Φασισμός και Εξωτερική Πολιτική

Scroll down to content

από τον Γιάννη Χουλιάρα, ερευνητή της ομάδας «Πολιτική & Διεθνείς Σχέσεις»

Η παρούσα εργασία εστιάζει στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον φασισμό και την κρατική εξωτερική πολιτική, με σκοπό να συμπεραθεί το αν υπάρχει ή όχι κάποια γενική αρχή της εξωτερικής πολιτικής των φασιστικών καθεστώτων. Εξετάζονται συγκριτικά οι περιπτώσεις δύο κρατών της περιόδου του Μεσοπολέμου, του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος υπό τον Αδόλφο Χίτλερ στη Γερμανία, το οποίο διήρκεσε από το 1933 έως το 1945 και της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά στην Ελλάδα, από το 1936 έως το 1941. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις επιλέχθηκαν καθώς αποτελούν δύο καθεστώτα που έχουν τις ρίζες τους στον ριζοσπαστικό αυταρχικό εθνικισμό της μεσοπολεμικής περιόδου, ακολούθησαν πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική και δεν υπήρξε σημαντική γεωπολιτική ταύτιση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε αντίπαλες συμμαχίες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διερευνώνται η εξέλιξη και η εξωτερική πολιτική των δύο κρατών και πως η εξωτερική τους πολιτική επηρεάστηκε από την επίσημη ιδεολογία τους και τη θέση τους στο διακρατικό σύστημα της μεσοπολεμικής περιόδου. Η ανάλυση και σύγκριση των ομοιοτήτων και διαφορών των δύο περιπτώσεων επομένως γίνεται αρχικά σε εσωτερικό επίπεδο (η εξελικτική πορεία των φασιστικών κινημάτων και η άνοδός τους στην εξουσία) και μετέπειτα σε εξωτερικό (η εξωτερική πολιτική που άσκησαν στο πλαίσιο του διακρατικού συστήματος της εποχής) και αναλύεται εν τέλει η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό επίπεδο. Για την ανάλυση σε εσωτερικό επίπεδο χρησιμοποιείται το θεωρητικό πλαίσιο των πέντε σταδίων εξέλιξης του φασισμού, που διατυπώθηκε από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Ρόμπερτ Πάξτον στο δοκίμιο «Five Stages of Fascism», ενώ το εξωτερικό επίπεδο αναλύεται υπό το πρίσμα του ρεαλισμού[1]. Η βασική υπόθεση εργασίας που θα εξεταστεί είναι η εξής: Η επιρροή του φασισμού στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής εξαρτήθηκε περισσότερο εκ των μη ιδεολογικής φύσεως στρατηγικών επιδιώξεων των κρατών, οι οποίες καθορίζονταν από τη θέση τους στο διεθνές σύστημα (αναθεωρητική δύναμη ή υποστηρικτής του status quo), αντί μιας εγγενούς επεκτατικής ή αμυντικής ιδεολογικής θέσης.

1. Ορισμός του φασισμού και ο κύκλος των «πέντε σταδίων»

Μία εκ των κυριότερων δυσκολιών που προκύπτουν κατά τη προσπάθεια επιστημονικής ανάλυσης του φασισμού είναι το να οριστεί με ακρίβεια τι είναι φασισμός. Κατά τον Πάξτον, η δυσκολία αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: χαρακτηριστικά, οι σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των φασιστικών κινημάτων, λόγω των διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών στα κράτη όπου αυτά εμφανίστηκαν, η απουσία ενός οικουμενικού φασιστικού δόγματος και η ευρύτατη χρήση του όρου για τον (μειωτικό) χαρακτηρισμό πολιτικών κινημάτων και προσώπων (Paxton, R., 1998). Λόγω των δυσκολιών αυτών, ο Πάξτον διατυπώνει μια αναλυτική προσέγγιση εστιαζόμενη στην σταδιακή εξέλιξη των φασιστικών κινημάτων υπό την πίεση των πολιτικοοικονομικών συνθηκών. Τονίζεται πως δεν πρόκειται για κάποια νομοτελειακή, αναπόφευκτη εξέλιξη όλων των φασιστικών κινημάτων, καθώς από το δεύτερο στάδιο και μετά ο Πάξτον εστιάζει στις περιπτώσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω (Paxton, R., 1998). Πρώτο στάδιο εξέλιξης αποτελεί η εμφάνιση της πρώιμης φασιστικής ιδεολογίας στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία τασσόταν εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας και χαρακτηριζόταν από συνδυασμό εθνικιστικών, σοσιαλιστικών και αντιαστικών/αντικαπιταλιστικών στοιχείων και κινημάτων εμπνεόμενων από αυτή. Στο δεύτερο στάδιο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα φασιστικά κινήματα εξελίχθηκαν σε μαζικά και απέκτησαν τη δυνατότητα αποφασιστικής δράσης στο πολιτικό σκηνικό, στο πλαίσιο της πολιτικοοικονομικής κρίσης, την οποία τα φιλελεύθερα κράτη αδυνατούσαν να ελέγξουν. Οι συντηρητικές ελίτ βρήκαν στα φασιστικά κινήματα μια σημαντική ευκαιρία για να ενισχύσουν τη θέση τους, σε μια εποχή βαθιάς κοινωνικής κρίσης, πολιτικής κινητοποίησης και αμφισβήτησης. Αυτό απέρρεε τόσο από την ικανότητα των φασιστών να προσελκύουν ευρείες μάζες, προερχόμενες από όλα τα κοινωνικά στρώματα, χρησιμοποιώντας λαϊκίστικη ρητορική, η οποία όμως δεν απειλούσε το κοινωνικοοικονομικό status quo (σε αντίθεση με τα σύγχρονά τους, επίσης ισχυρά και μαζικά, σοσιαλιστικά κινήματα), όσο και από την προθυμία τους να αναλάβουν δυναμική και βίαιη δράση εναντίον της ριζοσπαστικής αριστεράς. Κατέστησαν έτσι πολύτιμοι σύμμαχοι της συντηρητικής μερίδας της κοινωνίας εναντίον της ενισχυόμενης αριστεράς και του μεταρρυθμιστικού κέντρου, αυξάνοντας την πολιτική τους επιρροή και εγκαταλείποντας τις αρχικές αντικαπιταλιστικές θέσεις τους. Η μετάλλαξη αυτή, που ήταν νευραλγικής σημασίας για την άνοδο στην εξουσία, επετεύχθη από το γερμανικό και ιταλικό κίνημα, όχι όμως από άλλα. Τα φασιστικά κινήματα που δεν κατόρθωσαν να κάνουν τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο, είτε επειδή έμειναν πιστά στην «καθαρή» ιδεολογία, είτε επειδή η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν αρκετά ισχυρή για να απορροφήσει τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές πιέσεις, παρέμειναν ως επί το πλείστον στο πολιτικό περιθώριο. Κατά το τρίτο στάδιο τα κινήματα, σε συνθήκες κοινοβουλευτικού αδιεξόδου, κατέλαβαν την εξουσία με τη συγκατάθεση των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων, η θέση των οποίων απειλούνταν από τη μαζική πολιτική κινητοποίηση και την άνοδο της αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές αρνούνταν τη συνεργασία με τους μεταρρυθμιστές, αλλά ταυτόχρονα αδυνατούσαν να ελέγξουν αποτελεσματικά τις ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και να δώσουν λύση στο πολιτικό αδιέξοδο. Αποφάσισαν έτσι την πολιτική συνεργασία με τους φασίστες, σε μια ύστατη προσπάθεια διατήρησης του status quo. Εξ’ ου και το ότι δεν προέκυψαν φασιστικές κυβερνήσεις σε δημοκρατίες αρκετά ισχυρές ώστε να διατηρήσουν τις κοινωνικές εξελίξεις υπό κοινοβουλευτικό-συνταγματικό έλεγχο, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας. Τόσο ο Χίτλερ (που θα αναλυθεί στο επόμενο κεφάλαιο) όσο και ο Μουσολίνι[2] «προσκλήθηκαν» στην εξουσία σε συνθήκες οξείας πολιτικής κρίσης από τον επικεφαλής του κράτους (Γερμανός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ιταλός βασιλιάς),  στο πλαίσιο της νόμιμης άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Το τέταρτο στάδιο περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον Πάξτον, την άσκηση της εξουσίας από το φασιστικό κίνημα, σε μια μεταβαλλόμενη ισορροπία ανάμεσα στον ηγέτη, το κόμμα, τα κρατικά όργανα, ειδικά την αστυνομία και το στρατό, τα οποία ήταν αναγκαία για την διατήρηση της εξουσίας, και τις παραδοσιακές οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Στο πέμπτο στάδιο, η κυβέρνηση ακολουθεί το δρόμο είτε της περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης είτε της μετατροπής της σε ένα πιο «συμβατικό» αυταρχικό καθεστώς (Paxton, R., 1998). Η μετάβαση ή όχι στο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης είναι αυτό που τελικά θα καθορίσει το βαθμό «ιδεολογικοποίησης» της εξωτερικής πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω επομένως, αναδεικνύονται τα ερωτήματα μέσω των οποίων γίνεται η σύγκριση των δύο αυτών καθεστώτων: Βασίζονταν σε μια αντιφιλελεύθερη και αντισοσιαλιστική εθνικιστική ιδεολογία; Αναδείχθηκαν ως αποτελεσματικοί σύμμαχοι κοινωνικών στρωμάτων, των οποίων η θέση απειλούνταν από τη μαζική πολιτική κινητοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, αναγκάζοντάς τα να αναζητήσουν υποστήριξη εκτός των πλαισίων της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Κλήθηκαν να αναλάβουν την εξουσία εν μέσω μιας συνταγματικής, πολιτικής ή οικονομικής κρίσης (ή όλων αυτών μαζί), την οποία η άρχουσα ελίτ αδυνατούσε να επιλύσει; Σε ποιο βαθμό η άσκηση της εξουσίας τους, και κατά συνέπεια η εξωτερική τους πολιτική, επηρεάζονταν από τη συνύπαρξή τους με αυτή την άρχουσα ελίτ, στα πλαίσια της διαλεκτικής ιδεολογίας – πρακτικών στρατηγικών αναγκών των κρατών;

2. Η εξέλιξη των δύο καθεστώτων

2.1 Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός

Το 1919 στη Γερμανία, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την οργή που προκάλεσαν στη γερμανική κοινή γνώμη η ταπείνωση της ήττας και οι επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών,, ιδρύθηκε το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP) από τον Άντον Ντρέξλερ, το οποίο απέρριπτε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και συνδύαζε τον γερμανικό εθνικισμό με σοσιαλιστικές διακηρύξεις περί προστασίας των εργατών και των μικρομεσαίων. Το DAP, που το 1920 μετονομάστηκε σε  Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP), αποτέλεσε ένα εκ των πολλών ακροδεξιών κινημάτων που εμφανίστηκαν στην ηττημένη Γερμανία. Το 1921 επικεφαλής του κόμματος αναδείχθηκε ο βετεράνος του πολέμου Αδόλφος Χίτλερ, λόγω των εξαιρετικών προπαγανδιστικών ικανοτήτων του (Passant, E. et al., 1959:171-173). Ο Χίτλερ είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αυστρία και του άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή οι αντισημιτικές και παγγερμανικές ιδέες των Καρλ Λούγκερ και Γκέοργκ φον Σαίνερερ[3] (Weiss, J., 2009:165). Τον Νοέμβριο του 1923, εν μέσω δριμείας οικονομικής και πολιτικής κρίσης, με τον υπερπληθωρισμό και την γαλλική εισβολή στη Ρηνανία[4], ο Χίτλερ και οι οπαδοί του επιχείρησαν πραξικόπημα στο Μόναχο, το οποίο σύντομα κατεστάλη με ευκολία από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ο Χίτλερ καταδικάστηκε και παρέμεινε σε φυλάκιση μέχρι τον Δεκέμβριο του 1924, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέταξε το βιβλίο «Ο Αγών μου». Η αποτυχημένη πραξικοπηματική απόπειρα έδειξε στον Χίτλερ πως δεν υπήρχε πιθανότητα τα σώματα ασφαλείας και οι ελίτ να υποστηρίξουν βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος. Ο μόνος δρόμος προς την εξουσία επομένως ήταν ο νόμιμος κοινοβουλευτικός αγώνας. Από το 1924 μέχρι το 1929 ωστόσο, τα ποσοστά του κόμματος στις εκλογικές αναμετρήσεις του Μαϊου και Δεκεμβρίου 1924 και του Μαϊου 1928 ήταν αμελητέα. Ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει, η γερμανική οικονομία είχε πλέον ανακάμψει και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών δεν επιθυμούσε να διαταραχτεί η κοινωνική σταθερότητα και ευημερία (Weiss, J., 2009:202).

Η ευκαιρία που περίμενε ο Χίτλερ ήρθε το 1929. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, έπληξε ιδιαίτερα τη Γερμανία[5]. Υπήρξε δραματική μείωση της παραγωγής και η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα. Τόσο τα αστικά όσο και τα μικρομεσαία στρώματα έχαναν όλο και περισσότερο την πίστη τους στη δημοκρατία (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:302). Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Χέρμαν Μύλλερ κατέρρευσε τον Μάρτιο του 1930 και την εξουσία ανέλαβε o Χάινριχ Μπρύνινγκ του Κεντρώου Κόμματος, με την υποστήριξη του Προέδρου της Δημοκρατίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1930 οι εθνικοσοσιαλιστές είδαν το ποσοστό τους να εκτοξεύεται από το 2,6% του 1928 στο 18,3%, ενώ ενισχύθηκε και το κομμουνιστικό κόμμα (KPD). Τα ποσοστά των σοσιαλδημοκρατών (SPD) και των κομμάτων του κέντρου μειώθηκαν δραστικά[6]. Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ δεν μπόρεσε επομένως να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική υποστήριξη, αλλά παρέμεινε στην εξουσία έως το 1932 με προεδρικά διατάγματα, ενώ οι πολιτικές λιτότητας που εφάρμοσε μείωσαν περαιτέρω τη δημοτικότητά της, όπως και των σοσιαλδημοκρατών που τη στήριζαν. Τον Μάϊο του 1932 η κυβέρνηση Μπρύνινγκ κατέρρευσε και ο Χίντενμπουργκ διόρισε καγκελάριο τον αριστοκράτη Φραντς φον Πάπεν (Κολιόπουλος, I., 2001:349). Στις εκλογές του Ιουλίου το NSDAP αναδείχθηκε το μεγαλύτερο κόμμα με ποσοστό 37,4% και το ποσοστό του KPD αυξήθηκε σε 14,5%. Το NSDAP και το KPD κατείχαν πλέον την πλειοψηφία των εδρών στο κοινοβούλιο (319 έδρες σε σύνολο 608), καθιστώντας αδύνατη την νομιμοποίηση της κυβέρνησης Πάπεν από τις μετριοπαθείς δυνάμεις. Οι νέες εκλογές του Νοεμβρίου είχαν παρόμοια αποτελέσματα, με μικρή μείωση του ποσοστού του NSDAP και άνοδο του KPD στο 16,9%. Τo SPD και τα υπόλοιπα κεντρώα κόμματα, στη συνεργασία των οποίων βασιζόταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης[7], αποδυναμώθηκαν περαιτέρω[8], ενώ και τα κόμματα της μη ναζιστικής δεξιάς παρουσίαζαν ασήμαντα ποσοστά[9]. Το πολιτικό χάσμα ήταν πλέον ευρύτατο και οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των ταγμάτων εφόδου (SA) του NSDAP και των κομμουνιστών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στους δρόμους των πόλεων (Passant, E. Et al., 1959:182). Οι συντηρητικές ελίτ της Γερμανίας άρχισαν να στρέφονται στον Χίτλερ, ο οποίος φαινόταν πως ήταν ο μόνος που μπορούσε να τους προσφέρει αυτό ακριβώς που χρειάζονταν: ένα μαζικό και λαϊκό συντηρητικό κίνημα, που θα αποκαθιστούσε την πολιτική σταθερότητα και ταυτόχρονα θα είχε την πυγμή να συντρίψει την αριστερά και τις συνδικαλιστικές εργατικές διεκδικήσεις, ενώ θα τις απάλλασσε και από τις ενοχλητικές αναδιανεμητικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατών και κεντρώων φιλελεύθερων. Οι εθνικοσοσιαλιστές επομένως ήταν για τις συντηρητικές ελίτ της Γερμανίας μια ευκαιρία να ανατρέψουν την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με την οποία άλλωστε ποτέ δεν συμβιβάστηκαν πλήρως, έχοντας την λαϊκή νομιμοποίηση (Weiss, J., 2009:207). Ο ίδιος ο Χίτλερ άλλωστε είχε καταστήσει σαφές σε Γερμανούς ηγέτες της βιομηχανίας, ήδη από το 1929 και ξανά το 1931, πως σε καμία περίπτωση δεν εμφορούνταν από σοσιαλιστικές ιδέες, παρά το όνομα του κόμματός του. Τον Δεκέμβριο ο Χίντενμπουργκ υποχρέωσε τον φον Πάπεν σε παραίτηση και διόρισε καγκελάριο τον στρατηγό Κουρτ φον Σλάιχερ. Και αυτός όμως, ελλείψει κοινοβουλευτικής στήριξης και νομιμοποίησης, υποχρεώθηκε σύντομα να παραιτηθεί. Ο φον Πάπεν και πολλοί άλλοι οικονομικοί παράγοντες και στελέχη του στρατού έπεισαν τότε τον Χίντενμπουργκ να διορίσει καγκελάριο τον Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1933, σε κυβέρνηση συνεργασίας εθνικοσοσιαλιστών και συντηρητικών. Στόχοι ήταν να λήξει το πολιτικό αδιέξοδο, με την δημιουργία μιας κυβέρνησης που θα είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση λόγω του υψηλού ποσοστού του NSDAP, να αποκατασταθεί η τάξη (η διαταραχή της οποίας οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στα τάγματα εφόδου του ίδιου του NSDAP) και να συντριβεί η κομμουνιστική απειλή. Ο φον Πάπεν και ο συντηρητικός κύκλος του θεωρούσαν πως έτσι θα ήλεγχαν την εκλογική δύναμη των εθνικοσοσιαλιστών προς όφελός τους, πιστεύοντας πως οι ίδιοι θα είχαν την πραγματική εξουσία στη κυβέρνηση συνεργασίας με το NSDAP (Passant, E. et al., 1959:183). Μια σειρά γεγονότων διέψευσε τις προσδοκίες αυτές και οδήγησε, έως το καλοκαίρι του 1933, στην πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την εγκαθίδρυση της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, με την ανοχή των συντηρητικών κομμάτων και του στρατού[10]. Ο Χίτλερ με τη σειρά του ικανοποίησε τα αιτήματα των στρατιωτικών και των συντηρητικών διαλύοντας τα υπερβολικά ριζοσπαστικά και βίαια τάγματα εφόδου του κόμματός του (SA) και δολοφονώντας τους ηγέτες τους τον Ιούνιο του 1934, στη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»[11]. Όταν πέθανε ο Χίντενμπουργκ τον Αύγουστο, αυτοί επέτρεψαν στον Χίτλερ να συνδυάσει στο πρόσωπό του τα αξιώματα του Καγκελαρίου και του Προέδρου, όντας πλέον «Φύρερ» και οι στρατιωτικοί έδωσαν όρκο προσωπικής πίστης σε αυτόν. Η επιθυμία των συντηρητικών να ανατρέψουν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε οδηγήσει τον Χίτλερ στην απόλυτη εξουσία, μια εξουσία που όπως απεδείχθη αργότερα δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν (Weiss, J., 2009:209).

2.2 Ιωάννης Μεταξάς: Από τους Επίστρατους στην 4η Αυγούστου

2.2.1 Οι Επίστρατοι: Ένα πρώιμο φασιστικό αλλά ανολοκλήρωτο κίνημα

Ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Ιθάκης. Το 1890 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε με διάκριση.  Το 1897 γνωρίστηκε με τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνο Β’, χάρη στον οποίο εστάλη με υποτροφία στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου, όπου φοίτησε την περίοδο 1899-1903[12]. Η φιλία του με τον Κωνσταντίνο και ο σπουδές του στη Γερμανία διαμόρφωσαν πιθανότατα τόσο την φιλομοναρχική του στάση όσο και τις μιλιταριστικές, συντηρητικές και αντιφιλελεύθερες απόψεις του.

Ο Μεταξάς βρέθηκε στο επίκεντρο του Εθνικού Διχασμού, της διαίρεσης βενιζελικών και αντιβενιζελικών η οποία δίχασε βαθύτατα τη χώρα για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Το 1915 ο Μεταξάς, που είχε ανελιχθεί σε κορυφαίο στέλεχος του του Γενικού Επιτελείου, παραιτήθηκε από τη θέση του λόγω της διαφωνίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το Κόμμα των Φιλελευθέρων σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τασσόμενος υπέρ της θέσης του βασιλιά πλέον Κωνσταντίνου για ουδετερότητα[13]. Η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου οξύνθηκε, οδηγώντας τον Βενιζέλο δύο φορές σε παραίτηση εντός του έτους. Το ίδιο έτος επιβλήθηκε γενική επιστράτευση, με αφορμή την επικείμενη είσοδο της Βουλγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, επιτείνοντας το συγκρουσιακό κλίμα στη χώρα. Τον Ιούνιο του 1916, μετά από παρέμβαση της Αντάντ λόγω βίαιων ενεργειών των αντιβενιζελικών εναντίον των Φιλελευθέρων, κηρύχθηκε αποστράτευση. Η κίνηση αυτή όμως είχε μια απρόβλεπτη συνέπεια: τη δημιουργία των Επίστρατων, της πρώτης μαζικής πολιτικής οργάνωσης στην Ελλάδα. Λόγω της στενής σχέσης ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και το στρατό[14] και με μεθοδεύσεις του ίδιου του Μεταξά, οι αποστρατευμένοι εξελίχθηκαν σε αντιβενιζελικό «ιδιωτικό στρατό» του Κωνσταντίνου. Οργανώθηκαν υπό τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εφέδρων, ορκίστηκαν πίστη και υπακοή στον Κωνσταντίνο και τη θέση του εναντίον των Φιλελευθέρων και υπέρ της ουδετερότητας και επιδόθηκαν σε τρομοκρατία και ωμή βία εναντίον των βενιζελικών. Εξελίχθηκαν έτσι σε πραγματικό «κράτος εν κράτει». Τον Σεπτέμβριο του 1916 συστάθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνηση» στη Θεσσαλονίκη υπό τον Βενιζέλο, χωρίζοντας πλέον την Ελλάδα στα δύο και τον Νοέμβριο οι δυνάμεις της Αντάντ προχώρησαν σε βομβαρδισμό και επιχείρηση κατάληψης της Αθήνας. Η προσπάθεια αποκρούστηκε από τους Επίστρατους, σηματοδοτώντας την κορυφαία στιγμή του κινήματος. Μετά τη νίκη τους, οι Επίστρατοι εξαπέλυσαν πογκρόμ στην πρωτεύουσα εναντίον των βενιζελικών (γνωστών και υπόπτων) στις 19 Νοεμβρίου, σε ένα όργιο τρομοκρατίας  που σημαδεύτηκε από δολοφονίες, λυντσαρίσματα, κακοποιήσεις, φυλακίσεις και λεηλασίες περιουσιών. Έλαβε επίσης χώρα και ο αναθεματισμός του Βενιζέλου από την Εκκλησία της Ελλάδος. Η μέρα αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Νοεμβριανά». Τον Ιανουάριο του 1917 η Αντάντ με επέμβασή της υποχρέωσε τον Κωνσταντίνο να διαλύσει τους συνδέσμους των Επιστράτων. Τον Ιούνιο ο Βενιζέλος ανέλαβε την εξουσία και επανένωσε τη χώρα με νέα επέμβαση της Αντάντ, παραμένοντας στην κυβέρνηση μέχρι το 1920. Στην περίοδο αυτή έλαβε χώρα εκτεταμένη τρομοκρατία των βενιζελικών ενάντια στους αντιπάλους τους, ειδικά τους πρώην Επίστρατους. Μετά την εκλογική ήττα και την αποχώρηση του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 οι Επίστρατοι, που είχαν εν τω μεταξύ αναδιοργανωθεί υπό τη μορφή των «Λαϊκών Πολιτικών Συλλόγων», ξεκίνησαν νέα επιχείρηση βίας και εκδίκησης εναντίον των βενιζελικών, σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές. Το οριστικό τέλος του κινήματος ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν, μετά την καταστροφή του μικρασιατικού μετώπου, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε την αντιβενιζελική κυβέρνηση και ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει οριστικά την Ελλάδα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015).

Ήταν οι Επίστρατοι ένα πρώιμο ή καλύτερα πρωτο-φασιστικό κίνημα; Οπωσδήποτε εμφανίζουν αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Αρχίζουμε εκ του προφανέστερου, τη μαζικότητα. Κατά τον Πάξτον, ο φασισμός είναι ή φιλοδοξεί να είναι ένα μαζικό λαϊκό πολιτικό κίνημα. Ο αριθμός μελών των συνδέσμων των Επίστρατων έφτασε εντός λίγων εβδομάδων τα 200.000 μέλη, αποτελώντας το πρώτο μαζικό πολιτικό κίνημα της νεότερης Ελλάδας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:85). Δεύτερον, η ταξική συγκρότηση. Οι Επίστρατοι προήλθαν κατά συντριπτικό ποσοστό από τα μικροαστικά στρώματα, δηλαδή βιοτέχνες, καταστηματάρχες-μικρέμπορους, ελεύθερους επαγγελματίες. Όλοι αυτοί απειλούνταν από το όραμα του αστικού εκσυγχρονισμού των Φιλελευθέρων, καθώς η ανάπτυξη του καπιταλισμού και μιας εκσυγχρονισμένης οικονομίας της αγοράς απειλούσε την οικονομική τους βιωσιμότητα. Η παλαιά οικονομική ελίτ, οι «κρατικοδίαιτες τάξεις»[15] κατά τον Γεώργιο Μαυρογορδάτο, επίσης υποστήριζαν την αντιβενιζελική παράταξη για τον ίδιο λόγο, ενώ η νέα και δυναμικά ανερχόμενη αστική τάξη (π.χ. επιχειρηματίες, εφοπλιστές) στήριζε τον Βενιζέλο και τις εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις του. Η μικροαστική τάξη και οι παλαιές οικονομικές ελίτ συμμάχησαν επομένως κατά του φιλελεύθερου αστικού εκσυγχρονισμού, συσπειρωμένοι γύρω από τον βασιλιά (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:238-251). Τρίτον, η ιδεολογία. Οι Επίστρατοι διακρίνονταν από έντονο αντιφιλελευθερισμό, για τους προαναφερθέντες λόγους, εσωστρεφή εθνικισμό (σε αντίθεση με το μεγαλοϊδεατικό όραμα του Βενιζέλου και  της αστικής τάξης), φερόμενοι εναντίον των ξένων επεμβάσεων και των «ξενόφερτων ηθών», καθώς και θρησκοληψία (Παπαδημητρίου, Δ., 2014) – ας θυμηθούμε την αντίδραση ορθόδοξων εκκλησιαστικών κύκλων τον 18ο και 19ο αιώνα εναντίον των φιλελεύθερων ιδεών του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εκθείαζαν επίσης τη μορφή του στρατιώτη, ως ενσάρκωση του λαϊκού ηρωισμού και της φιλοπατρίας και ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν βία για να προστατεύσουν το έθνος από την «ξενοκίνητη βενιζελική συνωμοσία» (λατρεία του στρατού ως κατεξοχήν εθνική και ομοιογενής μορφή οργάνωσης υπερβαίνουσα τις ταξικές και άλλες κοινωνικές διαιρέσεις και φόβος απέναντι σε μια υποτιθέμενη συνωμοσία εσωτερικών-εξωτερικών εχθρών για την υπονόμευση του έθνους, κάτι που παρατηρούμε και σε πολλά άλλα φασιστικά κινήματα) (Παπαδημητρίου, Δ., 2014). Τέταρτον, η προσωπολατρία. Οι Επίστρατοι ορκίζονταν απόλυτη πίστη και υπακοή στον Κωνσταντίνο, τον οποίο αποκαλούσαν «τρισένδοξο στρατηλάτη», «εθνοσωτήρα», «φιλόστοργο Πατέρα», κάτι που ασφαλώς ομοιάζει με τις αντίστοιχες συμπεριφορές άλλων ευρωπαϊκών φασιστικών κινημάτων (Παπαδημητρίου, Δ., 2014). Ποτέ δεν εκφράστηκε ένα συγκροτημένο ιδεολογικό πρόταγμα εκ μέρους των Επιστράτων, βλέπουμε όμως να ενυπάρχουν σε αυτούς ο αντιφιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και μια ασαφής αντικαπιταλιστική αντίδραση, ένας αντικαπιταλιστικός μικροαστικός και συντηρητικός εθνικισμός, το πρώτο ακριβώς στάδιο του φασισμού που περιγράφει ο Πάξτον. Η εμφάνιση των Επίστρατων, επομένως, ως ένα πρώιμο φασιστικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο στάδιο της φασιστικής εξέλιξης του Μεταξά, που όπως προαναφέρθηκε ήταν εκ των κύριων διαμορφωτών τους. Παρ’ όλα αυτά, η απόλυτη ταύτιση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο κατέστησε τους Επίστρατους ένα ανολοκλήρωτο, ατελές κίνημα, καθώς η ήττα και ο θάνατός του (27 Δεκεμβρίου 1922) επέφεραν την εξαφάνιση τους.

2.2.2 Η πορεία προς το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Η μη εμπλοκή του Μεταξά στην στρατιωτική πρωτοβουλία που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή[16] επέτρεψε την πολιτική (και φυσική) του επιβίωση, μετά την πτώση του Κωνσταντίνου και την επικράτηση του βενιζελισμού, σε αντίθεση με άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της αντιβενιζελικής παράταξης (πχ Δίκη των Έξι). Το 1922 δημιούργησε το Κόμμα Ελευθεροφρόνων, που συσπείρωσε την αντιβενιζελική παράταξη. Η συμμετοχή του Μεταξά ωστόσο σε αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος των αντιβενιζελικών το 1923 υπήρξε μοιραία. Μετά τη συντριβή της πραξικοπηματικής προσπάθειας, ο Μεταξάς εγκατέλειψε τη χώρα με προορισμό την Ιταλία. Οι εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν και η εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1924 εξανέμισαν κάθε ελπίδα των Ελευθεροφρόνων για εκλογική επιτυχία. Όπως και ο Χίτλερ, ο Μεταξάς δεν κατόρθωσε να ανατρέψει βίαια τη δημοκρατία στερούμενος της υποστήριξης του στρατού, ο οποίος ελεγχόταν πλέον πλήρως από τους βενιζελικούς. Ο Εθνικός Διχασμός ωστόσο δεν είχε σβήσει και η έντονη επιρροή του στρατού στην πολιτική ζωή καθιστούσε σαθρά τα θεμέλια της αβασίλευτης δημοκρατίας, υπονομεύοντας την μακροπρόθεσμη επιβίωσή της (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:29-39).

Ο Μεταξάς επέστρεψε στη χώρα το 1924 και αποδέχτηκε την αβασίλευτη δημοκρατία, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Στις εκλογές του 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας Πάγκαλου, το Κόμμα Ελευθεροφρόνων κατέλαβε 54 έδρες και ο Μεταξάς συμμετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση συνεργασίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών υπό τον Αλέξανδρο Ζαϊμη, ως Υπουργός Συγκοινωνιών. Στις εκλογές του 1928, οι οποίες υπήρξαν θρίαμβος για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον οδήγησαν στην τελευταία πρωθυπουργική θητεία του, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε ασήμαντα ποσοστά και δεν κατάφερε να εκλέξει βουλευτές. Με την αβασίλευτη δημοκρατία και το Βενιζέλο να έχουν τη λαϊκή υποστήριξη και νομιμοποίηση και τους βενιζελικούς σε πλήρη έλεγχο του στρατεύματος, η αντιβενιζελική παράταξη υπέστη συντριπτική ήττα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:48-52).

Όπως και στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οικονομική κρίση του 1929 υπήρξε η αρχή του τέλους για την αβασίλευτη δημοκρατία στην Ελλάδα. Η κρίση έπληξε τη χώρα το 1931, υπονομεύοντας αποφασιστικά την κυβέρνηση Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1932 και ορίστηκαν εκλογές τον Σεπτέμβριο. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό Κόμμα, με επικεφαλής τον Παναγή Τσαλδάρη) δεν κατόρθωσε να αποκτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τον Νοέμβριο σχηματίστηκε αντιβενιζελική κυβέρνηση υπό τον Παναγή Τσαλδάρη, στην οποία ο Μεταξάς κατέλαβε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών. Αυτή ανατράπηκε τον Ιανουάριο του 1933 και νέες εκλογές έλαβαν χώρα το Μάρτιο. Η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» θριάμβευσε και σχημάτισε κυβέρνηση, με την συμμετοχή του Κόμματος Ελευθεροφρόνων και του Μεταξά ως Υπουργού Εσωτερικών. Τα εκλογικά ποσοστά των Ελευθεροφρόνων ήταν ασήμαντα (μόλις 6 έδρες). Ο Εθνικός Διχασμός αναζωπυρώθηκε, με απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου να λαμβάνει χώρα τον Ιούλιο. Οι βενιζελικοί στρατιωτικοί και πολιτικοί ξεκίνησαν σχέδια για απόπειρα πραξικοπήματος. Ήδη υπήρχαν φήμες πως ο Μεταξάς, από κοινού με άλλους φιλοβασιλικούς, υπονόμευε τα ερείσματα των βενιζελικών στο στρατό και προετοίμαζε δικτατορία και επαναφορά της βασιλείας. Το βενιζελικό πραξικόπημα εκδηλώθηκε το Μάρτιο του 1935 και κατέληξε σε αποτυχία. Ακολούθησαν διώξεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις βενιζελικών, εκμηδενίζοντας την επιρροή τους στο στράτευμα. Ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τη χώρα και προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη Συνέλευσης με σκοπό την επαναφορά της βασιλείας. Στις εκλογές που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο επικράτησε το Λαϊκό Κόμμα, με τα βενιζελικά κόμματα να απέχουν. Η Συνέλευση προκήρυξε δημοψήφισμα, το αργότερο μέχρι το Νοέμβριο, για τη μορφή του πολιτεύματος. Τον Οκτώβριο, η κυβέρνηση Τσαλδάρη ανατράπηκε από πραξικόπημα βασιλοφρόνων στρατιωτικών με επικεφαλής τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος ανακήρυξε την πτώση της αβασίλευτης δημοκρατίας και την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β’. Το νόθο δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου[17] επικύρωσε το τετελεσμένο γεγονός. Η αβασίλευτη δημοκρατία είχε λάβει τέλος (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:57-78).

Ο Γεώργιος με την επιστροφή του ανέτρεψε την δικτατορία Κονδύλη, διόρισε προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Δεμερτζή και προκηρύχθηκαν εκλογές για τον Ιανουάριο του 1936, οι τελευταίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Και πάλι βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί αναδείχθηκαν ισοδύναμοι, με καμία παράταξη να μην κατέχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Μεταξά εμφάνισε ξανά πολύ περιορισμένη επιτυχία (μόλις 7 έδρες). Το ΚΚΕ απέκτησε ωστόσο 15 έδρες και κατέστη έτσι ρυθμιστής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την κοινή αντίθεση βενιζελικών και κομμουνιστών στη βασιλεία, οδήγησε σε συμφωνία του αρχηγού του Κόμματος των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη με το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Στυλιανό Σκλάβαινα τον Φεβρουάριο (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:78-81). Το ΚΚΕ δεσμεύτηκε να στηρίξει την υποψηφιότητα Σοφούλη για την προεδρία της Βουλής[18] και οι Φιλελεύθεροι εγγυήθηκαν, μεταξύ άλλων, την κατάργηση του «Ιδιώνυμου»[19]. Ο Σοφούλης εκλέχθηκε Πρόεδρος της Βουλής, ενώ ο Γεώργιος διόρισε και πάλι προσωρινή κυβέρνηση Δεμερτζή τον Μάρτιο. Η διαφαινόμενη αντιβασιλική συμμαχία βενιζελικών και κομμουνιστών προκάλεσε έντονη ανησυχία στο θρόνο και το στρατό, με τον Γεώργιο να διορίζει τον Μεταξά Υπουργό Στρατιωτικών για να ελέγξει την κατάσταση. Η προσέγγιση Φιλελεύθερων και ΚΚΕ επέτρεψε στο τελευταίο να έρθει σε επαφή, να αυξήσει την επιρροή του και να αποκτήσει σημαντικά ερείσματα στα κατώτερα στρώματα, ειδικά στους πρόσφυγες, στα οποία μέχρι τότε κυριαρχούσαν οι βενιζελικοί. Σημαντικός αριθμός βενιζελικών οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας, προερχομένων από κατώτερα κοινωνικά στρώματα, είχε αρχίσει να διαρρέει σταδιακά στην αριστερά, καθώς η ηγεσία των Φιλελευθέρων φαινόταν να είχε συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, μετά από παρέμβαση του ίδιου του Βενιζέλου υπέρ του συμβιβασμού με τους φιλοβασιλικούς. Σε αυτό συνέβαλε και η κοινωνικοοικονομική κρίση, η οποία, όπως και σε άλλα κράτη, προκάλεσε έντονη αμφισβήτηση της αστικής ηγεμονίας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017: 441-448).

Οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούσαν να είναι εγκλωβισμένες στο κοινοβουλευτικό αδιέξοδο. Μετά τη νέα αποτυχία των δύο μεγάλων κομμάτων να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας και το θάνατο του Δεμερτζή, με τη χώρα να βρίσκεται σε αναβρασμό λόγω αυξανόμενων απεργιών και διαδηλώσεων, ο Γεώργιος διόρισε τον Μεταξά πρωθυπουργό τον Απρίλιο, κίνηση που αποδέχτηκε η πλειοψηφία της Βουλής, η οποία διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες. Τον Μάιο πέθανε και ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος Παναγής Τσαλδάρης. Η κοινωνική κρίση και αναταραχή επιδεινώνονταν διαρκώς, με αιματηρά επεισόδια να λαμβάνουν χώρα στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαϊου, μετά από τη βίαιη καταστολή απεργιών των εργατών από την Χωροφυλακή (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:82-83). Προειδοποιώντας για κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης, ο Μεταξάς ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την επιβολή δικτατορίας, σε συνεννόηση με τον Γεώργιο. Η δικτατορία του Μεταξά τελικά επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή γενικής απεργίας, με την πλήρη ανοχή και συγκατάθεση του βασιλιά και την απουσία διαμαρτυρίας από τα κόμματα (Κολιόπουλος, Ι., 2001:360). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διεθνής κατάσταση, με την επιθετικότητα της ναζιστικής Γερμανίας και την όξυνση του ανταγωνισμού Μεγάλης Βρετανίας-Ιταλίας στη Μεσόγειο. Ένα αυταρχικό καθεστώς, εξαρτώμενο από τον βασιλιά, αποτελούσε εξασφάλιση της πρόσδεσης της Ελλάδας στο βρετανικό άρμα, δεδομένου πως ο θρόνος λειτουργούσε παραδοσιακά ως εγγυητής της επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων, ειδικά της Βρετανίας, στην Ελλάδα (Τσιριγώτης, Δ., 2013:399).

2.3 Τα τρία πρώτα στάδια: Σύγκριση των δύο καθεστώτων

Εξετάσαμε προηγουμένως την εξέλιξη των δύο περιπτώσεων, από τις απαρχές τους ως πρώιμα φασιστικά κινήματα έως την κατάληψη της εξουσίας. Το πρώτο και το τρίτο στάδιο είναι οπωσδήποτε κοινά, ή τουλάχιστον παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες: Τόσο το πρώιμο NSDAP (αρχικά DAP) όσο και οι οργανωμένοι από τον  Μεταξά Επίστρατοι υπήρξαν κινήματα που συνδύαζαν τον εθνικισμό, την εναντίωση στην φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία και μια όχι ιδιαίτερα συγκροτημένη ιδεολογικά αλλά καθαρά διαφαινόμενη εχθρότητα στο καπιταλιστικό σύστημα, ή τουλάχιστον στην φιλελεύθερη εκδοχή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η απέχθεια των Επίστρατων για την αστική τάξη και τους εύπορους εμπόρους, των συμφερόντων των οποίων ο Βενιζέλος υπήρξε πολιτικός εκφραστής και τα «25 Σημεία» του NSDAP. Οι Εμπορικοί Σύλλογοι ήταν εκ των κυριότερων στόχων των επιθέσεων και λεηλασιών των Επίστρατων κατά τα Νοεμβριανά και μετέπειτα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:244-245). Τα «25 Σημεία», δημοσιευμένα το 1920, αποτελούν το πρώιμο πολιτικό πρόγραμμα του NSDAP και συμπεριλαμβάνουν προτάσεις όπως κατάργηση του «μη εργασιακά αποκτημένου εισοδήματος», εθνικοποίηση της βιομηχανίας και δίκαιη διανομή των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων[20]. Ομοιότητα εμφανίζουν επίσης και στο τρίτο στάδιο, την κατάληψη της εξουσίας. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και ο Μεταξάς «παρέλαβαν» την εξουσία από τον επικεφαλής του κράτους (Χίντενμπουργκ, Γεώργιος Β’) και με τη συγκατάθεση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, υπό συνθήκες κοινοβουλευτικού αδιεξόδου και κοινωνικοοικονομικής αναταραχής και με το φόβο ενός διαρκώς ενισχυόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.

Η διαφορά-κλειδί ωστόσο βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο. Ο Χίτλερ κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαζικό λαϊκό κίνημα και να καταστεί δημοφιλέστατος σε μεγάλο τμήμα του γερμανικού πληθυσμού (αν και ποτέ δεν κέρδισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία). Η δημοτικότητα του Χίτλερ και η υποταγή του στρατού σε αυτόν του επέτρεψαν να ανελιχθεί στην ανώτατη και απεριόριστη εξουσία, μέσω της ανακήρυξής του σε «Φύρερ», και τον κατέστησαν άτρωτο σε κάθε προσπάθεια ελέγχου ή ανατροπής του. Ο Χίτλερ ενίσχυσε περαιτέρω τον έλεγχό του επί του στρατεύματος με τον διορισμό ναζιστών σε καίριες θέσεις και τη δημιουργία εκτεταμένων παραστρατιωτικών οργανώσεων, με κυριότερα τα Ες-Ες (Weiss, J., 2009:211). Το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Μεταξά από την άλλη πλευρά ποτέ δεν κατόρθωσε να εξελιχθεί σε μαζικό κίνημα και τα ποσοστά του στις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1928 έως το 1936 ήταν, όπως είδαμε, ασήμαντα. Το γεγονός αυτό, η απουσία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, κατέστησε τον Μεταξά εξαρτώμενο από το βασιλιά Γεώργιο, από τον οποίο του δόθηκε η εξουσία. Ο Μεταξάς επιχείρησε να αναπληρώσει αυτό το κενό με τη δημιουργία της Εθνικής Οργάνωσης της Νεολαίας (ΕΟΝ). Αλλά όπως διερωτάται εύστοχα ο Γ. Μαυρογορδάτος, «είναι ποτέ δυνατόν να γεννηθεί εκ του μηδενός αυθεντικό φασιστικό κίνημα διά νόμου;» (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:84) Ο στρατός επίσης βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Γεωργίου, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 (Κολιόπουλος, I., 2001:360). Ο Μεταξάς επομένως παρέμεινε, από τη δημιουργία των Επίστρατων έως και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δέσμιος της μοναρχίας και πολιτικά εξαρτώμενος από τον βασιλιά.

Κατά συνέπεια, παρά τις ομοιότητες που παρουσίασαν τα δύο καθεστώτα και κατά το τέταρτο στάδιο, την άσκηση της εξουσίας (χαρακτηριστικά, η ανηλεής δίωξη πολιτικών αντιπάλων, ιδίως των κομμουνιστών, η έντονη χρήση της προπαγάνδας και η προσπάθεια ελέγχου της εργατικής οργάνωσης[21]), το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς χαρακτηριζόταν από τη συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του Χίτλερ και την πλήρη απουσία άλλων πόλων πολιτικής ισχύος, ενώ το καθεστώς Μεταξά, ελλείψει ενός μαζικού λαϊκού κινήματος, «παρέκαμψε» το δεύτερο στάδιο και ως εκ τούτου ήταν εξαρτημένο από το θρόνο, συνεπώς εξαιρετικά περιορισμένο ως προς τη δυνατότητα μετεξέλιξής του σε πραγματικό ολοκληρωτικό κράτος. Στο τελευταίο μέρος, θα εξεταστεί η σχέση εξωτερικής πολιτικής-ιδεολογίας των δύο κρατών και πως ο διαφορετικός βαθμός ελέγχου της εξουσίας από τα δύο φασιστικά κινήματα, που είδαμε παραπάνω, επηρέασε την σχέση αυτή καθώς προχωράμε στο πέμπτο στάδιο, την ριζοσπαστικοποίηση ή μη του καθεστώτος.

3. Η εξωτερική πολιτική των δύο καθεστώτων

Πριν αναλυθεί η εξωτερική πολιτική του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και του καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, είναι απαραίτητο να αναφερθεί το ιστορικό πλαίσιο διαμόρφωσης των απόψεων και ιδεών τόσο του Χίτλερ, όσο και του Μεταξά. Η ανάλυση του ιστορικού αυτού πλαισίου είναι αναγκαία για την καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης εξωτερικής πολιτικής-ιδεολογίας. Οι ιδέες άλλωστε, δεν προκύπτουν εκ του μηδενός, μέσα σε ένα καθαρά ιδεατό-πνευματικό πλαίσιο, αλλά διαμορφώνονται από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, τις οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν.

3.1 Η εθνικοσοσιαλιστική εξωτερική πολιτική: Διαμόρφωση και στόχοι

3.1.1 Κοινωνικό πλαίσιο και συνθήκες διαμόρφωσης των απόψεων περί εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ

Όπως είδαμε παραπάνω, ο Χίτλερ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστρία, όπου και έμεινε μέχρι το 1913, όταν εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Η αυτοκρατορία των Αψβούργων χαρακτηριζόταν από τη κυριαρχία μιας γερμανικής ελίτ στον πολυεθνοτικό πληθυσμό, ο οποίος σε σημαντικότατο ποσοστό αποτελούνταν από Σλάβους. Η εκβιομηχάνιση και η άνοδος του εθνικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν δραματικές συνέπειες για την αυτοκρατορία και θα οδηγούσαν μακροπρόθεσμα στη διάλυση της. Η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Σλάβων αποσταθεροποιούσε τα θεμέλια της γερμανικής κυριαρχίας και η μαζική μετακίνηση των σλαβικών πληθυσμών της υπαίθρου προς τις πόλεις, λόγω της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού της οικονομίας, όξυνε τον οικονομικό ανταγωνισμό Σλάβων και Γερμανών. Η κυβερνώσα ελίτ αδυνατούσε να αντιδράσει αποτελεσματικά, όντας παγιδευμένη στις αντιφάσεις της αυτοκρατορικής δομής του κράτους, που όλο και περισσότερο αποτελούσε αναχρονισμό σε μια Ευρώπη που όδευε προς την κυριαρχία των εθνών-κρατών. Ο φόβος των Γερμανών για διάβρωση της ισχύος τους εντός της αυτοκρατορίας επέφερε μια δυναμική έξαρση του αντισλαβικού ρατσισμού, με την εμφάνιση υπερσυντηρητικών παγγερμανικών κινημάτων, όπως το Παγγερμανικό Κίνημα του Γκέοργκ φον Σαίνερερ που κήρυττε την ένωση όλων των γερμανικών πληθυσμών σε ένα κράτος, το οποίο, σε αντίθεση με την «μολυσμένη» από Σλάβους αυστριακή αυτοκρατορία, θα χαρακτηριζόταν από φυλετική καθαρότητα και θα τσάκιζε τους Σλάβους, τους «προαιώνιους εχθρούς» των Γερμανών. Παρόμοιες θέσεις εξέφραζε και ο Καρλ Ρούντολφ Λούγκερ, ηγέτης του Χριστιανοσοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος, αν και με λιγότερη έμφαση στον παγγερμανισμό. Η ανασφάλεια των Γερμανών έναντι των Σλάβων ενισχυόταν από τον ανταγωνισμό της Αυστρίας με τη Ρωσία για τη κυριαρχία στα Βαλκάνια, με την τελευταία να προωθεί την ιδεολογία του Πανσλαβισμού στους σλαβικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, υπονομεύοντας περαιτέρω την εσωτερική συνοχή της. Εκτός από τον παγγερμανισμό και το μίσος προς τους Σλάβους, τα δύο παραπάνω κινήματα χαρακτηρίζονταν από ακραίο αντισημιτισμό, ο οποίος βρήκε πρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη στην μαστιζόμενη από οικονομικά προβλήματα αυτοκρατορία, της οποίας η καθολική Εκκλησία ήταν άλλωστε η πιο αντιδραστική και συντηρητική στην Ευρώπη και για πολλούς αιώνες προωθούσε τέτοιες απόψεις στον βαθιά θρησκευόμενο πληθυσμό. Οι Εβραίοι κατηγορούνταν αναφανδόν ως εκμεταλλευτές των φτωχών Γερμανών και πηγή διαφθοράς των παραδοσιακών ηθών τους. Σημαντικό ρόλο έπαιζε επίσης και η αντίθεση προς τους σοσιαλιστές, τους οποίους ο Λούγκερ ταύτιζε με τους Εβραίους. Ο Λούγκερ και το κόμμα του είχαν ευρύτατη απήχηση και την περίοδο 1897-1910 διατέλεσε δήμαρχος της Βιέννης. Ο Χίτλερ, ο οποίος είχε ήδη από τη παιδική ηλικία έρθει σε επαφή με τις εθνικιστικές παγγερμανικές ιδέες, έζησε στην Βιέννη από το 1907 έως το 1913 και επηρεάστηκε βαθύτατα από τον παγγερμανικό εθνικισμό του Σαίνερερ και τον αντισημιτισμό του Λούγκερ. Σε αυτό το πλαίσιο άρχισαν να διαμορφώνονται οι απόψεις του για την ανωτερότητα της γερμανικής φυλής, η οποία απειλούνταν από τους Σλάβους, τους σοσιαλιστές και τους Εβραίους (Weiss, J., 2009:154-166). Ως σημαντική ιδεολογική επιρροή, αν όχι στον ίδιο τον Χίτλερ τότε τουλάχιστον στον Σαίνερερ, πρέπει να αναφερθεί και ο Πρώσος εθνικιστής διανοούμενος Χάινριχ φον Τράιτσκε. Ο Τράιτσκε ήταν φανατικός αντιφιλελεύθερος συντηρητικός και ένθερμος υποστηρικτής της πολιτικής του καγκελάριου Όττο φον Μπίσμαρκ, αλλά σε αντίθεση με τον προσεκτικό ρεαλισμό του τελευταίου, κήρυττε, μεταξύ άλλων, τον επιθετικό γερμανικό εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και την «ανωτερότητα» της γερμανικής φυλής, της οποίας το ιστορικό πεπρωμένο ήταν να κυριαρχήσει στην Ευρώπη και να υποτάξει τις κατώτερες φυλές, ειδικά τους Σλάβους. (Weiss, J., 2009:113-120) Ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στο σλαβικό και το γερμανικό στοιχείο στα τέλη του 19ου αιώνα, με τη μορφή τόσο της εσωτερικής κοινωνικοοικονομικής σύγκρουσης εντός της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, όσο και της γεωπολιτικής σύγκρουσης των δύο γερμανικών δυνάμεων από τη μια πλευρά, της Γερμανίας και της Αυστρίας και της σλαβικής δύναμης από την άλλη, της Ρωσίας και η έξαρση του αντισλαβικού ρατσισμού στους γερμανικούς πληθυσμούς άσκησαν βαθύτατη επιρροή στις απόψεις του Χίτλερ περί γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, όπως θα δούμε παρακάτω.

3.1.2 Η εξωτερική πολιτική του NSDAP από τα «25 Σημεία» έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Από την πρώτη στιγμή, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης υπονομευόταν από τις ίδιες εξωτερικές συνθήκες που οδήγησαν στην εγκαθίδρυσή της. Με την υπογραφή και εφαρμογή της Συνθήκης των Βερσαλλιών το 1919 επιβλήθηκαν σκληροί όροι στην ηττημένη Γερμανία: μεταξύ αυτών, η αποδοχή εκ μέρους της Γερμανίας της ευθύνης για τον πόλεμο, η απώλεια εδαφών προς όφελος των γειτόνων της, ο περιορισμός του στρατού και των εξοπλισμών και η υποχρέωση για καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων. Η υπογραφή της συνθήκης προκάλεσε οργή στη γερμανική κοινή γνώμη και οδήγησε στην εμφάνιση πλήθους εθνικιστικών οργανώσεων, οι οποίες απαιτούσαν την κατάργηση της συνθήκης και κατηγορούσαν ως προδότες τους κεντρώους πολιτικούς που υποχρεώθηκαν να την υπογράψουν. Η νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώθηκε στην Ευρώπη χώρισε τα περισσότερα κράτη σε υποστηρικτές του status quo, δυνάμεις δηλαδή που ήταν ικανοποιημένες με τη μεταπολεμική διακρατική ισορροπία (π.χ. Γαλλία, Πολωνία, Ρουμανία) και αναθεωρητικές δυνάμεις, οι οποίες ήθελαν να την ανατρέψουν (π.χ. Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία). (Κολιόπουλος, I., 2001:327) Όσον αφορά τη Γερμανία, πρέπει να τονιστεί πως η αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών ήταν στόχος όλων των πολιτικών δυνάμεων και όχι μόνο των εθνικιστών. Η εξωτερική πολιτική των κεντρώων κυβερνήσεων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε ως κεντρικό στόχο την απαλλαγή της Γερμανίας από τους επαχθείς όρους, αλλά η τακτική που προέκριναν ήταν διαφορετική: αντί για τη συγκρουσιακή αναθεωρητική πολιτική που προωθούσαν η δεξιά και οι εθνικιστές, η αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών έπρεπε να επιτευχθεί διά της καλλιέργειας καλών σχέσεων με τη Βρετανία και τη Γαλλία, οι οποίες θα έπειθαν τα δύο κράτη να αλλάξουν τη στάση τους ως προς τη μεταχείριση της ηττημένης Γερμανίας. Η Γερμανία θα ξαναγινόταν έτσι «κανονικό» μέλος της ευρωπαϊκής και διεθνούς κοινότητας. Εκφραστής της πολιτικής αυτής ήταν ο Υπουργός Εξωτερικών (την περίοδο 1923-1929) και Καγκελάριος (το 1923) Γκουστάβ Στρέσεμαν. Μέχρι και το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η πολιτική του Στρέσεμαν απέδωσε καρπούς, με τη Γερμανία να γίνεται μέλος της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) το 1926, τις καταβολές πολεμικών αποζημιώσεων να μειώνονται και τη χώρα να δέχεται σημαντική οικονομική βοήθεια, κυρίως από τις ΗΠΑ, επιφέροντας την ταχεία οικονομική της ανάκαμψη και ανάπτυξη (Passant, E. et al., 1959:167-169).

Το NSDAP (αρχικά DAP), ήταν ένα εκ των πολλών εθνικιστικών κινημάτων που εμφανίστηκαν στην Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και απαιτούσαν την αναθεώρηση της συνθήκης και την αλλαγή του μεταπολεμικού status quo. Με την ένταξή του το 1919, ο Χίτλερ έφερε στο κόμμα τις παγγερμανικές και αντισημιτικές ιδέες που τόσο τον είχαν επηρεάσει, όπως είδαμε, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Χίτλερ κατατάχθηκε με ενθουσιασμό στο γερμανικό στρατό και διακρίθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η είδηση για την συνθηκολόγηση της Γερμανίας τον γέμισε με οργή εναντίον των πολιτικών που την είχαν υπογράψει, των «εγκληματιών του Νοεμβρίου» όπως τους αποκαλούσε. Για τον Χίτλερ, όπως και πολλούς άλλους Γερμανούς εθνικιστές, η ήττα της Γερμανίας οφείλονταν στη «πισώπλατη μαχαιριά» που δέχτηκε η χώρα από τους εσωτερικούς εχθρούς, δηλαδή τους κεντρώους πολιτικούς και τους Εβραίους. Στο επίκεντρο του προγράμματος του NSDAP, την «απελευθέρωση» της Γερμανίας από το απεχθές μεταπολεμικό καθεστώς που είχαν επιβάλλει οι Σύμμαχοι, προστέθηκαν και οι επεκτατικές παγγερμανικές ιδέες (Passant, E. Et al, 1959:171-173). Ο αναθεωρητισμός και ο παγγερμανισμός του κόμματος γίνονται φανεροί ήδη από το 1920, με τη δημοσίευση των «25 Σημείων»: Το Σημείο 1 απαιτεί την ένωση όλων των γερμανικών πληθυσμών σε ένα ενιαίο κράτος, το Σημείο 2 την κατάργηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και της Συνθήκης του Αγίου Γερμανού, το Σημείο 3 κάνει λόγο για «κατοχή γης και αποικιών» για τη συντήρηση του «πλεονάζοντος (γερμανικού) πληθυσμού» ενώ το Σημείο 22 προβάλλει την ανάγκη δημιουργίας ενός «εθνικού στρατού» (η Συνθήκη των Βερσαλλιών περιόριζε το μέγεθος του γερμανικού στρατού σε όχι παραπάνω από 100,000 και απαγόρευε την επιβολή υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας). Οι απαιτήσεις του Σημείου 3 αποτελούν ένα εκ των σημαντικότερων στοιχείων της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, τον «Ζωτικό Χώρο»[22]. Στο βιβλίο του «ο Αγών μου», ο Χίτλερ επιχείρησε να συγκροτήσει τις απόψεις του σε μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία και περιέγραψε αναλυτικά την εξωτερική πολιτική την οποία φιλοδοξούσε να ασκήσει το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα. Τα βασικά σημεία είναι: πρώτον, η «πολιτική ελευθερία» του γερμανικού κράτους, η κατάργηση δηλαδή της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού status quo, η επαναφορά στη Γερμανία όλων των εδαφών που απώλεσε με τη συνθήκη αυτή και η ενοποίηση εντός της όλων των γερμανικών πληθυσμών. Δεύτερον, η συντριβή της Γαλλίας, την οποία ο Χίτλερ θεωρεί «αιώνιο εχθρό» της Γερμανίας. Αυτό έπρεπε, κατά τον Χίτλερ, να επιτευχθεί μέσω της συμμαχίας με τη Βρετανία και την Ιταλία, οι οποίες, όπως πίστευε, φοβούνταν τον γαλλικό ηγεμονισμό, που θα προέκυπτε λόγω της αποδυνάμωσης της Γερμανίας και θα συμμαχούσαν με τη Γερμανία για την καταπολέμησή του. Τρίτον, κατάκτηση εδαφών στην ανατολική Ευρώπη, σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Χίτλερ έδινε πολύ μεγάλη έμφαση στην αναγκαιότητα των αποικιών που θα συντηρούσαν τον πλεονάζοντα γερμανικό πληθυσμό. Αυτές οι αποικίες, ο «ζωτικός χώρος» των Γερμανών, θα έπρεπε να αποκτηθούν όχι μέσω υπερπόντιων κατακτήσεων σε άλλες ηπείρους, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε σύγκρουση με τη Βρετανία, αλλά με στρατιωτική επικράτηση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, στις τεράστιες εκτάσεις της οποίας θα εγκαθίσταντο Γερμανοί έποικοι. Κατά τον Χίτλερ, η Γερμανία δεν θα μπορούσε ποτέ να εξελιχθεί σε ισχυρή δύναμη, αν έμενε περιορισμένη στα εδάφη που ήδη κατείχε. «Ιστορικό πεπρωμένο» των Γερμανών ήταν η επικράτησή τους έναντι των «κατώτερων φυλών» στην αιώνια σύγκρουση των ανθρώπινων φυλετικών συλλογικών οντοτήτων. Ο Χίτλερ βάσιζε την θεωρία του περί «βέβαιης» επικράτησης των Γερμανών στη σύγκρουση αυτή στην πίστη για την ανωτερότητα της γερμανικής φυλής έναντι των Σλάβων. Θεωρούσε επίσης τον πόλεμο απαραίτητο για τη διατήρηση αυτής της φυλετικής ανωτερότητας, καθώς μέσω αυτού καλλιεργούνταν ο ηρωισμός, η πειθαρχία και η αυτοθυσία και αποφεύγονταν η «φυλετική παρακμή». Η πίστη του στην αναγκαιότητα του πολέμου και η περιφρόνησή του προς το διεθνές δίκαιο και τη διακρατική συνεργασία είναι προφανείς. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Πρέπει να γίνει καθαρά κατανοητό πως δεν θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε τα χαμένα εδάφη βασιζόμενοι σε […] ευσεβείς ελπίδες περί μιας Κοινωνίας των Εθνών, αλλά μόνο με τη δύναμη των όπλων» (Χίτλερ, Α., 2006).  Η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε τον κύριο στόχο και ενσάρκωνε όλα όσα ο Χίτλερ απεχθανόταν: ήταν σλαβική, σοσιαλιστική και ελεγχόταν, κατά τον Χίτλερ, από Εβραίους, τους οποίους πάντοτε ταύτιζε, ήδη από τα νεανικά του χρόνια στη Βιέννη επηρεαζόμενος από τον Λούγκερ, με τον σοσιαλισμό. Ο αντισλαβισμός, ο παγγερμανισμός, ο αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός συνενώνονταν στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος θα επέφερε την τελική επικράτηση των Γερμανών κατά των Σλάβων, θα τους προσέφερε αποικίες και ζωτικό χώρο και θα συνέτριβε τον κομμουνισμό και τους Εβραίους που βρίσκονταν πίσω από αυτόν. Διαπιστώνουμε επομένως πως άσκησαν πολύ σημαντική επιρροή στις απόψεις του Χίτλερ περί εξωτερικής πολιτικής οι παγγερμανικές, αντισλαβικές και αντισημιτικές ιδέες με τις οποίες ήρθε σε επαφή κατά τα χρόνια που διαβιούσε στην Αυστρία.

Με την άνοδο στην εξουσία το 1933, ο Χίτλερ είχε πλέον την ευκαιρία να επιδιώξει την πραγματοποίηση του ονείρου του, τη δημιουργία δηλαδή του παγγερμανικού Ράιχ, το οποίο θα κατακτούσε την ανατολική Ευρώπη και θα κυριαρχούσε στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τις επιδιώξεις του διευκόλυναν εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες. Στους εσωτερικούς παράγοντες πρέπει να υπολογιστούν ο ολοκληρωτικός έλεγχος της εξουσίας από τον Χίτλερ και η απουσία άλλων μετριοπαθέστερων «αντισταθμιστικών» πόλων πολιτικής ισχύος, που θα μπορούσαν να θέσουν όρια στην επεκτατική εξόρμηση και η υποταγή του στρατού σε αυτόν. Η επιθετική εξωτερική πολιτική υποστηριζόταν από την ηγεσία του στρατού, που ονειρευόταν θριαμβευτικές νίκες και κατακτήσεις εναντίον των Σλάβων μπολσεβίκων της ανατολής. Υποστηριζόταν επίσης από την ελίτ της γερμανικής βιομηχανίας, η οποία θα είχε πολλά να κερδίσει από την πραγματοποίηση των επεκτατικών σχεδίων του Χίτλερ, όπως πολυάριθμο εργατικό δυναμικό (μέσω της υποδούλωσης των πληθυσμών της ανατολικής Ευρώπης) και πρόσβαση σε πλούσιες πηγές φυσικών πόρων. Η επέκταση θα έδινε επίσης τη δυνατότητα στους Ναζί να πραγματοποιήσουν τα διάφορα ιδεολογικά σχέδιά τους. Η εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, όπως όλα τα υπερσυντηρητικά αντιδραστικά κινήματα, εξυμνούσε την απλή αγροτική ζωή της υπαίθρου έναντι της «διαφθοράς» και της «αλλοτρίωσης» που επέφεραν η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση της νεωτερικής κοινωνίας. Οι αγρότες ήταν εκ των κύριων υποστηρικτών του NSDAP. Οι πρακτικές οικονομικές ανάγκες όμως καθιστούσαν αδύνατη την εφαρμογή πολιτικής για τον περιορισμό της αστυφιλίας και της εκβιομηχάνισης και ως εκ τούτου το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς δεν κατόρθωσε να λάβει όλα τα μέτρα προστασίας των μικροϊδιοκτητών αγροτών που υποσχόταν. Η κατάκτηση τεράστιων εκτάσεων στην ανατολική Ευρώπη θα έδινε τη δυνατότητα εγκατάστασης των Γερμανών αγροτών στα εδάφη αυτά ως έποικων, ενώ οι σλαβικοί πληθυσμοί θα γίνονταν δούλοι των «άρειων» αφεντών τους. Το ίδιο «δώρο» προορίζονταν και για τους Γερμανούς εργάτες. Μέσω της κατάκτησης επομένως, οι Ναζί θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν την «κοινωνική επανάστασή» τους, η οποία προς το παρόν περιοριζόταν από τις άμεσες απαιτήσεις της οικονομίας, και να μετατρέψουν τους Γερμανούς στη «φυλή κυρίαρχων» την οποία οραματίζονταν ο Χίτλερ και οι παγγερμανιστές (Weiss, J., 2009:214-215). Όσον αφορά τους εξωτερικούς παράγοντες, τα σχέδια του Χίτλερ διευκόλυναν η έντονα αντιπολεμική στάση μεγάλου μέρους του πληθυσμού σε Γαλλία και Βρετανία, που έκανε τις δύο χώρες να εφαρμόσουν πολιτική «κατευνασμού» έναντι των διεκδικήσεών του και η αποχή των ΗΠΑ από τις ευρωπαϊκές υποθέσεις την περίοδο αυτή, μέχρι και την είσοδό τους στον πόλεμο το 1941 (Κολιόπουλος, I., 2001:365).

Κατά τους πρώτους μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Χίτλερ προσπάθησε να καθησυχάσει τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη σχετικά με τις προθέσεις του. Τον Ιούνιο του 1933 υπεγράφη το Τετραμερές Σύμφωνο ανάμεσα σε Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία και Ιταλία για τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ωστόσο η Γερμανία αποχώρησε από την ΚτΕ, την οποία ο Χίτλερ ανέκαθεν περιφρονούσε. Σε απάντηση επιτράπηκε στη Σοβιετική Ένωση να γίνει μέλος το 1934. Τον Ιανουάριο υπεγράφη το Δεκαετές Σύμφωνο με την Πολωνία, βελτιώνοντας (προσωρινά) τις σχέσεις των δύο κρατών. Τον Ιανουάριο του 1935 η πλούσια σε φυσικούς πόρους βιομηχανική περιοχή Σάαρ, που από την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών ήταν υπό τον έλεγχο της ΚτΕ, εντάχθηκε ξανά στη Γερμανία μετά από δημοψήφισμα. Τον Μάρτιο ο Χίτλερ ανακοίνωσε την επαναφορά της υποχρεωτικής στράτευσης και τη δημιουργία πολεμικής αεροπορίας, παραβιάζοντας τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν πλέον να ανησυχούν για τις αναθεωρητικές ενέργειες της Γερμανίας και την αύξηση της ισχύος της. Τον ίδιο μήνα υπεγράφη το Γαλλο-Σοβιετικό Σύμφωνο, με το οποίο οι δύο χώρες εγγυόνταν τη μεταξύ τους υποστήριξη, σε περίπτωση που κάποια δέχονταν επίθεση από Τρίτη δύναμη. Στη Διάσκεψη της Στρέσα το 1935, η Γαλλία, η Ιταλία[23] και η Βρετανία καταδίκασαν τις γερμανικές ενέργειες. Ο Χίτλερ όμως εκμεταλλεύθηκε τις διαφορές ανάμεσα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ειδικά την επιθυμία της Βρετανίας για περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης και τις βλέψεις της για τον ενδεχόμενο ρόλο «αναχώματος» στον μπολσεβικισμό τον οποίο θα μπορούσε να αναλάβει η Γερμανία. Τον Ιούνιο υπεγράφη η Αγγλο-Γερμανική Ναυτική Συμφωνία, με την οποία η Γερμανία δεσμευόταν το μέγεθος του ναυτικού της να μην ξεπερνάει το 35% του αντίστοιχου βρετανικού. Ήταν μία εξαιρετικά ευφυής διπλωματική κίνηση, δεδομένου πως ο ναυτικός ανταγωνισμός Γερμανίας-Βρετανίας στις αρχές του 20ου αιώνα είχε επιφέρει τη μεταξύ τους σύγκρουση (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:352). Η διάσπαση του μετώπου της Στρέσα ώθησε τον Μουσολίνι να επιδιώξει τα δικά του επεκτατικά σχέδια. Τον Οκτώβριο, ενθαρρυνόμενη από την προσέγγιση Γερμανίας-Βρετανίας και την κατευναστική πολιτική της τελευταίας, η Ιταλία διεξήγε πόλεμο εναντίον της Αιθιοπίας, που ολοκληρώθηκε με την κατάκτησή της. Η αδυναμία της ΚτΕ να λάβει μέτρα ενάντια σε αυτή την απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου επέφερε τον οριστικό παραγκωνισμό της. Παρ’ όλα αυτά, η Βρετανία και η Γαλλία καταδίκασαν τις ιταλικές ενέργειες, επιφέροντας την απομάκρυνσή τους από την Ιταλία και τη σταδιακή προσέγγιση Γερμανίας-Ιταλίας. Με Βρετανούς, Γάλλους και Ιταλούς να αδυνατούν να σχηματίσουν κοινό μέτωπο ενάντια στον γερμανικό αναθεωρητισμό, ο Χίτλερ προχώρησε τον Μάρτιο του 1936 στην επαναστρατιωτικοποίηση της περιοχής της Ρηνανίας, ενέργεια που απαγορευόταν από την, νεκρή πλέον, Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η Γερμανία και η Ιταλία ενίσχυσαν τις μεταξύ τους σχέσεις με την από κοινού υποστήριξη στις δυνάμεις του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Αυτό επιδείνωσε περαιτέρω τις σχέσεις Γαλλίας-Ιταλίας, καθώς ενίσχυε την γερμανοϊταλική επιρροή στα νότια σύνορά της Γαλλίας (Passant, E. et al, 1959:198-199). Τον Νοέμβριο η Γερμανία ήρθε σε προσέγγιση με την άλλη ισχυρή αναθεωρητική δύναμη της εποχής, την Ιαπωνία, με την υπογραφή του Συμφώνου Εναντίον της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που στόχευε στην από κοινού καταπολέμηση της δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων[24]. Τον Νοέμβριο του επόμενου έτους (1937) η Ιταλία έγινε επίσης μέλος του συμφώνου, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία του Άξονα. Καθώς η γερμανική εξωτερική πολιτική έφερνε την Ευρώπη όλο και πιο κοντά σε ένα νέο γενικευμένο πόλεμο, αυξανόταν ο βαθμός ριζοσπαστικοποίησης του καθεστώτος, ο οποίος περιγράφεται από τον Πάξτον ως το πέμπτο και τελευταίο στάδιο. Από το 1936 έως το 1938 ο Χίτλερ απαλλάχθηκε οριστικά από την παλαιά συντηρητική ελίτ, εκπρόσωποι της οποίας κατείχαν σημαντικές θέσεις στην κυβέρνησή του από τον διορισμό του από τον Χίντενμπουργκ το 1933. Δύο γεγονότα ήταν καθοριστικά σε αυτό: Πρώτον, τον Απρίλιο του 1936, η γερμανική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή  το Τετραετές Σχέδιο, το οποίο είχε σκοπό την οικονομική ανάπτυξη και την αυτάρκεια της χώρας, προκειμένου αυτή να καταστεί έτοιμη για πόλεμο και αύξανε τον βαθμό ελέγχου της οικονομίας από το κράτος. Αυτό δυσαρέστησε αρκετούς μη ναζιστές στην κυβέρνηση, όπως τον Υπουργό Οικονομικών Γιάλμαρ Σαχτ, που θεωρούσαν πως σκοπός της οικονομικής πολιτικής ήταν απλώς η τόνωση της οικονομίας και της κατανάλωσης (Weiss, J., 2009:215). Δεύτερον, το μνημόνιο Χόσμπαχ, το οποίο εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1937 και παρουσιάστηκε σε ανώτατα στελέχη του καθεστώτος και του στρατού. Στο έγγραφο αναλύονταν οι απόψεις του Χίτλερ περί αναγκαιότητας απόκτησης «ζωτικού χώρου» για τους Γερμανούς, μέσω της εδαφικής επέκτασης της Γερμανίας, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω του πολέμου. Ως πρώτοι στόχοι ορίζονταν η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία και ιδανική περίοδος για τη διεξαγωγή πολέμου το διάστημα 1943-1945[25]. Το Μνημόνιο Χόσμπαχ καθιστούσε ουσιαστικά πλήρως εναργή την επιθυμία του Χίτλερ για την υλοποίηση της παγγερμανικής αυτοκρατορίας την οποία ονειρευόταν. Το σχέδιο  προκάλεσε αντιδράσεις σε στελέχη του στρατού και του Υπουργείου Εξωτερικών, ειδικά στον ίδιο τον Υπουργό Εξωτερικών βαρόνο φον Νόιρατ, που θεωρούσαν τα επεκτατικά σχέδια του Χίτλερ ανεδαφικά. Καθώς επομένως το καθεστώς ριζοσπαστικοποιούνταν, επειδή πλησίαζε η στιγμή που θα δοκιμάζονταν στην πράξη οι ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες των εθνικοσοσιαλιστών, είχε έρθει η ώρα για τον Χίτλερ να «απελευθερωθεί» από τα τελευταία «υπολείμματα» της παλαιάς ελίτ, που αν και υποστήριζαν τον αναθεωρητισμό του καθεστώτος, δεν έβλεπαν λόγο για μεγαλεπήβολα επεκτατικά σχέδια. Ο Σαχτ απομακρύνθηκε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών τον Δεκέμβριο. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1938, είχαν απομακρυνθεί επίσης ο Νόιρατ και πολλά ανώτατα στελέχη του στρατού, ανάμεσά τους και ο επικεφαλής του γερμανικού στρατού Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ. Ο Χίτλερ στη συνέχεια ανακηρύχθηκε επικεφαλής του στρατού και στη θέση των απολυμένων στελεχών της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού τοποθετήθηκαν πιστοί εθνικοσοσιαλιστές (Passant, E. et al, 1959:200). Η «ιδεολογικοποίηση» επομένως της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και ο έλεγχός της από τους εθνικοσοσιαλιστές ενισχύθηκαν ραγδαία, η ριζοσπαστικοποίηση του καθεστώτος συνεχίστηκε με ταχείς ρυθμούς και τον Μάρτιο του 1938 έλαβε χώρα η πρώτη σημαντική εδαφική επέκταση της Γερμανίας, με την προσάρτηση της Αυστρίας, μετά από γερμανική στρατιωτική εισβολή και  επιβολή δημοψηφίσματος για την ένωση. Ιταλία, Βρετανία και Γαλλία δεν αντέδρασαν, η πρώτη γιατί μετακινούνταν πλέον σταθερά προς την γερμανική σφαίρα επιρροής, οι άλλες δύο λόγω της κατευναστικής πολιτικής που ακολουθούσαν. Αυτό ήταν όμως μόνο η αρχή. Λίγο μετά την επιτυχία του στην Αυστρία, ο Χίτλερ στράφηκε εναντίον της Τσεχοσλοβακίας, κατηγορώντας την κυβέρνηση της χώρας για καταπιεστική πολιτική εναντίον της γερμανικής μειονότητας των Σουδητών. Με τον Χίτλερ να απειλεί την Τσεχοσλοβακία με πόλεμο, η Βρετανία και η Γαλλία, αντί της δυναμικής αντίδρασης στον απροκάλυπτο γερμανικό επεκτατισμό, επέλεξαν για ακόμη μια φορά τον κατευνασμό. Με πρωτοβουλία του Μουσολίνι, έλαβε χώρα σύσκεψη των ηγετών Γερμανίας, Γαλλίας, Βρετανίας και Ιταλίας στο Μόναχο τον Σεπτέμβριο, με την οποία οι κατοικούμενες από Γερμανούς παραμεθόριες περιοχές της Τσεχοσλοβακίας παραχωρούνταν στη Γερμανία. Η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να συμφωνήσει. Οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις πίστευαν πως πλέον οι επιθυμίες της Γερμανίας είχαν ικανοποιηθεί και η πιθανότητα πολέμου είχε αποτραπεί οριστικά (Κολιόπουλος, I., 2001:368-369). Τον Μάρτιο του 1939 όμως, οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν.  Η Γερμανία, παραβιάζοντας την υπόσχεσή της σχετικά με την απουσία περαιτέρω εδαφικών βλέψεων, εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία τον Μάρτιο του 1939 και η χώρα κατέστη γερμανικός δορυφόρος. Ο Χίτλερ στη συνέχεια στράφηκε εναντίον της Πολωνίας, στην οποία είχε δοθεί σημαντικό μέρος των ανατολικών γερμανικών εδαφών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρετανία και Γαλλία, συνειδητοποιώντας πως ο κατευνασμός είχε αποτύχει και η σύγκρουση ήταν πλέον αναπόφευκτη, εγγυήθηκαν την ασφάλεια της Πολωνίας έναντι της γερμανικής απειλής, όπως επίσης και της Ρουμανίας και της Ελλάδας. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος ανάσχεσης της Γερμανίας όμως θα ήταν μια συμμαχία Βρετανίας, Γαλλίας και Σοβιετικής Ένωσης στο πρότυπο της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Αντάντ) του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία θα εξισορροπούσε στρατιωτικά και διπλωματικά την γερμανική ισχύ. Αυτό εμποδίστηκε από την πολωνική κυβέρνηση, η οποία αρνούνταν κατηγορηματικά την διέλευση σοβιετικών στρατευμάτων από πολωνικό έδαφος, λόγω της μακρόχρονης αντιπαλότητας των δύο κρατών. Ο Στάλιν επίσης απαιτούσε εδαφικά ανταλλάγματα στην ανατολική Ευρώπη[26], τα οποία Βρετανία και Γαλλία δεν ήταν πρόθυμες να παραχωρήσουν. Η αδυναμία των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών να σχηματίσουν έναν αποτελεσματικό αντιηγεμονικό συνασπισμό εναντίον της Γερμανίας διευκόλυνε και πάλι τα σχέδια του Χίτλερ. Τον Μάϊο υπεγράφη το Χαλύβδινο Σύμφωνο με την Ιταλία, που αποτέλεσε την επισημοποίηση της γερμανοϊταλικής συμμαχίας και ξεκίνησαν επαφές ανάμεσα στη γερμανική και τη σοβιετική ηγεσία. Στις 23 Αυγούστου 1939 υπεγράφη το Γερμανο-Σοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης, με το οποίο τα δύο κράτη εγγυόνταν τη μεταξύ τους ειρήνη και συνεργασία και το σημαντικότερο, διαιρούσαν την Ανατολική Ευρώπη σε σφαίρες επιρροής, με την Γερμανία να λαμβάνει τα δυτικά εδάφη της Πολωνίας και τη Σοβιετική Ένωση την ανατολική Πολωνία, τη Λιθουανία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Φινλανδία[27]. Η συμφωνία επέτρεψε στους Γερμανούς να διασφαλίσουν τα ανατολικά σύνορά τους και να ασχοληθούν απρόσκοπτα με τον πόλεμο εναντίον της Πολωνίας και των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, παραχωρώντας στους Σοβιετικούς όσα η Βρετανία και η Γαλλία δεν ήταν διατεθειμένες να παραχωρήσουν. Η μοίρα της Πολωνίας ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 οι γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Πολωνία, με τη Βρετανία και η Γαλλία να κηρύττουν τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:364-367).

Η εξωτερική πολιτική της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας και η απροθυμία των υπόλοιπων μη αναθεωρητικών ευρωπαϊκών κρατών να διατηρήσουν την διακρατική τάξη πραγμάτων που τα ίδια διαμόρφωσαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε τα ευρωπαϊκά κράτη σε νέα σύγκρουση. Η Γερμανία πέτυχε αρχικά σημαντικές νίκες και κυριάρχησε προσωρινά σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, συντρίβοντας τη Γαλλία και καταλαμβάνοντας η καθιστώντας δορυφόρους άλλα μικρότερα κράτη. Το Σύμφωνο μη Επίθεσης του 1939 με τη Σοβιετική Ένωση αποτελούσε φυσικά προσωρινή ανακωχή και παραβιάστηκε το καλοκαίρι του 1941 με τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, η συντριβή της οποίας όπως είδαμε αποτελούσε στόχο του Χίτλερ πολύ πριν αναλάβει την εξουσία. Η αποτυχία της επιχείρησης αυτής, όπως και της προσπάθειας κάμψης της Βρετανίας και η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο το ίδιο έτος επέφεραν την συντριπτική ήττα της Γερμανίας και την πτώση του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος το 1945. Ο πόλεμος, ειδικά μετά την έναρξη της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση, οδήγησε το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς στην πλήρη ριζοσπαστικοποίηση, όπως περιγράφει ο Πάξτον (Paxton, R., 1998). Στα κατεχόμενα εδάφη, κυρίως στην ανατολική Ευρώπη, οι ναζί είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν τα ιδεολογικά τους σχέδια, δηλαδή την υποδούλωση και εξόντωση των «κατώτερων φυλών» (Εβραίων, Σλάβων και άλλων «ανεπιθύμητων») για τη μελλοντική ευημερία της γερμανικής «φυλής των κυρίαρχων». Καθίσταται επομένως αντιληπτό το πως το πιο ορθολογικό μέρος της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή η αναθεώρηση του αρνητικού για τη Γερμανία καθεστώτος που επέβαλλαν οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που ήταν στόχος όλων των μεσοπολεμικών γερμανικών κυβερνήσεων και όχι μόνο των εθνικοσοσιαλιστών, επηρεαζόταν από την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, χαρακτηριστικά της οποίας όπως είδαμε προηγουμένως ήταν η μιλιταριστική λατρεία της βίας και του πολέμου και η επιδίωξη για γερμανική κυριαρχία σε μια Ευρώπη «καθαρή» από τις «κατώτερες φυλές». Αυτή η ιδεολογική επιρροή οδήγησε σε πολιτικές που σίγουρα δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τις παραδοσιακές θεωρίες της διεθνούς πολιτικής, όπως η εξόντωση των Εβραίων και τα μεγαλεπήβολα σχέδια αποικισμού της ανατολικής Ευρώπης με τον αφανισμό και την υποδούλωση των σλαβικών πληθυσμών. Η διαλεκτική ανάμεσα στην ορθολογικά προσανατολισμένη αναθεωρητική εξωτερική πολιτική και τις ιδεολογικές επιδιώξεις οδήγησε το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς από το τέταρτο στάδιο στην ριζοσπαστικοποίηση, καθώς όπως είδαμε η επιθετική-αναθεωρητική εξωτερική πολιτική επέφερε την απομάκρυνση από το καθεστώς των παραδοσιακών ελίτ με τις οποίες συνυπήρχε και την ενίσχυση του ελέγχου του σε αυτές (απομάκρυνση Σαχτ, Νόιρατ και Μπλόμπεργκ, ανάληψη από τον Χίτλερ της αρχηγίας του στρατού) και ο πόλεμος επέτρεψε την εφαρμογή στα κατεχόμενα εδάφη των ιδεολογικών αρχών του εθνικοσοσιαλισμού. Η επιρροή της ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης του καθεστώτος πολλαπλασίασε την σφοδρότητα του πολέμου και τον κατέστησε τελικά πολύ πιο βίαιο και αιματηρό, καθώς διαπράχθηκαν αγριότητες ιστορικά πρωτόγνωρης έκτασης, που δεν οφείλονται αποκλειστικά σε μη ιδεολογικούς και ορθολογικούς/ρεαλιστικούς λόγους.

3.2 Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά

3.2.1 Η πρωσική επιρροή και η φιλογερμανική στάση του Μεταξά κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Ιωάννης Μεταξάς φοίτησε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου από το 1899 έως το 1903. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η φιλία του με τον τότε διάδοχο του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνο Β’. Η διαμονή του στη Γερμανία, σε ένα στρατιωτικό και αριστοκρατικό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχούσαν απόψεις σαν αυτές του Τράιτσκε, διαμόρφωσαν καθοριστικά τις ήδη φιλοβασιλικές αντιλήψεις του προς μια πολύ συντηρητικότερη κατεύθυνση. Ο πρωσικός αυταρχισμός και μιλιταρισμός επηρέασαν βαθύτατα τον Μεταξά, κάτι που καθίσταται προφανές από τις προσωπικές εξομολογήσεις του. Στο ημερολόγιό του, με αφορμή τον από τότε διαφαινόμενο διχασμό των Ελλήνων σε οπαδούς και αντιπάλους της μοναρχίας, εκφράζει την βαθύτατη περιφρόνησή του για τον κοινοβουλευτισμό και τον φιλελευθερισμό, που για τον ίδιο δεν σημαίνουν τίποτα περισσότερο από την πολιτική ασυδοσία ενός κόμματος πολιτικών τυχοδιωκτών, εκλεγμένων από τη μάζα. Επισημαίνει την άνευ όρων υπακοή και πίστη του στον θεσμό της μοναρχίας και εκφράζει μάλιστα την ελπίδα πως ο στρατός θα συνταχθεί με τον βασιλιά εναντίον των διεφθαρμένων κοινοβουλευτικών. Γίνεται επίσης φανερή η αριστοκρατική περιφρόνησή του για τη «μάζα», καθώς διατυπώνει αντιλήψεις περί του εαυτού του ως ατόμου ανώτερης ηθικής και προσωπικότητας, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως η ηθική του ουδόλως επηρεάζεται από τις «κατώτερες» αντιλήψεις της κοινωνίας, στις οποίες η υπακοή του οφείλεται αποκλειστικά στον εξαναγκασμό, κάτι που θυμίζει τις μεταγενέστερες διακηρύξεις των φασιστικών κινημάτων περί «χαρισματικού ηγέτη». Επιβεβαιώνει την αριστοκρατική πρωσική επιρροή αναφέροντας πως η ζωή στη Γερμανία τον σημάδευσε βαθύτατα και επηρέασε καθοριστικά τις απόψεις του. Προκειμένου να καταστεί σαφέστερη η εναντίωση του Μεταξά στη κοινοβουλευτική δημοκρατία και η πίστη του στη μοναρχία, παρατίθενται χαρακτηριστικά σημεία από παράγραφο του ημερολογίου του, τα οποία έμελλε να αποδειχθούν προφητικά: «Ας κλείσω δε το βιβλίον μου με τας εκ πατρίδος ειδήσεις. Αγών ήρχισε μεταξύ Διαδόχου (Κωνσταντίνου) και Κοινοβουλευτισμού […] Ε! Κάτι θα κάμω και εγώ διά να πίω ολίγον αίμα κοινοβουλευτικόν… Θα μου παρουσιαστούν περιστάσεις […] Ο Διάδοχος (ο Κωνσταντίνος) […] θα γίνη ούτω το κέντρον όλων των στοιχείων των σταθερών, τίμιων, αποφασιστικών, των εχόντων χαρακτήρα, τα οποία ήδη, διεσπαρμένα τήδε κακείσε, πνίγονται εις το πέλαγος της ελληνικής κοινοβουλευτικής σαπρίας» (Μεταξάς, Ι., 1980:500).

Ο φιλογερμανισμός του Μεταξά εκδηλώθηκε στην πράξη με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου επιδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ο Μεταξάς προέβλεπε την επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων, βασιζόμενος στην πίστη του στη γερμανική στρατιωτική ανωτερότητα. Θεωρούσε μάλιστα πως η γερμανική επικράτηση θα ήταν η θετικότερη εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:38-40). Στους παράγοντες διαμόρφωσης της στάσης του πρέπει να προστεθεί και η προαναφερθείσα απέχθειά του για τον φιλελευθερισμό και τον κοινοβουλευτισμό, τους οποίους εκπροσωπούσαν ο Βενιζέλος και οι δυνάμεις της Αντάντ Βρετανία και Γαλλία, αν και βέβαια μέλος της Αντάντ ήταν και η απολυταρχική Ρωσία (Μαυρογορδάτος, Γ., 1996:138). Ο Μεταξάς τάχθηκε λόγω αυτών στο πλευρό του επίσης γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου και σε συνεργασία με άλλα στελέχη του Γενικού Επιτελείου και μέλη της αντιβενιζελικής παράταξης, προέβη σε συστηματική υπονόμευση του στόχου του Βενιζέλου για συμμαχία με την Αντάντ, με ενέργειες όπως την άσκηση φιλογερμανικής προπαγάνδας, τη μυστική συνεννόηση με παράγοντες της γερμανικής κυβέρνησης και εκπροσώπους των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και την σύναψη απόρρητων συμφωνιών για την παροχή δανείων από τη Γερμανία. Λόγω της συμμαχίας Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της κυριαρχίας του βρετανικού ναυτικού στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Μεταξάς, ο Κωνσταντίνος και η υπόλοιπη φιλογερμανική αντιβενιζελική παράταξη, γνωρίζοντας το ανέφικτο της συμμαχίας της Ελλάδας με τις Κεντρικές Δυνάμεις, πήραν θέση υπέρ της ουδετερότητας. Είχαν ωστόσο υπόψιν πως η ουδετερότητα της Ελλάδας εξυπηρετούσε τα γερμανικά συμφέροντα, καθώς λόγω αυτής η Αντάντ δεν θα ήταν σε θέση να ανοίξει ένα νέο μέτωπο εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων στα Βαλκάνια, αυξάνοντας έτσι περαιτέρω την πίεση στον γερμανικό στρατό, ο οποίος πολεμούσε ήδη σε δύο μέτωπα. Όταν ο Βενιζέλος πρότεινε τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στην εκστρατεία της Αντάντ για την κατάληψη των Δαρδανελλίων τον Φεβρουάριο του 1915, ο Μεταξάς παραιτήθηκε από τη θέση του επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, στην οποία είχε εν τω μεταξύ ανελιχθεί και έπεισε στη συνέχεια τον έως τότε αμφίρροπο Κωνσταντίνο να αρνηθεί τις προτάσεις του Βενιζέλου, οδηγώντας τον τελευταίο σε παραίτηση από την πρωθυπουργία και οριστικοποιώντας έτσι τον Εθνικό Διχασμό. Ακόμα και η είσοδος στον πόλεμο το 1915 της αντιπάλου της Ελλάδας από τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο Βουλγαρίας[28], στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και η εδαφική της διεύρυνση, μετά την κατάρρευση της Σερβίας, δεν έκαναν τον Μεταξά να αλλάξει τη φιλογερμανική στάση του, παρά το ότι ήταν πλέον φανερό πως τα συμφέροντα των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν σε πλήρη αντίθεση με τα ελληνικά, καθώς είχαν δώσει ουσιαστικά το πράσινο φως για τη δημιουργία μιας Μεγάλης Βουλγαρίας. Όπως επεσήμαινε ο Βενιζέλος σε ομιλία του, η διεύρυνση της Βουλγαρίας θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Ελλάδα, καθώς ακόμα και αν αυτή έμενε ουδέτερη, η ισχυροποίηση της Βουλγαρίας θα της επέτρεπε στη συνέχεια να στραφεί εναντίον της και να απωλέσει έτσι τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:66). Ο φιλογερμανισμός του Μεταξά και η εμμονή της αντιβενιζελικής κυβέρνησης υπέρ της ουδετερότητας οδήγησαν σε πολιτικές που υπέσκαπταν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, όπως την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Βούλγαρους τον Μάϊο του 1916, οι οποίοι τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατέλαβαν την ανατολική Μακεδονία, χωρίς να συναντήσουν καμία αντίσταση[29]. Οι αντιβενιζελικοί ισχυρίζονταν μάλιστα πως οι ειδήσεις για τις βιαιότητες των Βουλγάρων κατά του ελληνικού πληθυσμού στην ανατολική Μακεδονία αποτελούσαν «βενιζελική προπαγάνδα» και η συμπεριφορά των Βουλγάρων ήταν στην πραγματικότητα «άψογος» (Μαυρογορδάτος, Γ., 1996:77).  Ο Μεταξάς και άλλα στελέχη της αντιβενιζελικής κυβέρνησης ήρθαν επίσης σε συνεννόηση με αξιωματικούς του γερμανικού στρατού, εξασφαλίζοντας χρηματοδότηση και υποστήριξη για τη σύσταση ένοπλων αντιβενιζελικών ομάδων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Πρότειναν, μάλιστα, την συνδυασμένη επίθεση Γερμανών, Βουλγάρων και ελληνικού στρατού εναντίον της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Λόγω της στρατιωτικής αδυναμίας των Γερμανών, η επιχείρηση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πιθανότατα όμως, αν είχε λάβει χώρα, θα οδηγούσε στην κατάληψη περισσότερων ελληνικών εδαφών από τον βουλγαρικό στρατό (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:105). Καθίσταται επομένως εναργής ο βαθμός ταύτισης του Μεταξά με τη Γερμανία, καθώς λόγω του φιλογερμανισμού του και της αντίθεσής του στο Βενιζέλο ήταν πρόθυμος να υποστηρίξει πολιτικές (ή και να προβεί σε αυτές) οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο τα ελληνικά συμφέροντα και την ίδια την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Η συντριπτική ήττα της Γερμανίας και τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας μετά την είσοδό της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, κατέδειξαν τελικά το εσφαλμένο των απόψεων και εκτιμήσεων του Μεταξά.

Συνοψίζοντας, η φιλογερμανική στάση του Μεταξά δεν μπορεί να κριθεί ορθολογική, με την έννοια πως οφείλονταν αποκλειστικά σε στρατηγικούς υπολογισμούς στη βάση του εθνικού-κρατικού συμφέροντος. Πέρα από το ότι είχαν δοθεί από τη Βρετανία υποσχέσεις για την παροχή εδαφικών ανταλλαγμάτων στην Ελλάδα σε περίπτωση συμμετοχής της στον πόλεμο, με τις Κεντρικές Δυνάμεις είχε ήδη συμμαχήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία και συμμάχησε αργότερα και η Βουλγαρία, αμφότερες αντίπαλοι της Ελλάδας, που επιδίωκαν την αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος το οποίο προέκυψε από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Επομένως, η εμμονή του Μεταξά στην εξυπηρετούσα τα γερμανικά συμφέροντα ουδετερότητα, ακόμη και όταν κατέστη φανερό το 1915 πως μια ενδεχόμενη επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων θα ήταν καταστροφική για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο υπό το πρίσμα του θαυμασμού του προς τη Γερμανία, λόγω της πρωσικής επιρροής που του άσκησαν οι σπουδές του εκεί και της απέχθειάς του για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, την οποία ενσάρκωναν ο Βενιζέλος και οι δυνάμεις της Αντάντ (Βρετανία και Γαλλία) με τις οποίες αυτός και το Κόμμα των Φιλελευθέρων ταυτίζονταν.

3.2.2 Οι στρατηγικοί στόχοι της Ελλάδας μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και η εξωτερική πολιτική του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου

Το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου, που ξεκίνησε αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης το 1923, έβρισκε την Ελλάδα σε δυσχερή θέση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό περιβάλλον. Η χώρα είχε να αντιμετωπίσει την κακή οικονομική κατάσταση, την πολιτική αστάθεια που επέφερε διαρκείς παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή, όπως την επιβολή της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, και το ζήτημα της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των πολυάριθμων προσφύγων που είχαν καταφύγει στη χώρα μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Στα εξωτερικά προβλήματα συμπεριλαμβάνονταν η στρατηγική αποδυνάμωση, λόγω της οικονομικής κρίσης και της ήττας στον πόλεμο και οι εξαιρετικά αρνητικές σχέσεις της χώρας με τα γειτονικά της κράτη. Συγκεκριμένα, η ηττημένη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Βουλγαρία επιδίωκε αέναα την αναθεώρηση του αρνητικού για αυτή μεταπολεμικού status quo σε βάρος της Ελλάδας, αξιώνοντας ελεύθερη οικονομική πρόσβαση στο Αιγαίο και αναμένοντας την ευκαιρία να διεκδικήσει εν νέου τα απολεσθέντα εδάφη σε Μακεδονία και Θράκη. Το Μακεδονικό Ζήτημα δυσχέραινε επίσης τις σχέσεις Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας, με την τελευταία να διεκδικεί προνομιακή πρόσβαση στο Αιγαίο μέσω της Θεσσαλονίκης. Οι σχέσεις με την Αλβανία ήταν επίσης τεταμένες, λόγω του ζητήματος του ελληνικού πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου. Οι σχέσεις με τη Ρουμανία δεν απέφεραν κάποιο σημαντικό διπλωματικό-στρατηγικό όφελος. Η οικονομική και στρατιωτική αδυναμία, σε συνδυασμό με τον υψηλό βαθμό τρωτότητας της θέσης της Ελλάδας λόγω των κακών σχέσεων με τα γειτονικά κράτη, την κατέστησαν κράτος-υποστηρικτή του status quo (μη αναθεωρητική δύναμη), που επιδίωκε την ύφεση στις διακρατικές σχέσεις με τους γείτονές της και τη σταθερότητα στην περιοχή. Επίσης, η Ελλάδα έγινε λόγω αυτού μία εκ των κυριότερων υποστηρικτών της Κοινωνίας των Εθνών, προβάλλοντας την ανάγκη για ρύθμιση των διπλωματικών ζητημάτων μέσω των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αυτό ήταν επόμενο για ένα κράτος που επιδίωκε την σταθερότητα και τη διατήρηση της υφιστάμενης διακρατικής ισορροπίας, καθώς η ΚτΕ είχε ιδρυθεί από τους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ακριβώς για το σκοπό αυτό. Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε για τελευταία φορά στην εξουσία το 1928, εφάρμοσε μια εξωτερική πολιτική βασιζόμενη στους παραπάνω άξονες. Κεντρικό σημείο της εξωτερικής πολιτικής του ήταν η προσέγγιση με την Ιταλία, που αποτελούσε την σημαντικότερη ναυτική δύναμη τη Μεσόγειο μετά τη Βρετανία, με την υπογραφή του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου το 1928. Αυτό βελτίωσε εξαιρετικά τις σχέσεις των δύο κρατών και επέτρεψε στην Ελλάδα να απεξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από το γαλλοβρετανικό άξονα. Η βελτίωση των ελληνοϊταλικών σχέσεων χρησιμοποιήθηκε από την Ελλάδα σαν μοχλός άσκησης πίεσης έναντι των διεκδικήσεων των γειτονικών της βαλκανικών κρατών, καθώς το Σύμφωνο προέβλεπε την αμοιβαία διπλωματική στήριξη σε περίπτωση που κάποιο εκ των δύο κρατών (Ελλάδα ή Ιταλία) αντιμετώπιζε εξωτερική απειλή. Υπεγράφησαν σύμφωνα συνεργασίας και συνδιαλλαγής με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία το 1929 και το 1931 αντίστοιχα και οι γιουγκοσλαβικές διεκδικήσεις μετριάστηκαν, ενώ η Ελλάδα διέθετε πλέον εξωτερική εξισορρόπηση έναντι της Αλβανίας και του αναθεωρητισμού της Βουλγαρίας. Στο ίδιο πνεύμα συντελέστηκε και η προσέγγιση με την Τουρκία, που επίσης επιδίωκε τη σταθερότητα στην περιοχή Το 1930 κανονίστηκε το ζήτημα της αποζημίωσης των ανταλλάξιμων προσφύγων και υπεγράφη το Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας. Ο Βενιζέλος διαβεβαίωσε επίσης τη βρετανική και γαλλική κυβέρνηση πως τα στρατηγικά συμφέροντά τους δεν πλήττονταν από την ελληνοϊταλική προσέγγιση. Οι παραπάνω διπλωματικές κινήσεις επέτρεψαν στην Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη ως προς τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, εξισορροπώντας ανάμεσα σε Βρετανία και Γαλλία αφενός και Ιταλία αφετέρου, να επιτύχει την εξασφάλιση έναντι των διεκδικήσεων των γειτονικών της κρατών και τη σταθερότητα στην περιοχή της και ως εκ τούτου να ασχοληθεί απρόσκοπτα με τις αναγκαίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Βλέπουμε επομένως το πως η στρατιωτική ήττα και αποδυνάμωση έστρεψαν την ελληνική εξωτερική πολιτική σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση από την γερμανική, με την πρώτη να γίνεται υποστηρικτής του μεταπολεμικού status quo, ενώ η δεύτερη αναθεωρητική δύναμη (Τσιριγώτης, Δ., 2013:359-389).

Το πολιτικό πρόγραμμα του Κόμματος Ελευθεροφρόνων που ιδρύθηκε από τον Μεταξά το 1922 αντανακλά την θέση της Ελλάδας ως μη αναθεωρητική δύναμη. Όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα του κόμματος: «Θεωρούντες περαιτέρω ότι πρώτιστο καθήκον της ελευθέρας Ελλάδας είναι η εξασφάλισις της ευημερίας πάντων των Ελλήνων και ιδία των υπόδουλων και η κατά το δυνατόν εθνική αυτών αποκατάστασις, φρονούμεν, ότι αυτή δέον να επιδιωχθή […] διά συνετής εξωτερικής πολιτικής φερούσης σταθερώς την Ελλάδα εις στενήν προσέγγισιν προς τα σύμμαχα κράτη της συνεννοήσεως και τα φίλα και σύμμαχα βαλκανικά. Κατά τα λοιπά αι διεθνείς ημών σχέσεις δέον να εναρμονίζωνται προς την διεθνή τάσιν της διά της Κοινωνίας των Εθνών ειρηνικής διευθετήσεως των μεταξύ κρατών διαφορών»[30]. Το Κόμμα Ελευθεροφρόνων επιδίωκε επομένως την ειρηνική διασφάλιση των συμφερόντων των «υπόδουλων Ελλήνων», τη συνεργασία με τα βαλκανικά κράτη και την επίλυση των διαφορών μέσω της Κοινωνίας των Εθνών, ένα πρόγραμμα διαμορφούμενο προφανώς από τις μη αναθεωρητικές ελληνικές στρατηγικές επιδιώξεις. Είναι ένα πρόγραμμα τελείως διαφορετικό από αυτό του NSDAP που αναλύθηκε παραπάνω. Στα «25 Σημεία» των εθνικοσοσιαλιστών περιλαμβάνονταν απαιτήσεις όπως η κατάργηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η εδαφική επέκταση για την απόκτηση ζωτικού χώρου και την ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος. Στο «Ο Αγών μου» ο Χίτλερ εκφράζει την επιθυμία του για πόλεμο με σκοπό τη συντριβή της Γαλλίας και της Σοβιετικής Ένωσης και την επέκταση στην ανατολική Ευρώπη, ενώ είναι κατάδηλη η περιφρόνησή του για την ΚτΕ και το διεθνές δίκαιο. Καθίσταται επομένως εναργές το πως η στρατηγική θέση της Ελλάδας και της Γερμανίας διαμόρφωσαν τις πολιτικές απόψεις του Μεταξά και του Χίτλερ αντίστοιχα ως προς την δέουσα εξωτερική πολιτική.

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Μεταξά τον Αύγουστο του 1936 έλαβε χώρα εντός ενός διεθνούς περιβάλλοντος πολύ διαφορετικού από αυτό της προηγούμενης δεκαετίας. Η Γερμανία είχε ξεκινήσει τον ραγδαίο επανεξοπλισμό της, είχε μόλις επαναστρατιωτικοποιήσει τη Ρηνανία και η Συνθήκη των Βερσαλλιών είχε πλέον καταστεί κενό γράμμα. Οι σχέσεις της Ιταλίας με τη Βρετανία και τη Γαλλία είχαν επιδεινωθεί μετά την ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία το 1935, με την Ιταλία να μετακινείται όλο και περισσότερο προς τη γερμανική σφαίρα επιρροής. Οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έδειχναν ανίκανοι και απρόθυμοι να διατηρήσουν το διεθνές διακρατικό σύστημα που οι ίδιο είχαν διαμορφώσει. Επίσης, το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης, αμυντική σύμβαση που είχε υπογραφεί το 1934 από την Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Τουρκία, έδειχνε σημάδια αποσταθεροποίησης, καθώς τα μέλη του, υπό την πίεση του διαρκώς οξύτερου ανταγωνισμού μεταξύ των ισχυρότερων κρατών, ταυτίζονταν όλο και περισσότερο με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση Μεταξά τάχθηκε επισήμως υπέρ της ουδετερότητας της Ελλάδας έναντι των ευρωπαϊκών συγκρούσεων, προσπαθώντας να διατηρήσει το status quo και την ασφάλεια στην περιφέρειά της, όπως και η κυβέρνηση Βενιζέλου την περίοδο 1928-1932. Η ουδετερότητα της Ελλάδας εξυπηρετούσε τα συμφέροντα τόσο της Βρετανίας, όσο και της Γερμανίας. Η Βρετανία, λόγω της παρακμάζουσας στρατιωτικής της ισχύος και των αυξημένων στρατηγικών υποχρεώσεων στην Ευρώπη και την αυτοκρατορία της, δεν είχε το περιθώριο να παράσχει αποτελεσματική βοήθεια και εξισορρόπηση στην Ελλάδα, καθώς η τελευταία επιβαρύνονταν μάλιστα με εκτεταμένες αμυντικές υποχρεώσεις, λόγω της βουλγαρικής απειλής. Η Γερμανία, μέσω της ουδετερότητας της Ελλάδας, απέφευγε τη δημιουργία ενός συνασπισμού υπό βρετανική ηγεσία, ο οποίος ουσιαστικά θα την περικύκλωνε γεωγραφικά και είχε έτσι την ευχέρεια να ασχοληθεί απρόσκοπτα με την ενίσχυση της επιρροής της στην κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η Ελλάδα είχε επίσης στενούς στρατηγικούς δεσμούς με την Ιταλία, λόγω του Συμφώνου του 1928 και καθώς ήταν, όπως είδαμε, ικανοποιημένη με τη μεταπολεμική διακρατική ισορροπία, δεν είχε λόγο να εμπλακεί σε συγκρούσεις. Ο ίδιος ο Μεταξάς φαίνεται να πίστευε, για κάποια χρονική περίοδο, πως οι ιδεολογικές ομοιότητες του καθεστώτος του με αυτά της Γερμανίας και της Ιταλίας θα τα οδηγούσαν σε φιλική στάση έναντί του (Τσιριγώτης, Δ., 2013:399-404). Όπως δήλωνε: «Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό… Επομένως, αν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αγωνιζόντουσαν πραγματικά για την ιδεολογία που υψώνανε για σημαία, έπρεπε να υποστηρίζουν παντού την Ελλάδα με όλη τους τη δύναμη» (Μεταξάς, Ι., 1980:553-554).

Όμως, παρά την ρητορική τουλάχιστον επιθυμία της να παραμείνει ουδέτερη, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε εξωτερική πολιτική η οποία την έστρεφε όλο και περισσότερο προς τη Βρετανία. Αυτό οφείλονταν τόσο σε εξωτερικούς όσο και σε εσωτερικούς παράγοντες. Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις είχαν επιδεινωθεί από το 1935, καθώς η Ελλάδα ήταν εκ των κρατών που καταδίκασαν την ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία. Η δυσαρέσκεια της Ιταλίας για την στάση αυτή της Ελλάδας και η γενικότερη επιθετική και αναθεωρητική πολιτική της Ιταλίας στην Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Αφρική μετά την κατάρρευση του αντιγερμανικού μετώπου της Στρέσα, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και υποχρέωσαν την Ελλάδα να αναζητήσει πηγές εξωτερικής εξισορρόπησης, σε περίπτωση αύξησης της έντασης. Οι εσωτερικοί παράγοντες ήταν εξίσου καθοριστικοί. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, ο Μεταξάς, ελλείψει ενός μαζικού λαϊκού κινήματος υπό την ηγεσία του, ήταν εξαρτημένος από τον βρετανόφιλο βασιλιά Γεώργιο, με τη συγκατάθεση του οποίου είχε αναλάβει την εξουσία. Η συνύπαρξη με την παλαιά ελίτ περιόριζε δραστικά την ελευθερία κινήσεων του καθεστώτος Μεταξά κατά το τέταρτο στάδιο, καθώς, σε αντίθεση με τον Χίτλερ, δεν είχε τρόπο να απαλλαγεί από αυτές. Η εφαρμογή φιλοβρετανικής πολιτικής, έστω και σε ρητορικό επίπεδο, ήταν επομένως αναγκαία για τη διατήρηση καλών σχέσεων με το θρόνο και την εσωτερική νομιμοποίηση του καθεστώτος, και κατά συνέπεια την ίδια τη διατήρηση της εξουσίας. Η  προσέγγιση με τη Γερμανία ήταν αδύνατη, καθώς θα επέφερε την άμεση αντίδραση του Γεωργίου. Βλέπουμε επομένως πως ήταν εξαρχής εξαιρετικά δύσκολο για το καθεστώς Μεταξά να κάνει τη μετάβαση από το τέταρτο στο πέμπτο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης, καθώς δεν διέθετε τη λαϊκή νομιμοποίηση και η παραμονή του στην εξουσία εξαρτιόταν από το θρόνο (Τσιριγώτης, Δ., 2013:405-416). Παρά τις γερμανόφιλες τάσεις του, που τόσο τον επηρέασαν κατά τον Εθνικό Διχασμό, ο Μεταξάς δεν διέθετε πολλά περιθώρια για μια πιο «ιδεολογική» εξωτερική πολιτική, κατά το γερμανικό πρότυπο.

Η εξωτερική πολιτική του καθεστώτος καθιστά αντιληπτή την ταύτιση του με τη Βρετανία και το πως η στάση του υπέρ της ουδετερότητας ήταν περισσότερο ρητορική.  Ήδη από το 1936, ο Μεταξάς δήλωνε πως σε περίπτωση σύγκρουσης, η Ελλάδα θα τάσσονταν υπέρ της Βρετανίας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:90). Το 1937, η Ελλάδα προχώρησε στη σύναψη στρατιωτικής σύμβασης με τους βαλκανικούς εταίρους της, σύμφωνα με την οποία υποχρεούνταν να κηρύξει τον πόλεμο στην Ιταλία ή σε άλλη δύναμη, σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ αυτής και μέλους του Βαλκανικού Συμφώνου και να παράσχει προς χρήση το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στη Γιουγκοσλαβία, αν αυτή ερχόταν σε σύρραξη με την Ιταλία (Τσιριγώτης, Δ., 2013:401). Η κυβέρνηση Μεταξά γνώριζε την στρατηγική σημασία της Ελλάδας για τη βρετανική εξωτερική πολιτική και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, με σκοπό την παροχή πολιτικών και στρατηγικών ανταλλαγμάτων. Η ελληνική κυβέρνηση έκανε, εντούτοις, προσπάθειες να διατηρήσει καλές σχέσεις και με τη Γερμανία. Σε αυτό διευκολυνόταν από την εγγύτητα της επίσημης ιδεολογίας της στην εθνικοσοσιαλιστική, ειδικά την αντίθεση στον κομμουνισμό, και τις φιλογερμανικές τάσεις του ίδιου του Μεταξά. Τον Σεπτέμβριο του 1936, μόλις ένα μήνα μετά την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά, ο Υπουργός Προπαγάνδας της Γερμανίας Γιόζεφ Γκαίμπελς επισκέφθηκε την Ελλάδα. Ο Μεταξάς, παρά την αυξανόμενη ταύτισή του με τη Βρετανία για την ασφάλεια της Ελλάδας στο περιφερειακό της σύστημα, επιχείρησε να τηρήσει ουδέτερη στάση όσον αφορούσε τις γερμανοβρετανικές διενέξεις. Ου δύο χώρες είχαν στενή οικονομική συνεργασία, με το ποσοστό των εξαγωγών στη Γερμανία να φτάνει το 38,8% επί του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, ενώ οι εισαγωγές εκ Γερμανίας άγγιζαν το 30% των συνολικών εισαγωγών. Το θετικό κλίμα των ελληνογερμανικών σχέσεων ανησυχούσε τη βρετανική κυβέρνηση, καθώς υπήρχαν υποψίες πως οι ελληνικές αρχές διέρρεαν απόρρητες διπλωματικές πληροφορίες στους Γερμανούς (Τσομπάνης, Α., 2016:51-52). Καθώς όμως πλησίαζε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα περιθώριο ουδετερότητας των μικρότερων ευρωπαϊκών κρατών στένευαν, η διατήρηση θετικών σχέσεων με τη Γερμανία γινόταν όλο και πιο δύσκολη για την ελληνική κυβέρνηση. Λίγο μετά την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από τη Γερμανία, η Ιταλία συνέχισε και αυτή την επιθετική πολιτική της, καταλαμβάνοντας την Αλβανία τον Απρίλιο, αποκτώντας έτσι κοινά σύνορα με την Ελλάδα. Η απειλή του ιταλικού επεκτατισμού ήταν πλέον σοβαρή, όχι μόνο επειδή η Ελλάδα συμπεριλαμβάνονταν στην περιοχή που το ιταλικό φασιστικό καθεστώς θεωρούσε «ζωτικό χώρο» της Ιταλίας (όπως το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς θεωρούσε την ανατολική Ευρώπη γερμανικό «ζωτικό χώρο») αλλά και γιατί ο ελληνικός στρατός δεν διέθετε οργανωμένο σχέδιο για την περίπτωση σύγκρουσης με μια ισχυρή δύναμη όπως η Ιταλία (Κολιόπουλος, Ι., 2001:383). Τα εκτεταμένα αμυντικά έργα που είχαν διεκπεραιωθεί μέχρι τότε βρίσκονταν κυρίως στην ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη και αφορούσαν την άμυνα εναντίον της Βουλγαρίας[31]. Υπό την πίεση της γερμανικής και ιταλικής επιθετικότητας, η Βρετανία εγγυήθηκε την προστασία της Ελλάδας, όπως και της Ρουμανίας και της Πολωνίας (Τσακαλόγιαννης, Π., 1990:364). Τον Ιούνιο, επίσης, η Ελλάδα έλαβε δάνειο 2,000,000 στερλινών από τη Βρετανία, για την αγορά πολεμικού υλικού. Η εξωτερική απειλή και η εξάρτηση του Μεταξά από το θρόνο οδηγούσαν σταθερά την Ελλάδα προς την πρόσδεση στο βρετανικό άρμα. Τον Σεπτέμβριο του 1939, ενώ είχε ήδη ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ελληνική κυβέρνηση ακύρωσε την ανανέωση του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου του 1928, μετά από υπόδειξη των Βρετανών, με την Ιταλία να μην έχει εισέλθει ακόμα στον πόλεμο (Τσιριγώτης, Δ., 2013:412). Με συμφωνίες τον Οκτώβριο του 1939 και τον Ιανουάριο του 1940, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να περιορίσει τις εξαγωγές της προς τη Γερμανία και να εξασφαλίσει τη μίσθωση στη βρετανική κυβέρνηση μεγάλου μέρους του ελληνικού εμπορικού στόλου. Μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οι εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας με τη Γερμανία είχαν μειωθεί δραστικά (Κολιόπουλος, I., 2001:383). Επίσης, ο Μεταξάς και ο βασιλιάς Γεώργιος ανέλαβαν τον Νοέμβριο πρωτοβουλίες για τη δημιουργία κοινού ελληνοβρετανικού στρατιωτικού μετώπου στα Βαλκάνια, με βάση τις ελληνικές θέσεις στα νότια της Αλβανίας, αποσκοπώντας στην απόκτηση αξιόπιστης εξωτερικής στρατιωτικής εξισορρόπησης έναντι της ιταλικής και βουλγαρικής απειλής. Η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε, καθώς είχε ήδη αυξημένες στρατιωτικές υποχρεώσεις στην Αφρική (Τσιριγώτης, Δ., 2013:423). Η Γερμανία και η Ιταλία δυσαρεστούνταν όλο και περισσότερο από τη φιλοβρετανική στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας το καλοκαίρι του 1940 και την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, με τις προκλητικές ενέργειές της στο Αιγαίο, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας φαινόταν πλέον αναπόφευκτη. Η κατάληψη της Ελλάδας όχι μόνο ικανοποιούσε τις παλαιές επεκτατικές βλέψεις του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος, αλλά αποτελούσε για την ιταλική ηγεσία στρατηγική αναγκαιότητα, καθώς η ελληνική κυβέρνηση είχε συνδεθεί με τη Βρετανία και η χώρα θα μπορούσε επομένως να χρησιμοποιηθεί ως βάση εναντίον των ιταλικών δυνάμεων στην Αφρική και των συμμάχων του Άξονα στα Βαλκάνια (Κολιόπουλος, I., 2001:383). Η γερμανική ηγεσία, μη επιθυμώντας τη διάνοιξη νέου μετώπου στα Βαλκάνια, πίεζε τη κυβέρνηση Μεταξά να αποδεχτεί τις ιταλικές επιθυμίες για κατάληψη στρατηγικών θέσεων στο ελληνικό έδαφος, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει δεκτό (Τσομπάνης, Α., 2016:53). Όταν την 28η Οκτωβρίου παραδόθηκε στον Μεταξά το τελεσίγραφο με τις ιταλικές απαιτήσεις, αυτός το απέρριψε κατηγορηματικά, σηματοδοτώντας την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον του Άξονα. Η συμμαχία της Ελλάδας με τις δυνάμεις του Άξονα δεν αποτελούσε εφικτό ενδεχόμενο, όχι μόνο λόγω της προαναφερθείσας εξάρτησης του καθεστώτος Μεταξά από τον φιλοβρετανικό θρόνο, αλλά και επειδή κάτι τέτοιο, υπό τις πλέον διαμορφωθείσες συνθήκες, θα έβαζε σε κίνδυνο την ίδια την ελληνική εδαφική ακεραιότητα. Όπως δήλωσε ο Μεταξάς δύο μέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου: «Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να καταλάβω ότι […] τούτο (σύμπραξη με Άξονα) συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς. Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν, και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. […]. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, […], να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. […]. Δεν δύναμαι αφ’ ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, και να μη αναγνωρίσω, ότι ένας λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της Κυβερνήσεως, η οποία δια να τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού»[32]. Τον Δεκέμβριο του 1940, μετά την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης από τον ελληνικό στρατό, η Γερμανία, με παρέμβασή της, προσπάθησε να μεσολαβήσει για τον τερματισμό του πολέμου, παρέχοντας εγγύηση στην ελληνική κυβέρνηση για μη απώλεια εδαφών. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή εκ μέρους της Ελλάδας. Αυτό γιατί, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μεταξά, σε περίπτωση ήττας του Άξονα οι Σύμμαχοι θα αντιμετώπιζαν δυσμενώς την Ελλάδα, ενώ σε περίπτωση νίκης του, η Ιταλία και η Βουλγαρία θα ήταν σε θέση να επιβάλλουν με ευκολία τις διεκδικήσεις τους επί των ελληνικών εδαφών. Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης επομένως ήταν η αντίσταση εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, ακόμα και αν αυτό οδηγούσε στην κατάληψη της Ελλάδας. Ο Μεταξάς πίστευε πως αυτή η κατάσταση θα ήταν προσωρινή και τελικά η χώρα θα βρισκόταν, στο τέλος του πολέμου, με τη πλευρά των νικητών Συμμάχων (Κολιόπουλος, I., 2001:384). Σε αντίθεση με τις προβλέψεις του κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή τη φορά οι εκτιμήσεις του Μεταξά αποδείχθηκαν σωστές. Ο ίδιος όμως δεν θα τις έβλεπε να πραγματοποιούνται, καθώς πέθανε τον Ιανουάριο του 1941, επιφέροντας το τέλος του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, το οποίο δεν κατόρθωσε να φτάσει στο πέμπτο στάδιο και να εξελιχθεί πραγματικό ολοκληρωτικό κράτος.

Σε αντίθεση με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, το οποίο ριζοσπαστικοποιούνταν όλο και περισσότερο καθώς πλησίαζε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το καθεστώς Μεταξά ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Όσο δηλαδή το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύρραξης γινόταν όλο και πιο πιθανό, τόσο δυσκολότερο γινόταν για τον Μεταξά να καταστήσει το καθεστώς του πραγματικά ολοκληρωτικό, καθώς οι στρατηγικές ανάγκες οδηγούσαν στην διαρκώς εντονότερη ταύτιση με τη Βρετανία και αύξαναν κατά συνέπεια την αδυναμία του καθεστώτος να απαλλαγεί από τις ελίτ που υποστήριξαν την άνοδό του στην εξουσία, ιδίως τον βασιλιά. Ενώ ο πόλεμος επέτρεψε στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς να περάσει στο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης και να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδεολογικές του αρχές, όσον αφορά το καθεστώς Μεταξά η ίδια αιτία ανέκοψε την πορεία του προς το πέμπτο στάδιο. Παρά τη φιλογερμανική στάση του κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που όπως είδαμε βασιζόταν περισσότερο σε ιδεολογικούς και συναισθηματικούς παράγοντες, ο Μεταξάς του 1940 ήταν τελείως διαφορετικός. Όπως δήλωνε στις 30 Οκτωβρίου: «Ήδη, μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική που ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της Δυνάμεως, διά την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν, όπως είναι και διά την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει, αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει […] Διά την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια» (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:95). Βέβαια, είναι αδύνατον να γνωρίζει κάποιος το αν το καθεστώς Μεταξά, σε περίπτωση που δεν ήταν εξαρτημένο στον ίδιο βαθμό από το θρόνο και μπορούσε αντιθέτως, σαν το εθνικοσοσιαλιστικό, να εξελιχθεί σε ολοκληρωτικό κράτος, θα εφάρμοζε μια διαφορετική, πιο «ιδεολογική» εξωτερική πολιτική, συντάσσοντας ίσως τη χώρα με τον Άξονα. Αλλά αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό, δεδομένου πως αξονικός στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος που διαμορφώθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτι που αντανακλάται και στο πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος του ίδιου του Μεταξά. Οι αναθεωρητικές βλέψεις των μελών του Άξονα, ιδίως της Ιταλίας (από το 1935) και της Βουλγαρίας (που προσχώρησε αργότερα, μετά από υποσχέσεις των Γερμανών για εδαφικά κέρδη σε βάρος της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας) έθεταν σε κίνδυνο τον παραπάνω στόχο της ελληνικής κυβέρνησης και τα ζωτικά συμφέροντα του ελληνικού κράτους. Όπως επιβεβαίωσε και ο Μεταξάς, η ένταξη της Ελλάδας στη «Νέα Τάξη» του Άξονα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τον εθελοντικό διαμελισμό της και την απώλεια, ουσιαστικά, της ανεξαρτησίας της.

4. Συμπεράσματα

Είδαμε επομένως την πορεία του Χίτλερ και του Μεταξά από το πρώτο έως και το πέμπτο και τέταρτο στάδιο, αντίστοιχα, της εξέλιξης τω δύο φασιστικών κινημάτων. Εξετάσαμε τις σε σημαντικό βαθμό παρόμοιες ιδεολογικές τους καταβολές, το πως ανελίχθηκαν στην ηγεσία του κράτους υπό πανομοιότυπες συνθήκες και την άσκηση της εξουσίας.  Κατέστη αντιληπτό το πως οι διαφορετικοί στρατηγικοί στόχοι των δύο κρατών, η συνύπαρξή τους με τις παλαιές ελίτ και η κρίσιμη διαφορά της λαϊκής νομιμοποίησης, η οποία έλειπε από το καθεστώς Μεταξά, επηρέασαν τη δυνατότητα ιδεολογικοποίησης της εξωτερικής τους πολιτικής. Καταλήγουμε επομένως σε μια σειρά συμπερασμάτων:

Πρώτον, τα δύο καθεστώτα άσκησαν εξωτερική πολιτική στα πλαίσια της θέσης της χώρας τους εντός του διακρατικού συστήματος. Το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, λόγω της μειονεκτούσας θέσης της Γερμανίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άσκησε αναθεωρητική εξωτερική πολιτική όπως και οι προηγούμενες από αυτό κυβερνήσεις, προσανατολισμένη στην μεταβολή της ισορροπίας ισχύος και την αναβίβαση της Γερμανίας σε κυρίαρχη θέση στο διακρατικό σύστημα. Το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά από την άλλη πλευρά επιδίωξε την διατήρηση του περιφερειακού status quo, μέσω της αναζήτησης πηγών εξωτερικής εξισορρόπησης για την ενίσχυση της ασφάλειας της Ελλάδας και την μη μεταβολή του εδαφικού καθεστώτος, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την πολιτική των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων της μεσοπολεμικής περιόδου, πολιτική που πήγαζε εκ της θέσης της Ελλάδας ως κράτος-υποστηρικτή του status quo. Αυτό αντανακλάται άλλωστε και στο πολιτικό πρόγραμμα του NSDAP και του Κόμματος Ελευθεροφρόνων. Στο πρώτο απαιτείται η αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η εδαφική επέκταση της Γερμανίας και στο δεύτερο να γίνεται λόγος για ειρηνική συνύπαρξη με τα γειτονικά κράτη και επίλυση των διαφορών μέσω του διεθνούς δικαίου. Επιβεβαιώνεται, έτσι, η αρχική υπόθεση εργασίας πως η φασιστική ιδεολογία δεν διαθέτει κάποια εγγενή επεκτατική ή μη τάση, η οποία εμφανίζεται παντού και πάντοτε ανεξαρτήτως των συνθηκών και πως οι αξονικοί στόχοι της εξωτερικής πολιτικής των φασιστικών καθεστώτων καθορίστηκαν από τη θέση της εκάστοτε χώρας εντός του διακρατικού συστήματος. Όπως παρατηρεί και ο Πάξτον, η μορφή του φασισμού εξαρτάται από το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτός δρα (Paxton, R., 1998). Την πρωτοκαθεδρία των κρατικών συμφερόντων έναντι της ιδεολογίας παρατήρησε άλλωστε και ο ίδιος ο Μεταξάς: «Επομένως η Ιταλία, που ωστόσο ανεγνώριζε τη συγγένεια του ελληνικού καθεστώτος προς το δικό της, έπρεπε να είναι φιλικότατη προς την Ελλάδα, ειλικρινά και πιστά φιλικότατη. Και όμως ήτανε εχθρική. Από εξαρχής εχθρική. […] Και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν οδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή…» (Μεταξάς, Ι., 1980:553-554).

Δεύτερον, παρά το ότι ο χαρακτήρας της εξωτερικής πολιτικής καθορίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, από τη θέση του κράτους εντός του διεθνούς συστήματος, αυτό δεν σημαίνει πως η εξωτερική πολιτική έμεινε ανεπηρέαστη από την ιδεολογία. Κατά τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι ιδέες αποτελούν την πνευματική έκφραση των ήδη υπαρχουσών αξιώσεων ισχύος και κυριαρχίας των υποκειμένων και των ομάδων, έχουν όμως την ικανότητα να αυτονομούνται σε σημαντικό βαθμό και να ασκούν με τη σειρά τους επιρροή στις επιδιώξεις αυτές, πολλαπλασιάζοντας τον αντίκτυπό τους (Κονδύλης, Π., 2012). Μπορεί η αναθεώρηση του μεταπολεμικού διακρατικού καθεστώτος να αποτελούσε στόχο όλων των γερμανικών κυβερνήσεων της μεσοπολεμικής περιόδου και όχι μόνο των εθνικοσοσιαλιστών, παρ’ όλα αυτά η επιθετική εξωτερική πολιτική που άσκησε το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς δεν αποτελούσε τον μόνο τρόπο επίτευξης αυτού του στόχου. Όπως είδαμε, η ειρηνική αναθεωρητική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων είχε αποτέλεσμα, καθώς η οικονομία της Γερμανίας είχε ανακάμψει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, πολλοί επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, όπως η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων, αναθεωρήθηκαν και η διεθνής θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, με την ένταξή της στην ΚτΕ και τις σχέσεις της με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ να αποκαθίστανται. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ήταν τελικά η αιτία της αποδόμησης των παραπάνω επιτευγμάτων. Πολιτικές όπως η εδαφική επέκταση, τα σχέδια για κατάκτηση της ανατολικής Ευρώπης και υποδούλωση των σλαβικών πληθυσμών της, η εξόντωση των Εβραίων και άλλων «ανεπιθύμητων», η στρατιωτική σύγκρουση με τη Γαλλία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, η αυτοκρατορική επιδίωξη για τη δημιουργία του ηγεμονεύοντος στην Ευρώπη παγγερμανικού Ράιχ και την ανάδειξη των Γερμανών ως «κυρίαρχης φυλής», σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν αναπόφευκτη απόληξη της αναθεωρητικής πολιτικής της μεταπολεμικής Γερμανίας, αλλά ήταν καθαρά ιδεολογικοί στόχοι του Χίτλερ πολύ πριν αυτός αναλάβει την εξουσία. Αυτό λοιπόν που μπορούμε να πούμε είναι πως ο γενικός οντολογικός χαρακτήρας της εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή το αν αυτή θα ήταν αναθεωρητική ή θα στόχευε στη διατήρηση του status quo, καθορίστηκε μη ιδεολογικά από τη θέση της χώρας εντός του διακρατικού συστήματος, αλλά ο τρόπος άσκησής της και οι συγκεκριμένοι στόχοι της επηρεάστηκαν σε σημαντικότατο βαθμό από την ιδεολογία. Ο Χίτλερ επομένως δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη της επιδίωξης και έναρξης του πολέμου, με το επιχείρημα πως αυτός ήταν μια μη αναστρέψιμη ντετερμινιστική κατάληξη του γερμανικού αναθεωρητισμού. Αφενός ο αναθεωρητισμός της Γερμανίας ήταν ειρηνικός πριν την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών και αφετέρου η επιδίωξη του πολέμου και ο βίαιος μιλιταρισμός αποτελούσαν βασικά σημεία της ιδεολογίας του, όπως ο ίδιος έγραφε στο «Ο Αγών μου». Αυτά φυσικά δεν ισχύουν για το καθεστώς Μεταξά, που λόγω της εγγενούς αδυναμίας του να ριζοσπαστικοποιηθεί, εξαιτίας της εξάρτησης από το θρόνο, δεν είχε τη δυνατότητα άσκησης ιδεολογικής πολιτικής. Οδηγούμαστε έτσι στο τρίτο συμπέρασμα.

Τρίτον, ο βαθμός στον οποίο η εξωτερική πολιτική επηρεάζεται από την ιδεολογία εξαρτάται άμεσα από την αυτονομία του καθεστώτος έναντι των μη φασιστικών ελίτ με τις οποίες συνυπάρχει και την επακόλουθη δυνατότητά του ή μη για ριζοσπαστικοποίηση και εξέλιξη σε ολοκληρωτική εξουσία.  Η έλλειψη άλλων πόλων ισχύος εντός της Γερμανίας επέτρεψε στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς να απαλλαγεί σταδιακά από τις παλαιές ελίτ, να τις ελέγξει και να περάσει τελικά, με το ξέσπασμα του πολέμου, στη φάση της πλήρους ριζοσπαστικοποίησης. Το καθεστώς του Χίτλερ αποτελούσε μια πραγματική ολοκληρωτική εξουσία και η συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπό του τού επέτρεπαν να χαράσσει την εξωτερική πολιτική κατά τη θέλησή του, που όπως είδαμε παραπάνω επηρεάζονταν καθοριστικά από ιδεολογικούς παράγοντες. Υπήρχαν βέβαια διάφορες ομάδες και κοινωνικά στρώματα που ωφελούνταν από την επεκτατική εξωτερική πολιτική και λειτουργούσαν υπέρ αυτής. Λόγω αυτού θα ήταν χρήσιμη η περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής πολιτικής μέσω μιας ανάλυσης των τριών επιπέδων, δηλαδή του διεθνούς συστήματος, του κράτους και του ατόμου. Δεν μπορεί όμως να αμφισβητηθεί η κεντρική θέση του Χίτλερ. Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς Μεταξά, ελλείψει λαϊκής νομιμοποίησης ή ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος, κατά το εθνικοσοσιαλιστικό πρότυπο, παρέμεινε εξαρτώμενο από το βασιλιά και συνεπώς περιορισμένο ως προς τον βαθμό ιδεολογικοποίησης της πολιτικής του. Η εξάρτηση από το θρόνο ήταν εκ των κύριων παραγόντων διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής που τελικά ακολούθησε η Ελλάδα και της αδυναμίας του καθεστώτος Μεταξά να εισέλθει στο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης. Η αυτονομία του καθεστώτος και η ανυπαρξία άλλων πόλων πολιτικής ισχύος αποτελούν επομένως απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση μιας εξωτερική πολιτικής ιδεολογικά επηρεαζόμενης.


[1] Ο ρεαλισμός αποτελεί θεωρία ερμηνείας των διεθνών σχέσεων. Βασικές αρχές του ρεαλισμού: 1. Τα κράτη δρουν εντός ενός άναρχου διεθνούς συστήματος 2. Τα κράτη είναι ορθολογικοί δρώντες 3. Η διεθνής αναρχία (έλλειψη παγκόσμιας ρυθμιστικής εξουσίας) δημιουργεί στα κράτη ανασφάλεια σχετικά με την επιβίωση και τα συμφέροντά τους και τις προθέσεις των άλλων κρατών 4. Η ανασφάλεια αυτή υποχρεώνει τα κράτη να αναζητήσουν την μεγιστοποίηση της ισχύος τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωση και τα συμφέροντά τους έναντι των υπολοίπων κρατών 5. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους των κρατών βασίζεται σε ορθολογικούς υπολογισμούς στη βάση της ισχύος και δεν επηρεάζεται από ηθικούς ή άλλους μη υλικούς παράγοντες (Πλατιάς, Α., 1999).

Η έμφαση του ρεαλισμού στην ορθολογικότητα των κρατών και την πολιτική στη βάση υπολογισμών ισχύος τον οδηγεί στο να μη δίνει ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο της ιδεολογίας και γενικότερα των εσωτερικών παραγόντων στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής.

[2] Στην Ιταλία, μετά τον Α’ Παγκόσμιο, προέκυψε δριμεία οικονομική κρίση, με δραματική αύξηση του πληθωρισμού και της ανεργίας. Ο πληθυσμός ήταν επίσης απογοητευμένος από τα λίγα εδαφικά κέρδη που αποκόμισε η χώρα μετά τον πόλεμο, παρά τις τεράστιες θυσίες. Έλαβαν χώρα εκτεταμένες απεργιακές κινητοποιήσεις και καταλήψεις γαιών στην ύπαιθρο από τους εργάτες των πόλεων και τους αγρότες. Τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα αδυνατούσαν να ελέγξουν την έκρυθμη κατάσταση. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύθηκε το Φασιστικό Κόμμα του Μπενίτο Μουσολίνι, η βίαιη δράση του οποίου έδωσε την εντύπωση στην πολιτική και οικονομική ελίτ πως μπορούσε να επαναφέρει τη χώρα σε τάξη και αποτελούσε έναν αξιόπιστο σύμμαχο εναντίον των κομμουνιστών. Με αφορμή την γενική απεργία του Αυγούστου του 1922, το Φασιστικό Κόμμα κινητοποιήθηκε και τον Οκτώβριο πραγματοποίησε την «Πορεία προς τη Ρώμη», καταλαμβάνοντας την εξουσία με την ανοχή τόσο των πολιτικών δυνάμεων όσο και του βασιλιά. Οι ομοιότητες με την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ και τον Μεταξά είναι προφανείς. (Κολιόπουλος, I., 2001:341-343)

[3] Βλ. κεφ. 3.1.1

[4] Το 1921 η συμμαχική επιτροπή για τις γερμανικές αποζημιώσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία είχε συσταθεί στις Βερσαλλίες, κατέληξε το 1921 πως το συνολικό ποσό που όφειλε να πληρώσει η Γερμανία ανερχόταν στα 132 δισεκατομμύρια χρυσά μάρκα. Η αδυναμία της κατεστραμμένης Γερμανίας να αποπληρώσει το υπέρογκο ποσό οδήγησε τον Ιανουάριο του 1923 στην κατάληψη της γερμανικής περιοχής της Ρηνανίας από γαλλικά και βελγικά στρατεύματα, επιφέροντας κατάρρευση της αξίας  του γερμανικού μάρκου και κατακόρυφη αύξηση του πληθωρισμού (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:265).

[5] Με το «κραχ» του 1929, οι ΗΠΑ διέκοψαν την παροχή βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων δανείων προς τη Γερμανία, οδηγώντας πολλές γερμανικές επιχειρήσεις στην χρεοκοπία. Αποτέλεσμα ήταν η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής, των εξαγωγών και του εθνικού προϊόντος και η δραματική αύξηση της ανεργίας (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:302).

[6] HISTORICAL EXHIBITION PRESENTED BY THE GERMAN BUNDESTAG. (2006). Elections in the Weimar Republic.  Available here

[7] Η πολιτική σταθερότητα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης βασιζόταν στη συνύπαρξη και συνεργασία των Σοσιαλδημοκρατών με το κεντρώο Λαϊκό Κόμμα. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι σοσιαλδημοκράτες απαιτούσαν αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, ενώ το Λαϊκό Κόμμα διαφωνούσε, δημιουργώντας ρωγμές στη συνεργασία των δύο πολιτικών δυνάμεων. Επίσης, τα δύο κόμματα αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που απαιτούνταν για το σχηματισμό  κυβέρνησης συνεργασίας (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:307).

[8] HISTORICAL EXHIBITION PRESENTED BY THE GERMAN BUNDESTAG. (2006). Elections in the Weimar Republic.  Available here

[9] Συγκεκριμένα, το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP) έλαβε ποσοστό 6,2% στις εκλογές του Ιουλίου και 8,9% στις εκλογές του Νοεμβρίου 1932 (Διαθέσιμο εδώ.).

[10] Με αφορμή τον εμπρησμό του Κοινοβουλίου στις 28 Φεβρουαρίου 1933, η κυβέρνηση κατέστειλε πολλά άρθρα του Συντάγματος που προστάτευαν τις ατομικές ελευθερίες, ενώ οι Ναζί εξαπέλυσαν ένα κύμα αχαλίνωτης βίας και τρομοκρατίας εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Σε αυτό το κλίμα, διεξήχθησαν εκλογές στις 5 Μαρτίου του 1933, στις οποίες το NSDAP έλαβε ποσοστό 43,9%. Στις 23 Μαρτίου, εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο η Πράξη Νομιμοποίησης, η οποία έδινε τη δυνατότητα στη κυβέρνηση να νομοθετεί χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση, καταργώντας ουσιαστικά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ασκώντας τρομοκρατία, το NSDAP εξανάγκασε όλα τα υπόλοιπα κόμματα σε διάλυση και στις 14 Ιουλίου απαγορεύθηκε επίσημα η ύπαρξη άλλων κομμάτων πέραν του NSDAP, ξεκινώντας την περίοδο της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας (Passant, E. et al., 1959:164).

[11] Ο Ερνστ Ρεμ, επικεφαλής των SA, επιθυμούσε την υποκατάσταση του εθνικού στρατού από τα SA και τη ριζοσπαστική συνέχιση της εθνικοσοσιαλιστικής «κοινωνικής επανάστασης». Αυτό ήταν ανεπίτρεπτο για τον Χίτλερ, του οποίου η άνοδος και η παραμονή στην εξουσία βασίστηκε στην υποστήριξη των ελίτ και του στρατού (Passant, E. et al., 1959:195)

[12] Ιωάννης Μεταξάς – Σταδιοδρομία. Διαθέσιμο εδώ.

[13] Βλ. κεφ. 3.2.1

[14] Αυτό οφείλονταν κυρίως στον πρωταγωνιστικό στρατιωτικό ρόλο του Κωνσταντίνου στους Βαλκανικούς Πολέμους και την επακόλουθη ταύτισή του στη λαϊκή αντίληψη με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015)

[15] Με τον όρο «κρατικοδίαιτη τάξη» εννοείται η κυρίαρχη ολιγαρχική μερίδα τη οικονομικής ελίτ κατά τον 19ο αιώνα, που σχηματίστηκε κυρίως μέσω κρατικών δανείων, επιχορηγήσεων και δημόσιων έργων. Μαζί με άλλα κοινωνικά στρώματα που εναντιώνονταν στον αστικό εκσυγχρονισμό, η τάξη αυτή συσπειρώθηκε γύρω από το βασιλιά, ελκυόμενη από το αντιφιλελεύθερο και αυταρχικό πρωσικό πρότυπο (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:246-247).

[16] Ο Μεταξάς διαφωνούσε με τη στρατιωτική εμπλοκή στη Μικρά Ασία, την επιτυχία της οποίας θεωρούσε ανέφικτη (Τσιριγώτης, Δ., 2013).

[17] Η παλινόρθωση της βασιλείας εγκρίθηκε με ποσοστό 98%, σε κλίμα βίας και πολιτικών διώξεων (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:76).

[18] Σαν Σήμερα. Σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα, Το κείμενο της συμφωνίας. Διαθέσιμο εδώ.

[19] Το « Ιδιώνυμο» (Νόμος 4229) ήταν νόμος που απαγόρευε την προσπάθεια εφαρμογής ιδεών η οποία στόχευε στην βίαιη ανατροπή του κοινωνικού συστήματος ή την «απόσπαση μέρους εκ του όλου της επικρατείας», στοχεύοντας στο ΚΚΕ και τη θέση του περί δημιουργίας ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:58).

[20] Nazi Conspiracy and Aggression. Volume IV. Office of the United States Chief Counsel for Prosecution of Axis Criminality. Washington, DC : United States Government Printing Office,1946. USMARC Cataloging Record. Available here.

[21] Χαρακτηριστικά, η προπαγάνδα περί «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού», η δημιουργία των Ταγμάτων Εργασίας  ρύθμιση των αγροτικών χρεών, με ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης και η ίδρυση  του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:85).

[22] Nazi Conspiracy and Aggression. Volume IV. Office of the United States Chief Counsel for Prosecution of Axis Criminality. Washington, DC : United States Government Printing Office,1946. USMARC Cataloging Record. Available here.

[23] Τον Ιούλιο του 1934 ο Αυστριακός Καγκελάριος Ντόλφους δολοφονήθηκε από ναζιστές. Η Ιταλία αντέδρασε άμεσα, λόγω της ανησυχίας της για ενδεχόμενη προσάρτηση της Αυστρίας από τη Γερμανία, η οποία θα δημιουργούσε κοινά σύνορα ανάμεσα στην Ιταλία και τη Γερμανία. Το ενδεχόμενο αυτό θεωρούνταν από τον Μουσολίνι σοβαρότατη στρατηγική απειλή εναντίον της Ιταλίας (Weiss, J., 2009:198).

[24] Yale Law School. (2008). Anti-Comintern Pact. Available here.

[25] Yale Law School. (2008). Hossbach Memorandum. Available here.

[26] Συγκεκριμένα, ο Στάλιν απαίτησε η ανατολική Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και η Φινλανδία να υπαχθούν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής (Κολιόπουλος, Ι., 2001:371-372).

[27] Yale Law School. (2008). Treaty of Nonaggression Between Germany and the Union of Soviet Socialist Republics. Available here.

[28] Η Βουλγαρία, μετά την ήττα της στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, επιδίωκε την αναδιαμόρφωση-αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος της νότιας Βαλκανικής προς όφελος της και εις βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας (Τσιριγώτης, Δ., 2013).

[29] SLpress.gr. (2018). Η παράδοση του Ρούπελ και η λεηλατητική κατοχή του κράτους. Διαθέσιμο εδώ.

[30] ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΦΡΟΝΩΝ. Διαθέσιμο εδώ.

[31] SLpress.gr. (2018). Ιωάννης Μεταξάς – Το καταδικασμένο γεωστρατηγικό εγχείρημα. Διαθέσιμο εδώ.

[32] SLpress.gr. (2018). Ιωάννης Μεταξάς – Το καταδικασμένο γεωστρατηγικό εγχείρημα. Διαθέσιμο εδώ.


Βιβλιογραφία

Passant, E., Henderson, W., Child, G. and Watt, D. (1959). A Short History of Germany, 1815-1945. London: Cambridge University Press.

Paxton, R. (1998). The Five Stages of Fascism. The Journal of Modern History, [online] 70(1), pp.1-23. Available here. [Accessed 30 Jan. 2019].

Weiss, J. (2009). Συντηρητισμός και Ριζοσπαστική Δεξιά: Παραδοσιοκρατία, Αντίδραση και Αντεπανάσταση στην Ευρώπη 1770-1945. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Θύραθεν.

Κολιόπουλος, Ι. (2001). Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, 1789-1945: Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ.

Κονδύλης, Π. (2012). Ισχύς και Απόφαση. Αθήνα: στιγμή.

Μαυρογορδάτος, Γ. (1996). Εθνικός Διχασμός και Μαζική Οργάνωση: Οι Επίστρατοι του 1916. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Μαυρογορδάτος, Γ. (2017). Μετά το 1922: Η Παράταση του Διχασμού. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Μαυρογορδάτος, Γ. (2015). 1915: Ο Εθνικός Διχασμός. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Μεταξάς, Ι. (1980). Μεταξάς: Το Προσωπικό του Ημερολόγιο. Αθήνα: ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ.

Παπαδημητρίου, Δ. (2014). Οι Eπίστρατοι στα χρόνια του πρώτου πολέμου: πολιτική βία και ακροδεξιές συμπεριφορές. Αρχειοτάξιο, [online] 16, pp.13-23. Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

Πλατιάς, Α. (1999). Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκυδίδη. Αθήνα: ΕΣΤΙΑ.

Τσακαλογιάννης, Π. (1990). Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ιστορία: Από τη Βαστίλη στο Τείχος του Βερολίνου 1789-1989. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Τσιριγώτης, Δ. (2013). Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία: Διεθνείς Σχέσεις και Διπλωματία. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.

Χίτλερ, Α. (2006). Ο Αγών μου. Αθήνα: ΑΘΗΝΑ.

Τσομπάνης, Α. (2016). Γερμανία και Βαλκάνια, 1933-1941: Η Άνοδος του Χίτλερ στην Εξουσία και οι Αντιδράσεις των Βαλκανικών Κρατών. Αθήνα: INWRITE.GR.

HISTORICAL EXHIBITION PRESENTED BY THE GERMAN BUNDESTAG. (2006). Elections in the Weimar Republic.  Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

Ιωάννης Μεταξάς – Σταδιοδρομία. Διαθέσιμο εδώ.  [Accessed 25 Feb. 2019].

Σαν Σήμερα. Σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα, Το κείμενο της συμφωνίας. Διαθέσιμο εδώ. [Accessed 25 Feb. 2019].

Nazi Conspiracy and Aggression. Volume IV. Office of the United States Chief Counsel for Prosecution of Axis Criminality. Washington, DC : United States Government Printing Office,1946. USMARC Cataloging Record. Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

Yale Law School. (2008). Anti-Comintern Pact. Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

Yale Law School. (2008). Hossbach Memorandum. Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

Yale Law School. (2008). Treaty of Nonaggression Between Germany and the Union of Soviet Socialist Republics. Available here. [Accessed 25 Feb. 2019].

SLpress.gr. (2018). Η παράδοση του Ρούπελ και η λεηλατητική κατοχή του κράτους. Διαθέσιμο εδώ. [Accessed 25 Feb. 2019].

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΦΡΟΝΩΝ. Διαθέσιμο εδώ. [Accessed 25 Feb. 2019].

SLpress.gr. (2018). Ιωάννης Μεταξάς – Το καταδικασμένο γεωστρατηγικό εγχείρημα. Διαθέσιμο εδώ. [Accessed 25 Feb. 2019]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: