Η Συμφωνία των Πρεσπών: λύση για το Μακεδονικό Πρόβλημα;

Scroll down to content

του Αργύρη Χατζηηλία, ερευνητή στην ομάδα «Πολιτική & Διεθνείς Σχέσεις»

Η Συμφωνία των Πρεσπών φαίνεται να παρουσιάζεται από πολλούς ως διασώστης των εθνικών συμφερόντων, ως μια καλή συμφωνία, ή αν όχι με αυτή την δυναμική, ως μια συμφωνία που παρά τα αρνητικά της λύνει ουσιαστικά προβλήματα στις σχέσεις των δυο κρατών. Ανεξαρτήτως, των πολιτικών εξελίξεων στο θέμα, είναι σκόπιμο να αναλυθεί η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να φέρει σε τέλος ένα πρόβλημα που ταλανίζει την περιοχή εδώ και δεκαετίες.

Ποιους εξυπηρετεί όμως η επίλυση του προβλήματος; Ποια είναι αναλυτικά τα σημαντικά (θετικά και αρνητικά) σημεία της συμφωνίας; Πώς αυτά μπορούν να ερμηνευθούν πολιτικά; και τέλος, ποια τα πιθανά αποτελέσματα των τελευταίων εξελίξεων; Αυτά τα ερωτήματα θα γίνει προσπάθεια να απαντηθούν με την παρούσα ερευνά.

Ιστορικό πλαίσιο

Το ζήτημα της ονοματολογίας της γειτονικής χωράς ανάγεται στις προηγούμενες δεκαετίες επί πολιτικής ηγεσίας της Γιουγκοσλαβίας από τον Γιόζεμπ Μπροζ Τίτο (Sarlis, 2000, σ.192). Οι απαρχές, όμως του προβλήματος ανάγονται πολύ παλαιοτέρα. Με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, θα γίνουν κατανοητά τόσο το αμιγώς αυτό πολιτικό και στρατηγικό ζήτημα που σήμερα διακυβεύεται όσο και η σημαντικότητά του.

Η ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με την συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913[1], την Ελληνική περιοχή, μέρος της Βουλγαρίας, μέρος της ΠΓΔΜ και ένα μικρό μέρος της Αλβανίας. Αποτελεί δε από την αρχαιότητα ένα γεωστρατηγικό κόμβο, καθώς συνδέει την Ευρώπη με την Ασία, και το ηπειρώτικο κομμάτι των Βαλκανίων με το Αιγαίο Πέλαγος και την Μεσόγειο κατ’ επέκταση (Μέρτζος, 2012, σ.9).

Ο έλεγχος της Μακεδονίας, στην διάρκεια του αγώνα για την Ελληνική ανεξαρτησία περιλαμβάνονταν στις κύριες επιδιώξεις της Ρωσίας. Η στήριξη του Ελληνικού αγώνα μπορεί σε μεγάλο βαθμό να ερμηνευθεί από την επιθυμία της Ρωσίας να έχει πρόσβαση στο Αιγαίο. Γεγονότα όπως η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ή η συμμετοχή της Ρωσίας στην ναυμαχία του Ναβαρίνου αργότερα υποστηρίζουν αυτήν την υπόθεση. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο, όλα έδειχναν πως η Ελλάδα χανόταν από τα χέρια της Ρωσίας. Η υποστήριξη της Βουλγαρίας για τον ίδιο σκοπό ήταν η επόμενή της κίνηση (Μέρτζος, 2012, σ.10).

Εξήντα περίπου χρόνια αργότερα, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, την ένωση του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας με την Ελλάδα και την επανάσταση των μπολσεβίκων, η Σοβιετική Ένωση θα επιδιώξει και πάλι τον έλεγχο της περιοχής, αυτήν την φορά μέσω της πολιτικής ιδεολογίας του κομμουνισμού και της προώθησης της στρατηγικής της από δορυφόρα και φίλια προς αυτήν κράτη, όπως για παράδειγμα η Γιουγκοσλαβία και η  Βουλγαρία[2].

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την επικράτηση του κομμουνισμού στα Βαλκάνια οι κυβερνήσεις της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, ασκούν εκ νέου αξιώσεις σε βάρος της Ελλάδας για την δημιουργία ενός μεγάλου μακεδονικού κράτους που θα περιέχει και την «Μακεδονία του Αιγαίου» (Κωφός, 1993, σ.37-39). Παραδόξως όμως οι σχέσεις Ελλάδας με τα όμορα βαλκανικά κράτη χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, δεδομένων και των προσπαθειών που έλαβαν χώρα από την κυβέρνηση Παπάγου για προσέλκυσή τους και δημιουργία ενός κλίματος σταθερότητας με την υπογραφή μιας σειράς συμφωνιών και με την εξωστρέφεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής[3] (Χατζηβασιλείου, 2007, σ. 103-114). Το κλίμα της πόλωσης της εποχής ταυτόχρονα, κατέτασσε τις χώρες σε διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα, γεγονός που βοήθησε να επικρατήσει στις σχέσεις τους η λεγομένη «μακρά ειρήνη». Υπό τον Τίτο όμως, καθ’ όλη την διάρκεια του ψυχρού πολέμου, επιχειρήθηκε μια συστηματική προσπάθεια ταύτισης του Σλαβικού πληθυσμού της περιοχής με τον Μακεδονικό[4] πολιτισμό, έχοντας πάντα βλέψεις για άνοιγμα της Γιουγκοσλαβίας στη Μεσόγειο (Sarlis, 2000, p. 192-193).

Μετά την διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, η ΠΓΔΜ ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της το 1991, και επιζητά διεθνή αναγνώριση με το συνταγματικό όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (Βαλινάκης και Ντάλης, 1994, σ.40-42). Οι διαφωνίες και ανησυχίες της ελληνικής κυβέρνησης Μητσοτάκη γίνονται εναργείς στην συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου (4.12.1991) στο οποίο εκφράστηκαν τρεις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ΠΓΔΜ. Αρχικά, θα έπρεπε να αλλάξει το όνομα Μακεδονία, δεύτερον, να γίνει επίσημη αναγνώριση μη ύπαρξης εδαφικών διεκδικήσεων έναντι της Ελλάδας, και τέλος, να γίνει σαφές πως δεν υπάρχει μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα (Παπακωνσταντίνου, 1994, σ.419). Η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι η αποκλειστική χρήση του ονόματος Μακεδονία, εγείρει εδαφικές αξιώσεις επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου πως η γειτονική χώρα κατέχει μόνο το 38,5% της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Η ανάγκη απόκτησης ταυτότητας του λαού αυτού, σύμφωνα με το δικαίωμα που έχει κάθε λαός να αυτοπροσδιορίζεται[5], αλλά με παρόν το αγκάθι των πληθυσμών και μειονοτήτων που ζουν εκεί[6], περίπου 25% για παράδειγμα του πληθυσμού της χωράς είναι Αλβανοί, οδηγεί στα σημερινά προβλήματα. Η ενσωμάτωση, μάλιστα, πολλών χωρών της πρώην Σοβιετικής σφαίρας επιρροής από την Ε.Ε. οδηγεί τόσο την Ρωσία όσο και τις ΗΠΑ, να διεκδικούν την ΠΓΔΜ υπό δυσμενείς για την χωρά μας συνθήκες. Τόσο η Ρωσία επιμένει να την αποκαλεί Μακεδονία και να την προσεταιρίζεται στο ενεργειακό και οικονομικό πεδίο, επιχειρώντας απεγνωσμένα να μην χάσει μια από τις τελευταίες πιθανές χώρες στα Βαλκάνια, στην οποία θα μπορούσε να ασκεί επιρροή,  όσο και οι ΗΠΑ πιέζοντας συνεχώς στην επίλυση των διαφορών με την Ελλάδα, για να ενταχθεί η χώρα στην δύση, αναγνωρίζοντάς την ταυτόχρονα και εκείνη με το όνομα Μακεδονία. Γίνεται κατανοητό εδώ, ότι πάρα την ευρύτερη αποδοχή της ονομασίας της χώρας ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία και βάρος η αναγνώριση της χώρας αυτής ως τέτοιας από τις δυο πιο ισχυρές  χώρες στο διεθνές σύστημα[7].

Η συμφωνία

Μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες, που περιείχαν ενδιάμεσες συμφωνίες, οικονομικό εμπάργκο σε βάρος της ΠΓΔΜ από την Ελλάδα και αγωγές στο διεθνές δικαστήριο κατά της Ελλάδας, η συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί την πιο εποικοδομητική συζήτηση των δυο μερών. Μπόρεσε όμως η Ελλάδα να μετατρέψει τους συντελεστές ισχύος της σε διπλωματική δύναμη απέναντι σε έναν σαφέστατα πιο αδύναμο από πλευράς ισχύος γείτονα;

Πρώτα από όλα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σύμφωνα με την σύμβαση περί συνθηκών του 1969, οι χώρες μετά την επικύρωση της συνθήκης δεσμεύονται από τα όσα έχουν υπογράψει διεθνώς (Ρούκουνας, 2015, σ. 82). Η συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο μετά την επικύρωση από τα κοινοβούλια των κρατών, όπως η ίδια προβλέπει.

Αναλυτικότερα, όσον αφορά την συμφωνία των Πρεσπών, αυτή χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο ρυθμίζει το ονοματολογικό, θέματα που σχετίζονται με αυτό και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Το δεύτερο αφορά οικονομικά, κοινωνικά, ζητήματα πολιτικής συνεργασίας κλπ.

Τα σημαντικά σημεία

Θα ακολουθήσει  αναφορά των άρθρων της Συμφωνίας που αφορούν εθνικά θέματα με τον ανάλογο σχολιασμό:

Στο  άρθρο 1(3) ορίζεται το όνομα της χωράς ως «Βόρεια Μακεδονία». Στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει διαφωνία απόψεων για την ορθότητα της απόδοσης του ονόματος αυτού. Παρόλα αυτά, αποτελεί το γεγονός πως όσον αφορά το γεωγραφικό κομμάτι, η χώρα βρίσκεται στο ευρύτερο πλαίσιο του χώρου που αποκαλείται Μακεδονία.[8] Η ονομασία μάλιστα αυτή προβλέπεται να χρησιμοποιείται erga omnes, δηλαδή η χρήση αυτής της ονομασίας και μόνο, αποτελεί υποχρέωση προς την διεθνή κοινότητα στο σύνολό της (Χατζηκωνσταντίνου, Αποστολίδης και Σαρηγιαννίδης, 2014, σ. 429-431).

Στο ίδιο άρθρο και παράγραφο, ορίζεται η ιθαγένεια της ΠΓΔΜ η οποία θα είναι σύμφωνα με τα λόγια της συμφωνίας «Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας»[9]. Εδώ αρχίζει να φαίνεται η αδυναμία της Ελληνικής πλευράς να προβάλει τα εθνικά της συμφέροντα Αρχικά, προβληματισμό προκαλεί η μη ταύτιση της ιθαγένειας με το επίσημο όνομα του κράτους. Από την ονομασία Βόρεια   Μακεδονία, δηλαδή θα έπρεπε να προκύπτει Βορειομακεδονική ιθαγένεια. Ένα ακόμα πρόβλημα συνδέεται με τον επιστημονικό διάλογο ανάμεσα σε όσους ταυτίζουν την ιθαγένεια με την εθνικότητα[10] και σε όσους υποστηρίζουν τον διαχωρισμό τους[11]. Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να αναφερθούμε στην θεωρία του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε. Η έννοια της «αναγκαίας μυθοπλασίας», την οποία ο ίδιος εισήγαγε, περιγράφει πεποιθήσεις και γεγονότα, των οποίων η αλήθεια δεν μπορεί να αποδειχθεί ή απλώς είναι λανθασμένα. Η διαδικασία αυτή για τον εκάστοτε παράγοντα παρ’ όλα αυτά, είναι συνδεδεμένη με τη διατήρηση της εσωτερικής συνοχής, της σταθερότητας και την ενίσχυση του πατριωτικού αισθήματος. Με την επίσημη αναγνώριση της ιθαγένειας, το αίσθημα αυτό γιγαντώνεται και δίνεται η δυνατότητα με μοχλό τον ασαφή διαχωρισμό ιθαγένειας και εθνικότητας και την πολλαπλή μετάφραση που μπορεί να έχει η λέξη nationality στα ελληνικά, όπως αναφέρεται στο αγγλικό κείμενο, για ελιγμούς στον λόγο της γειτονικής χώρας, όποτε αρμόζει ο ανάλογος όρος. Επεξηγώντας, χρησιμοποιείται ο όρος εθνικότητα όταν γίνεται λόγος για «Μακεδόνες» πολίτες, αλλά ο όρος ιθαγένεια, που εννοείται ο νομικός δεσμός με το κράτος, όταν γίνεται λόγος για παράδειγμα σε πολίτες αλβανικής καταγωγής. Ο διαχωρισμός αυτός τονίζεται παρακάτω περαιτέρω.

Στην συνέχεια του ίδιου άρθρου, ορίζεται η γλώσσα του γειτονικού κράτους. Θα ονομάζεται «Μακεδονική γλώσσα». Διπλωματική τρικλοποδιά στον εαυτό της θα χαρακτηρίζαμε την αναγνώριση αυτή από την Ελληνική αντιπροσωπία, πάρα την προσθήκη του χαρακτηρισμού της ως μια γλώσσα που εντάσσεται στις Νότιες Σλαβικές γλώσσες, καθώς σύμφωνα με την συμφωνία, η αναγνώριση της γλώσσας ως τέτοια προκύπτει από την Τρίτη συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων. Το παράδοξο εδώ είναι πως σύμφωνα με τα λεγόμενα του γλωσσολόγου Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ο οποίος ήταν παρών στην συνδιάσκεψη, η γλώσσα είναι διακριτή από το αλφάβητο, δεν υπήρξε ποτέ αναγνώριση από την Ελληνική πλευρά της Μακεδονικής γλώσσας σε αυτήν την συνδιάσκεψη, το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε ήταν το Κυριλλικό, και θα μπορούσαν αυτά να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα για την μη αναγνώριση της γλώσσας ως Μακεδονική.

Θετικό θα χαρακτηρίζαμε το περιεχόμενο της συνέχειας του άρθρου 1(3), που μας παραπέμπει στο άρθρο 7(1) της συμφωνίας. Σε αυτό επισημαίνεται πως ο όρος «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και διαφορετική πολιτιστική κληρονομιά. Συνεχίζοντας στην παράγραφο 2 και 3, διασαφηνίζεται πως για το πρώτο μέρος, την Ελλάδα δηλαδή, εννοούνται η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής της χωράς, τα χαρακτηριστικά τους, ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία και η κουλτούρα, καθώς και η κληρονομιά του από την αρχαιότητα έως σήμερα. Για το δεύτερο μέρος, δηλαδή την ΠΓΔΜ, εννοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός, τα χαρακτηριστικά τους, με την δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτά  από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 7(2).

Άκυρες βέβαια μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν οι παραπάνω γραμμές, καθώς δηλώσεις όπως αυτές του πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ, περί διδασκαλίας της Μακεδονικής γλώσσας στην Βόρεια Ελλάδα και περί ύπαρξης μιας και μοναδικής Μακεδονίας που ανήκει στην ΠΓΔΜ, και η νεότερη τροπολογία, που κατατέθηκε για το σύνταγμα της γειτονικής χώρας περί διακρίσεως ιθαγένειας και εθνικότητας, η οποία κατατέθηκε από βουλευτή αλβανικής καταγωγής, παραβιάζουν τα άρθρα 3(4), 4(2), 6(1) και 6(2) της συμφωνίας που αναφέρονται σε δέσμευση αποφυγής και απαγόρευση προβοκατόρικων δηλώσεων και δραστηριοτήτων από το ένα μέρος προς το άλλο που θα μπορούσαν να υποδαυλίσουν βία, μίσος ή εχθρότητα προς το άλλο μέρος. Βασικότερο όμως είναι πως παραβιάζεται η αρχή της καλής πίστης του Διεθνούς Δίκαιου. Σύμφωνα και με τον Ε. Ρούκουνα, «θετικά, καλή πίστη σημαίνει τον σεβασμό των συμπεφωνημένων και την ακριβή εφαρμογή τους. Αρνητικά, υπολαμβάνει την αποφυγή εξαπατήσεως και δόλου στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων». Έχει, δε, ιδιαίτερη σημασία στο δίκαιο των συνθηκών (Ρούκουνας, 2015, σ. 130-132).

Θετική θα χαρακτηρίζαμε και την συγκρότηση Κοινής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 8(5). Πιο συγκεκριμένα, η επιτροπή αυτή θα αναλάβει να εξετάσει σχολικά εγχειρίδια, βοηθητικό υλικό, χάρτες, άτλαντες και οδηγούς διδασκαλίας και να προβεί σε αλλαγές αν περιέχουν αλυτρωτικές ή αναθεωρητικές αναφορές. Το κενό που προκύπτει και ταυτόχρονα αδύναμο σημείο σε αυτό το άρθρο βρίσκεται στην παράγραφο 2. Προβλέπονται, μεν η αναθεώρηση του καθεστώτος των μνημείων και η εφαρμογή διορθωτικών ενεργειών από την ΠΓΔΜ, δεν καθορίζεται όμως ποιες θα είναι οι διορθωτικές ενέργειες και ποιος θα είναι υπεύθυνος για την αξιολόγηση των διορθωτικών ενεργειών ώστε να μην θίγουν πλέον την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.

Αυτό που επιπλέον προβλέπεται στο άρθρο 12(1) και 12(2), είναι η θέσπιση ενός Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, το οποίο θα μεριμνά για την σωστή εφαρμογή της συμφωνίας στο σύνολο της. Μένει να αποδειχθεί αν η αξιοπιστία και ανοχή που δείχνεται από την Ελληνική πλευρά θα αποβεί ωφέλιμη.

Τέλος, στο άρθρο 2(1) απεμπολείται η ικανότητα της χώρας μας να ασκεί πιέσεις μπλοκάροντας την είσοδο της ΠΓΔΜ σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό που και η ίδια συμμετέχει.

Στο υπόλοιπο κομμάτι της συμφωνίας, προβλέπονται επαφές και συνεργασίες στο κομμάτι της οικονομίας, της εκπαίδευσης, της τεχνολογίας, της υγείας, των μεταφορών, την άμυνα κλπ.

Προβληματισμός για τις εξελίξεις και συμπεράσματα

Η προσέγγιση αυτή των δυο χωρών θα μπορούσε δυνητικά να μας προσφέρει έναν ακόμα σύμμαχο στην περιοχή και να προβάλλει ένα κλίμα σταθερότητας. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, βέβαια, και τον ρόλο που έχουν άλλα κράτη (Βουλγαρία, Αλβανία) στην περιοχή των Βαλκανίων, πάντα σε συνδυασμό με τις σχέσεις τους με την ΠΓΔΜ, και το πώς αυτά θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξελίξεις στο κοντινό μέλλον.

Η ίδια η συμφωνία φαίνεται να προσεγγίζει πολύπλευρα το ονοματολογικό ζήτημα και γενικότερα τις διακρατικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ, και σίγουρα στις διεθνείς σχέσεις και κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων για μια διεθνή συμφωνία θα υπάρχουν υποχωρήσεις. Εντοπίζονται ορισμένα σημεία όμως ,που δεν μπορούν πάρα να αναδειχθούν και να προβληματιστούμε για τις πιθανότητες βελτίωσης που υπήρχαν. Το κύριο όνομα, με το οποίο χαρακτηρίζονται οι πολίτες του βορείου τμήματος της χώρας μας, έχει παραχωρηθεί και στο εξής αφορά τόσο την γλώσσα όσο και την ιθαγένεια του γειτονικού κράτους. Όλες οι προαναφερθείσες παραχωρήσεις μάλιστα διαπράττονται στην βάση μονάχα της καλής πίστης ανάμεσα στα δυο κράτη, και χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις από την άλλη πλευρά για την Ελλάδα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, όπου και έχει γίνει η επίσημη επικύρωση της συνθήκης, δεν έχουμε στα χέρια μας το αναθεωρημένο σύνταγμα της ΠΓΔΜ, δεν είμαστε, λοιπόν, σε ασφαλή θέση να εξάγουμε συμπεράσματα και να κρίνουμε αν τηρείται το γράμμα της συμφωνίας. Δεν μένει πάρα να εφαρμοστεί η συμφωνία και σε βάθος χρόνου να διαπιστωθεί αν οι αποφάσεις και υποχωρήσεις της Ελληνικής πλευράς ήταν σοφές και αν έβλαψαν ή αν ωφέλησαν την θέση μας και τα εθνικά μας συμφέροντα.


[1] Με την συνθήκη του Βουκουρεστίου λήγει και επίσημα ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος που εξαπέλυσε ο πρώην σύμμαχος της Ελλάδας, η Βουλγαρία, καθώς δεν είχε ικανοποιηθεί από την μοιρασιά μετά το τέλος του Α’ Βαλκανικού πολέμου. Με την συνθήκη αυτή η Ελλάδα κερδίζει μεγάλα εδαφικά οφέλη και η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας διαμελίζεται.

[2]Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του καθηγητή Διονυσίου Τσιριγώτη, νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, διεθνείς σχέσεις και διπλωματία(σ.373-374), η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία έθεταν υπέρμετρες εδαφικές αξιώσεις στην Ελλάδα.

[3]Διαπράχθηκαν  μια σειρά από ενέργειες που καταδείκνυαν ένα κλήμα συνεργασίας στα Βαλκάνια όπως για παράδειγμα το τρίμερες σύμφωνο μη επίθεσης και φίλιας στην Άγκυρα μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας (28.2.1953), η συνθήκη συμμαχίας, πολιτικής συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας με την Γιουγκοσλαβία (9.8.1954), και η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Βουλγαρία.

[4]Αναφέροντας την λέξη Μακεδόνας σήμερα, με τους ανάλογους προσδιορισμούς, πχ Σλαβομακεδόνας, μπορούν να εννοηθούν διαφορετικοί πολιτισμοί με τα δικά τους χαρακτηριστικά. Αυτό όμως που είναι και το πιο ουσιαστικό και απασχόλει την Ελλάδα, είναι η ταύτιση του ορού αυτού με την αρχαιοελληνική κληρονομιά και γενικότερα με την σημασία που θα μπορούσε να έχει πολιτισμικές και κυρίως γεωγραφικές προεκτάσεις τον ελληνικό χώρο

[5]Το δικαίωμα κάθε λαού να αυτοπροσδιορίζεται καταγράφεται στο άρθρο 1(2) του καταστατικού χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

[6](Vrgova, 2015).

[7]Η συζήτηση επικεντρώνεται στα συμφέροντα των Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτικών καθώς η μεσοβαλκανική ζώνη, στην οποία ανήκει και η ΠΓΔΜ παίζει καθοριστικό ρολό στην μεταφορά φυσικού αεριού και πετρελαίου από την Ανατολή στην Δύση. Η Ρωσία θέλει να μονοπωλεί την τροφοδοσία της Ευρώπης με τις δικές της πήγες ενέργειας και οι Ηνωμένες Πολιτείες να ανταγωνίζονται την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας εξάγοντας πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τις αμερικάνικες εταιρίες εξόρυξης στην Κασπία και την Υπερκαυκασία. Από την μια ο αγωγός Southstream, ρωσικών συμφερόντων, και από την άλλη ο αγωγός Nabucco, αμερικάνικων συμφερόντων.

[8]Με την συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρόλο που δεν αναγράφεται πουθενά ο ορός Μακεδονία ως περιοχή, χωρίζεται το γεωγραφικό κομμάτι που αναγράφεται ως τέτοια στους χάρτες που χρησιμοποιήθηκαν στην συνδιάσκεψη των κρατών.

[9]Η ιθαγένεια, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Nottebohom (1995) «αποτελεί νομικό δεσμό που έχει στην βάση του ένα κοινωνικό συνδετικό γεγονός, μια αποτελεσματική αλληλεγγύη υπάρξεως συμφερόντων, αισθημάτων που συνδέονται με αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις.»

[10]Όπως οι Dupuy, Χατζηκωνσταντίνου, Αποστολίδης και Σαρηγιαννίδης.

[11]Όπως οι Anderson, Smith και Hobsbawm.


Βιβλιογραφία

  1. Sarlis, P. (2000). The Brake-Up of Yugoslavia. Athens: Papazissis Publishers.
  2. Ρούκουνας, Ε. (2015). Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. 2nd ed. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ.
  3. Χατζηκωνσταντίνου, Κ., Αποστολίδης, Χ. and Σαρηγιαννίδης, Μ. (2014). Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο. 2nd ed. Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σακκούλα.
  4. Nietzsche, F., Horstmann, R. and Norman, J. (2001). Beyond good and evil. Cambridge, U.K.: Cambridge University Press.
  5. Τζιαμπίρης, Α. (2003). Διεθνείς Σχέσεις και Μακεδονικό Ζήτημα. Αθήνα: Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής.
  6. Μέρτζος, Ν. (2012). Το Μακεδονικό Παίγνιο Γεωπολιτικής. Θεσσαλονίκη: Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών.
  7. Dupuy, P. (2014). Droit international public. 7th ed. Dalloz.
  8. Vrgova, R. (2015). Census, Identity, and the Politics of Numbers: The Case of Macedonia. Researcher. University of the Basque Country.
  9. Συνθήκες
  • Σύμβαση της Βιέννης περί των Συνθηκών (1969)
  • Συμφωνία των Πρεσπών (2018)
  • Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: