Ο Δρόμος του Μεταξιού και οι ανησυχίες της Δύσης

Scroll down to content

από την Μάρω Κυριακοπούλου, ερευνήτρια στην ομάδα «Πολιτική & Διεθνείς Σχέσεις»

Ο δρόμος του Μεταξιού είναι η πιο φιλόδοξη πρωτοβουλία γεωοικονομικής και εξωτερικής πολιτικής της Κίνας εδώ και δεκαετίες, συνδυάζοντας μια χερσαία οικονομική ζώνη και μια θαλάσσια οδό, η οποία συνδέει την Κίνα με ένα σημαντικό μέρος του πλανήτη. Εκτός των άλλων, γεφυρώνοντας την Κίνα με την Ευρώπη μέσω της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής, το One Belt One Road (OBOR) καλύπτει περιοχές που παράγουν 55% του παγκόσμιου ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ), διαθέτουν το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού και το 75% των ενεργειακών αποθεμάτων. Στα πλαίσια της win to win[1] συνεργασίας που επικαλείται το Πεκίνο,  το σχέδιο αυτό μοιάζει εξαιρετικά κερδοφόρο και βοηθητικό για την Ευρώπη η οποία εξακολουθεί να μάχεται για ανάκαμψη από την κρίση. Το δίλημμα ωστόσο έγκειται όταν αφουγκραστεί κανείς , όχι μόνο ζητήματα οικονομίας και εμπορίου που συνδέονται με το σχέδιο αυτό, αλλά και τις πολιτικές επιπτώσεις που συνδέονται με την επέκταση της κινεζικής επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο. Τι είναι αυτό που κάνει τόσο σημαντικό έργο τον Δρόμο του Μεταξιού; Τι έργα προβλέπει και γιατί κάποιοι Ευρωπαίοι παραμένουν επιφυλακτικοί; Πως διάκεινται οι ΗΠΑ σε αυτή την επέκταση ισχύος της Κίνας σε παγκόσμιο  επίπεδο;

Τι προβλέπει και σε ποιες χώρες εκτείνεται το OBOR;

Το σχέδιο One belt Οne Road προβλέπει ένα μαζικό δίκτυο δρόμων, σιδηροδρόμων, αγωγών, συνδέσμων επικοινωνίας, γεφυρών και άλλων υποδομών που αποσκοπούν στην προώθηση του εμπορίου  και της διαρροής αγαθών και υπηρεσιών. Ο Πρόεδρος ΧΙ Jinping έχει μιλήσει επίσης για «πέντε παράγοντες συνδεσιμότητας», δηλαδή την επικοινωνιακή πολιτική, την οδική συνδεσιμότητα, το ανεμπόδιστο εμπόριο, τη νομισματική κυκλοφορία και την κατανόηση μεταξύ των λαών, συμπεριλαμβανομένων των διανοητικών ανταλλαγών ,των τουριστικών ροών και φοιτητών. Οι διάδρομοι[2] που προβλέπονται για την επίτευξη αυτής της σύνδεσης είναι οι ακόλουθοι:

  • Κίνα – Μογγολία – Ρωσία
  • Νέα γέφυρα Ευρασίας
  • Κίνα – Κεντρική Ασία – Δυτική Ασία
  • Κίνα – Πακιστάν
  • Κίνα – Ινδοκίνα
  • Κίνα-Μπαγκλαντές – Ινδία-Μιανμάρ.

Ενώ οι θαλάσσιες διαδρομές[3] είναι οι εξής :

  • Εκείνη που συνδέει την ακτή της Κίνας με την Ευρώπη μέσω της θάλασσας της Νότιας Κίνας και του Ινδικού Ωκεανού
  • και εκείνη που ξεκινά από την ακτή της Κίνας και μέσω της θάλασσας της Νότιας Κίνας καταλήγει στο νότιο Ειρηνικό.

Εστιάζοντας στην Ευρώπη

Σύμφωνα με έρευνα του Rhodium Group , μεταξύ των ετών 2000 και 2014, η Κίνα δαπάνησε €46.000.000.000 για επενδύσεις σε έργα και εξαγορές βιομηχανικών ζωνών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης[4]. Όσον αφορά τη Μεσόγειο Θάλασσα και το εμβληματικό έργο υποδομής στην περιοχή , αποτελεί μια διαδρομή Εξπρές η οποία θα συνδέσει άμεσα το λιμάνι του Πειραιά, έναν από τους μεγαλύτερους λιμένες εμπορευματοκιβωτίων στην Ευρώπη, με τουλάχιστον έξι έως οκτώ κεντρικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μετατρέποντάς το σε κινεζικό κόμβο για το εμπόριο με την Ευρώπη.

Η Κίνα δεσμεύεται επίσης να αναβαθμίσει το σιδηροδρομικό σύστημα της Ελλάδας, εστιάζοντας στη βόρεια διαδρομή προς τη Βόρεια Μακεδονία μέσω της Θεσσαλονίκης και της σιδηροδρομικής γραμμής της Βόρειας Μακεδονίας, η οποία θα συνδέει τις ελληνικές γραμμές με την Βόρεια και Νότια Σερβία και τον Ουγγρικο-σερβικό σιδηρόδρομο υψηλής ταχύτητας. Ταυτόχρονα στο πλαίσιο των σχεδίων αναμένεται αναβάθμιση τόσο της σιδηροδρομικής όσο και της οδικής υποδομής από το Μαυροβούνιο μέχρι και τα Σερβικά σύνορα. Με αυτόν τον τρόπο η Κίνα πετυχαίνει την ίδρυση σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας μεταξύ Πειραιά και Βουδαπέστης και μέσω αυτού την προέκταση του θαλάσσιου δικτύου μεταξύ της Μεσογείου και του ποταμού Δούναβη.

Με την ολοκλήρωση των έργων στα Βαλκάνια , τα προϊόντα αναμένεται να μεταφέρονται από την διώρυγα του Σουέζ απευθείας στον Πειραιά και από εκεί να συνεχίζουν την διαδρομή τους με τρένα εξοικονομώντας 20-30 μέρες. Έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή η δήλωση του Κινέζου πρωθυπουργού Li Keqiang  που χαρακτήρισε το λιμάνι του Πειραιά ως «μαργαριτάρι» της Μεσογείου.

Οι κινεζικές ναυτιλιακές εταιρείες έχουν επίσης μια καθιερωμένη παρουσία στα ισπανικά λιμάνια της Βαρκελώνης, της Βαλένθια και τα ιταλικά λιμάνια της Νάπολης και της Γένοβας. Υπάρχουν επίσης ιταλικά λιμάνια των οποίων η στρατηγική δύναμη έχει γίνει εξίσου σημαντική με του Πειραιά μετά το άνοιγμα της νέας σιδηροδρομικής σύνδεσης Μιλάνου-Ζυρίχης, που αντιπροσωπεύει μια εναλλακτική διαδρομή για τα ναυτιλιακά προϊόντα από τη Μεσόγειο στις αγορές της Βόρειας Ευρώπης.

Τι κερδίζει η Κίνα;

Το Πεκίνο αντιλαμβάνεται τη θέση του στη διεθνή οικονομία και στα πλαίσια Εμποροκρατικού Συστήματος που ακολουθεί επιλέγει να μην κλείσει την πόρτα της στη διεθνή αγορά αλλά να αναζητήσει συμμάχους. Ο επιθετικός μερκαντιλισμός[5] της Κίνας αφορά την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου ενώ παράλληλα οι εθνικές επιχειρήσεις επωφελούνται από την κλιμάκωση των πιστώσεων και των διαφορετικών μορφών εμπορικής στήριξης. Η Κίνα με το νέο αυτό σχέδιο επιδιώκει μια οικονομική ιεραρχία υπό το όνομα μιας win to win συνεργασίας με τις χώρες που εμπλέκονται στον Δρόμο του Μεταξιού.

Ποιο είναι όμως το κίνητρο για τις τόσο μεγαλειώδεις επενδύσεις της Κίνας στο πλαίσιο του Δρόμου του Μεταξιού; Αρχικά στην Κίνα υπάρχει πλεονάζουσα ικανότητα στο επίπεδο υποδομών και στους τομείς των βαρέων μηχανημάτων. Κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό μέσω της πρωτοβουλίας OBOR θα ενεργοποιήσουν τη ζήτηση για τα αγαθά αυτά, διατηρώντας, αν όχι επεκτείνοντας, την απασχόληση σε αυτό.

Επιπλέον, δεδομένου ότι οι υποδομές και η συνδεσιμότητα είναι τα κύρια εμπόδια στο εμπόριο σήμερα, λόγω των δασμολογίων που μειώθηκαν κατακόρυφα σε παγκόσμιο επίπεδο, άρση των εμπορικών φραγμών και η δημιουργία δρόμων ελευθέρων συναλλαγών στις γειτονικές της περιοχές είναι επίσης προς το γενικό συμφέρον της Κίνας.

Αυτό λοιπόν που επιδιώκει το Πεκίνο είναι να αποκτήσει υψηλότερη πρόσβαση στις ξένες αγορές, πρώτον  για να εξωτερικεύσει το πρόβλημα πλεονάζουσας ικανότητάς του στην κατασκευή και τις υπηρεσίες μέσω των εξαγωγών, δεύτερον  για να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις του καθώς ανεβαίνουν στην αλυσίδα αξίας και τρίτον για να αποκτήσει μερίδιο αγοράς σε νέους τομείς όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ο Δρόμος του Μεταξιού θα καταστήσει τα κινέζικα προϊόντα πιο ανταγωνιστικά στην ευρωπαϊκή αγορά μειώνοντας τους χρόνους αποστολής, και θα συντελέσει στην αντιστάθμιση του αυξανόμενου κόστους παραγωγής στην Κίνα.

Ποιες είναι οι ανησυχίες της Ευρώπης;

Η Κίνα παρουσιάζει το Δρόμο του Μεταξιού στην Ευρώπη ως ευκαιρία για αμοιβαία επωφελή συνεργασία και για αύξηση των οικονομικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο άκρων της Ευρασίας. Η διαφάνεια και το ελεύθερο εμπόριο έχουν εξέχουσα θέση στα επίσημα έγγραφα. Μετά την κρίση στην Ευρωζώνη, η Ευρώπη βρίσκεται υπό τεράστια πίεση για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προάσπιση του βιοτικού επιπέδου της. Η αδράνεια στην εσωτερική αγορά της καθιστά τις εμπορικές φιλοδοξίες της Κίνας μία πρόκληση με πολλές προοπτικές. Ωστόσο το νέο αυτό σχέδιο έχει συγκεντρώσει και πολλές κριτικές οι οποίες κάνουν την Ευρώπη πιο επιφυλακτική ως προς την νέα επενδυτική κίνηση του Πεκίνου.

Αρχικά, οι ανησυχίες της Ευρώπης στρέφονται γύρω από τον επιθετικό Μερκαντιλισμό της Κίνας. Με τον όρο αυτό εννοούμε ότι η οικονομία της Κίνας έχει μετατοπιστεί από ένα πλαίσιο ευρύτερου προστατευτισμού , στη διείσδυση των βιομηχανιών της στις ξένες αγορές. Ωστόσο, παρά  τις υποσχέσεις για αμοιβαία επωφελή συνεργασία, το OBOR δεν αποτελεί καλό οιωνό για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κινεζικές εξαγωγές σε χώρες κατά μήκος του OBOR έχουν αυξηθεί ραγδαία, σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, έχουν δει τις εξαγωγές τους να μειώνονται.[6] Όλα τα μεγάλα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν υποστεί αυτή την εξέλιξη. Μεταξύ 2008 και 2014, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία είδαν τις εξαγωγές τους στις χώρες που εκτείνεται ο Δρόμος του Μεταξιού  να μειώνονται σε απόλυτες τιμές, -12, -6 και -9 % αντίστοιχα. Και οι πέντε χώρες είδαν επίσης μείωση των μεριδίων αγοράς τους. Ορισμένοι μάλιστα προβλέπουν ότι  οι εμπορικές απώλειες θα γίνουν πολύ μεγαλύτερες.

Το αρνητικό αποτέλεσμα του OBOR εντοπίζεται πολύ πιο συγκεκριμένα. Σε πρωταρχικό στάδιο, η Κίνα αγοράζει κρατικά ομόλογα[7]. Η κίνηση αυτή ανακουφίζει μερικές από τις οικονομικές δυσκολίες βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν αποτελεί λύση μακροπρόθεσμα. Επίσης, η Κίνα παρουσιάζει τις εξαγωγές φθηνών αγαθών και υπηρεσιών ως ευκαιρία για τους ηγέτες των κρατών-μελών να στηρίξουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών τους. Αυτό ισχύει και πάλι σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά μακροπρόθεσμα, οι φθηνές εισαγωγές ζημιώνουν τις ευρωπαϊκές εταιρείες και, ως εκ τούτου, μειώνουν τις προοπτικές για βιώσιμη ανάκαμψη. Επιπλέον, η Κίνα χρησιμοποιεί το OBOR για να ευνοήσει τις εγχώριες ομάδες συμφερόντων[8] στα κράτη-μέλη. Οι ομάδες αυτές, ως αποτέλεσμα, ασκούν πιέσεις για καλές σχέσεις με την Κίνα . Ωστόσο, όσο μεγάλοι και αν είναι αυτοί οι τομείς, δεν είναι καθόλου χρήσιμοι στη μείωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας τους και στην οικοδόμηση μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης.

Προσθετικά η περίπτωση του Πακιστάν μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το αν τα δάνεια που παραχωρούνται σε κάθε κράτος-μέλος της συνεργασίας για το OBOR είναι βοηθητικά για το χρέος ή όχι. Στα πρώτα στάδια της πρωτοβουλίας, πολλές χώρες αντιλήφθηκαν το κινεζικό κεφάλαιο ως χρήματα χαμηλού κόστους. Στο Πακιστάν, τα επίσημα επιτόκια[9] είναι ανοδικά του 5% για το χρέος, ενώ ορισμένα έργα του OBOR εγγυούνται το 30% της απόδοσης. Το 2017, η Σρι Λάνκα παραχώρησε ένα από τα λιμάνια της, προκειμένου να αποφευχθεί η αθέτηση των δανείων του OBOR. Από τότε, οι χώρες ανησυχούν για το αν είναι εφικτή η επιστροφή των δανείων στο Πεκίνο, πράγμα που νομιμοποιεί την εξουσία της Κίνας.

Αν και υπάρχουν αναμφισβήτητα μεγάλες οικονομικές ευκαιρίες, η πρωτοβουλία της Κίνας για τη ζώνη και το Δρόμο του Μεταξιού παρουσιάζει σημαντική πολιτική πρόκληση για τη Γηραιά Ήπειρο.  Η πρόκληση αυτή έχει να κάνει με τον ενδεχόμενο κίνδυνο περαιτέρω διαίρεσης των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια του ανταγωνισμού για τις κινεζικές επενδύσεις και ως αποτέλεσμα δυσχεραίνει τη θέση  για τις Βρυξέλλες να καταλήξουν σε μια κοινή θέση έναντι του Πεκίνου. Επιπλέον, η οικονομική διείσδυση της Κίνας στην Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια λαϊκιστική αντίδραση. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το λιμάνι του Πειραιά βρίσκεται πλέον αποκλειστικά σε κινεζικά χέρια εδραιώνει την άποψη ότι η Κίνα αποτελεί πολιτική και εμπορική απειλή για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στο Βέλγιο, τη Γερμανία και τις κάτω χώρες, των οποίων οι μεγάλοι λιμένες εμπορευματοκιβωτίων καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν νέο δυνατό ανταγωνιστή. Η πολιτική επιρροή της Κίνας εντοπίζεται και σε άλλα ζητήματα, καθώς ο νέος δρόμος του μεταξιού καταστρέφει την εξωτερική αγορά της Ευρώπης, μειώνει τις προοπτικές ανάκαμψης στην Ευρωζώνη. Εάν ορισμένα σχετικά αδύναμα μέλη της Ευρωζώνης ελπίζουν ότι η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους μπορεί να αυξηθεί με κοινωνικές και φορολογικές θυσίες, ο επιθετικός Μερκαντιλισμός της Κίνας, η γενναιόδωρη χρήση πιστώσεων και μαζικών εξαγωγικών ενισχύσεων το καθιστούν λιγότερο πιθανό. Η αποτυχία αυτών των χωρών να επεκτείνουν τις εξαγωγές τους θα μπορούσε να επιδεινώσει τις εντάσεις μεταξύ των μελών της Ευρωζώνης.

Επιπροσθέτως, ορισμένοι ανησυχούν ότι το OBOR στερείται κανόνων διαφάνειας και ότι οι αδιαφανείς συμφωνίες χρηματοδότησης ενδέχεται να απειλούν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών. Πράγματι, η Κίνα απαιτεί οι εργασίες υποδομής που χρηματοδοτούνται από τα δάνειά της να πραγματοποιούνται, κυρίως, από κινεζικές εταιρείες, όπως στην περίπτωση του Ουγγρικού σιδηροδρόμου μεγάλης ταχύτητας ή του τερματικού σταθμού ΙΙ του Πειραιά. Αυτό εγείρει το ζήτημα της αμοιβαιότητας. Ενώ οι κινεζικές επιχειρήσεις βρίσκουν ένα ανοιχτό περιβάλλον στην Ευρώπη, είναι αρκετά δύσκολο για μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να κάνει το αντίστοιχο, δηλαδή να κερδίσει μια σύμβαση για προγράμματα υποδομής, στην Κίνα.

Προβλέπεται επίσης ότι η στενότεροι σινο-ευρωπαϊκοί νομισματικοί δεσμοί ενδέχεται να οδηγήσουν σε δυσφορία τις ΗΠΑ.  Συγκεκριμένα, η Ευρώπη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διεθνοποίηση του κινεζικού νομίσματος, μια κίνηση που μπορεί να αμφισβητήσει άμεσα την δύναμη του δολαρίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα, τα περιουσιακά στοιχεία που εκφράζονται σε ευρώ αντιπροσωπεύουν πάνω από το 1/3 των συνολικών συναλλαγματικών αποθεμάτων της Κίνας. Επομένως, παρακολουθείται στενά, από τη μεριά των ΗΠΑ, το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ του ιστορικού διατλαντικού ομολόγου και της έλξης της Κίνας στην Ευρώπη.

Από την μεριά των ΗΠΑ

Ποια είναι η στάση που κρατάνε οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι σε αυτό το νέο επιχειρηματικό παιχνίδι της Κίνας; Επιλέγουν μια επιθετική στρατηγική απέναντι σε αυτή την επεκτατική πολιτική ή βρίσκουν οφέλη στο Δρόμο του Μεταξιού και συνεπώς επεκτείνουν τη συνεργασία τους με το Πεκίνο; Υπό τη διοίκηση του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ Barack Obama, η απάντηση των Ηνωμένων Πολιτειών στο σχέδιο OBOR ήταν σε γενικά σημεία θετική. Μέχρι τον Μάρτιο του 2013 η κυβέρνηση Ομπάμα είχε κάνει σαφές το όραμα της επανεξισορρόπησης στην Ασία το οποίο προέβλεπε μια ολοκληρωμένη, πολυδιάστατη στρατηγική για την ενίσχυση των συμμαχιών, την εμβάθυνση των εταιρικών σχέσεων με τις αναδυόμενες εξουσίες, την οικοδόμηση μιας σταθερής, παραγωγικής και εποικοδομητικής σχέσης με την Κίνα και την ενδυνάμωση των περιφερειακών θεσμικών οργάνων. Ωστόσο η απόσυρση από το ΤΡΡ έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία των ΗΠΑ και ως εκ τούτου η εξωτερική πολιτική σε σχέση με το νέο σχέδιο αναμένεται να γίνει πιο επιθετική όσον αφορά την ανάκτηση των σφαιρών επιρροής των ΗΠΑ, το εμπόριο καθώς και τις επενδύσεις σε Αφρική, Ασία και Ευρώπη.

Ταυτόχρονα όμως εντοπίζονται και κάποια σημεία στον Δρόμο του Μεταξιού που θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα  της Ουάσινγκτον η οποία θα καλείτο να κρατήσει την ισορροπία στις σχέσεις της με το Πεκίνο. Έχοντας μετατοπιστεί ο τίτλος του παγκόσμιου οικονομικού ηγέτη στην Κίνα, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump αντί να δημιουργήσει εμπορικές συμφωνίες με το Πεκίνο έτσι ώστε να δώσει την ευκαιρία σε αμερικανικές εταιρείες να συνεργαστούν με τις κινέζικες, ακολουθεί μία στρατηγική προστατευτισμού. Η επιθετική εξωτερική πολιτική της Κίνας γίνεται επίσης εμφανής από την πρόσκληση για συνεργασία με την Λατινική Αμερική στα πλαίσια του Δρόμου του Μεταξιού, όπου και πάλι η Ουάσινγκτον φαίνεται να είναι επιφυλακτική. Οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την διατλαντική εταιρική σχέση, πράγμα που ωθεί την Κίνα στην ακόμα μεγαλύτερη εμπορική επιρροή στην περιοχή. Η απειλή για τις ΗΠΑ είναι εμφανής αν αναλογιστεί κανείς τις ενέργειες που πρέπει να κάνει η Ουάσινγκτον έτσι ώστε να αναζωογονήσει το εμπόριο, τις επενδύσεις και τις υποδομές σε σημείο τέτοιο έτσι ώστε να βρεθεί ξανά επί ίσοις όροις στο εμπορικό παιχνίδι με την Κίνα. Ένας λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ αρνούνται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα είναι ότι δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τον έλεγχό τους στα διεθνή χρηματοπιστωτικά δίκτυα, μία δύναμη που την έχουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συμπεράσματα

Αυτό που προσφέρει η Κίνα είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις για τις οποίες διψούν οι αναδυόμενες αγορές, παρέχοντας στις χώρες, έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας. Το δίλημμα για τις χώρες συνεργασίας είναι μεγάλο. Η πολλά  υποσχόμενη οικονομική αναζωογόνηση και στήριξη των επιχειρήσεων, κάνουν την ένταξη στον Δρόμο του Μεταξιού αρκετά δελεαστική. Ωστόσο εκτός από τις ανησυχίες που περιγράψαμε ανωτέρω και επικαλούμενοι-ες τη θεωρία της εξάρτησης, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε τη δομική σχέση κέντρου-περιφέρειας, η οποία αποτυπώνεται στα πλαίσια του OBOR . Η σχέση αυτή όχι μόνο εμποδίζει την ανάπτυξη της περιφέρειας[10] αλλά αργά η γρήγορα δημιουργεί σχέσεις εκμετάλλευσης[11], κάθε άλλο από μια «win to win συνεργασία». Άλλωστε,  οι ολοένα αυξανόμενες βλέψεις της Κίνας και κατά ακολουθία αυτή η επέκταση κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δραστηριοτήτων μας κάνουν να είμαστε περισσότερο  επιφυλακτικοί, -ές . Συγκεκριμένα το αυξανόμενο μέγεθος της διασυνδεσιμότητας σε σχεδόν κάθε τομέα της ζωής και ο επιταχυνόμενος ρυθμός παγκόσμιων αλληλεπιδράσεων φέρνουν στην επιφάνεια την ολοκλήρωση της παγκόσμιας οικονομίας η οποία τάσσεται αδιαμφισβήτητα υπέρ του Πεκίνου. Αυτή λοιπόν η επέκταση της υπάρχουσας ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης τοποθετεί την Κίνα σε πολύ υψηλή θέση – αν όχι στην υψηλότερη – στην πυραμίδα της παγκόσμιας ιεραρχίας, πράγμα που μας εγείρει προβληματισμούς για το μέλλον των συνεργατών της και περισσότερο για το μέλλον των κρατών που δεν εντάσσονται στο πρόγραμμα.


[1] Σύμφωνα με το επίσημο έγγραφο, ο Δρόμος του Μεταξιού  είναι ανοικτός σε όλες τις χώρες, και διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς. Το έγγραφο υπερασπίζεται την ειρήνη και τη συνεργασία, το άνοιγμα και την ένταξη, την αμοιβαία μάθηση και το αμοιβαίο όφελος, προωθεί την πρακτική συνεργασία σε όλους τους τομείς, και λειτουργεί για να χτίσει μια κοινότητα κοινών συμφερόντων , αμοιβαία πολιτική εμπιστοσύνη, οικονομική ολοκλήρωση και πολιτιστική ένταξη. Το OBOR φαίνεται έτσι να είναι τίποτα λιγότερο από μια κινεζική πρόσκληση για τη διεθνή κοινότητα να εργαστεί από κοινού προς έναν «αρμονικό και χωρίς αποκλεισμούς» κόσμο.

[2] Πηγή: OBOR Watch. (2019). What is OBOR? Retrieved.

[3] Πηγή :Van der Putten, F., & Meijnders, M. (2015). China, Europe and the Maritime Silk Road (σελ. 9-17, Rep.). Clingendael Institute. Retrieved.

[4]Το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε το μεγαλύτερο μερίδιο του ποσού αυτού, δηλαδή €12.200.000.000 (USD 13.800.000.000), ακολουθούμενη από τη Γερμανία με €6.900.000.000 (USD 7.800.000.000) και τη Γαλλία με €5.900.000.000 (USD 6.700.000.000). Το 2015, ωστόσο, η απόκτηση της Pirelli από τη Chem China έθεσε την Ιταλία στην κορυφαία θέση. Από το 2014, Ανατολική και Νότια Ευρώπη έχουν γίνει ο κορυφαίος προορισμός για τις κινεζικές επενδύσεις σε έργα υποδομής . Το 2015 η Ιταλία ανέρχεται στην κορυφαία θέση των επενδύσεων ,σηματοδοτώντας την Ανατολική και Νότια Ευρώπη ως κορυφαίο προορισμό για τις κινεζικές επενδύσεις σε έργα υποδομής. (Casarini, N. (2016). When All Roads Lead to Beijing. Assessing China’s New Silk Road and its Implications for Europe. The International Spectator, 51(4), 95–108. doi:10.1080/03932729.2016.1224491 σελ.10).

[5] Οι σύγχρονοι μερκαντιλιστές υποστηρίζουν μια μέση οδό ανάμεσα στις πολιτικές της οικονομικής αυτάρκειας, από τη μία πλευρά , και της ένταξης στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από την άλλη. Μάλιστα , θεωρούν ότι στο εσωτερικό των αναπτυσσόμενων κρατών απαιτείται μια παράλληλη εξισορρόπηση ανάμεσα στις κρατικές παρεμβάσεις και στην οικονομία της αγοράς. (Χουλιαράς – Ρούσσος : Ο Τρίτος Κόσμος σήμερα σελ.71).

[6] Συγκεκριμένα, μεταξύ του 2008 και 2014, οι εισαγωγές ευρωπαϊκών αγαθών και υπηρεσιών των χωρών που βρίσκονται κατά μήκος του OBOR αυξήθηκαν μόνο κατά 2% ετησίως. Επίσης στο ίδιο διάστημα, οι εξαγωγές της Ευρώπης σε χώρες του OBOR μειώθηκαν κατά 25.000.000.000 δολάρια ΗΠΑ, ενώ οι εξαγωγές της Κίνας αυξήθηκαν κατά 250.000.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Έτσι, ακόμη και σε απόλυτες τιμές, η Ευρώπη έχασε σημαντικά. Σε σχετικούς όρους, το μερίδιο αγοράς της Ευρώπης μειώθηκε από 38 σε 30% ενώ το μερίδιο αγοράς της Κίνας αυξήθηκε από 9 έως 16%. Αυτή η απώλεια μεριδίου αγοράς της Ευρώπης φαίνεται πιο έντονα στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Σε αυτόν τον τομέα, το μερίδιο αγοράς του μειώθηκε από 62 σε 30%, ενώ το μερίδιο αγοράς της Κίνας αυξήθηκε από 15 σε 26%.

[7] Εκτός από την περίπτωση της Γερμανίας, αυτά είναι συνήθως σε μικρές ποσότητες.

[8] Π.χ. οι λιμενικές επιχειρήσεις, οι λιανοπωλητές, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις μεταφορών.

[9] όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα.

[10] Andre Gunder Frank, Crisis in the Third World, Λονδίνο: Hienemann 1981 και του ίδιου Sociology of Development and Underdevelopment of Sociology , Λονδίνο : Pluto Press, 1971.

[11] Immanuel Wallerstein, “The Rise and Future Demise of the World Capitalist System: Concepts of Comparative Analysis”, Comparative Studies in Society and History, τόμ. 16, τχ. 4, 1974, σελ. 387-415.

[12] Immanuel Wallerstein , “The Rise and Future Demise of the World Capitalist System : Concepts of Comparative Analysis” , Comparative Studies in Society and History , τόμ. 16 , τχ. 4, 1974, σελ. 387-415.


Βιβλιογραφία

[1] Casarini, N. (2016). When All Roads Lead to Beijing. Assessing China’s New Silk Road and its Implications for Europe. [online] Taylor & Francis Online. Available here. [Accessed 27 Nov. 2018].

[2] Bennett, M. (2016). The Silk Road goes north: Russia’s role within China’s Belt and Road Initiative. [online] Taylor and Francis Online. Available here. [Accessed 27 Nov. 2018].

[3] Economy, E. (2018). China’s New Revolution. [online] Foreign Affairs. Available here. [Accessed 11 Nov. 2018].

[4] Haider, Z. (2018). Can the U.S. Pivot Back to Asia?. [online] Foreign Affairs. Available here. [Accessed 11 Nov. 2018].

[5] Holslag, J. (2017). How China’s New Silk Road Threatens European Trade. [online] The International Spectator. Available here. [Accessed 27 Nov. 2018].

[6] Kuo, L. and Kommenda, N. (2018). What is China’s Belt and Road Initiative?. [online] the Guardian. Available here. [Accessed 11 Nov. 2018].

[7] Journals.sagepub.com. (2018). SAGE Journals: Your gateway to world-class journal research. [online] Available here. [Accessed 11 Nov. 2018].

[8] Journals.sagepub.com. (2018). SAGE Journals: Your gateway to world-class journal research. [online] Available here. [Accessed 11 Nov. 2018].

[9] Δ.Α. Σωτηρόπουλος, Α. Χουλιαράς, Σ.Ρούσσος , Π. Σκλιας (2005), Ο Τρίτος Κόσμος: Πολιτική, Κοινωνία, Οικονομία, Διεθνείς Σχέσεις, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: