Το φαινόμενο της αύξησης του πληθυσμού: Μύθοι και πραγματικότητες

Scroll down to content

Ερευνητική Ομάδα «Περιβαλλοντικά Ζητήματα»

Ορέστης Μάτσας, 20 Απριλίου 2018

 

Η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, με δυναμικά χαρακτηριστικά αλλά και κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές προεκτάσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ανθρωπότητα γίνεται μάρτυρας μιας θεαματικής και απρόσκοπτης πορείας, σε ότι αφορά τον πληθυσμό της, γεγονός που εγείρει έντονους προβληματισμούς ως προς την έκβαση της κατάστασης. Ένας γενικός [1] ορισμός που θα μπορούσε να αποδοθεί στον παγκόσμιο υπερπληθυσμό, είναι η κατάσταση στην οποία ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη, υπερβαίνει το όριο εκείνο όπου δύναται να εξασφαλιστεί η άνετη διαβίωση, η υγεία, αλλά και η ευτυχία των ανθρώπων, και υπο την προϋπόθεση ότι τα χαρακτηριστικά αυτά δεν υποβαθμίζουν το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσουν οι επόμενες γενεές. Εν ολίγοις υφίσταται ζήτημα υπερπληθυσμού όταν το [2] οικολογικό αποτύπωμα μιας ορισμένης ομάδας πληθυσμού σε συνθήκες ευζωίας, υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος μιας ορισμένης γεωγραφικής τοποθεσίας, να αφομοιώσει την ανθρώπινη δραστηριότητα

Στο πλαίσιο της μετάβασης σε ένα κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο, εναρμονισμένο εννοιολογικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη, το πληθυσμιακό ζήτημα φαίνεται να αποτελεί κυρίαρχη πηγή προβληματισμού. Όντας η βασική παράμετρος στις αυξημένες ανάγκες που παρατηρούνται σε όλα τα επίπεδα διαβίωσης των ανθρώπων, αλλά και ακολουθώντας μια εν γένει ανορθολογική πορεία τον τελευταίο αιώνα, το φαινόμενο της αύξησης του πληθυσμού απασχολεί όλο και πιο έντονα την επιστημονική κοινότητα, οδηγώντας την στην εξαγωγή ποικίλων ερμηνειών και συμπερασμάτων.

Ο πληθυσμός σε αριθμούς

updated-World-Population-Growth-1750-2100.png

Η προβληματική που ακολουθεί το πληθυσμιακό ζήτημα, προέρχεται από την εκθετική εικόνα που παρουσιάζει η αύξηση των ανθρώπων στον πλανήτη. Χαρακτηριστικά, [3] εκτιμάται ότι το 800 μ.Χ. ο πληθυσμός της γης δεν ξεπερνούσε τα 220 εκατ. ανθρώπων ενώ είχε ετήσιο ρυθμό αύξησης σχεδόν 0,1%. Το 1800 μ.Χ., -δηλαδή μια χιλιετία αργότερα- ο πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 1 δις ανθρώπων, (δηλαδή μικρότερο από το πενταπλάσιο σε σχέση με χίλια χρόνια πριν), με ρυθμό ετήσιας αύξησης 0,5%. Η εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού έχει συντελεστεί τους τελευταίους 2 αιώνες, με τον ανθρώπινο πληθυσμό σήμερα [4] να έχει ξεπεράσει τα 7,6 δις (δηλαδή μεγαλύτερο από το επταπλάσιο σε σχέση με 200 χρόνια πριν), ενώ ο ρυθμός αύξησης βρίσκεται στο 1,1%. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο του σημερινού πληθυσμιακού μεγέθους, είναι η εκτίμηση [5] πως σήμερα ζεί το 6,5% των ανθρώπων που έχουν υπάρξει ποτέ στον πλανήτη. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την έξαρση του ανθρώπινου πληθυσμού, αν αναλογιστεί κανείς τα χιλιάδες χρόνια της παρουσίας του ανθρώπου στη Γη.

Γίνεται ακόμα πιο εμφανής η δυναμική του φαινομένου της πληθυσμιακής αύξησης, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον διπλασιασμό του πληθυσμού και κάνοντας μια ιστορική αναδρομή. Χρειάστηκε 7 ολόκληρους αιώνες (9ο-16ο αιώνα μ.Χ. ) στον πληθυσμό για να διπλασιαστεί από τα 0.25 δις στα 0.5 δις ανθρώπων. Στη συνέχεια χρειάστηκε μόλις 2,5 αιώνες για να φτάσει το 1 δις ανθρώπων, ενώ από το 1804 έως το 1927 ο πληθυσμός διπλασιάστηκε και πάλι φτάνοντας τα 2 δις ανθρώπων. Ο επόμενος διπλασιασμός διήρκεσε 47 χρόνια (1927-1974) όπου ο πληθυσμός έφτασε τα 4 δις, ενώ ο ταχύτερος διπλασιασμός του πληθυσμού έχει πραγματοποιηθεί μέσα σε μόλις 37 χρόνια (1950-1987), όπου από τα 2,5 δις ο πληθυσμός έφτασε τα 5 δις ανθρώπων.

Οι προβλέψεις το Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) μέσα από τις σχετικές αναφορές του για τις επόμενες δεκαετίες σε σχέση με το πληθυσμό, καταδεικνύουν τη συνέχιση του φαινομένου της αύξησης. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι το 2030 ο αριθμός των ανθρώπων στον πλανήτη θα βρίσκεται κοντά στα 8.6 δις, ενώ η αντίστοιχη πρόβλεψη για το 2050 είναι τα 9,8 δις και για το 2100 τα 11,2 δις. Η αύξηση αυτή ωστόσο, αναμένεται να πραγματοποιηθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, κάτι το οποίο θα αναλυθεί στη συνέχεια.

Επομένως, μέσω των στατιστικών στοιχείων αυτών και έχοντας σχηματίσει μια καθαρή εικόνα για την διαδρομή που έχει ακολουθήσει ο ανθρώπινος πληθυσμός τα τελευταία χρόνια, γίνεται πιο εύκολα κατανοητή η ανησυχία που εκφράζεται σε διάφορα επίπεδα για την έκβαση της πορείας του. Οι κυριότεροι προβληματισμοί που δημιουργούνται μεταξύ άλλων, είναι: Γιατί αυξάνεται ο πληθυσμός και μέχρι πότε θα συνεχίσει να αυξάνεται με αυτό το ρυθμό; Οδηγεί σε αδιέξοδο η αύξηση του πληθυσμού; Μπορεί ο πλανήτης να υποστηρίξει τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων και τέλος υπάρχει βέλτιστος πληθυσμός ανθρώπων για τον πλανήτη;

Που οφείλεται η πληθυσμιακή έξαρση; Η Θεωρία της Δημογραφικής Μετάβασης

Όπως έχει αναφερθεί από την αρχή το φαινόμενο της πληθυσμιακής αύξησης είναι πολυπαραμετρικό. Αυτό σημαίνει πως η συμπεριφορά του καθορίζεται από διάφορες συνιστώσες, όπως είναι για παράδειγμα η κατανόηση της υγιεινής, η πρόσβαση στην υγεία και στην μόρφωση, οι κοινωνικές συνήθειες, η θρησκεία, η εργασία και πολλά άλλα. Επομένως η εξέλιξη και συμβολή της ιατρικής επιστήμης στην υγεία των ανθρώπων, αλλά και η συνεχής βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, αποδίδονται ως οι σημαντικότερες αιτίες τόσο για την διεύρυνση του προσδόκιμου ζωής των ανθρώπων όσο και για τη μείωση των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας. Συνεπώς η κλιμακούμενη δυνατότητα του ανθρώπινου είδους να προστατευθεί από ασθένειες και πανδημίες, φυσικές καταστροφές και φυσικές απειλές (άγρια ζωή) αποτελεί τον πρωτογενή παράγοντα που συντελεί στην αύξηση του πληθυσμού.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η πρόοδος της τεχνολογίας, η εκβιομηχάνιση, η οικονομική μεγέθυνση και η γενικότερη εξέλιξη ενός κοινωνικού συνόλου ή μιας χώρας, φαίνεται να συσχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την μείωση των ποσοστών θνησιμότητας. Η διαδικασία αυτή, γνωστή και ως θεωρία της Δημογραφικής Μετάβασης [6] υποστηρίζει ότι η πληθυσμιακή αύξηση συντελείται κατά τη διάρκεια της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης ενός πληθυσμιακού συνόλου. Ωστόσο, αυτή η μείωση των ποσοστών θνησιμότητας ακολουθείτε από μια ετεροχρονισμένη μείωση των ποσοστών γεννητικότητας.

Η Δημογραφική Μετάβαση αποτελείται από τρεις φάσεις:

  1. Στη πρώτη φάση, την περίοδο που προηγείται της εκβιομηχάνισης, το ποσοστό των γεννήσεων είναι σταθερό και ελαφρώς υψηλότερο από το ποσοστό των θανάτων, διασφαλίζοντας έτσι την οριακή πληθυσμιακή αύξηση.
  2. Κατά τη δεύτερη φάση,δηλαδή τη περίοδο μετά την εκβιομηχάνιση παρατηρείται θεαματική μείωση των ποσοστών των θανάτων, χωρίς ωστόσο να παρατηρείται κάποια μεταβολή στα υψηλά ποσοστά γεννήσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δεύτερη περίοδο να παρατηρούνται πολύ ψηλά επίπεδα πληθυσμιακής αύξησης.
  3. Η τρίτη και τελευταία φάση της δημογραφικής μετάβασης συνεπάγεται μεγάλες μειώσεις στο ποσοστό γεννήσεων που υπερβαίνουν τις συνεχείς μειώσεις του ποσοστού θανάτων. Επομένως η περίοδος αυτή μπορεί να επιφέρει περαιτέρω αύξηση του προσδόκιμου ζωής, ωστόσο τα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού μειώνονται λαμβάνοντας ακόμα και αρνητικές τιμές (δηλαδή μείωση του πληθυσμού).

Με βάση την θεωρία της Δημογραφικής Μετάβασης, καθίσταται δυνατό να ερμηνευθεί πιο εύκολα η συμπεριφορά που έχει ο ανθρώπινος πληθυσμός καθώς επίσης και η κατηγοριοποίηση των αναπτυσσόμενων και ανεπτυγμένων πληθυσμών σε μια από τις τρεις φάσεις της διαδικασίας μετάβασης.

Η χρονική αυτή καθυστέρηση, δηλαδή αρχικά η μείωση της θνησιμότητας και έπειτα η μείωση της γεννητικότητας, οφείλεται στη διαφορετική φύση των δύο φαινομένων. Το φαινόμενο της υψηλής γεννητικότητας, αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις της κάθε εποχής, αλλά και στα αντανακλαστικά των ανθρώπων απέναντι στα ψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας. Υπήρχε επίσης η θεώρηση, ότι περισσότερα παιδιά ισοδυναμούν με περισσότερα εργατικά χέρια, επιχείρημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε μια αγροτική οικονομία (ελλείψει νόμων για τη παιδική εργασία κτλ), αλλά όχι σε μια βιομηχανική οικονομία. Επομένως παρατηρώντας τις παραμέτρους που επηρεάζουν τη γεννητικότητα γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται κοινωνική βούληση και προθυμία για αλλαγή της νοοτροπίας από ψηλά σε χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας. Στον αντίποδα η μείωση των ποσοστών θνησιμότητας έρχεται ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου ενός κοινωνικού συνόλου, συνεπώς δεν καταβάλλεται κάποια προσπάθεια. Επομένως γίνεται κατανοητός ο λόγος για τον οποίο υπάρχει χρονική διαφορά των δύο φαινομένων και άρα παροδική αύξηση του πληθυσμού στην εκάστοτε γεωγραφική περιοχή.

Ανεπτυγμένες και Αναπτυσσόμενες χώρες

Για παράδειγμα στην Ευρώπη [7] η εκκίνηση της Δημογραφικής Μετάβασης έλαβε χώρα στα μέσα του 18ου αιώνα, όπου με βάση τα σημερινά δεδομένα θα χαρακτηρίζαμε τις περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου ως αναπτυσσόμενες. Από τα ψηλά ποσοστά θνησιμότητας και το χαμηλό προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων λόγω επιδημιών, πείνας και έλλειψης υγιεινής, ο ευρωπαϊκός χώρος πέρασε σε μια εποχή εκβιομηχάνισης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων, γεγονός που επέφερε σημαντική μείωση του ποσοστού θνησιμότητας. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με την σταθερά υψηλή γεννητικότητα, αποτέλεσαν τις αιτίες της έξαρσης του πληθυσμού μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα. Από τα μέσα του 20ου αιώνα κι έπειτα, έχοντας περάσει στη τρίτη και τελευταία φάση της Δημογραφικής Μετάβασης, επήλθε η κατακόρυφη μείωση των ποσοστών γεννητικότητας σχεδόν στο σύνολο των χωρών της Ευρώπης. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού μέχρι και σήμερα, κινείται στα όρια του μηδέν.

Όσο περισσότερο «καθυστερεί» μια χώρα να μπει σε τροχιά ανάπτυξης (οικονομία, παιδεία, υγεία, εργασία κτλ) τόσο περισσότερο συνεισφέρει στην αύξηση του πληθυσμού. Χαρακτηριστικά, [8] εκτιμάται ότι το 98% περίπου της αύξησης του πληθυσμού στο διάστημα 1998-2025 αναμένεται να σημειωθεί στις φτωχότερες χώρες. Για παράδειγμα στο διάστημα 1995-2000 η Ρουάντα και η Λιβερία είχαν ρυθμό πληθυσμιακής αύξησης 7,9% και 8,6% αντίστοιχα, ενώ στον αντίποδα η Ιταλία και η Πορτογαλία είχαν ρυθμό αύξησης μικρότερο από 0,1%. Η γενική εικόνα σχετικά με τους ρυθμούς αύξησης του πληθυσμού σε παγκόσμια κλίμακα καταδεικνύει τη συνεχή μείωση του ποσοστού. Ο μέσος όρος σήμερα [9] βρίσκεται στο 1,1%, ενώ έλαβε ιστορικά τη μέγιστη τιμή του το 1962 όπου έφτασε 2,1%. Υπολογίζεται ότι το 2100 ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού θα είναι 0,1% γεγονός που φανερώνει το τέλος της δημογραφικής μετάβασης ακόμα και των χωρών που θεωρούμε σήμερα αναπτυσσόμενες και που στη πλειονότητά τους εντοπίζονται γεωγραφικά, στην Ασία και την Αφρική.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, γίνονται σημαντικά βήματα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να παρατηρείται [10] μείωση των ποσοστών θνησιμότητας και επέκταση του προσδόκιμου ζωής. Σχεδόν παράλληλα και σε συμφωνία με την θεωρία της Δημογραφικής Μετάβασης, σημειώνεται τα τελευταία χρόνια και μείωση της γεννητικότητας [11] η οποία θα συνεχιστεί μέχρι τα τέλη του αιώνα. Συνεπώς, μέχρι το 2100 αναμένεται η σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού κοντά στα 11,2 δις ανθρώπων.

Είναι ο πληθυσμός το πραγματικό πρόβλημα;

Όπως έχει προαναφερθεί, τίθεται ζήτημα υπερπληθυσμού, όταν το οικολογικό αποτύπωμα των ανθρώπων υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος να απορροφήσει την δραστηριότητά τους. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται εξ αρχής η έννοια του βέλτιστου πληθυσμού ανθρώπων σε αριθμητική τιμή, αφού η έννοια του υπερπληθυσμού εξαρτάται τόσο από το μέγεθος του πληθυσμού κάθε αυτού, όσο και από τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο που έχει το συγκεκριμένο σύνολο. Συνεπώς, δεδομένης της προδιαγεγραμμένης διόγκωσης που θα υποστεί ο πληθυσμός μέσα στον 21ο αιώνα, εμφανίζεται η ανάγκη να εξεταστεί η βιωσιμότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας στον πλανήτη.

Η κλιματική αλλαγή στην οποία έχει υπεισέλθει ο πλανήτης, κρίνεται ως το αποτέλεσμα της αλόγιστης ανθρώπινης δραστηριότητας. Η αύξηση του πληθυσμού αποτελεί τον κοινό παρονομαστή κάθε αιτίας υπερθέρμανσης του πλανήτη. Είναι όμως η μεγαλύτερη αιτία του προβλήματος; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά «ΟΧΙ». Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται, όχι στη πληθυσμιακή έκρηξη που παρατηρείται στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά στον τρόπο ζωής των -κατά πολύ λιγότερων- ανθρώπων στις ανεπτυγμένες χώρες [12].

Η συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας, η υπερκατανάλωση αγαθών, οι νέες διατροφικές συνήθειες και η υπερ-παραγωγή απορριμάτων, είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά που σκιαγραφούν το δυτικό πρότυπο διαβίωσης των ανθρώπων. Ειδικότερα όταν τα χαρακτηριστικά αυτά βασίζονται σε παράγοντες άκρως επιβλαβείς για το περιβάλλον, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από συμβατικά καύσιμα, η παραγωγή και κατανάλωση βασισμένη σε γραμμικά βιομηχανικά μοντέλα (take-make-dispose), η αυξημένη κατανάλωση ζωικών προϊόντων, καθώς επίσης και η ανεπάρκεια συστημάτων διαχείρισης στερεών αποβλήτων.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα του αντίκτυπου, που φαίνεται να έχει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων στις δυτικές και άρα ανεπτυγμένες κοινωνίες είναι τα πιο κάτω:

• [13] Οι άνθρωποι που ανήκουν στο 10% των πλουσιότερων ανθρώπων σε παγκόσμια βάση, παράγουν το 50% της παγκόσμια παραγόμενης ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Την ίδια στιγμή αυτοί που ανήκουν στο 50% των φτωχότερων ανθρώπων παράγουν μόλις το 10% των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα.
• [14] Εάν το 1,3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που δεν έχουν πρόσβαση στον ηλεκτρισμό σήμερα, καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους σε φωτισμό και θέρμανση έως το 2030, η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας θα αυξηθεί μόλις κατά 1%.
• [15] Ένας Αμερικανός κατά τη διάρκεια της ζωής του, απορρίπτει στην ατμόσφαιρα μέσω της δραστηριότητάς του, κατά μέσο όρο, 10 χιλιάδες τόνους CO2. Η ποσότητα αυτή είναι πενταπλάσια σε σχέση με έναν Κινέζο και 160 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με έναν κάτοικο το Μπαγκλαντές.
• [16] Ο μέσος Αμερικανός καταναλώνει το επίπεδο στοιχειώδους διαβίωσης, 3,3 φορές σε φαγητό και 250 φορές σε νερό. Συνεπώς αν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη υιοθετούσαν αυτά τα πρότυπα κατανάλωσης, ο πλανήτης θα μπορούσε να αφομοιώσει την δραστηριότητα μόλις 2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Γίνεται επομένως αντιληπτό, ότι η απότομη αύξηση του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί από μόνη της απειλή για τον πλανήτη. Το οικολογικό αποτύπωμα ενός παιδιού που γεννιέται σε μια αναπτυσσόμενη κοινωνία, είναι πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο παιδί μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας. Λαμβάνοντας ως δεδομένο το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στο πλανήτη να γεννιέται σε ένα κράτος το οποίο μπορεί να του εξασφαλίσει συνθήκες ευζωίας και ευημερίας, εγείρεται το ζήτημα της βιωσιμότητας που θα έχει η εφαρμογή του δυτικού προτύπου διαβίωσης τα επόμενα χρόνια και στα αναπτυσσόμενα κράτη.

Οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες έχουν προσχωρήσει -η κάθε μια με το δικό της ρυθμό- σε μια εξελικτική πορεία εκβιομηχάνισης. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται άλλωστε και στη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού τους. Όπως έχει προαναφερθεί, η δημογραφική μετάβαση σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του αιώνα, όπου και ο πληθυσμός θα σταθεροποιηθεί στα 11,2 δις ανθρώπων. Η πρόκληση με την οποία έρχεται αντιμέτωπο το σύνολο της ανθρωπότητας έχει διαφορετική βάση αλλά κοινή έκβαση. Από τη μία ο «ανεπτυγμένος κόσμος» καλείται να εξορθολογίσει τον τρόπο με τον οποίο έχει δομήσει την κάλυψη των αναγκών του. Από την άλλη ο «αναπτυσσόμενος κόσμος» καλείται να θέσει από την αρχή τα θεμέλια μιας ανάπτυξης που θα έχει περιβαλλοντικά βιώσιμο χαρακτήρα.

Κρίνεται αναγκαίο, η κοινή έκβαση των «δυο κόσμων» να έχει χαρακτηριστικά αειφορίας. Ο μεγάλος όγκος του πληθυσμού των ανθρώπων απαιτεί τη συμπερίληψη του περιβάλλοντος στην εξίσωση της βιώσιμης ανάπτυξης. Η ανθρωπογενής πίεση την οποία δέχονται οι φυσικοί πόροι, τα διάφορα οικοσυστήματα, οι θάλασσες και η ατμόσφαιρα του πλανήτη έχουν φτάσει σε τέλμα. Θεωρείται επομένως αυτονόητο, ότι το παρόν μοντέλο διαβίωσης των ανθρώπων χρειάζεται αναθεώρηση, πόσο δε μάλλον όταν η κοινωνική- οικονομική ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων κρατών βρίσκεται προ των πυλών.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών πρέπει να αποτελέσει βασικό στοιχείο της μετάβασης αυτής. Από τη μια, οι πλουσιότερες χώρες του πλανήτη, οφείλουν να σταθούν αρωγοί στη παροχή κεφαλαίων και τεχνογνωσίας απέναντι στις φτωχότερες χώρες, προς αποφυγή της περιβαλλοντικά ανορθόδοξης ανάπτυξης που είχαν οι πρώτες. Από την άλλη, τα αναπτυσσόμενα κράτη, μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπο παράδειγμα πράσινης οικονομικής ανάπτυξης σε επίπεδο κρατών αλλά και συνεσταλμένης-οικολογικής ευζωίας σε επίπεδο ανθρώπων. Η άκριτη «δυτικοποίηση» του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού των αναπτυσσόμενων χωρών θα έχει ολέθριες περιβαλλοντικές συνέπειες και με βεβαιότητα γνωρίζουμε πως αυτές δε θα διακρίνουν τις ανεπτυγμένες απο τις αναπτυσσόμενες περιοχές.

 

Παραπομπές:

[1] Morris, G. (17 Δεκεμβρίου 1988). What is overpopulation. Population Reference Bureau PRB 1-2. Διαθέσιμο σε: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/12281798 (Ανακτήθηκε 20 Μαρτίου 2018).
[2] Οικολογικό αποτύπωμα: Το οικολογικό αποτύπωμα καταμετρά τον οικολογικό αντίκτυπο, της παραγωγής και κατανάλωσης φυσικών πόρων και απορρόφησης των απορριμάτων μιας ορισμένης ομάδας πληθυσμού.
[3] Kremer, M. (Αύγουστος 1993). Population Growth and Technological Change: One Million B.C. to 1990. The Quarterly Journal of Economics. 108(3):682-713.
[4] United Nations. (2017). World Population Prospects. The 2017 Prospects. (Τόμ. Key Findings and Advance Tables). New York: Department of Economic and Social Affairs.
[5] Haub, C. (2011). How Many People Have Ever Lived on Earth?. Σε Population Reference Bureau. [χ.τ.]. PRB.
[6] Tietenberg, T. & Lewis, L. (2009). Environmental and Natural Resource Economics. New York: Pearson Education, Inc.
[7] Van Bavel, J. (2013). The world population explosion: causes, backgrounds and projections for the future. Σε Facts, Views & Vision in ObGyn. (τ.5(4):281-291). [χ.τ.]. PMC.
[8] Tietenberg, T. & Lewis, L. (2009). Environmental and Natural Resource Economics. New York: Pearson Education, Inc.
[9] Max Roser and Esteban Ortiz-Ospina (2018) – «World Population Growth». Published online at OurWorldInData.org. Retrieved from: ‘https://ourworldindata.org/world-population-growth’ [Online Resource]
[10] United Nations. (2017). World Population Prospects. The 2017 Prospects. (Τόμ. Key Findings and Advance Tables). New York: Department of Economic and Social Affairs.
[11] United Nations. (2017, Octomber). The end of high fertility is near. Population Facts. (Τόμ. No. 2017/3). New York: Department of Economic and Social Affairs.
[12] Dovers, S and Butler C.. (2015). Population and environment: a global challenge. Σε https://www.science.org.au/curious/earth-environment/population-environment. Australian Academy of Science.
[13] Extreme Carbon Inequality. (2015). Σε Why the Paris climate deal must put the poorest, lowest emitting and most vulnerable people first. [χ.τ.]. OxFam International.
[14] Bapna, M. (26 Οκτωβρίου 2011). Seven Billion: The Real Population Scare is Not What You Think. Word Resources Institute Climate. Διαθέσιμο σε: http://www.wri.org/blog/2011/10/seven-billion-real-population-scare-not-what-you-think (Ανακτήθηκε 2 Απριλίου 2018).
[15] Biello, D. (28 Οκτωβρίου 2011). Human Population Reaches 7 Billion–How Did This Happen and Can It Go On?. Scientific American Sustainability. Διαθέσιμο σε: https://www.scientificamerican.com/article/human-population-reaches-seven-billion/ (Ανακτήθηκε 14 Μαρτίου 2018).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: