Σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας

Scroll down to content

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ερευνητές: Σταματίου Ευάγγελος, Χουλιάρας Ιωάννης, Λαγκαδιανού Κλειώ, Μάτσας Ορέστης, Αθανασόπουλος Γιώργος, Παπαχαραλάμπους  Θεοδώρα – Ηλιάνα

Συντονίστρια: Σούρπη Ειρήνη

 

  1. Η κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (Α.Ο.Ζ.) και γιατί αυτή αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

του Βαγγέλη Σταματίου

  • Ιστορική αναδρομή του θεσμού της Α.Ο.Ζ.

Το Δεκέμβριο του 2011 η εταιρεία Noble Energy ανακοίνωσε την ανακάλυψη κοιτάσματος 198 δις. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου στο οικόπεδο 12 της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (Α.Ο.Ζ.).[1] Από τότε, το ζήτημα της οριοθέτησης και εκμετάλλευσης της κυπριακής Α.Ο.Ζ. είναι ένα από αυτά που απασχολούν συχνά την επικαιρότητα.[2] Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Η οικονομική σημασία της Α.Ο.Ζ., δηλαδή μιας ζώνης που επεκτείνει την κρατική κυριαρχία από την ξηρά στη θάλασσα, άργησε ιστορικά να προκύψει. Άλλωστε, η ίδια η ιδέα να κηρύσσουν και να συμφωνούν τα κράτη τέτοιες ζώνες έγινε ευρύτερα αποδεκτή μόλις στα τέλη του 20ού αιώνα.[3]

Αρχικά, η πρακτική των κρατών ήταν να θεωρούν κυρίαρχα χωρικά τους ύδατα αυτά που εκτείνονταν μέχρι τα τρία ναυτικά μίλια (περίπου 5,6 χλμ.) από τις ακτές. αυτό επειδή τόσο ήταν το βεληνεκές των κανονιών. Στη διακήρυξη της 28ης Σεπτεμβρίου 1945 ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.) Harry Truman εξέφρασε την ιδέα της επέκτασης της αρμοδιότητας του παράκτιου κράτους πέρα από τα παραδοσιακά χωρικά ύδατα.[4] Το 1947 η Χιλή και το Περού έγιναν τα πρώτα κράτη που ανακήρυξαν ναυτικές ζώνες 200 ναυτικών μιλίων (περίπου 370 χλμ.) από την στεριά. Η Χιλή χαρακτήριζε τη ζώνη αυτή ως ανταποκρινόμενη στην «υφαλοκρηπίδα» της,[5] ενώ το Περού τη δική του ως «ναυτική ζώνη κυριαρχικών δικαιωμάτων».[6]

Από τα παραπάνω, που αναφέρονται μονάχα ενδεικτικά μεταξύ πολλών άλλων παραδειγμάτων, προκύπτει ότι δεν υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 1950 μια ενιαία αντίληψη των κρατών ούτε για το χαρακτήρα, ούτε για την έκταση, ούτε για το εύρος των αρμοδιοτήτων που θα εξασκούσαν στο πλαίσιο μιας ζώνης που θα διεύρυνε την άσκηση της κυριαρχίας τους από την στεριά και τα παράλια, στη θάλασσα. Στα ζητήματα αυτά ήρθαν να δώσουν λύση οι τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1958 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Χαρακτηριστικά, στο Προοίμιο των Συμβάσεων αναφέρεται ως σκοπός τους η κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας, με παράλληλο όμως σεβασμό της διεθνούς επικοινωνίας και την αποφυγή των κλειστών θαλασσών. Παρ’όλη όμως την εισαγωγή σειράς επιτυχημένων ρυθμίσεων, το ζήτημα των χωρικών υδάτων έμεινε ανοικτό. Ενδεικτικό της διάστασης μεταξύ των κρατών στο θέμα αυτό είναι ότι προτάθηκαν συνολικά οκτώ διαφορετικές αποστάσεις, ενώ έντεκα κράτη δεν διευκρίνισαν ποτέ την άποψή τους.

  • Οι τέσσερις ζώνες που προβλέπει η Σ.Δ.Θ. 1982

Την έλλειψη αυτή, αλλά και άλλα μειονεκτήματα, ήρθε να αναπληρώσει και να διορθώσει η Σύμβαση του Montego Bay της Τζαμάικα του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ τη 16η Νοεμβρίου 1994, ένα έτος αφότου η Γουιάνα έγινε το 60ό κράτος που κατέθεσε στη Γραμματεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) το έγγραφο κύρωσής της. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (Σ.Δ.Θ. 1982) ρύθμισε μεγάλη σειρά σημαντικών θεμάτων, όπως η ναυσιπλοΐα, τα αρχιπελαγικά κράτη, τα καθεστώτα διέλευσης, η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, η επιστημονική έρευνα, αλλά και η εγκαθίδρυση μηχανισμού επίλυσης των αναφυομένων διαφορών, με την ίδρυση του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (Δ.Δ.Δ.Θ.).

Μερικές από τις πλέον σημαντικές ρυθμίσεις της Σ.Δ.Θ. 1982 ήταν αυτές που ξεκαθάριζαν τα χαρακτηριστικά των διαφορετικών ζωνών θαλάσσιας κυριαρχίας που ήδη από τις Συμβάσεις Δ.Θ. 1958 είχαν δημιουργηθεί. Η Σ.Δ.Θ. 1982 προβλέπει τέσσερις διαφορετικές ναυτικές ζώνες.[7] Μελετώντας τα σχετικά άρθρα της Σύμβασης, προκύπτει ότι οι ζώνες αυτές μπορούν να διακριθούν με βάση το είδος των δικαιωμάτων που μπορεί ένα κράτος να ασκήσει σε αυτές, τα επίπεδα της θάλασσας στα οποία εκτείνονται αυτά, και τέλος, την απόσταση από τις ακτές ως όριό τους.

Η πρώτη ζώνη ονομάζεται «χωρική θάλασσα», σε αυτήν το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα, με επιφυλάξεις υπέρ της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, ενώ τα δικαιώματα αυτά ασκούνται σε όλα τα επίπεδα της θάλασσας: την επιφάνειά της, το βυθό και το υπέδαφός της. ο υπερκείμενος εναέριος χώρος είναι και αυτός κομμάτι της χωρικής θάλασσας. Το κράτος έχει δικαίωμα να ορίσει τη χωρική του θάλασσα μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια (περίπου 22 χλμ.) από τις ακτές του.[8]

Η δεύτερη ζώνη καλείται «συνορεύουσα» και μπορεί να οριστεί μέχρι τα 24 ναυτικά μίλια (περίπου 44 χλμ.) από τις ακτές. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι επεκτείνει τα χωρικά ύδατα, αφού οι αρμοδιότητες του κράτους μέσα σε αυτή είναι σημαντικά περιορισμένες. Αυτές αφορούν την αποτροπή ή/και τον κολασμό παραβιάσεων τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών και υγειονομικών εθνικών διατάξεων, γεγονός που περιορίζει το πεδίο δράσης του παρακτίου κράτους στην επιφάνεια της θάλασσας.[9]

Η τρίτη ζώνη είναι το αντικείμενο της μελέτης, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (Α.Ο.Ζ.). Το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να την ορίσει μέχρι τα 200 ν.μ. (περ. 370 χλμ.) από τις ακτές του. Το κράτος μπορεί να δραστηριοποιηθεί μονάχα στα ύδατα μεταξύ της επιφάνειας και του βυθού, αλλά όχι στην ίδια την επιφάνεια της θάλασσας, στο βυθό, καθώς και στο υπέδαφος. Στα τμήματα όμως αυτά της θάλασσας μπορεί να αναπτύξει ευρείες δραστηριότητες, με κυριότερες την εξερεύνηση, την επιστημονική έρευνα, και κυρίως, την οικονομική εκμετάλλευση.[10]

Η τέταρτη ζώνη είναι κατ’αρχήν αυτή στην οποία εκτείνεται η υφαλοκρηπίδα. Λέμε «κατ’αρχήν» διότι ο κανόνας είναι ότι το κάθε κράτος μπορεί να εκμεταλλεύεται το βυθό και το υπέδαφος σε όλη την έκταση της υφαλοκρηπίδας που διαθέτει, μέχρι δηλαδή το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου.[11] Ο κανόνας αυτός υπόκειται σε έναν περιορισμό και μία εξαίρεση. Ο περιορισμός συνίσταται στο γεγονός ότι όταν ένα κράτος διαθέτει υφαλοκρηπίδα η οποία εκτείνεται πέρα από τα 350 ν.μ. (περ. 648 χλμ.) τότε μπορεί να ορίσει υφαλοκρηπίδα με την έννοια και τα δικαιώματα που η Σ.Δ.Θ. 1982 επάγεται μέχρι τα 350 ν.μ. Η εξαίρεση προκύπτει στην περίπτωση που ένα κράτος διαθέτει υφαλοκρηπίδα σε πλάτος μικρότερη των 200 ν.μ., οπότε έχει το δικαίωμα να ορίσει υφαλοκρηπίδα με τη νομική έννοια του όρου μέχρι τα 200 ν.μ. Η υφαλοκρηπίδα προσφέρεται και αυτή για εξερεύνηση, επιστημονική έρευνα, και, σημαντικότερο όλων, οικονομική εκμετάλλευση.[12]

  • Οι κυπριακές συμφωνίες για την οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ. της

Τη 17η Φεβρουαρίου 2003 η Κυπριακή Δημοκρατία συνήψε διεθνή Συμφωνία με την Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου για τη μεταξύ τους οριοθέτηση των Α.Ο.Ζ. τους.[13] Η συμφωνία αυτή στηρίζεται στο άρ. 74 της Σ.Δ.Θ. 1982, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη με έναντι ακτές, κατά τρόπο που έχει σαν αποτέλεσμα η μέγιστη δυνατή Α.Ο.Ζ. του ενός να επικαλύπτει αυτή του άλλου, οφείλουν να καθορίζουν το μεταξύ τους όριο των Α.Ο.Ζ. με διεθνή συμφωνία. Η συμφωνία αυτή πρέπει να σέβεται το διεθνές δίκαιο και να σκοπεύει την επίτευξη «δίκαιης» λύσης. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στο σημείο αυτό δεν είναι τόσο τα πιθανά ερμηνευτικά προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από την αναζήτηση «της» ή «μιας» «δίκαιης λύσης», όσο το περιεχόμενο που τα δύο κράτη έδωσαν στην έννοια αυτή. Σύμφωνα με το άρ. 1, παρ. α΄ της Συμφωνίας,[14] τα δύο κράτη ερμηνεύουν το άρ. 74 της Σύμβασης κατά τρόπο που τους οδηγεί να οριοθετήσουν μεταξύ τους τις Ζώνες με βάση την αρχή της μέσης γραμμής. Αυτό σημαίνει ότι οι Α.Ο.Ζ. των δύο κρατών εφάπτονται στα σημεία τα οποία απέχουν εξίσου από το κοντινότερο σημείο των γραμμών βάσης των δύο μερών.

Τον Ιανουάριο του 2007 η Κύπρος συνήψε διεθνή συμφωνία και με το Λίβανο για τη μεταξύ τους οριοθέτηση των Α.Ο.Ζ. Το κοινοβούλιο του Λιβάνου όμως δεν έχει κυρώσει τη συμφωνία αυτή μέχρι σήμερα.

Τη 17η Δεκεμβρίου 2010 η Κύπρος έφτασε σε διεθνή Συμφωνία και με το Ισραήλ για την οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ.[15] Για ακόμη μία φορά, οι δύο Α.Ο.Ζ. ορίστηκαν με βάση τη μέθοδο της μέσης γραμμής (άρ. 1, παρ. α΄ της Συμφωνίας). Στην περίπτωση αυτή τα δύο μέρη δεν αναφέρθηκαν ρητά στο άρ. 74 της Σύμβασης. Η Συμφωνία όμως δεν απομειώνει τη σημασία του κανόνα της μέσης γραμμής. Και αυτό διότι στο άρ. 1, παρ. ε΄ την αναγνωρίζει ως αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου.[16] Έτσι, η Συμφωνία αυτή εκφράζει την πάγια νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (Δ.Δ.Χ.), που έχει κρίνει τις διατάξεις περί Α.Ο.Ζ. της Σ.Δ.Θ. 1982 ως κωδικοποιητικές εθιμικού διεθνούς δικαίου, που έχει διαμορφωθεί από μακρόχρονη και επαναλαμβανόμενη πρακτική των κρατών.[17] Συνεπώς, η Κύπρος και το Ισραήλ δεν πρωτοτύπησαν, παρά εφάρμοσαν δίκαιο που θεωρούν δεσμευτικό.[18]

  • Η τουρκική αμφισβήτηση του κύρους των συμφωνιών

Προτού εξετασθούν τα επιχειρήματα που προβάλλει σχετικά η τουρκική πλευρά, πρέπει να αναφερθεί ότι η Τουρκική Δημοκρατία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σ.Δ.Θ. 1982. Αντίθετα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, το Ισραήλ και 164 ακόμα κράτη έχουν συμβληθεί στη Σ.Δ.Θ. 1982 και, με εξαίρεση το Λίβανο, την έχουν κυρώσει. Ο βασικότερος λόγος που η Τουρκία δεν έχει υπογράψει και κυρώσει τη Σύμβαση είναι η πρόβλεψη της διάταξης του άρ. 121, παρ. 2 αυτής, σύμφωνα με την οποία οι νήσοι έχουν τη δική τους χωρική θάλασσα, συνορεύουσα ζώνη, Α.Ο.Ζ. και υφαλοκρηπίδα, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τις ηπειρωτικές περιοχές.

Στις 2 Μαρτίου 2004 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα του Δικαίου της Θάλασσας (The Law of the Sea Bulletin, Ε.Δ.Θ., τεύχος 54) μια από τις πρώτες επίσημες καταγραφές σε διεθνές επίπεδο των τουρκικών ενστάσεων.[19] Σε αυτή την ανακοίνωση η Τουρκία εξέθεσε στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) αλλά και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας τους λόγους για τους οποίους ενίσταται στο περιεχόμενο της διεθνούς συμφωνίας που συνήφθη στις 17.2.2003 μεταξύ της Κύπρου και της Αιγύπτου για τον καθορισμό των Α.Ο.Ζ. τους.

Το πρώτο επιχείρημα της τουρκικής πλευράς ήταν ότι μέρος της Α.Ο.Ζ. που μοιράστηκαν τα δύο συμβαλλόμενα κράτη ανήκει στην Τουρκία. Η αξίωση αυτή στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία καθορίζει την Α.Ο.Ζ. της. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η τουρκική πλευρά θεωρεί πως τα νησιά δεν έχουν ίσο με τα ηπειρωτικά εδάφη δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες. Με βάση παλαιότερη τουρκική πρόταση, για να έχει ένα νησί ίση μεταχείριση με ηπειρωτικά εδάφη, θα πρέπει αυτό να αντιστοιχεί στο 10% τουλάχιστον της συνολικής έκτασης της χώρας στην οποία ανήκει. Έτσι, η Τουρκία θεωρεί πως το Καστελόριζο δεν έχει ούτε Α.Ο.Ζ. ούτε υφαλοκρηπίδα, με αποτέλεσμα η γείτονος χώρα να εμφανίζει στους δικούς της χάρτες την Α.Ο.Ζ. της να εφάπτεται όχι μόνο της ελληνικής και κυπριακής, μα και της αιγυπτιακής. Για το λόγο αυτό, οι Τούρκοι ζητούν την εφαρμογή της αρχής της ευθυδικίας, επιθυμούν δηλαδή να έρθουν σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο, ώστε να φτάσουν τα τέσσερα κράτη σε μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία για τα όρια των Α.Ο.Ζ. τους.

Το δεύτερο επιχείρημα της Τουρκίας κατά του κύρους της συμφωνίας Κύπρου και Αιγύπτου είναι ότι η πρώτη δεν είναι σε θέση να εκπροσωπήσει ολόκληρο τον κυπριακό λαό. Η κυπριακή κυβέρνηση χαρακτηρίζεται στο τουρκικό κείμενο ως «η ελληνοκυπριακή διοίκηση της νοτίου Κύπρου». Σύμφωνα με τη γείτονα χώρα, δεν υπάρχει στο νησί μία ενιαία αρχή η οποία να μπορεί νομικά ή πραγματικά να εκπροσωπήσει τόσο τους Ελληνοκυπρίους, όσο και τους Τουρκοκυπρίους.[20] Κατ’ουσία, οι Τούρκοι αμφισβητούν ότι η αρχή που υπογράφει τις συμφωνίες έχει τη νομική προσωπικότητα ενός κράτους. Συνεπώς, θεωρούν πως οι συμφωνίες είναι άκυρες και δεν δεσμεύουν τον κυπριακό λαό σαν σύνολο.

  • Η κυπριακή απάντηση

Στις 28 Δεκεμβρίου 2004 δημοσιεύθηκε στην Ε.Δ.Θ. ενημερωτικό σημείωμα της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με τις ενστάσεις που διατύπωσε η Τουρκία (τεύχος 57).[21] Στο σημείωμα αυτό γινόταν επίκληση τριών αντεπιχειρημάτων για κάθε τουρκική ένσταση. Όσον αφορά την πρώτη τουρκική ένσταση, το πρώτο αντεπιχείρημα της Κύπρου είναι ότι ο καθορισμός των Α.Ο.Ζ. στη συμφωνία με την Αίγυπτο έγινε με βάση τους κανόνες που θεσπίζει η Σ.Δ.Θ. 1982, καθώς και το σχετικό Εγχειρίδιο του Διεθνούς Υδρογραφικού Οργανισμού (International Hydrographic Organisation). Μάλιστα, η Κύπρος υπενθυμίζει πως η ίδια, η Αίγυπτος, 144 ακόμα κράτη (σήμερα ήδη 168), αλλά και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (σήμερα ήδη Ευρωπαϊκή Ένωση, Ε.Ε.) έχουν συμβληθεί στη Σύμβαση, ενώ η Τουρκία δεν το έχει κάνει μέχρι σήμερα. Έτσι, η κυπριακή πλευρά τονίζει την ασυνέπεια της τουρκικής, η οποία επικαλέστηκε την αρχή της ευθυδικίας, την οποία κατοχυρώνει στο πλαίσιο της Α.Ο.Ζ. το άρ. 59 της Σύμβασης. Συνεπώς, χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία συμβατικού και εθιμικού διεθνούς δικαίου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί η οριοθέτηση που έγινε ως παράνομη.

Το δεύτερο αντεπιχείρημα της κυπριακής πλευράς είναι ότι η οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ. με βάση τη συμφωνία είναι σχεδόν ταυτόσημη με τα όρια που είχε διακηρύξει η Κύπρος για την Α.Ο.Ζ. της με νόμο της 5ης Απριλίου 1974, ο οποίος μάλιστα είχε κατατεθεί και στην γραμματεία του Ο.Η.Ε.[22] Η Τουρκία όμως δεν είχε ενισταθεί τότε, γεγονός που σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή αποδοχή των ορίων που η Κύπρος ανακήρυξε για την Α.Ο.Ζ. της. Μάλιστα, η κυπριακή άποψη για την οριοθέτηση των Α.Ο.Ζ. της περιοχής είχε εκφραστεί με επίσημο τρόπο και με νόμο του Μαΐου 1993, ο οποίος είχε κατατεθεί και αυτός στην γραμματεία του Ο.Η.Ε.

Το τρίτο κυπριακό αντεπιχείρημα είναι ότι η τουρκική αξίωση στην κυπριακή και την αιγυπτιακή Α.Ο.Ζ. στηρίζεται στην αντίληψη της Τουρκίας ότι τα νησιά έχουν μειωμένη δυνατότητα σε θαλάσσιες ζώνες σε σχέση με τα ηπειρωτικά εδάφη. Η αντίληψη αυτή απορρίπτεται από τους Κυπρίους ως αντίθετη όχι μόνο στο άρ. 121, παρ. 2, σε συνδυασμό με τα άρ. 56 και 77 της Σ.Δ.Θ. 1982, αλλά και ως αντιβαίνουσα στο διεθνές εθιμικό δίκαιο που η διάταξη αυτή ενσωματώνει.[23] Πράγματι, πολύ πριν την υιοθέτηση της Σ.Δ.Θ. 1982, η Σύμβαση της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα του 1958 ερμηνευόταν από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου έτσι, ώστε η θαλάσσια ζώνη της υφαλοκρηπίδας να νοείται ως συνέχεια της ξηράς όχι μόνο των ηπειρωτικών εδαφών, αλλά και των νήσων.[24] Επίσης, το επιχείρημα αυτό επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του Δ.Δ.Χ. της 19ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση Νικαράγουα κ. Κολομβίας.[25] Σύμφωνα με τις παρ. 138 και 139 της απόφασης, το άρ. 121, παρ. 2 της Σ.Δ.Θ. 1982 ενσωματώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο.

Σχετικά με τη δεύτερη ένσταση της Τουρκίας, που επικαλείται την αδυναμία της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκπροσωπήσει το σύνολο του κυπριακού λαού, το πρώτο αντεπιχείρημα της Δημοκρατίας συνίσταται στην αναγνώρισή της από τη διεθνή κοινότητα. Πράγματι, η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) του Ο.Η.Ε., με το ψήφισμά της υπ’αριθμ. 3212 της 1ης Νοεμβρίου 1974, καλεί όλα τα κράτη του κόσμου να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να απέχουν από κάθε πράξη και παρέμβαση κατά αυτής.[26]

Η τουρκική πλευρά όμως, με τον χαρακτηρισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας ως «ελληνοκυπριακής διοίκησης της νοτίου Κύπρου», αναφέρεται και στο πραγματικό ζήτημα ότι ένα κομμάτι του κυπριακού λαού, οι Τουρκοκύπριοι, δεν εκφράζονται μέσα από την εκάστοτε κυβέρνηση. Το αντεπιχείρημα της Κύπρου εδώ βασίζεται σε δύο ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας (Σ.Α.) του Ο.Η.Ε. Σύμφωνα με το ψήφισμα 541 της 18ης Νοεμβρίου 1983, το Σ.Α. θεωρεί την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου (Τ.Δ.Β.Κ.) ως νομικά άκυρη και καλεί για την ανάκλησή της.[27] Γι’αυτό και καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίζουν κανένα άλλο κυπριακό κράτος, παρά την Κυπριακή Δημοκρατία. Τη θέση του αυτή επανέλαβε το Σ.Α. με το ψήφισμά του υπ’αριθμ. 550 της 11ης Μαΐου 1984.[28] Στη 2η παρ. το Σ.Α. καταδικάζει κάθε αποσχιστική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πρέσβεων μεταξύ της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, η οποία και χαρακτηρίζεται ως παράνομη. Στην 3η παρ. το Σ.Α. καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίζουν το φερόμενο «κράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου», ενώ στην 4η τα καλεί και πάλι να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος, το τρίτο αντεπιχείρημα της Κύπρου απέναντι στην τουρκική αμφισβήτηση της νομικής της προσωπικότητας είναι το γεγονός της ένταξής της ως κυριάρχου κράτους – μέλους στην Ε.Ε. Όντως, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο υπ’αριθμ. 10, που προσαρτάται στην Πράξη περί των όρων προσχώρησης 10 κρατών στην Ε.Ε. (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ε.Ε.Ε.Ε., L 236, 23.9.2003), η Κυπριακή Δημοκρατία εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί.[29] Σύμφωνα με το άρ. 1 του Πρωτοκόλλου, οι περιοχές στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο δεν εξαιρούνται της ένταξης στην Ε.Ε., ούτε της κατά τόπο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Απλά, η εφαρμογή του κεκτημένου αναστέλλεται σε αυτές μέχρι τη συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Μάλιστα, σύμφωνα με το προοίμιο του Πρωτοκόλλου, η Ε.Ε. δεσμεύεται να στηρίξει μια διευθέτηση σύμφωνη με τα παραπάνω ψηφίσματα του Σ.Α. του Ο.Η.Ε.

Αν και το παρόν κείμενο δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για μια διεξοδική παρουσίαση του ζητήματος, πρέπει να σχολιαστεί σε σχέση με τα παραπάνω ότι η αναγνώριση ενός κράτους από ένα άλλο ή από μερικά άλλα δεν είναι απαραίτητα καθοριστική για να κριθεί αν αυτό έχει ή όχι νομική προσωπικότητα. Μάλιστα, η πλειοψηφία των θεωρητικών του διεθνούς δικαίου συμφωνεί πως από τη δογματική του δικαίου αυτού και την πρακτική των κρατών προκύπτει ότι η αναγνώριση ενός κράτους από ένα άλλο είναι μία πράξη κατ’αρχήν πολιτική και όχι νομική. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, θα ήταν αντίθετο με την έννοια της αρχής της ισοδύναμης κυριαρχίας των κρατών να απαιτείται η αναγνώριση ενός κράτους από τα υπόλοιπα για να μπορεί αυτό να φέρει δική του νομική προσωπικότητα. Επίσης, η κριτική που ασκείται στη μειοψηφούσα γνώμη, η οποία θεωρεί μια τέτοια αναγνώριση αναγκαία, δίκαια διατυπώνει εύλογες απορίες, όπως: πόσα κράτη πρέπει να αναγνωρίσουν ένα καθεστώς για να αποκτήσει αυτό το status του κράτους; Ή, η αναγνώριση αυτή θα παράγει τα αποτελέσματά της έναντι όλων των κρατών της διεθνούς κοινότητας, ή μονάχα έναντι των κρατών που αναγνωρίζουν;[30] Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως πέρα από την προβληματική αυτή, η αναγνώριση ενός κράτους από άλλα έχει σημαντικές συνέπειες, αφού του δίνει θέση στη διεθνή κοινότητα, ευκαιρία να συνδιαλλαγεί με τα υπόλοιπα, αλλά και να ενισχύσει τη θέση του έναντι άλλων καθεστώτων ή και κρατών. Συνεπώς, οι παραπάνω νομικές πράξεις είναι ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ της κυπριακής πλευράς και κατά των τουρκικών θέσεων.

Συνεπώς, με βάση τα προαναφερθέντα, η Κύπρος έχει νομική προσωπικότητα και είναι το μόνο κράτος που μπορεί να εκπροσωπήσει και να δεσμεύσει το νησί και το λαό του ενώπιον της διεθνούς κοινότητας και έναντι των άλλων κρατών.

  • Γιατί η αντιπαράθεση Κύπρου – Τουρκίας αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Η παραπάνω αντιπαράθεση Κύπρου και Τουρκίας δεν αφήνει, για προφανείς εθνικούς, ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους, αδιάφορη την Ελληνική Δημοκρατία. Η διαμάχη αυτή αφορά την Ελλάδα με τρεις βασικούς τρόπους.

Αρχικά, δεν είναι τυχαίο ότι η τουρκική πλευρά χαρακτηρίζει στο ενημερωτικό της σημείωμα τη διοίκηση της νοτίου Κύπρου ως «ελληνοκυπριακή», και όχι, για παράδειγμα, απλά «νοτιοκυπριακή». Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται βασικά με δύο σκοπιμότητες. Η πρώτη από αυτές είναι να καταδειχθεί ότι στη Μεγαλόνησο συμβιώνουν δύο διαφορετικοί λαοί, ο ελληνοκυπριακός και ο τουρκοκυπριακός. Με βάση αυτή τη διάκριση, η γείτονος χώρα προσπαθεί να προωθήσει τη λύση είτε της αναγνώρισης ενός δεύτερου κράτους στο νησί, ώστε να εκπροσωπείται και ο τουρκοκυπριακός λαός στη διεθνή κοινότητα, με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης, είτε της δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού κράτους, είτε ακόμα της ένωσης του βορείου μέρους του νησιού με το εθνικό τους κράτος, την Τουρκία. Η δεύτερη σκοπιμότητα συνίσταται στο να καταδειχθεί πως το καθεστώς της νοτίου Κύπρου είναι αποτέλεσμα ανάμιξης και ποδηγέτησης εκ μέρους του ελληνικού κράτους, γι’αυτό και απονομιμοποιείται ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.[31]

Έπειτα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και η Ελλάδα ακολούθησε με δικό της ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ίδιο τεύχος της Ε.Δ.Θ. με αυτό της Κύπρου.[32] Παρ’όλα αυτά, η παρέμβαση αυτή του ελληνικού κράτους δεν είχε σαν μόνο σκοπό την στήριξη του κυπριακού, αλλά χρησιμοποίησε σαν αφορμή την φράση του τουρκικού σημειώματος πως η λύση πρέπει να βρεθεί με «συμφωνία μεταξύ των σχετιζόμενων κρατών της περιοχής και με βάση την αρχή της ευθυδικίας», για να επαναλάβει τη μόνιμη θέση της πως η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Α.Ο.Ζ. μεταξύ κρατών με έναντι ακτές πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της μέσης γραμμής. Έτσι, με αφορμή την ένσταση των Τούρκων στην οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ. μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου, η Ελλάδα βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει επίσημα για ακόμη μία φορά την αντίληψή της σχετικά με ένα ζήτημα που την αφορά άμεσα στο πλαίσιο των σχέσεών της με τη γείτονα χώρα, και το οποίο θα εξεταστεί αμέσως παρακάτω.

Παραπάνω αναφέρθηκε ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σ.Δ.Θ. 1982 και πως ο βασικότερος λόγος για αυτό είναι η διάταξη του άρ. 121, παρ. 2. Παρ’όλο που η Τουρκία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη Σ.Δ.Θ. 1982, δεν την υπέγραψε ούτε την κύρωσε, κυρίως λόγω της διαμάχης της με την Ελλάδα σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα στο χώρο του Αιγαίου Πελάγους. Η τουρκική οπτική στο ζήτημα είναι ότι οι διατάξεις των άρ. 3, 33 και 121 θέτουν σε κίνδυνο ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο.

Η ελληνική θέση στο ζήτημα είναι ότι τα νησιά δικαιούνται τη δική τους υφαλοκρηπίδα και Α.Ο.Ζ., όπως προβλέπεται στο άρ. 121 της Σ.Δ.Θ. 1982, αλλά και όπως προβλεπόταν στο άρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα του 1958.[33] Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, πλήρης δυνατότητα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες θα είχε σαν αποτέλεσμα το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του Αιγαίου να είναι ελληνικό. Ειδικά η εφαρμογή της αρχής της μέσης γραμμής μεταξύ των ανατολικότερων ελληνικών νησιών και της ακτογραμμής της Ανατολίας θα άφηνε την Τουρκία με μόλις μια στενή λωρίδα υφαλοκρηπίδας και Α.Ο.Ζ. παράλληλα προς την τουρκική ακτογραμμή.

Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, η οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων στο Αιγαίο θα πρέπει να βασιστεί στις αρχές της ευθυδικίας, ώστε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις στο Αιγαίο Πέλαγος, ειδικά το γεγονός ότι τα ανατολικότερα ελληνικά νησιά βρίσκονται πολύ κοντά στην ηπειρωτική Τουρκία. Η Τουρκία έχει υποστηρίξει πως τα νησιά αυτά είναι συνέχεια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, αφού συνιστούν φυσική προέκταση του ορεινού όγκου της Ανατολίας, και συνεπώς δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα. Συνεπώς, η Τουρκία έχει προτείνει ότι η μέση γραμμή που θα οριοθετεί τις υφαλοκρηπίδες και τις Α.Ο.Ζ. των δύο χωρών θα πρέπει να χαραχτεί στο μέσον μεταξύ των ηπειρωτικών ακτών, με εξαίρεση τα χωρικά ύδατα των ανατολικότερων ελληνικών νησιών, που θα παραμείνουν θύλακες εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας και Α.Ο.Ζ.[34]

Τέλος, υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών για τη Σ.Δ.Θ. 1982, η Τουρκία είχε επίσης αντιτείνει ότι ένα νησί δε θα πρέπει να κατέχει δική του ζώνη οικονομικής αξίας, όπως η υφαλοκρηπίδα ή η Α.Ο.Ζ., εάν η έκτασή του ήταν μικρότερη από το ένα δέκατο της συνολικής έκτασης του κράτους στο οποίο ανήκει ή εάν βρίσκεται στην υφαλοκρηπίδα ενός άλλου κράτους. Καμία από αυτές τις προτάσεις όμως δεν βρήκε αρκετή απήχηση στο συνέδριο ώστε να συμπεριληφθεί στη Σύμβαση.[35]

Καταληκτικά, ο γράφων θα ήθελε να εκφράσει την άποψη πως από την οπτική του διεθνούς δικαίου, η κυπριακή επιχειρηματολογία είναι όχι απλά ορθότερη, αλλά η μόνη ορθή. Πρώτα, διότι είναι ασυνεπές να επικαλείται μια χώρα που δεν έχει συμβληθεί στη Σ.Δ.Θ. 1982 την αρχή της ευθυδικίας, που κατοχυρώνεται, έστω και κωδικοποιητικά, από αυτήν. Δεύτερον, επειδή όντως η ένσταση της Τουρκίας δεν είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας θέσης. Η ένσταση αυτή είναι αποτέλεσμα της συγκυρίας των τελευταίων ετών, οπότε και ανακαλύφθηκαν ενεργειακά αποθέματα σημαντικής οικονομικής αξίας στο θαλάσσιο χώρο της Κύπρου. Τρίτον, η αντίληψη περί μειωμένης δυνατότητας των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες είναι παράνομη, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τις τουρκοκυπριακές, όσο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό η επιστημονική συνέπεια επιτάσσει να αναφερθεί ότι σημαντικό επιχείρημα της τουρκικής πλευράς συνιστούν διάφορες αποφάσεις του Δ.Δ.Χ. και άλλων διαιτητικών δικαστηρίων που αποδέχονται τη θυσία του δικαιώματος των νήσων σε θαλάσσιες ζώνες για χάρη της επίτευξης μιας συμβιβαστικής, αποτελεσματικής και ειρηνοποιού λύσης.[36] Όμως, η γείτονος χώρα δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις που οδήγησαν σε αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες δεν μπορεί να συναχθεί δίχως άλλο πως συντρέχουν και στην κυπριακή ή την ελληνική περίπτωση. Τέλος, η άρνηση της νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι όχι μόνο νομικά αβάσιμη, αλλά σε τελευταία ανάλυση εκτός τόπου και χρόνου, αφού η Κύπρος είναι μέλος πλειάδας διεθνών οργανισμών και εκπροσωπείται σε πλήθος φορέων. Ειδικά η τελευταία αυτή θέση δείχνει, κατά την άποψη του γράφοντος, κακή πίστη και έλλειψη βούλησης προς την κατεύθυνση της λύσης όχι μόνο του προβλήματος της οικονομικής εκμετάλλευσης της κυπριακής Α.Ο.Ζ., αλλά και του προβλήματος του διαμελισμού της Μεγαλονήσου, όπως και έλλειψη θέλησης για βελτίωση και πλήρη εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

 

       2. Η έκρυθμη κατάσταση στο Αιγαίο

Toυ Γιάννη Χουλιάρα

Το Αιγαίο Πέλαγος αποτελεί το μήλο της έριδος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες. Η αμφισβήτηση εκ μέρους της Τουρκίας των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων άρχισε να παίρνει όλο και πιο σημαντικές διαστάσεις από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και έπειτα. Κεντρικά ζητήματα ήταν και παραμένουν τα στενά συνδεόμενα μεταξύ τους ζητήματα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, της εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας, του εύρους του εθνικού εναέριου χώρου και του χώρου έρευνας και διάσωσης.  Από την κρίση των Ιμίων (1996) και έπειτα, η Τουρκία έχει θέσει το ζήτημα της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών», ως μια σειρά νησιών και βραχονησίδων υπό καθεστώς αδιευκρίνιστης κυριότητας, τα οποία όμως θεωρούνται από την Ελλάδα ως αναπόσπαστο κομμάτι της περιφέρειάς της[37]. Οι συναντήσεις,  συνομιλίες και διαπραγματεύσεις  μεταξύ των δύο χωρών μέχρι και σήμερα δεν έχουν επιφέρει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι τα δύο κράτη θεωρούν πως διακυβεύονται ζωτικά εθνικά τους συμφέροντα[38].

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία, τον Ιούλιο του 2016, παρατηρήθηκε μια ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών, οι οποίες ανέκαθεν χαρακτηρίζονταν από αμοιβαία καχυποψία, στην καλύτερη περίπτωση. Η παροχή ασύλου εκ μέρους της Ελλάδας σε Τούρκους στρατιωτικούς, καταζητούμενους στην Τουρκία για συμμετοχή στο πραξικόπημα, προκάλεσε έναν πρωτοφανή πόλεμο δηλώσεων, καθώς Τούρκοι πολιτικοί και αξιωματούχοι άρχισαν, με δημόσιες δηλώσεις τους, να αμφισβητούν ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνο), επιμένοντας στο επιχείρημα περί «γκρίζων ζωνών» και επεκτείνοντάς ορισμένες φορές σε σημείο που να γίνεται λόγος για «παράνομη κατοχή τουρκικών νησιών» από την Ελλάδα, κάνοντας λόγο ακόμη και για ανάγκη «επανάκτησής τους». Αυτό προκάλεσε εξίσου εμπρηστικές δηλώσεις Ελλήνων αξιωματούχων, ώστε να κυριαρχεί πλέον η αίσθηση πως μια ενδεχόμενη στρατιωτική σύγκρουση είναι ένα αρκετά πιθανό ενδεχόμενο.  Σε πιο μετριοπαθή (για αυτά τα δεδομένα) τόνο, διάφοροι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έθεσαν θέμα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία καθόρισε τα ελληνοτουρκικά σύνορα και τα θέματα του Αιγαίου το 1923. Οι δηλώσεις συνοδεύτηκαν από πράξεις παραβίασης των θαλάσσιων και εναέριων συνόρων. Στις 6 Δεκεμβρίου 2017 ο Ερντογάν επισκέφθηκε την Ελλάδα και συναντήθηκε με την ελληνική κυβέρνηση. Παρά τις ελπίδες για εκτόνωση της κρίσης, η συνάντηση χαρακτηρίστηκε από ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ ως διπλωματική ήττα της Ελλάδας, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος ανακοίνωσε για μία ακόμη φορά την ανάγκη «επικαιροποίησης» της συνθήκης της Λωζάνης, αμφισβητώντας εκ νέου την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο. Σε κάθε περίπτωση, η επίσκεψη Ερντογάν δεν επέφερε κάποια λύση και η ένταση συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς έως σήμερα[39]. Σύμφωνα με  στατιστικά στοιχεία του ελληνικού ΓΕΕΘΑ, οι τουρκικές παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων και εθνικού εναέριου χώρου το 2017 έφτασαν τις 1998 και 3317 αντίστοιχα[40].

Η κατάσταση στο Αιγαίο τους τελευταίους πέντε μήνες, από την επίσκεψη Ερντογάν μέχρι και σήμερα, δεν δίνει ελπίδες για μια πιθανή αποκλιμάκωση της σύγκρουσης. Στις 28 Ιανουαρίου, τουρκικά πλοία επιχείρησαν να εμποδίσουν τον Υπουργό Άμυνας της Ελλάδας, Πάνο Καμμένο, να ρίξει στεφάνι στην περιοχή όπου τρεις Έλληνες αξιωματικοί, κατά τη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων, έχασαν την ζωή τους από την πτώση του ελικοπτέρου τους, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε πως φρουρούσε το μέρος, χαρακτηρίζοντάς το «τουρκικά χωρικά ύδατα”. Στις 12 Φεβρουαρίου, σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής, με επικίνδυνους ελιγμούς, εμβόλισε το πλοίο «Γαύδος» του ελληνικού Λιμενικού κοντά στα Ίμια. Τα μέλη του πληρώματος του ελληνικού πλοίου ανέφεραν πως επρόκειτο για εσκεμμένη ενέργεια της τουρκικής πλευράς, εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων (τα οποία αμφισβητούνται από την Τουρκία). Στις 6 Απριλίου ελληνικά F-16 αναχαίτισαν τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος (drone) τύπου UAV ANKA πάνω από τη Ρόδο. Στις 16 Απριλίου, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπιναλί Γιλντιρίμ ανακοίνωσε πως η τουρκική ακτοφυλακή κατέβασε την ελληνική σημαία από την βραχονησίδα «Ανθρωποφάς» (η οποία επίσης θεωρείται μία εκ των αμφισβητούμενης κυριότητας νησίδων από την Τουρκία). Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε το περιστατικό σε συνέντευξή του πέντε μέρες αργότερα, αν και οι ελληνικές αρχές το διέψευσαν. Στις 17 Απριλίου δύο τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη παρενόχλησαν, πάνω από τα Δωδεκάνησα, το ελικόπτερο που μετέφερε τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Στις 18 Απριλίου, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών  υποστήριξε πως «Οι βράχοι των Ιμίων, τα χωρικά τους ύδατα και ο εναέριος χώρος τους είναι αποκλειστικά υπό την τουρκική κυριαρχία», μετά από δημοσίευση αρνητικής για την Τουρκία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[41]. Τα περιστατικά αυτά αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος μιας σύγκρουσης που έχει χαρακτηριστεί «ακήρυχτος πόλεμος του Αιγαίου».

Οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από σκάφη της τουρκικής Αεροπορίας, φαινόμενο συνηθισμένο και κατά τα παλαιότερα έτη, έχουν επίσης λάβει επικίνδυνες διαστάσεις από το 2017. Ενδεικτικά αναφέρονται τα μέχρι τώρα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ: 353 παραβιάσεις τον Ιανουάριο, 377 τον Φεβρουάριο, 190 τον Μάρτιο και 280 τον Απρίλιο (σύνολο 1200 παραβιάσεις ΕΕΧ και 470 παραβιάσεις ΕΧΥ)[42]. Στις 12 Απριλίου, ελληνικό αεροσκάφος τύπου Mirage 2000-5 κατέπεσε στη θάλασσα, κατά την επιστροφή του από επιχείρηση αναχαίτισης τουρκικών μαχητικών, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του ο πιλότος Γιώργος Μπαλταδώρος. Οι παραβιάσεις αυτές έχουν καταστεί ουσιαστικά καθημερινή υπόθεση.

Το πρόβλημα των μεγάλων προσφυγικών ροών από τη Συρία και άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής με προορισμό την Ευρώπη και ενδιάμεσο σταθμό την Τουρκία, έχει δημιουργήσει μία ακόμη ελληνοτουρκική εστία ανάφλεξης. Ο τεράστιος αριθμός αφίξεων προσφύγων από την Τουρκία στην Ελλάδα μέσω του Αιγαίου οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας  τον Μάρτιο του 2016 και την δραστηριοποίηση της FRONTEX στο Αιγαίο, καθώς και την δραστηριοποίηση του ΝΑΤΟ τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους[43]. Το σχέδιο προέβλεπε κοινές ναυτικές περιπολίες Ελλάδας και Τουρκίας. Παρά το ότι ορίζονταν πως το κάθε κράτος θα διεξήγαγε περιπολίες μόνο στα δικά του χωρικά ύδατα, από την ελληνική πλευρά υπήρχε έντονος ο φόβος πως θα δινόταν εκ νέου στην Τουρκία η αφορμή να αμφισβητήσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα[44]. Η συμφωνία  ΕΕ – Τουρκίας και η παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο είχαν θετικά αποτελέσματα, καθώς οι αφίξεις προσφύγων μειώθηκαν δραστικά από τα τέλη του καλοκαιριού του 2016. Ωστόσο, η επιδείνωση στις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την ΕΕ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα προκάλεσε τριγμούς στην συμφωνία, καθώς η Τουρκία απαίτησε την αποχώρηση του ΝΑΤΟ από το Αιγαίο τον Οκτώβριο, με το επιχείρημα πως η παρουσία του «δεν ήταν πλέον απαραίτητη». Επίσης, λόγω και των άλλων ανοιχτών ζητημάτων με την Ελλάδα και την ΕΕ, όπως τη μη έκδοση των Τούρκων στρατιωτικών από τις ελληνικές αρχές και την απροθυμία των ευρωπαϊκών κρατών να εκπληρώσουν υποσχέσεις τους προς την Τουρκία, όπως την παροχή βίζας σε Τούρκους πολίτες, διατυπώθηκαν απειλές (άμεσα και έμμεσα) εκ μέρους της Τουρκίας για ακύρωση της συμφωνίας, με δραματικές συνέπειες τόσο για την Ευρώπη, όσο και για την Ελλάδα. Εντούτοις, η συμφωνία παραμένει σε ισχύ[45]. Τα πρόσφατα γεγονότα όμως είναι και εδώ ανησυχητικά. Στις 2 Μαΐου η FRONTEX ανακοίνωσε πως «οι αφίξεις μεταναστών στα ελληνικά νησιά από την Τουρκία έχουν αυξηθεί κατά 17% τις τελευταίες τέσσερις με πέντε εβδομάδες». Στις 13 Μαΐου η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX με την οποία δέσμευσε μεγάλο μέρος του Αιγαίου για την άσκηση έρευνας και διάσωσης «Θαλάσσιος Λέων», η οποία ακολουθήθηκε από την άσκηση «Λευκή Καταιγίδα».

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν πως η ένταση στο Αιγαίο είναι σε επικίνδυνα υψηλό σημείο. Φόβος της Ελλάδας είναι πως οι τουρκικές ενέργειες (τις οποίες θεωρεί ως απροκάλυπτο ιμπεριαλισμό εκ μέρους της Τουρκίας) έχουν ως στόχο την de facto δημιουργία και αποδοχή από την Ελλάδα, αλλά και από τις υπόλοιπες δυνάμεις, των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, κάτι που θα έθετε οριστικό τέλος στον στόχο της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών υδάτων και οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και θα αποτελούσε στην ουσία το πρώτο βήμα για την τουρκική κυριαρχία στην περιοχή. Η Τουρκία από την πλευρά της θεωρεί το Αιγαίο ως τομέα υψίστης στρατηγικής σημασίας για τα συμφέροντά της και με τις ενέργειές της δείχνει πως είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για την εξασφάλιση της κυριαρχίας της στην περιοχή[46]. Η ειδική γεωγραφία του Αιγαίου και η ύπαρξη μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου εξηγεί εν πολλοίς την υψηλή γεωπολιτική σημασία που δίνει η Τουρκία στα ζητήματα αυτά, τα οποία για πολλά χρόνια η ελληνική πολιτική ηγεσία και η κοινή γνώμη θεωρούσαν κυρίως νομικής φύσεως[47]. Η Τουρκία κατέχει επίσης το διπλωματικό «χαρτί» του προσφυγικού ζητήματος, στο οποίο η ελληνική θέση είναι εξαιρετικά επισφαλής, καθώς σε μια υποθετική ρήξη των σχέσεων με την ΕΕ θα μπορούσε να εγκαταλείψει την συμφωνία, σενάριο καταστροφικό για την Ελλάδα, της οποίας πολλά νησιά στο Αιγαίο αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα λόγω του τεράστιου αριθμού προσφύγων που φιλοξενούνται. Η εσωτερικά και εξωτερικά επισφαλής θέση της Τουρκίας, λόγω της πολιτικής αστάθειας και της εμπλοκής της στη Συρία και το Ιράκ, εντείνει ακόμη περισσότερο το κλίμα φόβου και ανασφάλειας. Ιδιαίτερη δυσαρέσκεια προκάλεσε στην Ελλάδα η δήλωση του Γ.Γ του NATO τον Απρίλιο πως η συμμαχία δεν εμπλέκεται στις ελληνοτουρκικές διαφορές, δήλωση ενδεικτική της δύσκολης θέσης στην οποία ανέκαθεν έφερνε η κατάσταση αυτή την ευρωατλαντική συμμαχία.

Εν κατακλείδι, το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών είναι εξαιρετικά αβέβαιο. Το Αιγαίο είναι αυτή τη στιγμή μία από τις πιο στρατιωτικοποιημένες θάλασσες διεθνώς. Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο η επόμενη προκλητική κίνηση της Τουρκίας ή της Ελλάδας να πυροδοτήσει πολύ σοβαρότερη κρίση και να οδηγήσει ακόμη και σε μια (μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας) στρατιωτική σύγκρουση. Η ισορροπία στην περιοχή δείχνει να είναι εξαιρετικά εύθραυστη και μένει ανοικτό το ερώτημα αν και πόσο θα μπορέσει να διατηρηθεί, εν όψει και των επερχόμενων εκλογών στην Τουρκία.

 

           3. Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας υπό το καθεστώς Ερντογάν

Της Κλειούς Λαγκαδιανού

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 16ης Απριλίου του 2017 και η κυριαρχία πλέον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας άνοιξαν τον δρόμο για την προσπάθεια δημιουργίας μιας «Νέας Τουρκίας», στηριζόμενης όχι στις κεμαλικές αρχές ,ως είθισται, αλλά  στην πίστη ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία δύναται να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο για την επιτυχία της προσπάθειας αυτής. Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Ερντογάν σε ομιλία του στην Καβάλα το 2013, η Τουρκία ως κληρονόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οφείλει να διαφυλάξει και να συνεχίσει αυτή την κληρονομιά, μια κληρονομιά με χρέος την πνευματική καλλιέργεια των πολιτών τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της.

Ενώ όμως ο «νέος» αυτός προσανατολισμός έχει αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας απέναντι σε άλλες χώρες όπως η Συρία, η στρατηγική της χώρας απέναντι στην Ελλάδας παραμένει σταθερή από το 1974 μέχρι και σήμερα.

Η πολιτική αυτή ως επί το πλείστον επικεντρώνεται στην επιδίωξη εδραίωσης «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο και την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών της, με σκοπό την απόκτηση κυριαρχικών εδαφικών δικαιωμάτων επί αυτών στη διάρκεια των χρόνων. Απτά παραδείγματα αυτής της πρακτικής αποτελούν η σύσταση της 4ης στρατιάς[48], ή αλλιώς «Στρατιάς του Αιγαίου»[49] [50], ο εμβολισμός ελληνικών σκαφών[51] καθώς και η διατύπωση προκλητικών δηλώσεων από τον Ερντογάν με στόχο την καλλιέργεια της πεποίθησης στον τουρκικό λαό ότι τα εδάφη αυτά είναι τουρκικά καλλιεργώντας με τον τρόπο αυτό το μίσος ανάμεσα στις δυο χώρες[52]. Η ελληνική επιχειρηματολογία απέναντι στις διαβουλεύσεις αυτές στηρίζεται στις διεθνείς συνθήκες των ετών 1923,1932 και 1947 (Λοζάνη, συνθήκη του Ιανουαρίου του 1932 και συμπληρωματική συμφωνία/πρακτικό του Δεκεμβρίου του 1932, συνθήκη ειρήνης των Παρισίων).

Η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας όμως δυστυχώς δεν περιορίζεται στο Αιγαίο, έχει επεκταθεί και στη Θράκη. Πρόσφατα ο Ερντογάν αμφισβήτησε δημόσια την Συνθήκη της Λοζάνης μέσω αναφοράς του σε τουρκική και όχι μουσουλμανική, όπως ορίζει το επίσημο κείμενο της Συνθήκης του 1923. Με αυτή του την πρακτική, όπως φαίνεται, ο Ερντογάν επιδιώκει την αναζωπύρωση των αισθημάτων στην Θράκη ώστε σε βάθος χρόνου να επιτευχθεί η διείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο[53].

Τέλος υψίστης σημασίας ζήτημα αποτελεί και η υπόθεση των 8 Τούρκων στρατιωτικών[54], που ζήτησαν άσυλο στην Ελλάδα το 2016 μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Η απόφαση μη έκδοσης τους από τον Άρειο Πάγο αποδοκιμάστηκε από την τουρκική κυβέρνηση, η οποία μάλιστα παράλληλα έφερε στο προσκήνιο την επαναφορά της θανατικής ποινής για την επίλυση του ζητήματος των πραξικοπηματιών του 2016[55]8, κάτι φυσικά αντιθετο στις αρχές του διεθνούς δικαίου. Ως αντίδραση στην παραπάνω άρνηση έκδοσης των 8 Τούρκων πραξικοπηματιών από την ελληνική δικαιοσύνη φαίνεται ότι έλαβε χώρα και η σύλληψη χωρίς ακριβές κατηγορητήριο και των δύο Ελλήνων από Τούρκους στρατιωτικούς στον Έβρο.

 

         4. Ο ρόλος της ΕΕ στις σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας

Του Ορέστη Μάτσα

Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Τουρκίας, παρατηρούμε μια μακρόχρονη προσπάθεια συνεργασίας των δύο μερών. [56]Αρχής γενομένης από το 1963 με την υπογραφή της Συνθήκης της Άγκυρας, επισημοποιείται η συνεργασία της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Στη συνέχεια το 1987, η Τουρκία υποβάλλει αίτηση πλήρους προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ενώ το 1996 ενεργοποιείται η ένταξη της Τουρκίας στην Τελωνειακή Ένωση ως αποτέλεσμα της Συνθήκης της Άγκυρας. Το 1999 αποδίδεται στη Τουρκία ο τίτλος της υποψήφιας χώρας προς ένταξη στην ΕΕ Τέλος το 2005 οριοθετείται το πλαίσιο διαπραγμάτευσης και εκκινούν επίσημα οι διμερείς συζητήσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση.

  • Πλαίσιο συνεργασίας

[57]Στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών έχουν ανοιχτεί συνολικά δεκαέξι κεφάλαια προαπαιτούμενων, ενώ ένα εξ αυτών έχει αρχειοθετηθεί προσωρινά. Καταγράφεται υψηλή συνεργασία ΕΕ – Τουρκίας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος όπως είναι η εξωτερική πολιτική αλλά και η πολιτική ασφάλειας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κατά το 2017 και το 2018 έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές συναντήσεις τόσο σε επίπεδο ηγετών όσο και σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο, με σκοπό τη χάραξη κοινής πολιτικής σε κρίσιμα ζητήματα.

[58]Τα σημαντικότερα ζητήματα στα οποία παρατηρείτε ουσιαστική συνεργασία, είναι η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η πολιτική και κοινωνική αστάθεια  που επικρατεί στην γειτονική περιοχή (Συρία, Λιβύη, Ιράκ), αποτελεί κύρια πηγή προβληματισμού τόσο για τα κράτη μέλη της ΕΕ, όσο και για την Τουρκία. Η εμπόλεμη κατάσταση της Συρίας, έχει προκαλέσει ογκώδεις προσφυγικές ροές προς τον Ευρωπαϊκό χώρο. Δεδομένης της ανεξέλεγκτης κατάστασης στο Αιγαίο, όπου η άτακτη και επικίνδυνη διακίνηση εκατομμυρίων προσφύγων κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, κρίθηκε επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ενός κοινού προγράμματος αντιμετώπισης του ζητήματος. Από τον Μάρτη του 2016 μέχρι σήμερα η Τουρκία με συγχρηματοδότηση από την ΕΕ έχει προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια και υποστήριξη σε περισσότερους από 3,5 εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία και 365 χιλιάδες από άλλες περιοχές. Το συνολικό ποσό χρηματοδότησης για τις δράσεις αυτές ανέρχεται στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η συνεργασία ΕΕ – Τουρκίας εκτείνεται και πέρα από τα ζήτημα ασφάλειας και καταστολής της προσφυγικής κρίσης. Σε ζητήματα ενέργειας, μεταφορών, οικονομίας και εμπορίου έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια. Επίσης στο τέλος του 2016 έχει υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή επιτροπή πρόταση για διεύρυνση και εκσυγχρονισμό την υφιστάμενης Τελωνειακής Ένωσης.

  • Προβληματισμοί ΕΕ για το εσωτερικό της Τουρκίας

Ωστόσο, η κοινή γεωγραφική ταυτότητα εν αρχή και η συνεργασία στα διάφορα επίπεδα (προσφυγικό, τρομοκρατία, οικονομία) εν συνεχεία, δε θα μπορούσαν να αποτελέσουν συνθήκες επαρκείς  για την πλήρη σύγκλιση των δυο μερών. Παρόλο που η επίσημη θέση της Τουρκίας φέρεται ακόμα και σήμερα να παραμένει σταθερή ως προς την επιθυμία της για ένταξη στην ΕΕ, αυτό δεν επιβεβαιώνεται και από τη στάση που κρατά σε κρίσιμα ζητήματα.

Στον απόηχο του πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης Erdoğan από ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού στρατού, το καλοκαίρι του 2016, η Τουρκία έχει προσχωρήσει σε μια σειρά πολιτικών συμπεριφορών στο εσωτερικό της, οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με τις βασικές αρχές της ΕΕ. [59]Τόσο ο θεσμός της ΕΕ, όσο και τα κράτη-μέλη της, καταδίκασαν από την πρώτη στιγμή και σε όλους τους τόνους την προσπάθεια υπονόμευσης της δημοκρατίας δια του πραξικοπήματος. Ωστόσο δεν παρέλειψαν να επιστήσουν τη προσοχή στη κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριζόταν την αποκατάσταση της ομαλότητας στη χώρα.

Οι ανησυχίες της ΕΕ επαληθεύτηκαν. Έκτοτε μέχρι και σήμερα με προκάλυμμα την καταστολή της τρομοκρατίας και στοχοποιώντας το κίνημα Gulen ως βασικό υποκινητή του αποτυχημένου πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση έθεσε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης λαμβάνοντας μέτρα που κινούνται στα όρια του αυταρχισμού. Με 31 διατάγματα να τίθενται και να βρίσκονται ακόμα σε ισχύ, χωρίς να έχουν περάσει από επιμελή έλεγχο του κοινοβουλίου η Τουρκία φέρεται να καταπατά θεμελιώδη αστικά και πολιτικά δικαιώματα, όπως για παράδειγμα αυτό της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι.

[60]Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι απο τη μέρα του πραξικοπήματος 150 χιλιάδες άνθρωποι έχουν τεθεί υπό περιορισμό, 78 χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, ενώ συνολικά 110 χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι έχουν απολέσει την εργασία τους. Στις διαδικασίες αυτές έχουν εντοπιστεί μια σειρά παρατυπιών, που κάθε άλλο παρά σε αρμονία βρίσκονται με τη θεώρηση για το κράτος δικαίου της ΕΕ. Στον καταιγισμό των συλλήψεων και της στοχοποίησης, από την πλευρά της κυβέρνησης έχουν περιέλθει ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, βουλευτές, δικαστές, στρατιωτικοί και ανώτατοι άρχοντες.

Ιδιαίτερα μετά την οριακή υπερψήφιση του δημοψηφίσματος σχετικά με τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό σύστημα, τον Απρίλη του 2017, έχουν εκτεθεί έντονοι προβληματισμοί σε ότι αφορά την λειτουργία του κράτους . Τόσο στις ετήσιες αναφορές της, όσο και δια των αξιοματούχων της, η ΕΕ έχει επιστήσει την προσοχή της Τουρκίας ουκ ολίγες φορές. Η ανεξαρτησία και αμεροληψία της δικαιοσύνης, η εφαρμογή του δικαιώματος στην δίκαιη δίκη, καθώς και άλλα διαδικαστικά δικαιώματα, είναι μερικοί μόνο κανόνες δικαίου που τίθενται υπό αμφισβήτηση από την ΕΕ.

Δύο χρόνια μετά, η χώρα βρίσκεται καταχρηστικά σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης κάνοντας συνεχή χρήση διαταγμάτων. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωση της νομοθετικής εξουσίας δηλαδή του τουρκικού κοινοβουλίου, μεταφέροντας αδιακρίτως εξουσίες στην δυνατότητα του προέδρου Erdoğan. Στο πλαίσιο αυτό, η εμφανής παραβίαση βασικών αρχών, όπως είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, και η αρχή της αναλογικότητας κατά τη λήψη μέτρων, δεν αφήνει περιθώρια συναίνεσης στην ΕΕ,  παρά μόνο τη συνεχή και επίμονη επιζήτηση της άρσης του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης.

  • Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας με τους γείτονες

Στο ήδη τεταμένο κλίμα μεταξύ ΕΕ – Τουρκίας σε ότι αφορά το εσωτερικό της χώρας, έρχονται να προστεθούν τα πάγια ζητήματα εξωτερική πολιτικής. Η Τουρκία φαίνεται να προβαίνει με συνέπεια τα τελευταία χρόνια, σε πράξεις που αντιβαίνουν τις σχέσεις καλής γειτονίας και πολλές φορές θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Συγκεκριμένα οι συνεχείς παραβιάσεις από τουρκικής πλευράς, των χωρικών υδάτων αλλά και του εναέριου χώρου της Ελλάδας και της Κύπρου εγείρουν έντονα ζητήματα εξομάλυνσης  των μεταξύ τους σχέσεων.

Επιδείνωση της κατάστασης αυτής, έχουν προκαλέσει οι κλιμακούμενες οικονομικές και κυριαρχικές αξιώσεις της Τουρκίας, στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) τόσο της Ελλάδας, όσο και της Κύπρου. Συγκεκριμένα η εκδήλωση πρόθεσης της Τουρκίας για διεξαγωγή ερευνών στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας (Καστελόριζο), αλλά και η συνεχής παρέμβαση και παρεμπόδιση των ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ τα τελευταία δύο χρόνια, φέρεται να αποτελούν συνθήκες αποκλίνουσας πορείας από την διακρατική συνεννόηση. Επιπλέον, η κράτηση  των δύο Ελλήνων αξιοματούχων που συνελήφθησαν κατά την περιπολία τους στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, φαίνεται να χρησιμοποιείται ως αντίμετρο από την Τουρκική πλευρά για την –καθ’ υπόδειξη του Συμβουλίου της Επικρατείας- μη έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματούχων στις τουρκικές αρχές.

Τον Δεκέμβρη του 2017, ο πρόεδρος Erdoğan, έγινε ο πρώτος πρόεδρος έπειτα από 65 χρόνια που επισκέπτεται την Ελλάδα. Η επίσκεψη αυτή θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα βάση συνεννόησης των δύο κρατών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν συνέβηκε, αφού οι αμφισβητήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων και οι παραβιάσεις διεθνών συνθηκών συνεχίστηκαν από την πλευρά της Τουρκίας, οδηγώντας σε οξεία ρητορική ενίοτε και από τις δύο πλευρές.

Δεδομένης της κατάστασης και όντας αποδέκτης των επίσημων καταγγελιών από την πλευρά της Ελλάδας και την Κύπρου, η ΕΕ έχει καταδικάσει ανελλιπώς και απερίφραστα τις πρακτικές αυτές της Τουρκίας. Έχει καλέσει το κράτος της Τουρκίας, πόσο δε μάλλον όντας υποψήφιο προς ένταξη κράτος-μέλος της ΕΕ, να συμμορφωθεί με τους κανόνες και τις συνθήκες του διεθνούς δικαίου, να ενισχύσει τις ειρηνικές διαπραγματεύσεις αλλά και να επενδύσει στις σχέσεις καλής γειτονίας με τις χώρες αυτές. Άλλωστε, τα ως άνω δεν αποτελούν –όπως καταγράφεται στην επίσημη ετήσια αναφορά της ΕΕ για την Τουρκία- παρά την ευθυγράμμιση ενός κράτους με τον παγκόσμιο χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ο οποίος έρχεται σε συμφωνία με το Διεθνές Δικαστήριο.

  • Το Κυπριακό ζήτημα

Σε ότι αφορά το Κυπριακό ζήτημα η Τουρκία σε θεωρητικό επίπεδο φέρεται να υποστηρίζει την συζήτηση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Παρόλο που κατά το 2017 πραγματοποιήθηκαν δύο συνδιασκέψεις (Γεννέβη, Γκραν Μοντανά) υπό την αιγίδα και καθοδήγηση του ΟΗΕ, δεν επιτεύχθηκαν οι απαιτούμενες συγκλίσεις των δύο ηγετών για μια κοινά αποδεκτή και βιώσιμη λύση. Την ίδια στιγμή ωστόσο, η Τουρκία με την επιλογή παραμονής των κατοχικών στρατευμάτων στο νησί της Κύπρου, δεν έχει εκπληρώσει την πλήρη και χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Σύνδεσής[61] της με την ΕΕ έναντι όλων των κρατών μελών της. Επίσης δεν έχει άρει ακόμα τον αποκλεισμό ελεύθερης διακίνησης πολιτών και αγαθών από και προς την Κυπριακή Δημοκρατία.

Άλλωστε, οι προθέσεις της Τουρκίας δεν φαίνεται να προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανα τακτά χρονικά διαστήματα, εκδήλωση πρόθεσής της να διατηρήσει το ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, ακόμα και μετά την εξεύρεση της όποιας πιθανής λύσης του Κυπριακού ζητήματος, βρίσκει σε εννοιολογική ασυνέπεια την πρόθεση της χώρας για προσχώρηση στην ΕΕ. Στη λογική αυτή συντείνει και η έντονη παρεμβατικότητα  των Τουρκικών αρχών, στις διαδικασίες έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων της κυπριακής ΑΟΖ. Η στάση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως γενικότερη απροθυμία της Τουρκίας, για μια πλήρη αποκόλληση της τουρκοκυπριακής κοινότητας του νησιού από τη σφαίρα επιρροής της.

Είναι σημαντικό ωστόσο να αποτελέσει κοινό τόπο, πως η πλήρης αντιστροφή αυτού του σκηνικού, όχι μόνο θα μπορούσε να παράσχει μια σημαντική ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία του Κυπριακού ζητήματος, αλλά αποτελεί και βασική προϋπόθεση για την δυνατότητα ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

  • Η συνολική εικόνα

Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει περιέλθει κατά την κοινή ομολογία, σε μια πολιτική τακτική η οποία επιδέχεται τουλάχιστον προβληματισμό. Με την εσωτερική διακυβέρνηση να κινείται στα όρια του απολυταρχισμού και την εξωτερική πολιτική να αμφισβητεί με συνέπεια το διεθνές δίκαιο, η αρχή της δημοκρατικότητας στην Τουρκία φαίνεται να βαδίζει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ιδιαίτερα την επικείμενη περίοδο, ενόψει των προεδρικών εκλογών του καλοκαιριού, και ευρισκόμενη φυσικά σε προεκλογική περίοδο, η πλειονότητα της πολιτικής σκηνής δεν αποφεύγει τον πειρασμό να υποπέσει σε εθνικιστικές κορώνες.

Δεδομένων των αρχών και ιδεών που προάγει η ΕΕ, οι συνθήκες αυτές υπο άλλες περιστάσεις θα αποτελούσαν αιτία μονομερούς τερματισμού των συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Ωστόσο οι χρονικές συγκυρίες, με βασικότερη την κατάσταση στην Μέση Ανατολή και το ζήτημα των προσφυγικών ροών που προκύπτει, επιβάλουν σιωπηρά στην ΕΕ να διατηρεί χαμηλούς τόνους στην κριτική που ασκεί στην Τουρκία. Η αποδοτική συνεργασία στο πεδίο της προσφυγικής κρίσης, στην παρούσα χρονική στιγμή φαίνεται να λείτουργεί ευεργετικά και για τις δύο πλευρές. Αφενός η ΕΕ σε μια περίοδο υποβόσκουσας ακροδεξιάς απειλής σε μεγάλη μερίδα των κρατών-μελών της, δείχνει ανέτοιμη να διαχειριστεί την εισροή του μουσουλμανικού στοιχείου στο εσωτερικό της, σε τόσο μεγάλη ένταση. Ως εκ τούτου επιδεικνύει συνέπεια ως προς το ανθρωπιστικό της πρόσωπο χρηματοδοτώντας μέσω προγραμμάτων τη τουρκική κυβέρνηση για την υποδοχή τους. Αφετέρου, η τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί την ανάληψη της ευθύνης των προσφύγων ως μοχλό πίεσης προς την ΕΕ, κατευνάζοντας έτσι την όποια κριτική της ασκείτε για τις πρακτικές που ακολουθεί στο εσωτερικό και το εξωτερικό της.

Η Τουρκία πέρα από την προσφυγική κρίση καλείτε να αντιμετωπίσει μια σειρά αναταράξεων στο εσωτερικό της όπως είναι οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αποτυχία συνομιλιών με την Κουρδική μειονότητα, οικονομική αστάθεια και η έντονη αμφισβήτηση από την αντιπολίτευση. Τα πολλά ανοιχτά μέτωπα της κυβέρνησης Erdoğan μέσα και έξω από τη χώρα την έχουν οδηγήσει σε πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές στις οποίες δε θα μπορούσε να συναινέσει η ΕΕ. Το γεγονός αυτό όχι μόνο εντείνει την κατάσταση της χώρας αλλά την απομακρύνει και από την όποια ευρωπαϊκή της ταυτότητα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η «κοινή γραμμή» που θέτει σαν βασική προϋπόθεση η ΕΕ για την ένταξη της Τουρκίας στο σύμπλεγμα, τείνει να πληγεί ανεπανόρθωτα.

 

       5.Ο ρόλος της Κύπρου στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας

Του Γιώργου Αθανασόπουλου

Στο παρόν σημείο της εργασίας θα ασχοληθούμε με το ρόλο που έπαιξε και παίζει η Κύπρος στην δομή των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι πασιφανές πως η περιοχή της Κύπρου αποτελεί ένα κομβικό σημείο από γεωστρατηγική άποψη μεταξύ των δυο χωρών και συχνά αποτελεί τον λόγο που αναζωπυρώνονται οι ελληνοτουρκικές εντάσεις. Προτού, όμως, αναφερθεί οποιαδήποτε πληροφορία υπάρχει γύρω από αυτό το θέμα θα ήταν σκόπιμο σε πρώτο στάδιο να κάνουμε μια εκτενή ιστορική αναδρομή στο παρελθόν αυτών των δύο χωρών και να δούμε τί τις χωρίζει και τί τις ενώνει φθάνοντας στο διαχρονικό και δυσεπίλυτο Κυπριακό Ζήτημα, μια ανοιχτή υπόθεση που μετρά πολυετή παρουσία στον σκληρό πυρήνα των σχέσεών τους.

Η Ελλάδα και η Τουρκία, λοιπόν, είναι δύο χώρες που έχουν πλούσιο ιστορικό περιεχόμενο. Ιδιαίτερα, ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένας εκ των αρχαιότερων πολιτισμών. Ας μην πάμε, όμως, τόσο πολύ πίσω στο χρόνο. Ας ξεκινήσουμε από το 1922 που υπήρξε ένα έτος με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως αυτό της Μικρασιατικής Καταστροφής και την λήξη του ελληνικού αλυτρωτισμού.

Στο τούρκικο τοπίο ο Κεμάλ θεωρήθηκε ως ο μοναδικός επίσημος αντιπρόσωπος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τότε πλέον Τουρκίας. Απαιτούσε την άνευ όρων παράδοση της Ανατολικής Θράκης και την διενέργεια δημοψηφίσματος  για τον καθορισμό της τύχης της Δυτικής Θράκης. Η Ελλάδα, αποδυναμωμένη, ηττημένη και διεθνώς απομονωμένη είχε αποδεχθεί ανεπισήμως την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη. Προκειμένου να ανατραπεί η κατάσταση, μετέβη στα Μουδανιά θέτοντας  δυο στόχους: πρώτον τη μη αποχώρηση της χώρας μας από την περιοχή της Ανατολικής Θράκης και δεύτερον την διατήρηση ολόκληρης της Δυτικής Θράκης. Εν τέλει, όμως, υπεγράφη Σύμβαση Ανακωχής στις 28 Σεπτεμβρίου 1922 με τη συμμετοχή της Ελλάδας δυο μέρες αργότερα.

Εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η δράση του Βενιζέλου, ο οποίος είχε τόσες πολλές διπλωματικές ικανότητες που προσπαθούσε πάντα να εκμεταλλεύεται υπέρ της πατρίδας του τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή. Τομή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτέλεσε η Συνθήκη της Λωζάννης που υπεγράφη τον Ιούλιο του 1923 και πέραν των ειρηνευτικών όρων που περιελάμβανε, περιείχε και δεκαεπτά συμβάσεις, πρωτόκολλα και δηλώσεις. Ένα από τα μείζονα θέματα που απασχολούσε την Ελλάδα ήταν η ανταλλαγή των μειονοτικών πληθυσμών με την Τουρκία.

Αναφορικά με την σημασία της Συνθήκης της Λωζάννης στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας αξίζει να σημειωθεί πως ήταν μεγάλη, καθώς οι δυο λαοί χωρίσθηκαν. Η ελληνική επικράτεια διατήρησε από τα εδαφικά κέρδη της Συνθήκης των Σεβρών μόνο τη Δυτική Θράκη, ενώ σφραγίστηκε με τέλος η πολιτική της Ελληνικής Μεγάλης Ιδέας. Έτσι, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού κόσμου αποδέχθηκε οριστικά τις διευθετήσεις και τα σύνορα του 1923 με την Τουρκία.

Από την τουρκική πλευρά οριστικοποιήθηκε ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανατράπηκε το καθεστώς που προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών (1920) και διασφαλίσθηκε η Μικρά Ασία ως έδαφος του τουρκικού εθνικού κράτους. Την περίοδο του 1923 έως 1926 και οι δυο γειτονικές χώρες βρίσκονταν σε διεθνή απομόνωση. Η μεν Ελλάδα αναζητούσε την διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και αμυντικής ασφάλειας υπό την ανησυχία των αναθεωρητικών τάσεων της Βουλγαρίας, και η δε Τουρκία επεδίωκε να επιβεβαιώσει την ανεξαρτησία της χωρίς τις παρεμβάσεις τρίτων κρατών στο εσωτερικό της.

Τα πρώτα προβλήματα μετά την εφαρμογή της Συνθήκης δεν άργησαν να εμφανιστούν και σχετίζονταν με τους ήδη εγκατεστημένους στις δυο χώρες με την επέλαση του οικουμενικού πατριάρχη Κωνσταντίνου ΣΤ΄, την αποζημίωση περιουσιών και τους πρόσφυγες και μουσουλμάνους στην Θράκη.

Λίγα χρόνια αργότερα η Ελλάδα και η Τουρκία θα βιώσουν μία από τις καλύτερες περιόδους συμφιλίωσης, καλής γειτνίασης με την υπογραφή της Συνθήκης της Άγκυρας το 1930 και τις δυο χώρες να κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις. Οι βάσεις της ελληνοτουρκικής προσέγγισης ετέθησαν με τη Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας και τη Σύμβαση «περί εγκαταστάσεως εμπορίου και ναυτιλίας Ελλάδας – Τουρκίας». Κοινά σημεία πλεύσης μεταξύ τους ήταν  αποδοχή του status quo της περιοχής, η ως έχειν κατάσταση των συνόρων, η ανασφάλεια έναντι της Βουλγαρίας και η αποφυγή ενδεχόμενου πολέμου στα Βαλκάνια.

Το 1934 η Ελλάδα και η Τουρκία  για να διατηρήσουν την ασφάλειά τους προχώρησαν στην σύναψη μιας πολυμερούς βαλκανικής συμμαχίας με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία μέσω της υπογραφής του «Βαλκανικού Συμφώνου». Η Τουρκία, όμως, βλέποντας πως αυτές οι σχέσεις δεν είναι αποτελεσματικές για την αποφυγή ενός επερχόμενου πολέμου στα Βαλκάνια δείχνει να αποστασιοποιείται υιοθετώντας μάλιστα και κάποια παλιά οθωμανικά της στοιχεία.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι σχέσεις των δυο χωρών βρίσκονταν σε επίπεδα που ήταν ανεκτά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θύμιζαν αυτές της δεκαετίας του 1930. Τα κυριότερα προβλήματα, ωστόσο, τα βίωσε η ελληνική μειονότητα σρτην Τουρκία, όπως για παράδειγμα η μαζική επιστράτευση τον Ιούνιο του 1941 όλου του ανδρικού πληθυσμού ηλικίας από 19 έως 38 ετών που ανήκε  σε μη μουσουλμανικές μειονότητες και κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το τέλος του πολέμου η Αθήνα έδειχνε επιφυλακτικότητα απέναντι στην τουρκική προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων στο προ του πολέμου χρονικό διάστημα

Εν συνεχεία, το μεγαλύτερο αγκάθι για την εξελικτική πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτέλεσε η κυριαρχία των Δωδεκανήσων, η οποία εν τέλει δόθηκε στην Ελλάδα μέσα από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι το 1946. Η επιστροφή στην ελληνοτουρκική «νηνεμία» διασφαλίστηκε με την σταδιακή ένταξη των δύο χωρών στους πολιτικούς και αμυντικούς μηχανισμούς του δυτικού συνασπισμού. Επιπρόσθετα, αντιμετωπίζουν την κοινή απειλή από τα κομμουνιστικά κράτη της περιοχής. Πολιτικό ορόσημο, ωστόσο, της τουρκικής πολιτικής αποτέλεσε η κατάργηση της μονοκομματικής λειτουργίας του κράτους και η δημιουργί αντιπολιτευόμενων κομμάτων.

Μία από τις σημαντικότερες στιγμές της παγκόσμιας διπλωματίας υπήρξε η ταυτόχρονη ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952 για γεωπολιτικούς λόγους που συνέπιπταν με τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η επιδείνωση της ελληνοτουρκικής προσέγγισης επανεμφανίζεται το 1967 με την σύλληψη του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος είχε επιχειρήσει να εισέλθει μυστικά στην Κύπρο. Μετά το 1971 η Αθήνα άλλαξε εκ νέου στάση στα ελληνοτουρκικά. Μιλάμε, ουσιαστικά, για το διάστημα, όπου η χώρα μας απομονώθηκε για ακόμα μια φορά διεθνώς εξαιτίας της Χούντας, του δικτατορικού καθεστώτος που επικρατούσε στο πολιτικό σκηνικό.

Προς την κατεύθυνση της επανατοποθέτησης όλων των ελληνοτουρκικών ζητημάτων συνέτεινε και η πολιτική αλλαγή στην Τουρκία, στην οποία έλαβε χώρα το δεύτερο για την σύγχρονη ιστορία της πραξικόπημα το 1971. Έτσι, εφόσον και τα δυο κράτη έχουν τις ίδιες πολιτικές εξελίξεις οι σχέσεις τους αναθερμάνθηκαν.

Στο αμέσως επόμενο διάστημα έχουμε την ανάδυση του Κυπριακού Ζητήματος, ένα Ζήτημα από το οποίο είχαν αρχικά επιλέξει οι ΗΠΑ να αποστασιοποιηθούν. Πέρα από το Κυπριακό Ζήτημα που θα αναλυθεί προσεχώς, αφού αποτελεί βασικό πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, υπήρχαν και άλλα ζητήματα – εκκρεμότητες που έπρεπε να διευθετηθούν, όπως η ελληνική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο ( Σύναψη νέας Σύμβασης εγκατάστασης και επιστροφή απελαθέντων, περιουσιακά ζητήματα, εκπαιδευτικά ζητήματα, διοικητική οργάνωση της Ίμβρου – Τενέδου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο (Νομικό Καθεστώς, Εκλογή Πατριάρχη, Απαγόρευση λειτουργίας πατριαρχικού τυπογραφείου, εκλογή μελών της Ιεράς Συνόδου, κλπ), οι Μουσουλμανικές Μειονότητες στην Ελλάδα (χαρακτηρισμός των Μουσουλμάνων, εκπαιδευτικά ζητήματα, περιουσιακά), το Αιγαίο ( Θέματα αλιείας, πρόβλημα χρήσεως ευθειών γραμμών βάσεως από την Τουρκία, χάραξη θαλάσσιων συνόρων, αποστρατιωτικοποίηση ανατολικών νησιών του Αιγαίου, σποραδικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και παραβιάσεις FIR Αθηνών, ελληνικά χωρικά ύδατα)

Εκείνο που αξίζει επί της ουσίας να να εξετάσουμε ενδελεχώς από αυτό το σημείο και πέρα είναι το διάστημα από το 1955 και έπειτα, τότε που ξεκινά να γεννάται το Κυπριακό Ζήτημα. Μπορεί έως τώρα να παρατηρούσαμε αστάθεια στο σχεσιακό πλαίσιο των δυο χωρών και λιγότερες αναφορές στην Νήσο της Κύπρο, ωστόσο, από την ανάδειξη του Κυπριακού Προβλήματος παρατηρείται πως η Κύπρος κατέχει ολοένα και περισσότερο τον ρόλο καταλύτη και τον συνδετικό κρίκο για τις διμερείς τους σχέσεις, καθώς επίσης μια την δημιουργία νέων ζητημάτων και διεθνών υποθέσεων.

Όλα, λοιπόν, άρχισαν όταν το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων, και συγκεκριμένα της Αμερικής, στράφηκε προς το μέρος της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η χώρα μας μαζί με την Τουρκία γίνονται μέλη του ΝΑΤΟ το 1952. Στην σκακιέρα, όμως, των αμερικανικών επιδιώξεων δεν είναι μόνο η ελληνική και τούρκικη περιοχή, αλλά και η Κύπρος. Προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχο του Νησιού, επιδιώκουν την αποαποικιοποίησή του, κάτι που προσκρούει τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Η ανάμειξη της Τουρκίας σε αυτές τις εξελίξεις έγινε σκόπιμα από την Αγγλία και προβλήθηκε το ζήτημα της προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Η Κύπρος δεν θα αργήσει να γίνει το μήλον έριδος για τις δύο χώρες οξύνοντας έτσι τις σχέσεις μεταξύ τους, αφού ανακύπτει το αίτημα των Ελληνοκυπρίων  για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και την υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή.

Παράλληλα, τα απανωτά συμβάντα, όπως οι διώξεις της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη από την τούρκικη πλευρά το 1955, θα εντείνουν και θα βαθύνουν την κυπριακή κρίση που θα προκαλέσει μία ακόμα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Οι ΗΠΑ, όντας η δεσπόζουσα δύναμη, επιθυμούσε το ξεπέρασμα της κρίσης, την εξάλειψη των αντιθέσεων των δυο γειτονικών χωρών, με υποβόσκοντα σκοπό να διαφυλαχθούν τα γενικότερα συμφέροντά τους στην περιοχή της Μεσογείου και να σταματήσει το νησί του ενδιαφέροντός τους, η Κύπρος, να είναι πόλος αναταραχών, πιέσεων και συγκρούσεων.

Παρατηρούμε, λοιπόν, πως η Κύπρος στέκεται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία και καθορίζει την ελληνοτουρκική πορεία των δεσμών τους. Στο μεσοπρόθεσμο διάστημα η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας βάσει των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου εντάσσεται στα θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Το Κυπριακό θα λάβει νέες περίπλοκες διαστάσεις από το 1960, τότε που το νησί θα διοικείται από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους αναλογικά με τον πληθυσμό της. Η εκλογή κοινής Βουλής των δύο εθνοτήτων  και η ένταξη της Κύπρου στο κίνημα των Αδέσμευτων Χωρών  το 1961 διαφοροποιεί εν συνόλω την πολιτική Κύπρου με αυτήν της Ελλάδας. Η νέα αυτή εξέλιξη φέρνει νέα δεδομένα και θέτει εν αμφιβόλω το σχεσιακό τρίγωνο του ΝΑΤΟ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Τα πρώτα σύννεφα απειλής και ανησυχίας θα καλύψουν το ελληνοκυπριακό τοπίο το 1963 όταν οι σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας δοκιμάζεται από σοβαρή κρίση. Όπως είναι φυσικό, η Τουρκία δεν μένει αμέτοχη βομβαρδίσει την κυπριακή εθνοφρουρά απειλώντας με απόβαση στην Κύπρο.

Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει πως ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα σημάνει ελληνοτουρκικό πόλεμο. Βλέπουμε, λοιπόν, πως για ακόμα μία φορά το έδαφος της Κύπρου θα προσανατολίσει τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας προς τον πόλεμο ή την ειρήνη. Η κατάσταση θα φθάσει στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης. Όμως, η επέμβαση των ΗΠΑ θα την ανατρέψει. Μέσω αμερικάνικου σχεδίου του Υπουργού Εξωτερικών, Ντην Άτσεσον, ανατίθεται η διαχείριση της κυπριακής κρίσης στην ελληνική κυβέρνηση και προωθεί – συναινεί στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η λάθος ελληνική πολιτική διαχείριση απέρριψε το σχέδιο.

Το 1965 άρχισαν να γίνονται ελληνοτουρκικές συζητήσεις με βάση τις ελληνικές για την Ένωση και τα ανταλλάγματα που θα ελάμβανε η Τουρκία, κάτι που βάζει στο παιχνίδι τις πρώτες τούρκικες διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Η ανάπτυξη μιας ¨αυτοτελούς» τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα από τα ελληνικά και το μπλοκάρισμα της προοπτικής ένωσης από τον Μακάριο ωθούσαν την ελληνική πλευρά να αναζητήσει κάποια λύση απευθυνόμενη στην Τουρκία. Η αμέσως επόμενη κίνηση της Ελλάδας είναι η ανάθεση της αρχιστρατηγίας όλων των κυπριακών δυνάμεων στον Γρίβα με σκοπό τον στρατιωτικό έλεγχο του νησιού. Αυτό το εγχείρημα εμποδίζεται εκ νέου σθεναρά από τον Μακάριο, ο οποίος για να δείξει περαιτέρω την εχθρική του στάση παραγγέλνει όπλα από την Τσεχοσλοβακία για την κυπριακή αστυνομία με στόχο την δημιουργία της δικής του στρατιωτικής δύναμης. Το επικίνδυνο παιχνίδι όπλων, όμως, θα διακοπεί με την παράδοσή τους στον ΟΗΕ.

Πάνε, τώρα, σε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας. Η επερχόμενη Χούντα του 1967 με υποβόσκουσα την διάθεση ανατροπής του Μακαρίου θα υποχωρήσει στις τούρκικες απαιτήσεις. Πρόκειται για μια νέα περίοδο «ελληνοτουρκικής φιλίας». Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία της Σοβιετικής Ένωσης στην Μεσόγειο και η κατάσταση στην Μέση Ανατολή δημιουργεί ακόμα πιο έντονη την επιτακτική ανάγκη εύρεσης μιας λύσης προκείμενης στα νατοϊκά συμφέροντα. Περίεργο ήταν το γεγονός ότι το Κυπριακό Ζήτημα προωθήθηκε εν καιρώ βαθιάς οικονομικής κρίσης και όχι το χρονικό διάστημα που το επεδίωκε η Αμερική.

Αργότερα, το 1974 ο ελληνοτουρκικός άξονας θα εκτροχιαστεί για ακόμα μία φορά από μια πολιτική εξέλιξη που θα λάβει χώρα στην κυπριακή επικράτεια. Το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου θα δώσει την ευκαιρία στην Τουρκία να κάνει αυτό που ήθελε εδώ και πάρα πολύ καιρό, δηλαδή να εισβάλλει αποφασιστικά στα κυπριακά εδάφη.

Η ελληνική απάντηση στην ενέργεια των Τούρκων θα δοθεί μετά την πτώση της Χούντας στην Ελλάδα από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος επικαλείται ευρωπαϊκή βοήθεια για να αντικρούσει την τούρκικη επίθεση βρίσκοντας σύμμαχό του τη Γαλλία. Η πρωτοβουλία για αποχώρηση του ελληνικού Στρατού από το ΝΑΤΟ που έγινε ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την στάση του ΝΑΤΟ στην πράξη της Τουρκίας φάνηκε πως δεν ωφέλησε την Ελλάδα, αφού θεωρούσε πως η απομόνωσή της δεν της προσέφερε πλεονεκτήματα. Εξαιτίας του ασκούμενου βέτο της Τουρκίας παρέμεινε για κάποιο διάστημα εκτός του ΝΑΤΟ και επανήλθε το 1980 σε ένα δυσχερές περιβάλλον για ελληνικές θέσεις.

Η Κύπρος, ως διαχρονικός παράγοντας των ελληνοτουρκικών σχέσεων εντάχθηκε σε μια νέα στρατηγική της κυβέρνησης Σημίτη το 1999. Πρωταρχικός στόχος, λοιπό, ετέθη η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που ενδεχομένως θα οδηγούσε προοδευτικά σε επίλυση του Κυπριακού και θα διευκόλυνε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.

Μεταφερόμενοι στην σημερινή εποχή εν έτι 2018, παρατηρούμε πως ούτε το Κυπριακό λύθηκε, άλλα ούτε και οι ενταξιακές διαδικασίες προχώρησαν. Θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει μια οπισθοδρόμηση της τουρκικής πλευράς στηριζόμενη στα τελευταία γεγονότα του πραξικοπήματος και της πολιτικής του Ερντογάν για τις προκλήσεις στο Αιγαίο και την ΑΟΖ της οποίας κομμάτι είναι και η Κύπρος.

Συνοψίζοντας, μέσα από μία ιστορική αναδρομή των ελληνοτουρκικών σχέσεων εντοπίσαμε πως η Κύπρος διαδραμάτισε και συνεχίζει να διαδραματίζει έναν σπουδαίο ρόλο για την πορεία των δύο χωρών. Το Κυπριακό Ζήτημα μέσα από μία πληθώρα συναπτόμενων και συνδυαστικών συμβάντων κατόρθωσε να γίνει η πυξίδα των δύο για το παρόν και το μέλλον. Μέχρι στιγμής κάποια λύση βρίσκεται πολύ μακριά. Και έπεται και συνέχεια.

 

      6. Ο ρόλος της Ρωσίας στις σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας

Της Θεοδώρας-Ηλιάνας Παπαχαραλάμπους

Οι σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας είναι αρκετά περίπλοκες καθώς βρίσκονταν μεν υπό διαφορετικό πολιτικό καθεστώς μέχρι τις αρχές του 1990, πολύ κοντά δε γεωγραφικά. Αυτή η γεωγραφική εγγύτητα ευνόησε την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών που παραμένουν ακόμη ισχυρές. Ωστόσο, η σύγκρουση ενδιαφερόντων και συμφερόντων της κάθε πλευράς δεν επιτρέπει την παγίωση ενός καλού κλίματος και στις πολιτικές σχέσεις[62]. Σαφέστερα, τα ζητήματα ενέργειας βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων Ελλάδος και Ρωσίας και ως εκ τούτου συμβάλουν στη διατήρηση των παραδοσιακά καλών σχέσεων των δύο χωρών. Η Ρωσία, δε, διάκειται φιλικά στην πολιτική θέση της Ελλάδος αναφορικά με το Κυπριακό ζήτημα και την επίλυσή του. Οι σχέσεις Ρωσίας και Κύπρου είναι επίσης στενές, καθώς το νησί της Αφροδίτης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους επενδυτές στη Ρωσία και τούμπαλιν οι ρωσικές υπεράκτιες (offshore) επενδύσεις στην Κύπρο συνεχίζονται[63].

Επιπροσθέτως, βαρυσήμαντος είναι ο ρόλος των παραδοσιακά Μεγάλων Δυνάμεων, όπως η Ρωσία, σε μια πιθανή σύρραξη μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή ακόμη και στην αντίθετη περίπτωση, τη διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή του Αιγαίου και των θαλασσίων ζωνών της Κύπρου. Ο Ρώσος Πρόεδρος Владимир Путин είναι ο μόνος που, τουλάχιστον εκ πρώτης εκτιμήσεως, φαίνεται ικανός να «χαλιναγωγήσει» την Τουρκία και να διασφαλίσει μια έστω και επίπλαστη ηρεμία στην περιοχή του Αιγαίου και της κυπριακής ΑΟΖ[64]. Οι εμπορικές σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας με αντικείμενο τον πολεμικό εξοπλισμό και η επιρροή του Ρώσου Προέδρου στην περιοχή ομοιάζουν ως οι κυρίαρχες εξωτερικές αιτίες για τη διαιώνιση της επιθετικής στάσης της Τουρκίας που, όμως, δεν επιτίθεται. Βέβαια, η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει κατ’ άκρη τις ενεργειακές διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και στην κυπριακή ΑΟΖ ούτε να παραχωρήσει στο αντίπαλο δέος, τις Η.Π.Α., μια σταθερή γεωστρατηγική θέση στην περιοχή[65]. Από την άλλη μεριά, ο Τούρκος Πρόεδρος Tayyip Erdoğan δείχνει να δυσανασχετεί με τη στάση των Η.Π.Α. απέναντι στη χώρα του, οι οποίες προς το παρόν δεν φαίνονται πρόθυμες να στηρίξουν μια σύρραξη με την Ελλάδα και ως εκ τούτου προσπαθούν να τραβήξουν το χαλινάρι της Τουρκίας[66].

Καταληκτικά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η Ρωσία είναι ο παίκτης που προς το παρόν φαίνεται ότι θέλει να διατηρήσει τις καλές εμπορικές σχέσεις του με την Τουρκία, αλλά και τη φιλική σχέση του με την Κύπρο (π.χ. επενδύσεις Ρώσων στη Μεγαλόνησο) και την Ελλάδα (π.χ. συνεργασία για κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου). Δεν πρέπει να λησμονείται βέβαια και το ότι η Ελλάδα και η Κύπρος είναι Κράτη-Μέλη της Ε.Ε. · γεγονός που κρίνεται επωφελές για τη Ρωσία.

 

      7. Ελλάδα-Τουρκία: Αιγαίο

Στη Σύνοδο Κορυφής του NATO του έτους 1997, η Ελλάδα και η Τουρκία διακήρυξαν μέσω κοινού ανακοινωθέντος τα εξής: ‘respect for each other’s legitimate vital interests and concerns in the Aegean which are of great importance for their security and national sovereignty’[67]. Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι ότι η Τουρκία έχει αναφερθεί σε «ζωτικό τουρκικό χώρο» και κατ’ επέκταση σε «ζωτικά συμφέροντα» στα πλαίσια διεθνών συνδιασκέψεων, όπως επί παραδείγματι καταγράφεται στα πρακτικά της Τρίτης Συνδιασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982)[68].

Επεξηγηματικά, η Τουρκία υποστηρίζει ότι η ελληνική πλευρά επιδεικνύει μια επεκτατική πολιτική προβαίνοντας σε ορισμένες ενέργειες, που ευθύς αμέσως θα αναλυθούν, και κατά συνέπεια τα ζωτικά της συμφέρονται δικαιολογούνται. Οι ενέργειες της Ελλάδος, που σύμφωνα με την Τουρκία υπονομεύουν τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), είναι οι ακόλουθες[69]: α) η οριοθέτηση εναερίου χώρου 10 ναυτικών μιλίων (aka ν.μ.), β) η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης από 3 ν.μ. σε 6 ν.μ., γ) η έλλειψη επαναπροσδιορισμού των FIRs Istanbul και Αθηνών, καθώς και των ζωνών ευθύνης για αεροναυτική έρευνα και διάσωση, δ) η προσέγγιση περί οριοθετήσεως ζωνών οικονομικής εκμετάλλευσης, ήτοι υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ και τέλος ε) η συμπερίληψη των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στο ελληνικό έδαφος και η στρατιωτική παρουσία σ’ αυτά, καθώς η Τουρκία διάκειται υπέρ της αποστρατικοποιήσεως τους και μάλιστα ακόμη και στο παρελθόν έχει επισημανθεί ότι πρόκειται για «γεωγραφικούς σχηματισμούς αδιευκρίνιστης κυριαρχίας» (επιστολή της Tansu Penbe Çiller προς τον προεδρεύοντα του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε., 1997)[70].

Συμπληρωματικά, η Τουρκία έχει αποδεχθεί ότι το όριο των 12 ν.μ. αναφορικά με την οριοθέτηση διεθνώς αναγνωρισμένων θαλασσίων συνόρων συνιστά κανόνα του διεθνούς δικαίου με σχετική δήλωσή της στο ερωτηματολόγιο της International Law Commission το 1956: ‘…Turkish authorities are of the opinion that the twelve mile limit has already obtained the practice necessary for its acceptance as a rule of international law’[71]. Συνεπώς, οι αντιρρήσεις που προβάλει από το 1974 και μεταγενεστέρως φαντάζουν έωλες. Επιπροσθέτως, το πλαίσιο οριοθετήσεων που έχει συμφωνηθεί διμερώς δεν είναι δυνατό να αναθεωρηθεί ή ανατραπεί μονομερώς από την Τουρκία χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδος, καθώς και η ελεύθερη πρόσβαση σε τμήματα ανοικτής θάλασσας και διεθνούς εναερίου χώρου στο Αιγαίο δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης από την τουρκική πλευρά (διεθνές δίκαιο εναερίου χώρου, ICAO και διεθνές δίκαιο της θάλασσας, Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας-1982)[72]. Η Τουρκία, δε, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε πλείστες διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις που ρυθμίζουν το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο χωρίς να τις έχει αμφισβητήσει νομικά, δηλαδή προσφεύγοντας στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Εύλογο είναι ότι η Τουρκία δεν δύναται να επικαλεστεί τη ρήτρα ‘rebus sic stantibus’ που προβλέπεται στο άρθρο 62§2α της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών ως επιχείρημα υπέρ της εκ νέου χάραξης συνόρων διότι η εν λόγω ρήτρα δεν εφαρμόζεται σε «αντικειμενικά καθεστώτα» (objective regimes), όπως είναι τα σύνορα[73].

Καταληκτικά, η στάση της Τουρκίας συνδέεται μ’ ένα πρόβλημα πολιτικό και όχι νομικής φύσεως που απορρέει από τη δυσαρέσκειά της για το συμφωνημένο πλαίσιο γειτονίας με την Ελλάδα που κρίνεται –κατά την άποψή της- δυσμενές.

 

Παραπομπές:

[1] Guerel, A., Mullen, F. and Tzimitras, H. (2013). The Cyprus Hydrocarbons Issue: Context, Positions and Future Scenarios. PCC. [διαθέσιμο διαδικτυακά] Peace Research Institute Oslo (PRIO), Cyprus Centre, σελ. 3. Διαθέσιμο σε: https://files.prio.org/publication_files/Cyprus/Report%202013-1%20Hydrocarbons.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[2] Πούλλαδος, Μ. (2016). Το µοµέντουµ του τρίτου γύρου αδειοδότησης στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. [διαθέσιμο διαδικτυακά] University of Nicosia. Διαθέσιμο σε: http://cceia.unic.ac.cy/wp-content/uploads/EMPN_6_GR.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[3] Nandan, S. (χ.χ.). The Exclusive Economic Zone: A Historical Perspective. [διαθέσιμο διαδικτυακά] Διαθέσιμο σε: http://www.fao.org/docrep/s5280T/s5280t0p.htm [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[4] Scharf, M. (2013). Customary International Law in Times of Fundamental Change. Recognizing Grotian Moments. Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 107.

[5] Presidential Declaration Concerning Continental Shelf of 23 June 1947.

[6] Presidential Decree No. 781 of 1 August 1947.

[7] Jacovides, A. (2014). Islands. In: M. Lodge and M. Nordquist, ed., Peaceful Order in the World’s Oceans. Leiden / Boston: Brill Nijhoff, σελ. 69-70.

[8] Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Άρθρα 2 και 3.

[9] Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Άρθρο 33.

[10] Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Άρθρα 55, 56, 57 και 58.

[11] Το υφαλοπλαίσιο αποτελείται από την υφαλοκρηπίδα, το υφαλοπρανές και το ηπειρωτικό ανύψωμα.

[12] Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Άρθρα 76, 77 και 78.

[13] Agreement between the Republic of Cyprus and the Arab Republic of Egypt on the Delimitation of the Exclusive Economic Zone, 17 February 2003.

[14] Agreement between the Republic of Cyprus and the Arab Republic of Egypt … Article 1, para (a): “The delimitation of the exclusive economic zone between the two Parties is effected by the median line of which every point is equidistant from the nearest point on the baseline of the two Parties.”

[15] Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης του Κράτους του Ισραήλ και της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, Λευκωσία, 17 Δεκεμβρίου 2010.

[16] Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης του Κράτους του Ισραήλ και της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας … Άρθρο 1ο, παρ. ε΄: «Λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές με την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Κρατών αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου,…».

[17] Case concerning Maritime Dispute (Περού κ. Χιλής) [2014] Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2014 (Διεθνές Δικαστήριο Χάγης), παρ. 179-180.

[18] Περισσότερη νομολογία σε σχέση με το χαρακτήρα εθιμικού δικαίου της Α.Ο.Ζ. βλ. σε: Kwiatkowska, B. (2002). Decisions of the World Court Relevant to the UN Convention on the Law of the Sea. A Reference Guide. The Hague / London / New York: Kluwer Law International, σελ. 42-43.

[19] The Permanent Mission of Turkey to the United Nations (2004). Information note by Turkey, concerning its objection to the Agreement between the Republic of Cyprus and the Arab Republic of Egypt on the Delimitation of the Exclusive Economic Zone, 17 February 2003. New York: Law of the Sea Bulletin No. 54, σελ. 127.

[20] Olgun, E. (1999). Cyprus: A new and realistic approach. Journal of International Affairs, [διαθέσιμο διαδικτυακά] 4(3). Διαθέσιμο σε: http://sam.gov.tr/wp-content/uploads/2012/02/ErgunOlgun1.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[21] The Permanent Mission of the Republic of Cyprus to the United Nations (2005). Statement of the position of the Government of the Republic of Cyprus, dated 28 December 2004, with respect to the information note by Turkey, concerning the latter’s objection to the Agreement between the Republic of Cyprus and the Arab Republic of Egypt on the Delimitation of the Exclusive Economic Zone of 17 February 2003. New York: Law of the Sea Bulletin No. 57, σελ. 124-125.

[22] Continental Shelf Law (Law No. 8 of 5 April 1974). Διαθέσιμο σε: http://www.un.org/depts/los/LEGISLATIONANDTREATIES/PDFFILES/CYP_1974_Law.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[23] Ashley Roach, J. (2014). Today’s Customary International Law of the Sea. Ocean Development and International Law, 45(3), σελ. 250.

[24] Report of the International Law Commission to the General Assembly, Commentary to the articles concerning the law of the sea, Άρθρο 67, Σχόλιο υπ’αριθμ. 10. (1957). Yearbook of the International Law Commission 1956, [διαθέσιμο διαδικτυακά] Vol. 2, σελ. 297. Διαθέσιμο σε: http://legal.un.org/ilc/publications/yearbooks/english/ilc_1956_v2.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[25] Territorial and Maritime Dispute (Νικαράγουα κ. Κολομβίας) [2012] Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2012 (Διεθνές Δικαστήριο Χάγης), παρ. 138: «The Parties are also agreed that several of the most important provisions of UNCLOS reflect customary international law. In particular, they agree that the provisions of Articles 74 and 83, on the delimitation of the exclusive economic zone and the continental shelf, and Article 121, on the legal régime of islands, are to be considered declaratory of customary international law.»

[26] United Nations General Assembly Resolution (U.N.G.A.R.) 3212 (XXIX). Question of Cyprus. [1.11.1974] παρ. 1η.

[27] United Nations Security Council Resolution (U.N.S.C.R.) 541 of 18 November 1983, παρ. 1-2.

[28] U.N.S.C.R. 550 of 11 May 1984, παρ. 2-4.

[29] Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. (Ε.Ε.Ε.Ε. L 236/23.9.2003) άρ. 60: «Τα Παραρτήματα I έως XVIII, τα Προσαρτήματα και τα Πρωτόκολλα αριθ. 1 έως 10 που επισυνάπτονται στην παρούσα Πράξη, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της.»

[30] Brownlie, I. (1984). Principles of Public International Law. 3rd ed. Oxford: Clarendon Press, σελ. 93.

[31] Olgun, E. (1999). Cyprus: A new and realistic approach.

[32] The Permanent Mission of Greece to the United Nations (2005). Note verbal dated 24 February 2005 addressed to the Secretary-General concerning Turkey’s objection to the Agreement between the Republic of Cyprus and the Arab Republic of Egypt on the Delimitation of the Exclusive Economic Zone of 17 February 2003. New York: Law of the Sea Bulletin No. 57, σελ. 129.

[33] 1958 Geneva Convention on the Continental Shelf. Art. 1 (b): “For the purpose of these articles, the term «continental shelf» is used as referring (a) […]; (b) to the seabed and subsoil of similar submarine areas adjacent to the coasts of islands.”

[34] Βλ. σχετικά: Case concerning Territorial and Maritime Dispute between Nicaragua and Honduras in the Caribbean Sea (Νικαράγουα κ. Ονδούρας) [2007] Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2007 (Διεθνές Δικαστήριο Χάγης), παρ. 302-305. Το Δ.Δ.Χ. σε αυτήν την απόφαση απέρριψε το αίτημα της Νικαράγουας για δημιουργία θυλάκων γύρω από νησιά της Ονδούρας, ώστε αυτά να περιοριστούν σε χωρικά ύδατα 3 ν.μ. Το Δικαστήριο καθόρισε θαλάσσια σύνορα με βάση των αρχή της μέσης γραμμής και για τον καθορισμό αυτό έλαβε υπόψη στο ακέραιο τη δυνατότητα των τεσσάρων νησιών για δημιουργία θαλασσίων ζωνών.

[35] Jacovides, A. (2011). International Law and Diplomacy. Leiden – Boston: Martinus Nijhoff Publishers, σελ. 96.

[36] Π.χ. North Sea Continental Shelf Cases (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κ. Δανίας και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κ. Ολλανδίας) [1969] Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1969 (Διεθνές Δικαστήριο Χάγης), παρ. 88-92; Sepulveda Amor, B. (2011). The International Court of Justice and the Law of the Sea. [διαθέσιμο διαδικτυακά] σελ. 8-10. Διαθέσιμο σε: http://www.corteidh.or.cr/tablas/r29686.pdf [Ανακτήθηκε 27 Μαΐου 2018].

[37] Ντόκος, Θ. (2010). Αλφαβητάρι των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων. [online] Available at: http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/en/2010/06/%CE%9A%CE%95%CE%99%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%9F-%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A3-11_2010_-%CE%98-%CE%9D%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%82.pdf [Accessed 25 May 2018].

[38] Mann, S. (2001). The Greek-Turkish dispute in the Aegean Sea its ramifcations for NATO and the prospects for resolution. [online] Available at: https://calhoun.nps.edu/handle/10945/2684 [Accessed 25 May 2018].

[39] Anon, (2018). Greece, Turkey, Aegean: Situation Report, January 7, 2018. [online] Available at: http://www.rieas.gr/images/editorial/rieasituationreport2018.pdf [Accessed 25 May 2018].

[40] ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ. (2017). Συγκεντρωτικά Στοιχεία 2017. [online] Available at: http://www.geetha.mil.gr/el/violations-gr/5844-sygkentrwtika-stoicheia-2017.html [Accessed 25 May 2018].

[41] European Commision. (2018). PRESS RELEASES – Press Release – Key findings of the 2018 Report on Turkey. [online] Available at: http://europa.eu/rapid/press-release_MEMO-18-3407_en.htm [Accessed 25 May 2018].

[42] ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ. (2018). Συγκεντρωτικά Στοιχεία 2018. [online] Available at: http://www.geetha.mil.gr/el/violations-gr/6466-sygkentrwtika-stoicheia-2018.html [Accessed 25 May 2018].

[43] NATO. (2016). NATO’s Deployment in the Aegean Sea. [online] Available at: https://www.nato.int/nato_static_fl2014/assets/pdf/pdf_2016_07/20160627_1607-factsheet-aegean-sea-eng.pdf [Accessed 25 May 2018].

[44] Stergiou, A. (2018). The Refugee Crisis And It’s Effects On Greece’s European Integration And Relations With Turkey. Review of International Law & Politıcs, 12(2).

[45] Dudden, L. and Ustun, K. (2017). EU – Turkey Refugee Agreement: Too Big To Fail, [online] (34). Available at: http://setadc.org/wp-content/uploads/2017/06/Report_34_EUTurkey_Refugee_Agreement-1-1.pdf [Accessed 25 May 2018].

[46] Χαλικιά, Μ. (2017). Το Δικαίωμα Επεκτάσεως Της Αιγιαλίτιδας Ζώνης Και Το “Casus Belli” Της Τουρκίας. [online] Power Politics. Available at: https://powerpolitics.eu/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CF%89%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9/ [Accessed 25 May 2018].

[47] Σταυρίδου, Μ. (2016). Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη Στην Περίπτωση Της Ελλάδας. [online] Available at: https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/19628/3/StauridouMariaMsc2016.pdf [Accessed 25 May 2018].

[48] Σε ό,τι αφορά πάντως την απειλή που δημιουργεί η 4η Στρατιά του Αιγαίου, Τούρκοι ειδικοί διατείνονται ότι πρόκειται περισσότερο για στρατιά ¨στα χαρτιά¨ παρά για αξιοσημείωτη δύναμη αντίκρυ στα ελληνικά νησιά.

[49] Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η σύσταση της στρατιάς αυτής έγινε μετά την πρόκληση απειλής από την ελληνική πλευρά με την στρατιωτικοποίηση των νησιών για αμυντικούς λόγους (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία), για τα οποία κανονικά ισχύει μέχρι σήμερα το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) περί μερικής αποστρατιωτικοποίησης. Η Ελλάδα άρχισε να παραβαίνει το άρθρο αυτό στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στρατιωτικοποιώντας τα νησιά πέραν των επιτρεπτών ορίων. Στις σχετικές ωστόσο διαμαρτυρίες της Τουρκίας, το 1969 και το 1970, ισχυριζόταν ότι δεν είχε υπερβεί τα επιτρεπτά όρια, κάτι που φάνηκε να ικανοποιεί τότε την Άγκυρα.

[50] 2018. «Με ΝΟΤΑΜ απαντά η Ελλάδα στη δέσμευση περιοχών στο Αιγαιο από την Τουρκία», Mignatiou.com, , http://hellasjournal.com/2018/03/me-notam-apanta-h-ellada-sti-desmefsi-periochonsto-egeo-apo-tin-tourkia/%5BAccessed 10 March 2018]

[51] HuffPost Greece. (2018). Ερντογάν: Ο πολιτικός που θέλει να γίνει σουλτάνος και να ξεπεράσει τον Κεμάλ. [online] Available at: https://www.huffingtonpost.gr/2015/06/07/diethnes-erdogan-toyrkia-kemal-soyltanos_n_7495576.html [Accessed 22 May 2018].

[52] Καργάκος Σ., 2008 Η ιστορία από τη σκοπιά των Τούρκων, Εκδόσεις Σιδέρης

[53] Νεραντζάκη Ε. Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, ForeignAffairs, 14/07/2016 http://foreignaffairs.gr/articles/69875/eypraksia-nerantzaki/i-polydiastati-eksoteriki-politiki-tistoyrkias?page=show [Accessed 15 March 2018].

[54] Για τους  οκτώ, σύμφωνα με το τρίτο αίτημα, εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης τους  από το 33ο Κακουργιοδικείο της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να δικαστούν για τα εξής οκτώ αδικήματα: απόπειρα κατάργησης της Κυβέρνησης της Τουρκικής Δημοκρατίας ή εμπόδιση να εκτελέσει την αποστολή της, απόπειρα κατάργησης της συνταγματικής τάξης, απόπειρα κατάργησης της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης ή εμπόδιση να εκτελέσει την αποστολή της, συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση, απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως, λιποταξία σε ξένη χώρα, κλοπή στρατιωτικού υλικού και πρόκληση φθοράς σε στρατιωτικό υλικό.

[55] HuffPost Greece. (2018). Ερντογάν: Ο πολιτικός που θέλει να γίνει σουλτάνος και να ξεπεράσει τον Κεμάλ. [online] Available at: https://www.huffingtonpost.gr/2015/06/07/diethnes-erdogan-toyrkia-kemal-soyltanos_n_7495576.html [Accessed 22 May 2018].

[56] Cevikoz, U. (19 Σεπτεμβρίου 2017). EU-Turkey relations: the beginning of the end?. European Council on Foreign Relations 1. Διαθέσιμο σε: https://www.ecfr.eu/article/essay_eu_turkey_relations_the_beginning_of_the_end_7226 (Ανακτήθηκε 28 Μαΐου 2018).

[57] European Commission. (2016). Overview Negotiations – Turkey. fact sheet. Βρυξέλλες: EU.

[58] European Commission. (2018). THE EU FACILITY FOR REFUGEES IN TURKEY. fact sheet. Βρυξέλλες: EU.

[59] DE LA BAUME, M. (Ιούλιος 2016). EU officials warn Turkey against overreacting to coup attempt. Politico. Διαθέσιμο σε: https://www.politico.eu/article/eu-officials-warn-turkey-against-overreacting-to-coup-attempt/ (Ανακτήθηκε 27 Μαΐου, 2018).

[60] European Commission. (2018). Turkey 2018 Report. Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions. Strasbourg: EU.

[61] Eυρωπαϊκή Oικονομική Kοινότητα. (1970). Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ – Τουρκίας. Πρόσθετο Πρωτόκολλο. Βρυξέλλες: ΕΟΚ.

[62]Hegedüs, K. (2010). RUSSIA’S RELATIONS: THE TURKISH-GREEK-CIPRIOT TRIANGLE. Délkelet Európa – South-East Europe International Relations Quarterly, Vol. 1.(No.2.), p.1.

[63] Ibid, pp. 5-6

[64]Saivetz, C. (2018). Frenemies: Putin and Erdogan. [online] Lawfare. Available at: https://lawfareblog.com/frenemies-putin-and-erdogan [Accessed 22 May 2018].

[65]Edelman, E. (2018). What is Next for U.S.-Turkey Relations?. [online] United States Institute of Peace. Available at: https://www.usip.org/publications/2018/04/what-next-us-turkey-relations [Accessed 22 May 2018].

[66] Ibid

[67]Stephanou, C. (2012). THE FOREIGN POLICY OF GREECE: A PRIMER. Professor. Department of International & European Studies Panteion University, Athens.

[68]Third Conference of the United Nations on the law of the sea, Official Records, vol. XVI, 169

[69]Γιόκαρης, Ά. & Κυριακόπουλος, Γ. (2013). Διεθνές Δίκαιο Εναερίου Χώρου. Αθήνα: Nomiki Bibliothiki Group, pp.171-172.

[70]Sazanidis, C. (1980). The Greco-turkish dispute over the Aegean airspace. Hellenic Review of International Relations, Vol. 1 (No. 1), pp.87-122.

[71] International Law Commission, Yearbook 1956, II, 74

[72]United Nations Convention on the Law of the Sea (1982), available at: http://www.un.org/depts/los/convention_agreements/convention_overview_convention.htm

Convention on International Civil Aviation (1944), available at: https://www.icao.int/publications/pages/doc7300.aspx

[73] Ρούκουνας, Ε. (2010). Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Αθήνα: Nomiki Bibliothiki Group, pp.140-141.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: