Περίπτωση Ροχίνγκια: ένας ανθρωπιστικός εφιάλτης

Scroll down to content

από την Τόνια Γεωργακοπούλου, ερευνήτρια της ομάδας «Κοινωνικά & Ανθρωπιστικά Ζητήματα»

Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας είναι να μελετήσει την περίπτωση των Ροχίνγκια, να εξετάσει τους λόγους και τις συνθήκες, που τους οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση και τέλος να αναζητήσει τι μέλει γενέσθαι με τον εν λόγω λαό. Στο πλαίσιο αυτό, ερευνήθηκε το ιστορικό τους υπόβαθρο, η θέση τους στην ανθρωπιστική κρίση, που αναπτύχθηκε γύρω από αυτούς, καθώς και οι σύγχρονες προκλήσεις, που προκύπτουν κατά τη διαδικασία αντιμετώπισης της τρέχουσας κατάστασής τους. Θα αναδειχθεί, συνεπώς, η θέση των ίδιων στο πλαίσιο της κρίσης, ο τρόπος διαχείρισης αυτής από την πλευρά της υπεύθυνης κυβέρνησης, όπως και η στάση που διατήρησε και διατηρεί η διεθνής κοινότητα επί του θέματος.

Οι Ροχίνγκια (Rohingya) αποτελούν μια απάτριδα μουσουλμανική μειονότητα, ενώ σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) θεωρούνται από τους περισσότερο εκδιωκόμενους λαούς. Στερούνται του θεμελιώδους δικαιώματός τους στην ιθαγένεια, γεγονός που τους υποχρεώνει να ζουν ως ομάδες δεκάδων χιλιάδων σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς στη Μιανμάρ και το Μπαγκλαντές. Πέραν τούτου στερούνται του δικαιώματός τους να ψηφίζουν, να εκπαιδεύονται, να εργάζονται και να έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη της υγείας τους.

Το ιστορικό υπόβαθρο

Το 1962 εγκαθιδρύθηκε στη Μιανμαρ ένα καθεστώς χούντας από τον στρατό της. Στο πλαίσιο της δικτατορίας οι εθνικιστικές απόψεις ενισχύθηκαν σημαντικά, γεγονός που εναντίωσε την κοινή γνώμη των Βουδιστών της Μιανμάρ προς τους μουσουλμάνους Ροχίνγκια. Η ένταση μεταξύ των δύο λαών χρονολογείται ήδη από τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Ροχίνγκια υποστήριζαν τους Βρετανούς αποικιοκράτες, που έλεγχαν την περιοχή, ενώ οι Βουδιστές έτειναν περισσότερο με την πλευρά της Ιαπωνίας. Παρ’ όλα αυτά, και στη σύγχρονη κοινωνία της Μιανμάρ οι Ροχίνγκια αποτελούσαν στόχο εχθρικών και επιθετικών αντιδράσεων, με την πρόφαση πως οι ίδιοι ήταν παράνομοι μετανάστες από το Μπαγκλαντές. Στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνεται ιστορικά πως οι Ροχίνγκια κατοικούσαν στη Μιανμάρ ήδη από τον 15ο αιώνα.

Λίγο αργότερα, το 1978, οργανώθηκε μια επιχείρηση εκδίωξης, ονόματι “Operation Dragon King”, με σκοπό τη μετακίνηση 200.000 Ροχίνγκια από την περιοχή της Μιανμάρ στο Μπαγκλαντές. Η επιχείρηση έλαβε χώρα με τη χρήση βίας και πράξεων βιασμού, σύμφωνα με έγγραφες πηγές. Οι μετακινούμενοι εγκαταστάθηκαν στο νοτιοανατολικό Μπαγλαντές. Ύστερα από διαρκείς διπλωματικές πρωτοβουλίες, εγκρίθηκε εν τέλει ο επαναπατρισμός της πλειοψηφίας αυτών υπό την προστασία της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες. Έτσι, παρά τον βίαιο χειρισμό τους 170.000 επέστρεψαν στην πολιτεία της Μπούρμα (Μιανμάρ). Τέσσερα χρόνια μετά, το 1982, η στρατιωτική χούντα της Μιανμάρ εξέδωσε έναν νόμο περί ιθαγένειας, με τον οποίο αναγνώριζε 135 εθνότητες. Οι 1.000.000 Ροχίνγκια που κατοικούσαν εκεί δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτές με αποτέλεσμα να καταστούν απάτριδες στην ιστορική τους πατρίδα, Αρακάν.

Το 1992 ο στρατός της Μιανμάρ καθιέρωσε μια νέα επιχείρηση επονομαζόμενη “Operation Clean and Beautiful Nation”, οδηγώντας 250.000 Ροχίνγκια στο Μπαγκλαντές. Η δράση αυτή συμπεριλάμβανε τον εξαναγκασμό εργασίας, πράξεις βιασμού, τη δήμευση σπιτιών, αγροκτημάτων και ζώων, την καταστροφή τζαμιών, την απαγόρευση θρησκευτικής λατρείας και την παρενόχληση των θρησκευτικών ιερέων. Ύστερα από διαπραγματεύσεις επιτεύχθηκε ξανά η επιστροφή των Ροχίνγκια στη Μιανμαρ υπό την προστασία της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες.

Φτάνοντας στο 2012, οι σχέσεις μεταξύ των Βουδιστών και Μουσουλμάνων της Ραχίν (πρώην Αρακάν) εντάθηκαν με αφορμή τον βιασμό και τη δολοφονία μιας βουδίστριας γυναίκας από Ροχίνγκια και τη δολοφονία δέκα Ροχίνγκια από ντόπιους Ραχινούς. Στην περιοχή είχε ήδη οργανωθεί μια ομάδα επαναστατών, καθώς υπήρχε έντονη ανασφάλεια και φόβος πως οι ντόπιοι Ραχινοί θα αποτελούσαν τη μειονότητα σε σύγκριση με τους Ροχίνγκια, που κατοικούσαν επίσης στην πόλη της Ραχίν. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση το αρνήθηκε, φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία πως η σύρραξη υποκινήθηκε από αυτή, καλώντας τους Ραχινούς άνδρες να υπερασπιστούν «τη φυλή και την περιοχή» τους. Η σύρραξη μεταξύ των δύο πλευρών προκάλεσε τον τραυματισμό 87 ανθρώπων, επέφερε τον θάνατο σε 78 και ανάγκασε 140.000 να φύγουν από την περιοχή. Η κυβέρνηση απάντησε με την εγκατάσταση στρατού, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε αργότερα να συμμετέχει στη διοίκηση της περιοχής, όταν η Ραχίν κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στις 10 Ιουλίου 2012. Πολλοί υπέρμαχοι των Ροχίνγκια, Μη Κερδοσκοπικοί Οργανισμοί (Μ.Κ.Ο.) κατηγόρησαν αργότερα τον στρατό για αδικαιολόγητες συλλήψεις και χρήση βίας εναντίον τους.

Το 2015 ξέσπασε προσφυγική κρίση, καθώς δεκάδες χιλιάδες Ροχίνγκια αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τους καταυλισμούς τους στη Μιανμάρ και το Μπαγκλαντές, για να γλυτώσουν από τη βία και τις καταδιώξεις εναντίον τους. Ταυτόχρονα, τα διεθνή μέσα τόνιζαν τον κίνδυνο εμφάνισης περαιτέρω βιαιοπραγιών, με αποτέλεσμα να θεωρηθούν ακόμα και γενοκτονία. Η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες υπολογίζει πως περίπου 25.000 Ροχίνγκια εγκατέλειψαν τον τόπο τους από τον Ιανουάριο ως τον Μαρτίου του 2015. Οι πρόσφυγες ονομάζονταν από πολλά μέσα «άνθρωποι των βαρκών» (”boat people”), καθώς με αυτές κατευθύνθηκαν στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Εκτιμάται πως 100 από αυτούς έχασαν τη ζωή τους στην Ινδονησία, 200 στη Μαλαισία και 10 στην Ταϊλάνδη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Το περιοδικό Economist ανέφερε χαρακτηριστικά σε άρθρο του τον Ιούνιο του 2015 πως οι Ροχίνγκια ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τη Ραχίν μόνο και μόνο για να γλυτώσουν από τις άθλιες συνθήκες εκεί.

Στις 9 Οκτωβρίου 2016, στα σύνορα της Μιανμάρ και του Μπαγκλαντές έλαβε χώρα μια τρομοκρατική επίθεση υποκινούμενη από Τζιχαντιστές. Σύμφωνα με το BBC, η εν λόγω επίθεση προκάλεσε τον θάνατο εννιά φυλάκων της συνοριακής περιοχής, ενώ την τρίτη μέρα σκοτώθηκαν τέσσερις στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Λίγες μέρες αργότερα, η κυβέρνηση της Μιανμάρ κατηγορήθηκε για καταπάτηση των δικαιωμάτων, εξαιτίας βίαιων πράξεων που ακολούθησαν εναντίον των Ροχίνγκια, καθώς οι τελευταίοι θεωρήθηκαν ύποπτοι για συμμετοχή στην εν λόγω τρομοκρατική επίθεση. Πιο συγκεκριμένα, οι στρατιωτικές αρχές κατέστειλαν με τη βία τους μουσουλμάνους κατοίκους της πόλης Ραχίν, ως αντίποινα για την επίθεση που δέχτηκαν οι φύλακες των συνόρων, χωρίς όμως να γνωρίζουν τους πραγματικούς στασιαστές. Ακολούθησαν, λοιπόν, μια σειρά από πράξεις όπως, εξωδικαστικές δολοφονίες, μαζικοί βιασμοί, εμπρησμοί και άλλες βιαιότητες, τις οποίες έσπευσαν να καταγγείλουν ως πράξεις παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου τα Ηνωμένα Έθνη, η Διεθνής Αμνηστία, το Υπουργείο εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (Η.Π.Α.) και η κυβέρνηση της Μαλαισίας. Παράλληλα, σφοδρή κριτική ασκήθηκε και στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μιανμάρ Aung San Suu Kyi για τη μηδαμινή συμβολή της στην καταστολή της βίας έναντι των Ροχίνγκια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι η Aung San Suu Kyi είχε βραβευτεί το 1991 με το Νόμπελ Ειρήνης ως ακτιβίστρια υπέρ της ελευθερίας και της ειρήνης, ενώ έχει λάβει επιπλέον τιμές και βραβεία για τη δράση της. Μετά την εκλογή της ως πρόεδρος της Μιανμάρ, η ίδια ήρθε αντιμέτωπη με ένα πλήθος κατακρίσεων και για την παθητική στάση της απέναντι στο ζήτημα των Ροχίνγκια, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά τα βραβεία να ανακληθούν, πλην του Νόμπελ Ειρήνης.

Στις αρχές του Αυγούστου 2017 οι δυνάμεις ασφαλείας της Μιανμάρ ξεκίνησαν μια «επιχείρηση εκκαθάρισης» κατά των Ροχίνγκια στη βόρεια Ραχίν. Ύστερα από την επίθεση Ροχίνγκια στρατιωτών της ομάδας Arakan Rohingya Salvation Army (ARSA) εναντίον των δυνάμεων της Μιανμάρ, η απάντηση των τελευταίων περιελάμβανε εντατικότερες επιθέσεις έναντι των μουσουλμάνων Ροχίνγκια. Ακολούθως, προκλήθηκε ο θάνατος χιλιάδων εξ αυτών, ακόμα περισσότεροι έπεσαν θύματα βίας και εκατοντάδες χιλιάδες οδηγήθηκαν από τις δυνάμεις της Μιανμάρ στο γειτονικό Μπαγκλαντές, ενώ αυτές έκαιγαν τα χωριά των εκδιωκομένων. Παρά τους ισχυρισμούς των δυνάμεων ασφαλείας πως η επιχείρηση αυτή αντιστοιχούσε στην επαναστατική πράξη της ομάδας ARSA, η διεθνής κοινότητα τους κατηγόρησε ρητά για σχέδιο εθνοκάθαρσης ή γενοκτονίας, που προϋπήρχε της επίθεσης από την ARSA.

H ανθρωπιστική κρίση

Σύμφωνα με πηγές του BBC, το καλοκαίρι του 2017 οι στρατιωτικές δυνάμεις της Μιανμάρ άρχισαν να εκπαιδεύουν και να εξοπλίζουν βουδιστές κάτοικους της Ραχίν, διαλαλώντας πως όσοι ήθελαν να προστατεύσουν την περιοχή τους, μπορούσαν να συμμετέχουν στην τοπική αστυνομία. Σχεδόν άμεσα, οι τοπικές αρχές ανακοίνωσαν το σχέδιο αντίποινων ως μια αντιτρομοκρατική επιχείρηση εκκαθάρισης, πλήττοντας και πάλι τα χωριά των Ροχίνγκια. Κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες ο στρατός έκανε λόγο για 400 νεκρούς, κυρίως τρομοκράτες. Αντίθετα με τις δηλώσεις αυτές, τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν πως θανατώθηκαν πάνω από 1000 κάτοικοι, ενώ άλλες πηγές κάνουν λόγο για πάνω από 3.000 δολοφονίες κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της επιχείρησης. Παρ’ όλα αυτά τον Δεκέμβρη του 2017 δημοσιεύθηκε μια έρευνα της οργάνωσης Γιατροί Χωρίς Σύνορα, σύμφωνα με την οποία τον πρώτο μήνα της επιχείρησης οι νεκροί ήταν τουλάχιστον 6.700 Ροχίνγκια, εκ των οποίων οι 1000 ήταν παιδιά. Στην έρευνα, μάλιστα, επισημαίνεται πως οι αριθμοί αυτοί είναι στην πραγματικότητα υψηλότεροι, καθώς πολλές είναι οι περιπτώσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία.

Οι ίδιοι οι πρόσφυγες κάνουν λόγο για ανελέητη άσκηση βίας, καθώς έπεσαν θύματα βιασμού, βασανισμού, ξυλοδαρμού μέχρι θανάτου και εμπρησμού. Τις κατηγορίες αυτές αρνήθηκαν οι αρχές της Μιανμάρ, ενώ ταυτόχρονα απαγόρευσαν την πρόσβαση δημοσιογράφων και διεθνών οργανισμών στην περιοχή των συρράξεων. Σε κάθε περίπτωση, η επιχείρηση αυτή ξερίζωσε από τα σπίτια τους 400.000 Ροχίνγκια, προκαλώντας μια σύγχρονη ανθρωπιστική κρίση.

Στις 10 Σεπτεμβρίου, η ομάδα ARSA ανακοίνωσε την κατάπαυση πυρός από την πλευρά τους με σκοπό να μπορέσουν να δράσουν οι ομάδες περίθαλψης. Στην ανακοίνωσή τους ανέφεραν χαρακτηριστικά πως «η ARSA ενθαρρύνει όλους τους ενδιαφερόμενους ανθρωπιστικούς φορείς να συνεχίσουν την ανθρωπιστική τους βοήθεια για όλα τα θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης ανεξαρτήτως έθνους ή θρησκευτικών πεποιθήσεων κατά την περίοδο της κατάπαυσης του πυρός». Την πρόταση αυτή απέρριψαν οι αρχές της Μιανμάρ ισχυριζόμενες πως δε θα διαπραγματευτούν με τρομοκράτες.  

Έπειτα από τρεις μέρες η Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών προχώρησε σε δήλωση υπαινισσόμενη πως η κατάσταση, με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι οι Ροχίνγκια, συνεπάγεται την εθνοκάθαρση. Προέτρεψε, λοιπόν, τις αρχές της Μιανμάρ να αναστείλουν τις στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή, να σταματήσουν τις βιαιοπραγίες και να αναγνωρίσουν το δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν στον τόπο τους. Την ίδια μέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ανακοίνωσε τους προβληματισμούς του σχετικά με τις δηλώσεις για ευρεία χρήση βίας από τις επιχειρήσεις ασφάλειας της Μιανμάρ, καλώντας για αποκλιμάκωση της κατάστασης,  αποκατάσταση της δημόσιας τάξης, προστασία στους πολίτες και επίλυση του προσφυγικού προβλήματος.

Στις 19 Σεπτεμβρίου, η Aung San Suu Kyi αναφέρθηκε δημοσίως στην κρίση, επισημαίνοντας πως καταδικάζει την καταπάτηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και την άνομη βία, αναρωτώμενη μάλιστα τον λόγο που οι Ροχίνγκια επιλέγουν να φύγουν από τη Μιανμάρ. Παρά αυτές τις δηλώσεις, η ίδια συνέχισε τον λόγο της υποστηρίζοντας τις στρατιωτικές δυνάμεις της Μιανμάρ και πρόσθεσε πως αυτές ουδέποτε έλαβαν μέρος στην εθνοκάθαρση από τις 5 Σεπτεμβρίου και έπειτα. Τέλος, ανέφερε χαρακτηριστικά «Δεσμευόμαστε για την αποκατάσταση της ειρήνης, της σταθερότητας και του κράτους δικαίου σε ολόκληρο το κράτος και για μια βιώσιμη λύση […] για όλες τις κοινότητες αυτού του κράτους».

Μία σύγχρονη πρόκληση

Σε μια από τις σπάνιες παραδοχές της αλήθειας, ο στρατός της Μιανμάρ παραδέχθηκε τον Ιανουάριο του 2018, πως ήταν υπεύθυνος για τη δολοφονία δέκα Ροχίνγκια, των οποίων οι σωροί βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο ανατολικά της πόλης Ραχίν. Ο James Gomez, επικεφαλής του τομέα νοτιοανατολικής Ασίας και Ειρηνικού της Διεθνούς Αμνηστίας ανέφερε χαρακτηριστικά πως αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου και πως δεσμεύεται για τη διεξαγωγή σοβαρής ανεξάρτητης έρευνας σχετικά με τις άλλες βιαιοπραγίες που διαπράχθηκαν. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου  Zeid Ra’ad al-Hussein τόνισε επί του θέματος πως η δράση του στρατού ισοδυναμεί με εθνοκάθαρση και πως διαθέτει στοιχεία γενοκτονίας.

Παράλληλα, η κατάσταση των επιζώντων Ροχίνγκια, που κατέφυγαν ως επί το πλείστον στο Μπαγλαντές, είναι ένα ακόμα θέμα, που προβληματίζει τη διεθνή κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, από τον Αύγουστο του 2017 εκτιμάται πως πάνω από 890.00 πρόσφυγες Ροχίνγκια έχουν καταφθάσει στο Μπαγκλαντές. Οι πλειοψηφία αυτών βρίσκεται σε υπερπληθείς αυτοσχέδιες εγκαταστάσεις , κατασκευασμένες από πλαστικό και μπαμπού. Πέραν τούτου, υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά την πρόσβαση σε νερό και φαγητό, ενώ ανύπαρκτη εκτιμάται η δυνατότητα ιατρικής περίθαλψης και εμβολιασμού, γεγονός που εκθέτει τους κατοίκους ακόμα περισσότερο σε ασθένειες και ιούς, που αναπτύσσονται και μεταδίδονται τάχιστα σε τέτοιες συνθήκες ζωής. Ο τροπικός καιρός της περιοχής επιδεινώνει σε κάθε περίπτωση την κατάσταση, καθιστώντας την κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Η κατάσταση παρά την υφιστάμενη κρισιμότητά της επηρεάζεται και από μια σειρά εγκλημάτων στο πλαίσιο των καταυλισμών. Το ζήτημα της εμπορίας μικρών παιδιών, γυναικών και νεαρών ανδρών έχει πάρει ευρύτατες διαστάσεις, δεδομένου πως συχνά τα ίδια τα μέλη θυσιάζονται για να εξασφαλίσουν κάτι παραπάνω για τις οικογένειές τους. Σε άλλες περιπτώσεις, παιδιά που έχασαν τους γονείς τους καταλήγουν να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης και βιασμού, ενώ εκτιμάται πως η πλειοψηφία των παιδιών που γεννιούνται στην περιοχή είναι αποτέλεσμα βιασμού. Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες οι επιζώντες βιασμών αντιμετωπίζονται ως μιάσματα, ως η ντροπή της κοινότητας, γεγονός που τους εμποδίζει να μιλήσουν για τη βία που υπέστησαν και τα τραύματα που φέρουν.

Παρά τις άθλιες συνθήκες των καταυλισμών, στους οποίους στοιβάζονται -κυριολεκτικά- χιλιάδες Ροχίνγκια, πολλοί είναι εκείνοι που δε θα επιθυμούσαν να επιστρέψουν στη Μιανμάρ. Σε συνέντευξη που έδωσε στον Guardian, ο κύριος Nagumia ανέφερε χαρακτηριστικά «Έκαψαν το σπίτι και ολόκληρο το χωρίο μου. Έκλεψαν τη σοδειά μου.» και συνεχίζει λέγοντας «Τους είδα να ρίχνουν στη φωτιά τους ηλικιωμένους και τα μικρά παιδιά που δεν μπορούσαν να τρέξουν. Έσφαζαν τους ανθρώπους και τους άφηναν να πεθάνουν. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Σε τι να γυρίσω πίσω;».

Παρ’ όλα αυτά η ηγέτιδα της χώρας, Aung San Suu Kyi, τον προηγούμενο Απρίλιο κάλεσε τα Ηνωμένα Έθνη να αποστείλουν φορείς για τα δικαιώματα του ανθρώπου και οργανισμούς ανάπτυξης, ώστε να εκτιμήσουν την κατάσταση στη Μιανμάρ και να ξεκινήσουν τη διαδικασία επανεγκατάστασης των προσφύγων. Έτσι, διπλωμάτες από δεκαπέντε κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισαν να επισκεφθούν τους προσφυγικούς καταυλισμούς στο Μπαγλαντές και στην πορεία να συναντήσουν την ίδια. Προαπαιτούμενα για την επανεγκατάσταση είναι η διατήρηση της ασφάλειας και της ισορροπίας στην περιοχή, όπως και ο έλεγχος και η αποτροπή χρήσης βίας. Από την πλευρά τους, οι Ροχίνγκια ζήτησαν να εξασφαλιστεί η πρόοδος όσον αφορά το νομικό καθεστώς, την υπηκοότητα και την ασφάλειά τους στην πόλη Ραχίν. Εν τέλει η συμφωνία αυτή προέβλεπε τη δημιουργία «ασφαλών και αξιοπρεπών» συνθηκών για την επιστροφή των Ροχίνγκια στη Ραχίν, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της ασφάλειας, της ελεύθερης κυκλοφορίας και της μετάβασης προς την ιθαγένεια. Καμία από αυτές τις διαβεβαιώσεις δεν έχει κατατεθεί μέχρι στιγμής από την κυβέρνηση της Μιανμάρ, ενώ η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες έχει αποκτήσει περιορισμένη μόνο πρόσβαση στη Ραχίν.

Την ίδια στιγμή, η διεθνής κοινή γνώμη παίρνει θέση επί του ζητήματος. Νομοθέτες από τον Καναδά υπερψήφισαν την ανακήρυξη των πράξεων του στρατού της Μιανμάρ ως γενοκτονία, καθώς αναγνώρισαν πως οι πράξεις συνολικά συνεπάγονταν αυτή. Παράλληλα, η εμπειρογνώμων των Ηνωμένων Εθνών πάνω στα δικαιώματα στη Μιανμάρ «συνιστά έντονα» στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) να διερευνήσει και να διώξει εκείνους που θεωρούνται υπεύθυνοι για «δεκαετίες εγκλημάτων» υπό τη μορφή σοβαρών παραβιάσεων των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρωπιστικού δικαίου εντός της χώρας.

Οι «προσπάθειες» από την πλευρά της Μιανμάρ για επαναπατρισμό των Ροχίνγκια αμφισβητούνται μέχρι και σήμερα διαρκώς. Η συμφωνία μεταξύ Μπαγκλαντές – Μιανμάρ κατακρίθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη, καθώς η υπηρεσία προσφύγων ανακοίνωσε πως ουδέποτε τη συμβουλεύτηκαν για τη διαμόρφωση του σχεδίου τους. Ο ανώτερος αξιωματικός εξωτερικού της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε για τους πρόσφυγες, Chris Melzer ανέφερε «Θα συνιστούσαμε να μην επιβληθεί χρονοδιάγραμμα ή αριθμητικά στοιχεία για τον επαναπατρισμό σε σχέση με τον εθελοντικό χαρακτήρα και τη βιωσιμότητα της επιστροφής» και ακολούθως πρόσθεσε «Δεν είναι σαφές εάν οι πρόσφυγες γνωρίζουν ότι τα ονόματά τους βρίσκονται σε αυτόν τον κατάλογο που έχει εκκαθαριστεί από τη Μιανμάρ. Πρέπει να ενημερωθούν. Πρέπει επίσης να ζητείται η γνώμη τους για το αν είναι πρόθυμοι να επιστρέψουν … Είναι κρίσιμο να μη βιαστούν οι επιστροφές ή γίνουν πρόωρα». Παράλληλα, οι συνθήκες στην πόλη Ραχίν δεν εκτιμήθηκαν ως κατάλληλες για τον σχεδιαζόμενο επαναπατρισμό, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό κρίθηκε το γεγονός πως Ροχίνγκια πρόσφυγες εξακολουθούν να καταφθάνουν στο Μπαγκλαντές από τη Μιανμάρ.  

Η κρισιμότητα της κατάστασης έχει φτάσει στο ζενίθ της. Η ανάγκη για άμεση, προγραμματισμένη και δομημένη -βάσει κυρίως των αναγκών των κατατρεγμένων Ροχίνγκια- δράση είναι πλέον πιο εμφανής από ποτέ, καθώς ήδη η διεθνής κοινότητα, οι οργανισμοί των δικαιωμάτων του ανθρώπου και άλλοι φορείς κάνουν λόγο για χαμένες γενιές, εξαιτίας της ανικανότητας και της απροθυμίας των αρμόδιων να ρυθμίσουν την κατάσταση. Ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε αναφέρθηκε στο ζήτημα των Ροχίνγκια ως το πιο γρήγορα αυξανόμενο προσφυγικό πρόβλημα, ως έναν ανθρωπιστικό εφιάλτη. Οι πιέσεις προς την ηγέτιδα της Μιανμάρ πρέπει να ενταθούν, καθώς η ίδια δε φαίνεται πρόθυμη να μεριμνήσει για την ανθρωπιστική κρίση, που υπό την ηγεσία της λαμβάνει χώρα και που ο βαθμός της είναι τέτοιος ώστε να θεωρηθεί ως γενοκτονία. Είναι καιρός πλέον για πράξεις, και όχι λόγια.


Βιβλιογραφία

[1] C. R. Abrar, REPATRIATION OF ROHINGYA REFUGEES, Burma Library. [online] Available here.

[2] L. Alsaafin, (2018), Bangladesh: Rohingya rape survivors battle stigma, Aljazeera. [online] Available here.

[3] Amnesty International, (2016), MYANMAR: «WE ARE AT BREAKING POINT» – ROHINGYA: PERSECUTED IN MYANMAR, NEGLECTED IN BANGLADESH,  AMNESTY INTERNATIONAL. [online] Available here.

[4] G.Constantine, (2012), Bangladesh: The Plight of the Rohingya, Pulitzer Center. [online] Available here.

[5] B. Doherty, (2018), ‘There is no peace’: traumatised Rohingya vow they won’t go back to Myanmar, The Guardian. [online] Available here.

[6] H. Elis-Peterson, (2018), Myanmar and UN announce deal for return of Rohingya, The Guardian. [online] Available here.

[7] H. Elis-Peterson and S. Azizur Rahman, (2018), UN criticises Rohingya deal between Myanmar and Bangladesh, The Guardian. [online] Available here.

[8] Human Rights Watch, (2000), Malaysia/Burma: Living In Limbo – Background, Human Rights Watch. [online] Available here.

[9] L. Luxner, (2017), Poverty-Stricken Bangladesh Struggles to Absorb Rohingya Refugees from Myanmar, The Washington Diplomat. [online] Available here.

[10] M. F. Martin, R. Margesson, B. Vaughn, (2017), The Rohingya Crises in Bangladesh and Burma, Congressional Research Service. [online] Available here.

[11] E.Meixler, (2018), Myanmar Says Its Soldiers Are to Blame For the Deaths of 10 Rohingya Found in a Mass Grave, Time. [online] Available here.

[12] Md T. Noor, Md S. Islam, S. Forid, (2017), Rohingya Crisis and The Concerns for Bangladesh, ResearchGate. [online] Available here.

[13] Office of the Special Representative on the Secretery – General for Sexual Violence in Conflict, (2018), One year into the Rohingya crisis, Special Representative Patten calls for accountability for sexual violence crimes, UN Office of the Special Representative on the Secretery – General for Sexual Violence in Conflict. [online] Available here.

[14] Reuters, (2018), Μιανμάρ: Ο στρατός παραδέχεται για πρώτη φορά την ύπαρξη ομαδικού τάφου Ροχίνγκια, CNN Grecce. [online] Available here.

[15] M. Petty, (2018), Four killed as Rohingya Muslims riot in Myanmar: government, Reuters. [online] Available here.

[16] M. A. Prodip, (2017), Health and Educational Status of Rohingya Refugee Children in Bangladesh, ResearchGate. [online] Available here.

[17] Samsam, (2018), From violence to exploitation: Sex trafficking of Rohingya children in Bangladesh, AMNESTY INTERNATIONAL UK. [online] Available here.

[18] Voices from the Field, (2018), The crisis is not over – Rohingya refugees are still arriving, Médecins Sans Frontières (MSF). [online] Available here.

[19] The Guardian, (2018), Canada accuses Myanmar of genocide against Rohingya, The Guardian. [online] Available here.

[20] UN News, (2012), UN refugee agency redeploys staff to address humanitarian needs in Myanmar, UN News. [online] Available here.

[21] P. Wintour, (2018), Aung San Suu Kyi seeks new relationship with UN over Rohingya crisis, The Guardian. [online] Available here.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: