από τη Κωνσταντίνα Μπριόλα, ερευνήτρια της ομάδας «Κοινωνικά & Ανθρωπιστικά Ζητήματα»

Η εύρυθμη λειτουργία ενός οργανισμού είναι ένας από τους σημαντικούς στόχους της διοίκησης. Βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν σημαντικά στην ομαλή λειτουργία ενός οργανισμού είναι η επικοινωνία και η συνεργασία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, εφόσον αποτελούν θεμέλιο λίθο στην μεταξύ τους σχέση. Η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων-του ιατρού και του ασθενή- είναι ζωτικής σημασίας για την σωστή διάγνωση, την κατάλληλη δοσολογία φαρμάκων και την εξασφάλιση της συμμόρφωσης του ασθενούς με μια θεραπεία αγωγή. Είναι μια διαδραστική διαδικασία ανταλλαγής σκέψεων, συναισθημάτων και άλλων μηνυμάτων που αναπόφευκτα συμβαίνουν κάθε φορά που υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων.

Η εκπόνηση της ερευνητικής αυτής μελέτης βασίστηκε αποκλειστικά σε εκτεταμένη βιβλιογραφική έρευνα. Έγινε χρήση άρθρων και βιβλίων, προερχόμενων από αναγνωρισμένες ηλεκτρονικές πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, όπως είναι αυτές του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αλλά και αγορασμένων ακριβώς για τον σκοπό της έρευνας.

Στο κύριο μέρος της μελέτης παρουσιάζονται: Η σημασία και τα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας στον χώρο της υγείας, τα εμπόδια στην επικοινωνία των εργαζομένων, τα εμπόδια στην επικοινωνία ιατρικού προσωπικού-ασθενή, και τα μέτρα για την αποτελεσματική επικοινωνία. Στο τέλος παρουσιάζονται τόσο τα συμπεράσματα όσο και οι βιβλιογραφικές παραπομπές.

Η σημασία και τα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας στον χώρο της υγείας

Κατά κοινή ομολογία, η επικοινωνία είναι το συστατικό στοιχείο που χαρακτηρίζει όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Αποτελεί μια διαδικασία, η οποία για να πραγματοποιηθεί προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πομπού, ενός δέκτη και την μετάδοση/ανταλλαγή μηνυμάτων. Η διαδικασία της επικοινωνίας αρχίζει από την στιγμή που ο πομπός κωδικοποιεί αυτό που θέλει να μεταβιβάσει- είτε με λεκτικό, είτε με μη λεκτικό τρόπο- σχηματίζοντας στο τέλος ένα μήνυμα. Το είδος των πληροφοριών που ενυπάρχουν μέσα στο μήνυμα κωδικοποιούνται, εν τέλει, από τον δέκτη. Ωστόσο, τα μηνύματα δεν εμπεριέχουν πάντα ένα κοινό νόημα και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Υπάρχει το ενδεχόμενο είτε ο πομπός να κωδικοποιεί τις εκάστοτε πληροφορίες ανάλογα με τις αντιλήψεις και τις ανάγκες που έχει εκείνη την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είτε να αλλοιώνεται το μήνυμα κατά την μεταφορά του από τρίτα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, η επικοινωνία είναι μια δυναμική διαδικασία, όπου για να υπάρξει μια “διαυγή” επικοινωνία ο αποστολέας θα πρέπει να γνωρίζει τι είναι ικανός ο παραλήπτης να δει και να ακούσει.

Η διαδικασία περιπλέκεται όταν κάνουμε λόγο για σύνθετους οργανισμούς, όπως είναι τα νοσοκομεία. Η ανάγκη συντονισμού πολλών και διαφορετικών δραστηριοτήτων, η λήψη αποφάσεων, η διεπιστημονική συνεργασίας, καθώς και η επιτακτική ανάγκη παροχής υψηλής ποιότητας υπηρεσιών σπρώχνει τα άτομα στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση, με σκοπό να  επιτευχθούν κλινικοί και διοικητικοί στόχοι.

 Για πρώτη φορά, το ζήτημα της επικοινωνίας στην υγεία αναφέρθηκε σε ένα κεφάλαιο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (USA)’s Healthy People 2010, κάνοντας λόγο για την εξαιρετική σημασία που έχει στον υγειονομικό χώρο. Η επικοινωνία στον τομέα της υγείας θεωρείται ότι έχει σημασία για σχεδόν κάθε πτυχή της υγείας και της ευημερίας. Μάλιστα, η συνεργασία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας (ιατρικό προσωπικό) και μη επαγγελματιών υγείας (ασθενείς), συμβάλουν στην εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης των ασθενειών, της προαγωγής της υγείας και της ποιότητας ζωής.

Η κακή επικοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε διάφορες αρνητικά αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα: σε ασυνέχεια της περίθαλψης, συμβιβασμός της ασφάλειας των ασθενών, αναποτελεσματική χρήση πολύτιμων πόροι, δυσαρέσκεια στους ασθενείς, κλπ. Η Joint Commission Center for Transforming Healthcare (2012) έχει εκτιμήσει ότι η κακή επικοινωνία είναι υπεύθυνη για το 80% των σοβαρών ιατρικών σφαλμάτων, αυξάνοντας την ανάγκη για εργαλεία και πρακτικές που υποστηρίζουν τη βελτιωμένη επικοινωνία.

Εμπόδια στην επικοινωνία των εργαζομένων

Στον τομέα της υγείας, η συνεργασία μεταξύ των εργαζομένων ίδιου (ή διαφορετικού) επαγγέλματος και με ίδια (ή διαφορετικά) καθήκοντα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία των υπηρεσιών. Για να υφίσταται καλή συνεργασία θα πρέπει οι υποψήφιοι συνεργάτες να διέπονται από τις ακόλουθες αξίες:

  • αυτογνωσία (δηλαδή να γνωρίζουν καλά το ρόλο τους, τις δυνατότητες τους, τις αρμοδιότητες τους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους)
  • καλοσύνη και πνεύμα συναδελφικότητας
  • ένδειξη σεβασμού μεταξύ των εργαζομένων
  • ευγένεια
  • μετριοφροσύνη, και
  • ανωτερότητα

Όπως στην κοινωνία έτσι και σε έναν εργασιακό χώρο, πέραν από την συνεργασία υπάρχει και σύγκρουση μεταξύ των μελών που τον απαρτίζουν. Αποτελεί κοινό τόπο πως η συνεργασία προωθεί  την συνεργατική δραστηριότητα, παρόλα αυτά, η συνεργασία και η σύγκρουση είναι πανταχού παρούσες και αναπόφευκτα συνυπάρχουν στον κοινωνικό βίο.

Οι συγκρούσεις αποτελούν συχνό φαινόμενο στο χώρο της υγείας. Οι συγκρούσεις δημιουργούνται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ασυμφωνία απόψεων, αξιών και ασυμβατότητα αναγκών και στόχων. Πηγές συγκρούσεων μπορεί να αποτελούν οι ανισότητες στην κατανομή της εξουσίας, η ασάφεια σχετικά με ρόλους και αρμοδιότητες, οι διαφορετικές προσδοκίες και οι προηγούμενες ανεπίλυτες συγκρούσεις.

Σύμφωνα με τον Farell (2001), οι συγκρούσεις που συναντώνται στον χώρο της Νοσηλευτικής, όπου βέβαια μερικές από αυτές συναντώνται και στον Ιατρικό χώρο, μπορεί να οφείλονται:

  • στην καταπίεση του νοσηλευτικού προσωπικού από διάφορα στερεότυπα σχετικά με την ανωτερότητα του “ιατρικού” επαγγέλματος, το οποίο στην συνέχεια οδηγεί σε συγκρούσεις μεταξύ των επαγγελματιών υγείας
  • στην κακομεταχείριση των νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα από τους ιεραρχικά ανώτερους, οδηγώντας στην μελλοντική διαιώνιση της συμπεριφοράς αυτής, και
  • στον σχηματισμό κλειστών ομάδων με κοινά χαρακτηριστικά, το οποίο φυσικά απειλή τόσο την κοινωνικοποίηση των ίδιων των ατόμων, όσο και την επικοινωνία καθεαυτό

Παρόλα αυτά, σε μεγάλα νοσοκομεία όπου οι νοσηλευτές έρχονται σε επαφή με ιατρούς πολλών ειδικοτήτων, παρατηρούνται έντονες συγκρούσεις. Συγκεκριμένα, στον ιατρικό χώρο, η επικοινωνία μεταξύ των εργαζομένων γίνεται είτε προφορικά είτε μέσα από τηλεφωνήματα, σημειώσεις και φύλλα νοσηλείας. Όπως είναι φυσικό, κατά την μεταφορά των πληροφοριών/οδηγιών πολλές φορές είτε δεν γίνονται κατανοητές από τους ίδιους τους εργαζόμενος, είτε μεταφέρονται λάθος. Σε κάθε περίπτωση, η σχέση μεταξύ του πομπού και του δέκτη επηρεάζει την ποιότητα των πληροφοριών αυτών. Αν για παράδειγμα ο νοσηλευτής φοβάται και έχει κακές προηγούμενες εμπειρίες, είναι πιθανό να μην δώσει πολλές πληροφορίες ή να μην ζητήσει και περαιτέρω διευκρινήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνται προβλήματα με τις ασαφείς και πολύπλοκες οδηγίες των ιατρών, περιορίζοντας αυτόματα την ισότιμη και ελεύθερη έκφραση.

Ένας άλλος παράγοντας που υπονομεύει την αποτελεσματική επικοινωνία είναι οι δύο ξεχωριστές επαγγελματικές κουλτούρες ιατρών-νοσηλευτών. Οι νοσηλευτές, περνώντας περισσότερο χρόνο με τον ασθενή επικεντρώνονται περισσότερο και στην φροντίδα του ασθενή, δίνοντας παράλληλα βάση στην διεξαγωγή μιας αποτελεσματικής επικοινωνίας με τον ιατρό. Από την άλλη, οι ιατροί δίνοντας μεγαλύτερη βάση στην θεραπεία του ασθενή και όχι στην φροντίδα, ενδιαφέρονται περισσότερο για την λήψη δομημένων πληροφοριών από τους νοσηλευτές.

Στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, ο ρόλος του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού είναι περίπλοκη. Για αυτό εμφανίζονται ασάφειες στους ρόλους μεταξύ των συναδέλφων, δημιουργώντας εχθρότητα και έλλειψη συνεργασίας μεταξύ τους. Αυτές οι αρνητικές διαπροσωπικές σχέσεις/συγκρούσεις μπορεί να οδηγήσουν στην μείωση της εργασιακής ικανοποίησης, στην μη αποτελεσματική επικοινωνία, και στην μη αποδοτικότητα του οργανισμού.

Εμπόδια στην επικοινωνία ιατρικού προσωπικού-ασθενή

Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, στον χώρο της υγείας δημιουργούνται  συχνά  προστριβές  και  αντιπαραθέσεις  μεταξύ  των επαγγελματιών, επηρεάζοντας με αρνητικό τρόπο την μεταξύ τους επικοινωνία. Εντούτοις, η ελλιπής επικοινωνία δεν εντοπίζεται μόνο μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, αλλά και ανάμεσα στην σχέση του ιατρού με τον ασθενή. Μάλιστα, η ίδια η κακή επικοινωνία μεταξύ των εργαζομένων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά  την  ποιότητα της νοσηλείας  και την πορεία ανάρρωσης του ασθενή.

Αναλυτικότερα, η επικοινωνία μεταξύ επαγγελματία υγείας και ασθενή περιλαμβάνει: τη γνωριμία, τον εντοπισμό του προβλήματος υγείας, την εξέταση του προβλήματος, το συνεργατικό προγραμματισμό, την αξιολόγηση παροχής φροντίδας, τον προσδιορισμό των αναγκών, τη νοσηλεία του αρρώστου, την αξιολόγηση σε συνεργασία µε τον ασθενή και τη θεραπευτική ομάδα το αποτέλεσμα της φροντίδας, κ.ά.

Σύμφωνα με την μελέτη των Roter et al (1997), υπάρχουν πέντε διαφορετικά μοντέλα που καθορίζουν την σχέση ιατρού-ασθενή. Τα μοντέλα αυτά είναι:

  • το αυστηρά βιοϊατρικό, στο οποίο περιλαμβάνονται ερωτήσεις κλειστού τύπου που στοχεύουν μονάχα σε ιατρικά θέματα
  • το διευρυμένο βιοϊατρικό, στο οποίο οι ερωτήσεις του γιατρού θίγουν ψυχοκοινωνικά ζητήματα
  • το βιοψυχοκοινωνικό, στο οποίο ο γιατρός, μέσα από την χρήση ανοιχτών ερωτήσεων, θίγει ιατρικά και ψυχοκοινωνικά ζητήματα
  • το ψυχοκοινωνικό, στο οποίο ο γιατρός εστιάζοντας στους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, προσπαθεί να μελετήσει το πώς επηρεάζει την γενικότερη υγεία του ασθενή, και το
  • το καταναλωτικό, στο οποίο ο γιατρός έχει τον ρόλο του ειδικού που απαντά σε ερωτήσεις και ικανοποιεί τις προσδοκίες του ασθενή-καταναλωτή.

Σήμερα, το κυρίαρχο μοντέλο που κυριαρχεί στα νοσοκομεία, είναι αυτό του βιοιατρικού. Σε μια σειρά χωρών (ΗΠΑ, Αγγλία, Ελλάδα, κ.α.) έχουν επισημανθεί προβλήματα σχετικά με την ποιότητα της επικοινωνίας. Συγκεκριμένα, η έλλειψη της επικοινωνίας οδηγεί τους γιατρούς σε μια μονόπλευρη ανάλυση ενός προβλήματος, εφόσον εστιάζοντας μόνο στο άμεσο σωματικό πρόβλημα, αποκλείουν αυτόματα ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που συμβάλουν σε αυτό, και εν τέλει αυτό οδηγεί στο να αντιμετωπίζονται οι ασθενείς ως «αριθμοί».

Το ζήτημα που έχει απασχολήσει έντονα την επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, είναι η αναζήτηση των παραγόντων που συμβάλουν σε αυτήν την αντιμετώπιση των ασθενών από μέρος των ιατρών. Ένας από τους λόγους που οδηγούν σε τέτοιο μεγάλο χάσμα ως προς την επικοινωνίας είναι  η διαφορά μορφωτικού επιπέδου. Μελέτες έχουν δείξει πως τα άτομα με ανώτερη εκπαίδευση έχουν, τις περισσότερες φορές, τη μέγιστη πληροφόρηση πριν από την επίσκεψη στον ιατρό τους, ενώ η χαμηλή κοινωνική τάξη και η μειονότητα συχνά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους ιατρικούς όρους, όπως δυσκολεύονται να εκθέσουν το πρόβλημά τους στον ιατρό. Παρότι στις μέρες μας οι πολίτες είναι καλύτερα πληροφορημένοι σχετικά με υγειονομικά θέματα από διάφορες πηγές (όπως είναι το διαδίκτυο), εντούτοις εξακολουθεί να υπάρχει μια σημαντική ασυμμετρία γνώσης και πληροφόρησης ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή.

Ακόμη, οι γιατροί που εργάζονται σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες, αναλαμβάνουν συχνά ασθενείς από διαφορετικές εθνικές ομάδες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισήμανε πως «ένα καλό σύστημα υγείας παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες σε όλους τους ανθρώπους, όποτε τους χρειάζονται». Ωστόσο, οι πολιτιστικές διαφορές μεταξύ ιατρών και ασθενών προκαλούν την μη αποτελεσματικότητα στην επικοινωνία και στην ποιότητα της φροντίδας, λόγω προβλημάτων επικοινωνίας που οδηγούν σε χαμηλότερα επίπεδα αμοιβαία κατανόηση και λιγότερη ικανοποίηση.

Μέτρα για την αποτελεσματική επικοινωνία

Είναι εμφανές πως στον χώρο ενός νοσοκομείου που διενεργούνται πολύπλοκες διαδικασίες, απαιτείται συνεχής βελτίωση των ικανοτήτων του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού και την εφαρμογή μέτρων για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων που διέπουν τον χώρο. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ τόσο των επαγγελματιών υγείας, όσο και με τους ασθενείς. Από την μία είναι επιτακτική η ανάγκη της αποτελεσματικής επικοινωνίας με τους ασθενείς για την εκτίμηση της κατάστασης τους, την ακρίβεια της διάγνωσης και την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης,  και από την άλλη είναι αναγκαία η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ ιατρών-νοσηλευτών, προκειμένου να παρέχουν ολοένα και καλύτερες υπηρεσίες στους ασθενείς. Με την συνεργασία είναι δυνατό να αποφευχθούν τα ιατρικά λάθη, να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των ασθενών, να ελαχιστοποιηθεί η σπατάλη των πόρων, και οι ασθενείς να κατανοήσουν πλήρως τις ιατρικές οδηγίες.

Επομένως, ένας από τους λόγους για τους οποίους διαιωνίζεται ένα μοντέλο περίθαλψης άκρως αποξενωμένο από την ψυχοσύνθεση του ατόμου, αντί για μια σχέση καθοδήγησης/συνεργασίας με τον ασθενή, είναι ο ίδιος ο φόβος των ιατρών για την συναισθηματική εμπλοκή. Ένας από τους κύριους φόβους τους είναι πως θα βλάψουν περαιτέρω ψυχολογικά τον ασθενή, χωρίς να μπορέσουν μετέπειτα να το διαχειριστούν, ή πως θα δαπανήσουν πολύ χρόνο να ακούσουν τα προβλήματα και τις ανάγκες του ασθενή που μπορεί να µη σχετίζονται εν τέλει µε το πρόβληµα υγείας του.

Το παραπάνω φαινόμενο μπορεί να προληφθεί με την διενέργεια ενημερωτικών επιστημονικών εκδηλώσεων και σεμιναρίων, πάνω σε θέματα που άπτονται της επικοινωνίας. Επιπρόσθετα, μια ακόμη άμεση λύση του θέματος αυτού είναι η πρόσληψη ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, που εκτιμάται ότι αποτελεί μεγάλη ανάγκη για την εύρυθμη λειτουργία των σύγχρονων νοσοκομείων. Με αυτήν την πρακτική είναι δυνατόν να ανοικοδομηθεί ένα μοντέλο φροντίδας πιο κοντά στην ασθενοκεντρικής προσέγγισης (patient-centered approach).

Όσον αφορά για την σχέση μεταξύ ιατρών-νοσηλευτών, η πραγματοποίηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα προγραμματισμένων συναντήσεων υπό την καθοδήγηση του διευθυντή του τμήματος/κλινικής αναμένεται να καλλιεργήσει ένα θετικό κλίμα εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού ανάμεσα στους ιατρούς και τους νοσηλευτές. Μ εαυτόν τον τρόπο μπορούν αν ανοικοδομηθούν συναισθήματα και αξίες όπως είναι ο σεβασμός, η αρμονική συνεργασίας, η αλληλοκατανόηση κλπ. Σε κάθε περίπτωση η αρμονική συνεργασία του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ενίσχυση της αλληλοσύνδεσης των επαγγελματιών υγείας, οδηγεί και στη βελτίωση της επικοινωνίας των εργαζομένων στο χώρο της μονάδας/οργανισμού υγείας, και στην καλυτέρευση της υγείας των ασθενών.

Επίλογος

Η επικοινωνιακή δεξιότητα του επαγγελματία υγείας δεν πρέπει να θεωρείται ως κάτι αυτονόητο ή δευτερεύον. Οι δεξιότητες επικοινωνίας τόσο μεταξύ των εργαζομένων, όσο και μεταξύ του ιατρικού προσωπικού και του ασθενή, θεωρούνται μείζονος σημασίας για τους επαγγελματίες υγείας, αν και συχνά η αξία τους παραγνωρίζεται. Η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των ατόμων εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων, όπως είναι: από τις επιθυμίες που έχουν τα άτομο (που συχνά διαφέρουν), το πώς εκλαμβάνουν τα διάφορα μηνύματα (από τον πομπό προς τον δέκτη), από την θέληση που έχουν τα άτομα να ακούσουν τους άλλους, κλπ. Παρόλα αυτά, η έλλειψη εναρμόνισης ανάμεσα στις πεποιθήσεις ή τους στόχους που έχουν οι ασθενείς και το προσωπικό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές δυσκολίες στην επικοινωνία.

Σε κάθε περίπτωση, η αποτελεσματική επικοινωνία αναπτύσσεται μεταξύ ατόμων μόνο αν το επιθυμούν. Η καλή επικοινωνία δεν επιτυγχάνεται μόνο με ανοιχτές πόρτες ή με καλούς τρόπους,  αλλά με την ακρόαση όσων πραγματικά λένε οι ομιλητές. Αναμφίβολα, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι ασθενείς οφείλουν να υπερπηδήσουν τα εμπόδια που δημιουργούνται στην μεταξύ τους επικοινωνίας, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του ίδιου του συστήματος.


Παραπομπές

[1] Σταθοπούλου, Χ., (2006). Επίλυση συγκρούσεων σε νοσοκομειακό περιβάλλον. ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ 2006, 45(1),pp. 50–58. [Online]. Available here.

[2] Rimal, R. N., & Lapinski, M. K. (2009). Why health communication is important in public health. Bulletin of the World Health Organization, Volume 87, Number 4, pp 245-324. [Online]. Available here.

[3] Vermeir, P., Vandijck, D.,  Degroote, S.,  Peleman,  R., Verhaeghe,R.,  Mortier, E.,  Hallaert, G.,  Van Daele, S.,  Buylaert W.,  & Vogelaers, D. (2015). Communication in healthcare: a narrative review of the literature and practical recommendations.  The Authors: International Journal of Clinical Practice, November 2015, Volume 69, Number 11, pp. 1257–1267. [Online]. Available here.

[4] Joint Commission Perspectives. (2012). Joint Commission Center for Transforming Healthcare Releases Targeted Solutions Tool for Hand-Off Communications .Commission on Accreditation of Healthcare Organizations, Volume 32, Issue 8, pp. 1-3. [Online]. Available here.

[5] Μαλτσάκη, E. M.(2014). Επαγγελματική Συνεργασία Επαγγελματιών Υγείας. [Πτυχιακή Εργασία]. Ανώτατο Τεχνολογικό ίδρυμα Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Διδυμότειχο. pp. 15-17, 37-38. Διαθέσιμο εδώ.

[6] Watson, T, J. (2005). Κοινωνιολογία, εργασία και βιομηχανία. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

[7] Farell, G. (2001). From tall poppies to squashed weeds: why won’t nurses pull together more?. J Adv Nurs, 35, pp. 26–33

[8] Μπιτσώρη, Ζ. (2013). Ο ρόλος της επικοινωνίας στον χώρο της υγείας. Περιεχγειρητική Νοσηλευτική, Τόμος 2, Τεύχος 2, pp.66-71. [Online]. Available here.

[9] Ροβίθης, M. N.(2016). Μέτρηση της οργανωσιακής κουλτούρας των ιατρών, νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγεία; σε κέντρα υγείας και νοσοκομεία της Κρήτης. [Διδακτορική Διατριβή]. Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο. p.35. Διαθέσιμο εδώ.

[10] Τσαλικάκη, Δ. Γ.(2017). Εμπόδια και παράγοντες που επηρεάζουν τους διοικητές ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. [Διπλωματική Εργασία]. Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη. p.37. Διαθέσιμο εδώ.

[11] Μπελλάλη, Θ.(2018).Η επικοινωνία με τον ασθενή, στις μέρες μας: Αναγκαία ή περιττή κλινική δεξιότητα/πράξη;. Ελληνικό περιοδικό της Νοσηλευτικής Επιστήμης, Τόµος 11, Τεύχος 1. pp. 3-8. [Online]. Available here.

[12] Roter D.L., Stewart M., Putnam S.M., Lipkin M., Stiles W.B., & Inui J. (1997). Communication paterns of primary care physicians. Journal of the American Medical Association, 277. pp. 350-356

[13] Βενιού, A., & Ταντολούρης, T.(2013). Παράγοντες που επηρεάζουν την επικοινωνία ιατρού-ασθενούς. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, Volume 30. Pp. 613-618. [Online]. Available here.

[14] Μανιαδάκης, Ν. (2005). Τα οικονομικά της Υγείας από την οπτική του μάνατζερ. Στο Ε.  Γραμματικοπούλου  (επιμ.), Κοινωνία και υγεία IV (p. 84), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών,  Novartis, Αθήνα. Διαθέσιμο εδώ.

[15] Paternotte, E., Dulmen, S.V., Bank, L., Seeleman, C., Scherpbier, A., &  Scheel, F. (2017). Intercultural communication through the eyes of patients: experiences and preferences. International Journal of Medical Education, Volume 8. pp. 170-175. [Online]. Available here.

[16] Betancourt J.R. (2006). Cultural competence and medical education: many names, many perspectives, one goal. Acad Med. Volume 81. pp.499-501

[17] WHO. (2010). Health of migrants. The way forward. Report of a global consultation. Madrid, Spain. 3-5 March 2010. Available to: http://apps.who.int/ iris/handle/10665/44336

[18] Arford, P.H. Nurse – Physician Communication: An Organizational Accountability. Nurs Econ, Volume 23. pp. 72 – 77