«Η φτώχεια δεν είναι έγκλημα»: Ο νόμος για την ποινικοποίηση των αστέγων στην Ουγγαρία

Scroll down to content

από την Τόνια Γεωργακοπούλου, ερευνήτρια της ομάδας «Κοινωνικά & Ανθρωπιστικά Ζητήματα»

Στην παρούσα έρευνα μελετάται ο νγόμος για την ποινικοποίηση των αστέγων στην Ουγγαρία σε συνδυασμό με τη θεωρία του Zygmunt Bauman, όπως αυτή παρουσιάζεται στο βιβλίο του «Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι» με τίτλο «Φτωχός σημαίνει εγκληματίας». Σκοπός της έρευνας είναι να αναδείξει, πώς μια πρόσφατη πολιτική απόφαση μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από μια κοινωνιολογική προσέγγιση βασισμένη στον τρόπο λειτουργίας των καταναλωτικών κοινωνιών κατά την περίοδο της μετανεωτερικότητας. Μέσα από αυτήν την ερμηνεία αναδεικνύεται, πως η ποινικοποίηση των αστέγων μπορεί να αποβλέπει σε πολιτικές χειραγώγησης των μαζών με σκοπό τη δημιουργία αισθημάτων, όπως είναι η ανάγκη για ασφάλεια έναντι κάποιου εσωτερικού κινδύνου, ο φόβος και το μίσος απέναντι στο διαφορετικό. Τέλος, γίνεται μια επισκόπηση, όσον αφορά τις ακραίες πολιτικές που ακολουθεί το εθνικιστικό κόμμα της Ουγγαρίας και το πώς αυτές θίγουν βασικές ανθρωπιστικές και δημοκρατικές αξίες. Η μεθοδολογία που υιοθετήθηκε, βασίζεται τόσο στην εκτενή ενημέρωση περί του νόμου που ορίστηκε για την ποινικοποίηση των αστέγων, όσο και στη μελέτη του συνολικού έργου του Bauman σχετικά με τις θεωρίες του για τον κοινωνικό αποκλεισμό στο πλαίσιο των καπιταλιστικών και καταναλωτικών κοινωνιών. Εν τέλει, γίνεται μια προσπάθεια συσχέτισης μιας τόσο επίκαιρης θεωρίας με τα σύγχρονα τεκταινόμενα και εξαγωγής ερμηνευτικών συμπερασμάτων, μέσα από μια κοινωνιολογική σκοπιά.

Το ιστορικό υπόβαθρο

Τον Απρίλιο του 2012, η κυβέρνηση Fidesz της Ουγγαρίας με αρχηγό κόμματος τον Viktor Mihály Orbán εισήγαγε έναν νόμο, ο οποίος απαγόρευε την ύπαρξη αστέγων σε δημόσιους χώρους. Αυτό σήμαινε, πως όσοι άστεγοι εξακολουθούσαν να μένουν στους δρόμους, ύστερα από την υιοθέτηση του νόμου, θα έρχονταν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, αναγκαζόμενοι είτε να πληρώσουν πρόστιμο είτε να φυλακιστούν. Ωστόσο, ύστερα από έντονες αντιδράσεις, τον Νοέμβρη του ίδιου έτους το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τον νόμο ως αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με το Human Rights Watch, κατά το διάστημα μεταξύ της εφαρμογής και της εν τέλει απόρριψης του νόμου πάνω από 2.000 άστεγοι πλήρωσαν πρόστιμο στο κράτος.

Τον Μάρτιο του 2013, η κυβέρνηση εισήγαγε περαιτέρω αλλαγές στο σύνταγμα της χώρας, περιορίζοντας την εξουσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει βασικές διατάξεις του συντάγματος, ενώ παράλληλα πρόσθεσε διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την ποινικοποίηση των αστέγων. Έτσι, τον Ιούνιο του 2018, η ίδια κυβέρνηση υπερψήφισε την εκ νέου εφαρμογή του ίδιου νόμου. Από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ισχύει η ποινικοποίηση των αστέγων, ενώ οι ποινές που προβλέπεται να αντιμετωπίσουν οι «παραβάτες» είναι η συμμετοχή σε δημόσια έργα, η πληρωμή προστίμου και η φυλάκιση.

Η θέση της κυβέρνησης και η κριτική απέναντι στον νόμο

Η εφαρμογή του νόμου για την ποινικοποίηση των αστέγων έχει εγείρει έντονη κριτική και σφοδρές αντιδράσεις τόσο από τους ίδιους τους πολίτες, όσο και από ειδήμονες επί του θέματος, μέλη από ΜΚΟ και άλλες οργανώσεις. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση εξακολουθεί τη ρητορική, όσον αφορά τις ευεργετικές συνέπειες της νέας της πολιτικής αφενός για τους ίδιους τους άστεγους, αφετέρου για το δημόσιο καλό. Στην ουσία, το μήνυμα, που περνά η κυβέρνηση, είναι πως η ποινικοποίηση των αστέγων «θα σώσει ζωές», καθώς αυτοί θα βρεθούν σε κρατικά ιδρύματα και θα πάψουν να μένουν στο δρόμο. Ωστόσο, υπάρχουν έντονες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του νόμου, καθώς η κυβέρνηση διαθέτει χώρους για 11.000 άστεγους, ενώ αυτοί ξεπερνούν τους 30.000.

Στον αντίποδα βρίσκεται μια μεγάλη μερίδα πολιτών και ειδημόνων, οι οποίοι κατακρίνουν τον νόμο αυτό, χαρακτηρίζοντάς τον ως απάνθρωπο και μη πρακτικό. Ακτιβιστές της ομάδας “The City is for All”, που υποστηρίζει και δρα για τους άστεγους, επισημαίνουν, πως τέτοιου είδους πολιτικές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να ανταποκριθούν θετικά ως προς την επίλυση του προβλήματος των αστέγων. Η Tessza Udvarhelyi, ακτιβίστρια της προαναφερθείσας ομάδας, καταγγέλλει σε συνέντευξή της πως η κυβέρνηση δεν έχει περάσει κανέναν νόμο που να υποστηρίζει ουσιαστικά τους ανθρώπους αυτούς. Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση βοηθά τους πλούσιους και δεν κάνει τίποτα απολύτως για να προλάβει την πρόκληση φτώχειας ή έστω να προσφέρει κατάλληλα καταλύματα για τους άστεγους», επισημαίνει η ίδια.   Αντιστοίχως, ο πολιτικός και ακαδημαϊκός Robert G. Marbut, ιδρυτής του Marbut Consulting, τονίζει πως ένας τέτοιος νόμος δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία και πως μάλλον αποτελεί κάποιο «πολιτικό κόλπο», το οποίο, όμως, θα έχει ως αποτέλεσμα γεμάτες φυλακές, διαρκείς ποινικές υποθέσεις και εν τέλει την επιστροφή των ανθρώπων στο δρόμο. «Δεν μπορείς να καταπολεμήσεις έτσι τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος της έλλειψης στέγασης», ο ίδιος επισημαίνει. Το σημαντικό είναι η κυβέρνηση της Ουγγαρίας να εφαρμόσει μέτρα, τα οποία θα αποτρέπουν τέτοιου είδους ταξικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς, και όχι να προσθέτει στο προφίλ των αστέγων και την ταμπέλα του εγκληματία.

Η ερμηνεία του νόμου και των σκοπών του μέσα από τη θεωρία του Zygmunt Bauman

Ιδιαίτερη σημασία έχει να εξεταστούν ερμηνευτικά τόσο ο νόμος ως προς το περιεχόμενό του και το “target group” του όσο και οι πολιτικοκοινωνικοί σκοποί, που πρόκειται να ικανοποιήσει. Πιο συγκεκριμένα, η ρητορική της παρούσας κυβέρνησης φαίνεται να στοχοποιεί ευάλωτες και αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες με σκοπό τη δημιουργία εξωτερικών και εσωτερικών εθνικών εχθρών.

Ο Zygmunt Bauman εμβάθυνε σημαντικά στο έργο του σε θέματα που σχετίζονται μεταξύ άλλων με την ανισότητα, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την κουλτούρα της κατανάλωσης στο πλαίσιο της μετανεωτερικής κοινωνίας. Η τάξη των παριών[1] ως έννοια χρησιμοποιείται στο έργο του για την αναφορά σε ανθρώπους που είναι ορατοί και αξιοπρόσεκτοι κυρίως επειδή προκαλούν φόβο° γιατί είναι επίφοβοι. Ο ρόλος του φόβου και του κινδύνου παρέχει ένα ευρύ πεδίο για αλλεπάλληλους «ηθικούς πανικούς», επιτρέποντας στον διαχυμένο τρόμο να εστιάζεται σε ένα στόχο, ο οποίος είναι καθησυχαστικός απλώς και μόνο επειδή είναι συγκεκριμένος. Ταυτόχρονα, μην έχοντας κάπου αλλού να ριζώσει, ο κίνδυνος πρέπει να εγκατασταθεί στο εσωτερικό της κοινωνίας και να βλαστήσει σε ντόπιο έδαφος. Στο σημείο αυτό, ο Bauman επισημαίνει πως ακόμα και αν δεν υπήρχε η τάξη των παριών, μάλλον θα έπρεπε να εφευρεθεί και καταλήγει πως στην πραγματικότητα συνέβη αυτό ακριβώς.

Ο Bauman αναφέρει στο έργο του πως «οι απειλές είναι οι προβολές των εσωτερικών αμφιβολιών της ίδιας της κοινωνίας για τους τρόπους και τα μέσα που χρησιμοποιεί, για τον τρόπο με τον οποίο βιώνει και διαιωνίζει το βίο της». Αυτό εξηγείται, δεδομένου ότι κάθε μορφή κοινωνικής τάξης παράγει κάποιες αναπαραστάσεις για τους κινδύνους, που απειλούν την ταυτότητά της. Οι κίνδυνοι αυτοί κατασκευάζονται σύμφωνα με τα μέτρα της κοινωνικής τάξης, που επιδιώκει την επιτυχία, και ως πιστά κατοπτρικά είδωλα της κοινωνίας που τους παράγει. Ο Bauman παραλληλίζει την περιρρέουσα αίσθηση των κοινωνιών που δεν είναι σίγουρες για τον τρόπο επιβίωσης και ύπαρξης τους με τη νοοτροπία που αναπτύσσεται μέσα σε ένα πολιορκημένο κάστρο. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται πως «οι εχθροί που πολιορκούν τα τείχη της είναι δημιουργήματά της, οι δικοί της «εσωτερικοί δαίμονες», οι καταπιεσμένοι περιρρέοντες φόβοι, οι οποίοι διαποτίζουν την καθημερινή της ζωή, την «κανονικότητά» της». Στοχεύοντας, όμως, σε μια καλύτερη κοινωνική πραγματικότητα, οι εχθροί αυτοί πρέπει «να πεταχτούν έξω από τη βιωμένη καθημερινότητα» και να μεταβληθούν σε ένα «ξένο σώμα», σε έναν χειροπιαστό εχθρό, πολέμιο της κοινωνίας.

Εφόσον μιλάμε για σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, η έννοια της κατανάλωσης δε θα μπορούσε να απουσιάζει στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε τις αιτίες και τις μεθόδους αποκλεισμού των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, πόσο μάλλον των φτωχών και των αστέγων. Συνεπώς, προκύπτει λογικά οι σαγηνευτικές τεχνικές της αγοράς και της καταναλωτικής κουλτούρας να αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που ταυτόχρονα εξισώνουν και διαχωρίζουν. Δεδομένου πως η κατανάλωση είναι ο σκοπός στο πλαίσιο τέτοιων κοινωνιών, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας των διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν τις σύγχρονες καταναλωτικές επιταγές και εκείνων που τις γνωρίζουν, αλλά δε δύνανται ή δε θέλουν να τις ενστερνιστούν. Οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν καθημερινά το εκθαμβωτικό θέαμα όσων μπορούν, αντιλαμβανόμενοι ταυτόχρονα πως πλέον η ευτυχία, ίσως ακόμα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξαρτάται από την καταναλωτική δύναμη του ατόμου, από την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Εκείνους, που δεν μπορούν να συγχρονιστούν με το νέο δόγμα, ο Bauman τους ονομάζει «ατελείς καταναλωτές», καθώς αυτοί εκλαμβάνονται από την κοινωνία ως τέτοιοι και άρα περιθωριοποιούνται.

Παρομοιάζοντας την καταναλωτική κουλτούρα με ένα παιχνίδι, ο Bauman αναφέρει πως σε μια καταναλωτική κοινωνία που καθοδηγείται από την αγορά, ο αφοπλισμός, η αποδυνάμωση και η κατάπνιξη των ανολοκλήρωτων παικτών είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στην προσπάθεια ενσωμάτωσης μέσω της σαγήνης. Το παιχνίδι ωφελείται από την ασταμάτητη παραγωγή ανολοκλήρωτων παικτών, ή αλλιώς «αποβλήτων», σύμφωνα με τη μεταφορά του Bauman, για έναν λόγο: σε αυτούς που παραμένουν στο παιχνίδι πρέπει να φανερώνεται η τρομακτική όψη της εναλλακτικής λύσης, με σκοπό να τους καταστήσει ικανούς και πρόθυμους να υπομένουν τις κακουχίες και τις εντάσεις που εγκυμονούνται για τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Παράλληλα ο Bauman αναγνωρίζει ως συνέπεια του ίδιου του παιχνιδιού τη μιζέρια αυτών που μένουν έξω. Οι ”επικίνδυνες τάξεις” επανακαθορίζονται ως εγκληματικές, καθώς η γκετοποίηση των ατελών καταναλωτών και η προσπάθεια μετατροπής τους σε εγκληματίες, η σφοδρότητα των δεινών που ενσκήπτουν πάνω τους, η ωμότητα της τιμωρού μοίρας τους είναι -μιλώντας μεταφορικά- τρόποι εξορκισμού και καύσης ομοιωμάτων αυτών των εσωτερικών δαιμόνων. “ Όσο πιο ισχυροί γίνονται οι εσωτερικοί δαίμονες τόσο πιο ακόρεστη γίνεται η επιθυμία των πολιτών να δουν το έγκλημα να τιμωρείται και να αποκαθίσταται η δικαιοσύνη”, αναφέρει. Σύμφωνα με τον Herbert Gans, ”τα αισθήματα που τρέφουν οι πιο τυχερές τάξεις για τους φτωχούς είναι ένα μείγμα φόβου, θυμού και αποδοκιμασίας, αλλά ο φόβος είναι μάλλον το πιο σημαντικό στοιχείο σε αυτό το μείγμα”.

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, μια πολέμια ρητορική έναντι ευάλωτων ομάδων και μειονοτήτων δεν αρκεί να τη μεταφράσουμε ως μια απλή έκφραση ρατσισμού, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από το κυβερνών κόμμα. Η ποινικοποίηση των φτωχών, στην προκειμένη περίπτωση, ερμηνεύεται και ως μια προσπάθεια δαιμονοποίησης αυτών σαν κάτι μιασμένο, επικίνδυνο και άχρηστο για την υπόλοιπη κοινωνία. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η κυβέρνηση της Ουγγαρίας επιθυμούσε πράγματι “να σώσει τις ζωές των αστέγων”, όπως επικαλείται, θα μπορούσε να λάβει μέτρα πρόληψης για την αύξηση του ποσοστού των φτωχών και -συνεπώς- των αστέγων. Αντ’ αυτού, επιλέγει τον στιγματισμό τους ως εγκληματίες, παράνομους και επικίνδυνους. Στο όνομα μιας “ομορφότερης πόλης” στοιβάζει δεκάδες χιλιάδες αστέγων σε ακατάλληλους χώρους, κρύβοντάς τους έτσι από την κοινή θέα, για να εμπνεύσει ένα αίσθημα ασφάλειας και ανάπτυξης. Καμιά ουσιαστική ανάπτυξη, ωστόσο, δεν επήλθε περιθωριοποιώντας ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, μια ανεπιθύμητη μεν, όπως αναδείχθηκε παραπάνω, τάξη, η προστασία και η ενίσχυση της οποίας, όμως, θα έπρεπε κατ’ αρχήν να αποτελεί μέλημα της εκάστοτε κυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά, αν εστιάσουμε στην πολιτική που ακολουθεί το κυβερνόν κόμμα της Ουγγαρίας, θα διαπιστώσουμε, πως μάλλον οι άστεγοι δεν πρόκειται να προστατευθούν πολλώ δε μάλλον να αποκατασταθούν. Η ακροδεξιά πολιτική του Viktor Mihály Orbán θέτει στο στόχαστρο κι άλλες ευάλωτες ομάδες, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, με σκοπό τον ολοκληρωτικό και με κάθε μέσο αποκλεισμό τους από την ουγγρική κοινωνία. Για την αντιμεταναστευτική της πολιτική και για τα σκληρά μέτρα ενίσχυσης αυτής, η Ουγγαρία ήρθε αντιμέτωπη με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με την ενεργοποίηση του άρθρου 7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, που αφορά στην καταπάτηση του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο των κανόνων της Ε.Ε.. Η λαϊκίστική και ακροδεξιά πολιτική και ρητορεία της ουγγρικής κυβέρνησης τείνει να καταπατά διαρκώς τα ανθρώπινα δικαιώματα με πρόσφατο παράδειγμα την καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων. Ο νέος εργατικός νόμος, που προ ημερών ψηφίστηκε, επιτρέπει στους εργοδότες να απαιτήσουν μέχρι και 400 ώρες υπερωριακής απασχόλησης ετησίως, και σύμφωνα με τους επικριτές του εισάγει συνθήκες δουλείας. Παράλληλα υπερψηφίστηκε νέος νόμος περί θεσπίσεως διοικητικών δικαστηρίων, που θα υπάγονται στην κυβέρνηση και θα επιλαμβάνονται ευαίσθητων θεμάτων, όπως ο εκλογικός νόμος, οι διαμαρτυρίες και θέματα διαφθοράς.

Τα προαναφερθέντα δεδομένα σκιαγραφούν επαρκώς τη στρατηγική εξωτερική και εσωτερική πολιτική που υιοθετεί το εθνικιστικό κόμμα Fidesz δημιουργώντας πόλωση τόσο στο εσωτερικό της ουγγρικής κοινωνίας όσο και στο εξωτερικό (σχέσεις Ουγγαρίας και Ε.Ε.). Αυτό που απορρέει από τη μελέτη τέτοιων καταστάσεων είναι η ανάγκη για άμεση και μαζική αντίσταση. Πέρα από τους κανόνες της Ε.Ε., είναι εμφανές πως αυτή τη στιγμή στην Ουγγαρία επιβάλλονται νόμοι που καταπατούν τις ανθρωπιστικές και δημοκρατικές αξίες, σε μια εποχή που μία ενίσχυση αυτών θα βοηθούσε, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, στην καταπολέμηση κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων, όπως το μεταναστευτικό – προσφυγικό, η ανισότητα και η άνοδος της ακροδεξιάς.


[1] Ο Bauman υιοθετεί στο έργο του την ερμηνεία που δίνει ο συνάδελφός του Herbert J. Gans για την έννοια της τάξης των παριών. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται πως αυτός ο ορισμός που βασίζεται στη συμπεριφορά συμπεριλαμβάνει στην ίδια λέξη τους φτωχούς ανθρώπους που εγκαταλείπουν το σχολείο, αυτούς που δεν εργάζονται και από τις νεαρές γυναίκες,όσες έχουν παιδιά χωρίς το πλεονέκτημα του γάμου και λαμβάνουν προνοιακές παροχές. Η συμπεριφορική τάξη των παριών συμπεριλαμβάνει επίσης τους άστεγους, τους ζητιάνους και τους επαίτες, τους φτωχούς εθισμένους στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά και τους εγκληματίες του δρόμου. Επειδή ο όρος είναι ελαστικός, οι φτωχοί άνθρωποι που ζουν σε δημόσια οικίστικά συγκροτήματα, οι παράνομοι μετανάστες και τα μέλη νεανικών συμμοριών συχνά καταγράφονται και αυτοί σε αυτή την τάξη. Πράγματι, η ίδια ελαστικότητα αυτού του συμπεριφορικού ορισμού τού επιτρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον στιγματισμό των φτωχών είναι αυτό που προσφέρεται στον όρο τη δυνατότητα να γίνει μια ετικέτα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στιγματίσει τους φτωχούς, ανεξάρτητα από την πραγματική τους συμπεριφορά.


Βιβλιογραφία

[1] Bauman Z., (2002), Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι, Αθήνα, Εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σ. 184, 201, 203-206, 210.

[2] Human Rights Watch, (2013), Wrong Direction on Rights Assessing the Impact of Hungary’s New Constitution and Laws, Human Rights Watch. [online] Available here.Retrieved from http//….etc.

[3] Nicholls S., (2018), Hungary Homeless ban ‘will save lives’, Euronews. [online] Available here.

[4] Rahim Z., (2018), Hungary brings in ban on rough sleeping, The Independent. [online] Available here.

[5] The Newsmakers, (2018), Hungary wants to end homelessness, by banning sleeping on the streets, will it work?, The Newsmakers. [online] Available here.

[6] Gans, Herbert J. The Uses of Poverty: The Poor Pay All. Social Policy July/August 1971: pp. 20-24.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: