“Πυρηνική” αναθέρμανση των σχέσεων Η.Π.Α.-Ιράν

Scroll down to content

του Αθανάσιου Σιαμπλή

Βάσει των τελευταίων εξελίξεων που εκτείνονται γύρω από τις σχέσεις Ιράν-Η.Π.Α., οι οποίες σηματοδοτούνται από το δεύτερο κύμα κυρώσεων από την Αμερική εις βάρος της Τεχεράνης, γίνεται αντιληπτή η δυσκολία γεφύρωσης των μεταξύ τους διαφορών και οι συνέπειες που ενέχει αυτή παγκοσμίως.

Όμως, προτού αναφερθούν στις κυρώσεις αυτές, θα πρέπει να τεθούν κάποιοι βασικοί άξονες. Αρχικά  το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (aka JCPOA), που είχε υπογραφεί τον Ιούλιο του 2015 από τις: Ε.Ε-Κίνα-Ρωσία-Αμερική-Ιράν-Γαλλία-Γερμανία-Βρετανία, τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2016. Υπό το πρίσμα αυτό διαμορφώθηκε μια “win to win” κατάσταση. Ειδικότερα για τις εγγυήτριες δυνάμεις, εξασφαλίστηκε η επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος εμπλουτισμού ουρανίου και η τροποποίηση παραγωγής ουρανίου(τα οποία αποτελούν βασικά συστατικά για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας) μέσα στο πλαίσιο συνεχών επιθεωρήσεων από τον Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη, πέτυχε την άρση των μέχρι τότε κυρώσεων( από τις ΗΠΑ-Ε.Ε) στον χρηματοπιστωτικό, τον ενεργειακό και τον μεταφορικό τομέα. Τοιουτοτρόπως έχει πλέον την δυνατότητα να εξαγάγει στις ευρωπαϊκές αγορές, το βασικό αγαθό στο οποίο έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, το αργό πετρέλαιο, αποκομίζοντας κέρδη περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ωστόσο τον Μάιο του 2018, ο πρόεδρος των Η.Π.Α., Ντ. Τράμπ, ανήγγειλε την αποχώρηση της  χώρας του από το JCPOA. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο ότι επιβαρύνει οικονομικά σε σημαντικό βαθμό την Αμερική( καθώς όπως ανέφερε καταβλήθηκαν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια σε ένα “επικίνδυνο καθεστώς”) αλλά και επειδή η ίδια η συμφωνία δεν περιόριζε την ανάπτυξη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων. Η έξοδος αυτή θα συνοδευόταν, κατά τον Αμερικανό πρόεδρο, και από μια σειρά εκτεταμένων κυρώσεων, χωρισμένων σε δύο φάσεις. Το πρώτο κύμα κυρώσεων εφαρμόστηκε τον Αύγουστο του 2018, εντός του οποίου οι ΗΠΑ, προσπάθησαν να μπλοκάρουν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές Ιρανικών προϊόντων από γραφίτη, μέταλλο καθώς και χαλιά και τρόφιμα από ξένες χώρες. Το δεύτερο κύμα, το οποίο ανακοινώθηκε στις 5 Νοεμβρίου και περιλαμβάνει 300 νέες διατάξεις-κυρώσεις, επικεντρώνεται στην παραγωγή πετρελαίου κάτι που θα επηρεάσει και κατ΄επέκταση την ναυτιλία, οικονομία αλλά και το ιρανικό τραπεζικό σύστημα.

image2

Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται από την εξαγγελία οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας με εκείνα τα κράτη και τις επιχειρήσεις, που θα συνεχίζουν όχι μόνο να προμηθεύονται  αργό πετρέλαιο αλλά και να συναλλάσσονται με την ιρανική κεντρική τράπεζα. Απτή απόδειξη αποτελεί η διακοπή των εξαγωγικών σχέσεων από 20 Κράτη προς το Ιράν, μειώνοντας τις πετρελαϊκές εξαγωγές κατά 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Από το ανωτέρω πλέγμα εξαιρούνται μόνο εκείνα τα κράτη, Κίνα-Ινδία-Νότια Κορέα-Τουρκία-Ιταλία-Ιαπωνία-Ταιβάν και Ελλάδα, τα οποία παρά το ότι είναι ενεργειακά εξαρτώμενα από το Ιράν(καθώς αγοράζουν αθροιστικά το 70% της συνολικής παραγωγής), εντούτοις θα προσπαθήσουν να ελαττώσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό της εμπορικές και οικονομικές τους σχέσεις με την Τεχεράνη. Η αποτίμηση αυτών των μέτρων, βραχυπρόθεσμα, δεν φαίνεται να έχει κλονίσει την Τεχεράνη, η οποία συνεχίζει να πουλάει(55$ ανά βαρέλι) φθηνότερα από την σημερινή τιμή του πετρελαίου(63$ ανά βαρέλι), αποκομίζοντας  μεγάλα οικονομικά οφέλη. Ωστόσο, οι πιέσεις που ασκούνται από τον πρόεδρο Τραμπ προς τις ξένες και κυρίως ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σχετικά με την μη πρόσβασή τους στην αμερικανική αγορά, σε περίπτωση συνέχισης των εμπορικών τους συναλλαγών με την Τεχεράνη δημιουργούν μακροπρόθεσμα σοβαρά προβλήματα στην Ιρανική κυβέρνηση. Επεξηγηματικά οι υπόλοιπο εμπορικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν μια εξαιρετικά αμφίσημη κατάσταση, επειδή επιθυμούν μεν να έχουν ως εταίρο το Ιράν, εντούτοις δε θα πρέπει να διαφυλάξουν και τα συμφέροντα των εθνικών τους επιχειρήσεων. Υπό το πρίσμα αυτό, εταιρείες “κολοσσοί” όπως “A.P. Moller-Maersk” αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από την Τεχεράνη στερώντας της έτσι σημαντικά κεφάλαια είτε για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών είτε για την αναβάθμιση της διαδικασίας άντλησης και επεξεργασίας αργού-πετρελαίου.

Ως απόληξη των γεγονότων αυτών κρίνονται οι ανακατατάξεις τόσο στο ενεργειακό όσο και στον εμπορικοοικονομικό τομέα της διεθνούς σκακιέρας. Ωστόσο, ο βαθμός και οι κραδασμοί των αλλαγών αυτών θα εξαρτηθούν σε σημαντικό βαθμό από δύο βασικούς παράγοντες: Πρώτον από το εάν η Ιρανική κυβέρνηση επιλέξει είτε τον εμπορικό “απομονωτισμό” είτε την επαναδιαπραγμάτευση. Δεύτερον από το εάν η στρατηγική αυτή του Ντόναλντ Τραμπ έχει ως ορίζοντα ένα νέο ενεργειακό άνοιγμα προς την Σαουδική Αραβία, το οποίο αποσκοπεί στην επίτευξη ισορροπίας της παγκόσμιας προσφοράς-ζήτησης πετρελαίου. Η’ μήπως με δεδομένο την δήλωση του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας ότι “δεν υπάρχει σαφής ένδειξη για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων από το 2009” αποτελεί απλώς την υλοποίηση της προεκλογικής δέσμευσης του Τραμπ περί αποχώρησης για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης;

logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: