό την αποδόμηση τους και την παραγωγή του προϊόντος compost. Το προϊόν αυτό προορίζεται για χρήση ως εδαφοβελτιωτικό και ως υπόστρωμα για την καλλιέργεια φυτών.

• Η αναερόβια χώνευση πρόκειται και πάλι για αποδόμηση των οργανικών ουσιών με τη βοήθεια μικροοργανισμών, όμως με τη απουσία οξυγόνου αυτή τη φορά. Προϊόν της διεργασίας αυτής είναι αέριο υψηλής περιεκτικότητας σε μεθάνιο το οποίο δύναται να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή ενέργειας.

Τέλος η πιο διαδεδομένη μέθοδος απόρριψης στερεών αποβλήτων αλλά και κατάληξη των υπολειμμάτων όλων των υπόλοιπων μεθόδων, είναι αυτή της υγειονομικής ταφής.

• Σε ελεγχόμενες εκτάσεις, τις οποίες ονομάζουμε ΧΥΤΑ (Χώροι Υγειονομικής Ταφής Απορριμάτων) γίνεται -τηρουμένων αυστηρών προδιαγραφών η τελική εδαφική εναπόθεση των απορριμάτων. Αυτά μπορεί να είναι από οικιακά σκουπίδια και μπάζα, έως τέφρες και αφυδατωμένες λάσπες. Στην υγειονομική ταφή δεν επιτρέπεται η απόρριψη ραδιενεργών, τοξικών και άλλων επικίνδυνων αποβλήτων. Τα πλεονεκτήματα των ΧΥΤΑ είναι το μικρό κόστος κατασκευής τους και η απλότητα των απαιτούμενων τεχνολογιών καθώς επίσης και η επαναχρησιμοποίηση του χώρου μετά την πλήρωση. Στα μειονεκτήματα καταγράφονται η κατάληψη μεγάλων εκτάσεων γης, η παραγωγή μεθανίου, το υψηλό κόστος μεταφοράς των απορριμάτων στο χώρο και η δυσκολία εξεύρεσης ΧΥΤΑ που να πληρεί τις απαιτούμενες προδιαγραφές.

 

Ευρωπαϊκή Ένωση: Κυκλική Οικονομία, στόχοι και προβληματισμοί

Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ στα πλαίσια της υψηλής προτεραιότητας στην οποία θέτει τα περιβαλλοντικά ζητήματα, έχει κάνει μια εμφανή στροφή προς την ενσωμάτωση ενός κυκλικού μοντέλου στην οικονομία της. Η Κυκλική Οικονομία (Circular Economy) [6] όπως είναι ευρέως γνωστή, είναι ένα βιομηχανικό οικονομικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο στοχεύει στην αύξηση της αποδοτικότητας των πόρων. Το μοντέλο αυτό έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το μέχρι πρότεινως χρησιμοποιούμενο βιομηχανικό μοντέλο, το Γραμμικό μοντέλο Οικονομίας (Linear Economy), του οποίου οι τρεις βασικοί άξονες κινούνται στην «κατασκευή – κατανάλωση – απόρριψη» («take-make-dispose»).

Η βασική διαφορά μεταξύ των δυο οικονομικών εφαρμογών, έγγυται στην αξιοποίηση των φυσικών πόρων. Το γραμμικό μοντέλο, θέτοντας ως δεδομένο το «ανεξάντλητο» των πόρων, περιορίζεται εμφατικά στην μεγιστοποίηση της παραγωγής/κατανάλωσης, χωρίς να θέτει ως παράμετρο βιωσιμότητας την άντληση των πρώτων υλών καθώς και την απόρριψη των προϊόντων. Η ροή αυτή, εξαιτίας της ολοένα και αυξανόμενης ζήτησης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, προκαλεί την χρήση των πόρων με ρυθμό μεγαλύτερο από εκείνον της ικανότητας της γης να τους αναπληρώνει οδηγώντας έτσι το γραμμικό μοντέλο παραγωγής/κατανάλωσης σε τέλμα. Με απώτερο σκοπό την μεγιστοποίηση του κύκλου ζωής, κάθε πρώτης ύλης και επομένως την αύξηση της αποδοτικότητάς τους, η κυκλική οικονομία πετυχαίνει σημαντική εξοικονόμηση των φυσικών πόρων.

Σε αυτό το σημείο παρόλο που γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως η διαχείρηση των στερεών αποβλήτων είναι έννοια συνυφασμένη με την Κυκλική Οικονομία. Ο σχεδιασμός ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των απορριμάτων ξεκινώντας από την διαλογή στην πηγή, έως την ανακτηση των πρώτων υλών, την επαναχρησιμοποίηση, την ανακύκλωση, την ενεργειακή αξιοποίηση και τελικά την απόρριψη ενός υλικού, αποτελεί το όχημα για το «Κλείσιμο του Κύκλου» του βιομηχανικού μοντέλου της κυκλικής οικονομίας. Δηλαδή ενώνει το επόμενο στάδιο της κατανάλωσης, που είναι η απόρριψη, με το αρχικό στάδιο της παραγωγής που είναι η άντληση των πόρων, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα νέο κύκλο ζωής για κάθε υλικό.

Η ΕΕ, στη προσπάθειά της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα της διαχείρισης των απορριμάτων, έχει οριοθετήσει ένας είδος προτεραιοποίησης στους άξονες κατανάλωσης και απόρριψης των αγαθών. Η φιλοσοφία της προτεραιοποίησης αυτής γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή μέσω της απεικόνισής της σε μία ανάποδη πυραμίδα [7]. Με σειρά σημαντικότητας της έμφασης που πρέπει να δοθεί από τους θεσμούς, ξεκινώντας από το πάνω μέρος της ανάποδης πυραμίδας που είναι το μεγαλύτερο και καταλήγοντας στο κάτω μέρος που είναι το μικρότερο, το μοντέλο κατανάλωσης και απόρριψης που προτείνεται συνοψίζεται στα ακόλουθα στάδια:
• Αποφυγή (δημιουργίας σκουπιδιών)
• Μείωση (άσκοπης κατανάλωσης)
• Επαναχρησιμοποίηση (πρώτων υλών ή προϊόντων, με ή χωρίς επεξεργασία)
• Ανακύκλωση (ανάκτηση υλικών)
• Ενεργειακή αξιοποίηση (παραγωγή ηλ. ενέργειας)
• Απόρριψη (κορεσμός χρήσης και τελική απόθεση)

Οι πολιτικές κατευθύνσεις που προάγει θεσμικά η ΕΕ, δείχνουν να είναι ιδανικές. Μέσα από τις οδηγίες που εκδίδει, εναρμονίζει σταδιακά τα κράτη-μέλη της σε τροχιά θέσπισης νομοθεσιών και κανονισμών οι οποίοι εξασφαλίζουν πρότυπα και τυποποιήσεις για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων, που βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση με την βιώσιμη περιβαλλοντική και οικονομική αειφορία.

Μερικοί από τους στόχους [8] που έχει θέσει η ΕΕ για το 2030 αλλά και στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής της, στο ζήτημα της διαχείρισης στερεών αποβλήτων είναι:
• Επίτευξη ποσοστού Ανακύκλωσης 65% των αστικών απορριμάτων.
• Επίτευξη ποσοστού Ανακύκλωσης 75% των απορριμάτων συσκευασιών.
• Δεσμευτικός στόχος μείωσης των υγειονομικών ταφών στο 10%.
• Προώθηση των οικονομικών ωφελειών από την αξιοποίηση των στερεών αποβλήτων και αποφυγής υγειονομικών ταφών.

Είναι όμως η εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ αψεγάδιαστη; Οι εξαγωγές σκουπιδιών από την Ευρώπη σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, έχουν σημειώσει θεαματική αύξηση τα τελευταία χρόνια, με τους προβληματισμούς να είναι ολοένα και εντονότεροι. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat [9], αναφέρουν πως την περίοδο 1999-2011 πενταπλασιάστηκαν οι εξαγωγές ανακυκλώσιμου πλαστικού, την περίοδο 2001-2009 οι εξαγωγές επικίνδυνων αποβλήτων από την ΕΕ αυξήθηκε κατά 131%, παρόλο που η παραγωγή τους αυξήθηκε μόλις 28%, ενώ το καταγεγραμμένο παράνομο εμπόριο απορριμάτων ανθίζει τα τελευταία χρόνια προς τα αναπτυσσόμενα κράτη. Όλα αυτά τα στοιχεία αναδεικνύουν μια αρνητική πτυχή στο γενικότερα καλό τοπίο της ΕΕ σε σχέση με την διαχείριση των στερεών αποβλήτων. Η πτυχή αυτή αφορά την κατάληξη των εξαγωγών αυτών, αφού τίθενται σοβαρά ζητήματα της ποιότητας των προτύπων, και της αξιοπιστίας των περιβαλλοντικών και υγειονομικών ελέγχων που εφαρμόζονται στις περιοχές αυτές.

Επομένως σε θεσμικό επίπεδο, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της, έρχονται αντιμέτωποι με ένα ηθικό δίλημμα. Το δίλημμα αυτό αφορά την εθελούσια συνέχιση των ογκωδέστατων εξαγωγών στερεών αποβλήτων, σε χώρες αμφιβόλου ποιότητας ως προς τα πρότυπα που εφαρμόζονται εντός της ΕΕ. Ουσιαστικά με απώτερο σκοπό την ικανοποίηση των δικών της περιβαλλοντικών και υγειονομικών στόχων και προτύπων, η ΕΕ μεταθέτει τον «πονοκέφαλο» της διαχείρισης στερεών αποβλήτων σε έτερα κράτη, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα εντός των συνόρων της. Ωστόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα κληθεί από τις εξελίξεις [10] να λάβει μέτρα πολύ σύντομα, αφού προσφάτως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ανακυκλώσιμου πλαστικού, -η Κίνα- ανακοίνωσε την διακοπή των εισαγωγών πλαστικού από την ΕΕ η οποίες ανέρχονται σε 3 εκατομμύρια τόνους ετησίως.

Το ζήτημα των στερεών αποβλήτων, -όπως επιχειρήθηκε στο παρόν να αναδειχθεί- επηρεάζει το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, πολυπαραμετρικά. Ως εκ τούτου η αντιμετώπισή του αποτελεί πρόκληση σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο, όχι μόνο ως προς την εφαρμογή νομοθεσιών και πρακτικών αλλά και ως προς την διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης, καταναλωτικής κουλτούρας και κοινωνικής ευαισθησίας σε ατομικό επίπεδο. Αυτός ίσως αποδειχθεί ο πιο δύσβατος δρόμος για την εφαρμογή στρατηγικής από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, για ένα εξιδανικευμένο μοντέλο διαχείρισης στερεών αποβλήτων. Οι καταβολές της Κυκλικής Οικονομίας, φαντάζουν αυτή τη στιγμή ως η μοναδική διέξοδος του πλανήτη προς την βιώσιμη ανάπτυξη.

 

Παραπομπές:
[1] Hoornweg, D. and Bhada-Tata, P. (2012). What a waste. [ebook] Word Bank, p.9. Available at: https://siteresources.worldbank.org/INTURBANDEVELOPMENT/Resources/336387-1334852610766/What_a_Waste2012_Final.pdf [Accessed 5 Jan. 2018].
[2] Τερζής, Ε. (2009). Διαχείριση Απορριμάτων. [ebook] Athens: WWF Ελλάς, pp.100-101. Available at: http://www.wwf.gr/images/pdfs/WWF_Odigos_Diaxeirisi_Apporrimaton_2009.pdf [Accessed 5 Jan. 2018].
[3] Solid Waste Management in the World’s Cities. (2009). [ebook] Nairobi, Kenya: UN Habitat, p.11. Available at: https://www.sswm.info/sites/default/files/reference_attachments/UN%20HABITAT%202010%20Solid%20Waste%20Management%20in%20the%20Worlds%20Cities.pdf [Accessed 5 Jan. 2018].
[4] Global Waste Management Outlook. (2015). [ebook] United Nations Environment Programme, pp.2-3. Available at: http://web.unep.org/ietc/sites/unep.org.ietc/files/GWMO_summary_0.pdf [Accessed 5 Jan. 2018].
[5] Τερζής, Ε. (2009). Διαχείριση Απορριμάτων. [ebook] Athens: WWF Ελλάς, pp.40-63. Available at: http://www.wwf.gr/images/pdfs/WWF_Odigos_Diaxeirisi_Apporrimaton_2009.pdf [Accessed 5 Jan. 2018].
[6] Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015). Το κλείσιμο του κύκλου – Ένα σχέδιο δράσης της ΕΕ για την κυκλική οικονομία. Βρυξέλλες: Ευρωπαϊκή Ένωση.
[7] Ec.europa.eu. (2008). Directive 2008/98/EC on waste (Waste Framework Directive) – Environment – European Commission. [online] Available at: http://ec.europa.eu/environment/waste/framework/ [Accessed 5 Jan. 2018].
[8] Ec.europa.eu. (n.d.). Waste policy review – Environment – European Commission. [online] Available at: http://ec.europa.eu/environment/waste/target_review.htm [Accessed 5 Jan. 2018].
[9] Ec.europa.eu. (2017). Waste shipment statistics – Statistics Explained. [online] Available at: http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Waste_shipment_statistics [Accessed 5 Jan. 2018].
[10] Bolger, M. (2017). China is no longer the EU’s plastic dumping ground: What’s next?. [online] EURACTIV.com. Available at: http://www.euractiv.com/section/circular-economy/opinion/china-is-no-longer-the-eus-plastic-dumping-ground-whats-next/ [Accessed 5 Jan. 2018].