Η εξόρυξη υδρογονανθράκων στην Ελλάδα: οικονομική ευκαιρία ή περιβαλλοντική απειλή;

Scroll down to content

απο τον Κωνσταντίνο Μπάλια, ερευνητή της υποομάδας «Περιβάλλον & Ενέργεια»

Η εξόρυξη υδρογονανθράκων αποτελεί ένα κομβικό σημείο προόδου και εξέλιξης για την ανθρωπότητα, με τη συμβολή τους να γίνεται εμφανής και στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των πολιτών των χωρών που εκμεταλλεύονται κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Η βελτίωση όμως του επιπέδου ζωής, εξαρτάται κυρίαρχα από τη δυνατότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης να αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις ευκαιρίες εξόρυξης που της παρουσιάζονται. Ακόμη, απαιτείται ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες εξόρυξης και αξιοποίησης των κοιτασμάτων πρέπει να χαρακτηρίζονται από φιλικότητα προς το περιβάλλον, ώστε οι επιπτώσεις από την εξόρυξη να είναι αναστρέψιμες και κατά προέκταση, οι επιπτώσεις να είναι επωφελείς για όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων αποτελεί εγχείρημα από τεχνικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής απόψεως ιδιαιτέρως απαιτητικό και περίπλοκο, με μεγάλη οικονομική και γεωπολιτική σημασία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Εντός των πλαισίων αυτών, σε μια ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά και εν μέσω οικονομικής κρίσης, αυστηρών μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής, η ανάγκη εκμετάλλευσης του διαθέσιμου ορυκτού πλούτου και των ενεργειακών πόρων φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ελληνικό Δημόσιο, έπειτα από αδράνεια σχεδόν δεκαπέντε ετών, επανεκκίνησε, ήδη από το 2014, τις διαδικασίες διερεύνησης ευελπιστώντας στην ύπαρξη ενδεχόμενων κοιτασμάτων εντός των περιοχών όπου ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα. Παράλληλα, προέβη στη σταδιακή διαμόρφωση κατάλληλου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με σκοπό την προσέλκυση υποψήφιων επενδυτών, με εμπειρία στον ενεργειακό τομέα, για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Σήμερα έχουν υπογραφεί συμβάσεις παραχώρησης για την Δυτική Πελοπόννησο (Κατάκολο, Πατραϊκός κόλπος), την Ήπειρο (περιοχές Άρτας-Πρέβεζας και Ιωαννίνων) και την Αιτωλοακαρνανία καθώς και τη Νότια Κρήτη.

Ωστόσο οι πρακτικές εξόρυξης υδρογονανθράκων εγείρουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχουν τέτοιας (υψηλής) όχλησης δραστηριότητες.  Ανεξάρτητα αν πρόκειται για συμβατική ή μη συμβατική εξόρυξη, αμφότερες οι μέθοδοι απαιτούν έργα και δραστηριότητες με δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις (αναζήτηση κοιτασμάτων, γεωτρήσεις, ρωγματώσεις, εγκατάστασης χερσαίων ή υπεράκτιων πλατφόρμων, δεξαμενών αποθήκευσης, σταθμοί συμπυκνωτών και οι υποδομές αγωγών, λεκάνες απορροής λυμάτων, μονάδες αποθήκευσης και μεταφοράς υδρογονανθράκων, κατεργασία προκειμένου να καταστούν εμπορεύσιμοι). Όλα τα παραπάνω έργα και δραστηριότητες ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για πανίδα, χλωρίδα και ανθρώπινη υγεία.

Οικονομικά οφέλη

Η εξόρυξη υδρογανανθράκων, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, αποτελεί μία σημαντική δυνητική πηγή εσόδων για το ελληνικό κράτος. Αρχικά, η κεντρική ιδέα που διατρέχει τις εισηγήσεις ερευνητών και ειδικών είναι πως η επένδυση στην ενέργεια, εφόσον υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, όπως η άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου 4001/2011, μπορεί να βοηθήσει στην τόνωση της οικονομίας[1]. Μεταξύ άλλων, ο νόμος εισάγει καινοτόμες διατάξεις για την παροχή αδειών με στόχο την εκπόνηση σεισμικών ερευνών μη αποκλειστικών δεδομένων καθώς και τη θέσπιση της διαδικασίας της «ανοικτής πόρτας», ενέργειες τις οποίες οι Ελληνικές Αρμόδιες Αρχές έχουν ήδη κάνει πράξη[2]. Με την προϋπόθεση ότι τα αποτελέσματα των ερευνών θα είναι θετικά και έναν πρόχειρο υπολογισμό, τα έσοδα του Κράτους ανέρχονται σε 10-15 δις δολάρια.

Πράγματι, η διεξαγωγή έρευνας και γεωτρήσεων θα εξασφάλιζε στην Ελλάδα, αν και μακροπρόθεσμα, ένα σταθερό εισόδημα[3]. Από την άλλη πλευρά, προκειμένου να μειωθούν τα επίπεδα ενεργειακής εξάρτησης από τρίτες χώρες-παρόχους, επείγει η βελτίωση των εγχώριων ποσοστών παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω της ανακάλυψης και εκμετάλλευσης νέων περιοχών κοιτασμάτων[4]. Τέλος, δεδομένου ότι η ενέργεια περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, αυτό που εν τέλει απορρέει από τα όσα προαναφέρθηκαν είναι το όραμα για τη θέσπιση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, βασικό άξονα του οποίου θα συνιστά και η ίδια.

Μία σχετική έκθεση που συνέταξε η Εταιρία McKinsey and Company[5], παραθέτοντας ακριβώς αυτή την προοπτική, υιοθετεί  μια κάθετη ανάλυση από το μικροοικονομικό προς το μακροοικονομικό πεδίο ανάπτυξης. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων στο τομέα της ενέργειας τίθενται οι προτάσεις για την ενίσχυση του ρόλου της ΕΔΕΥ καθώς και την επίσπευση και εντατικοποίηση των προσπαθειών για την εκμετάλλευση των εγχώριων αποθεμάτων σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο[6]. Τα σχετικά οφέλη υπολογίζονται σε 9 δις ευρώ επί του ΑΕΠ και 1 δις ευρώ συνολικά επί του Εμπορικού Ισοζυγίου[7].

Συγκεκριμένα τα μισθώματα, οι αποζημιώσεις και τα ανταλλάγματα στα πλαίσια των συμβάσεων παραχώρησης αποτελούν τους κύριους μηχανισμούς απόδοσης των οικονομικών οφελειών που δύνανται να προκύψουν από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, με ιδαιίτερη έμφαση στο φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εν λόγω συμβάσεις. Ειδικότερα το μίσθωμα αποτελεί τη σημαντικότερη ανταλλακτική υποχρέωση του αναδόχου-μισθωτή στις συμβάσεις παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, όταν συνάπτονται με τη μορφή των συμβάσεων μίσθωσης κατά τη συνήθη ελληνική πρακτική. Η υποχρέωση καταβολής του συμβατικού μισθώματος εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του συνδυαστικού συστήματος καταβολής δικαιωμάτων και φόρων των συμβάσεων παραχώρησης. Επίσης, αναφορικά με τους αποδιδόμενους στο κράτος φόρους από την εν λόγω δραστηριότητα, οι τελευταίοι προσδιορίζονται σε ειδικό φόρο εισοδήματος με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), καθώς και σε περιφερειακό φόρο με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), χωρίς καμία πρόσθετη τακτική ή έκτακτη εισφορά, τέλος ή άλλη επιβάρυνση οποιασδήποτε φύσεως υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου. Εν προκειμένω, πρόκειται για φόρο εισοδήματος, ο οποίος κατά ποσοστό 20% αναλογεί στο Δημόσιο και κατά ποσοστό 5% αναλογεί στην Περιφέρεια, στο έδαφος της οποίας πραγματοποιείται η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το 20% των δημοσίων εσόδων από την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων θα κατατίθεται σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό του Πράσινου Ταμείου. Το εν λόγω Ταμείο έχει ως σκοπό την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω της προστασίας του περιβάλλοντος με την διαχειριστική, οικονομική, τεχνική και χρηματοπιστωτική υποστήριξη προγραμμάτων, μέτρων, παρεμβάσεων και ενεργειών που αποβλέπουν στην ανάδειξη και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, η στήριξη της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας και η εξυπηρέτηση του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος μέσω της διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης των πόρων[8]. Μερικές από τις αρμοδιότητες που διαθέτει το Πράσινο Ταμείο είναι:

  • Η παρακολούθηση της είσπραξης, ο έλεγχος και η διασφάλιση της απόδοσης των Πράσινων Πόρων, σύμφωνα με τις οικείες σχετικές διατάξεις.
  • Η διαμόρφωση προγραμμάτων για τη χρηματοδότηση μέτρων και δράσεων προστασίας, αναβάθμισης και αποκατάστασης του περιβάλλοντος μέσα στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής και ενεργειακής πολιτικής.
  • Η εισήγηση των μέτρων, δράσεων και προγραμμάτων στον Υπουργό Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
  • Η διαμόρφωση προτάσεων και η εισήγηση στον Υπουργό Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και στη Στρατηγική Επιτροπή Περιβαλλοντικής Πολιτικής σχετικά με την καλύτερη δυνατή επίτευξη των στόχων πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Τέλος, άξιο αναφοράς όφελος που προκύπτει από την υπογραφή συμβάσεων έρευνας, αναζήτησης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων ανεξάρτητα από την γεωγραφική περιοχή την οποία αφορούν είναι εκτός από τις νέες θέσεις εργασίας που προφανώς γίνονται διαθέσιμες και η δημιουργία ενός νέου τομέα εθνικής οικονομίας. Από την δημιουργία του τομέα αυτού εκτιμάται πως θα προκύψει ανάγκη προμήθειας προϊόντων αλλά και υπηρεσιών και τελικά αυξημένη κατανάλωση προερχόμενη από την αυξημένη αγοραστική δύναμη του εργατικού δυναμικού που θα απασχολήσει το έργο. Εκτιμάται επίσης πως για κάθε νέα θέση εργασίας που θα προκύπτει λόγω της έρευνας υδρογονανθράκων, οι θέσεις απασχόλησης στην ευρύτερη τοπική οικονομία θα τριπλασιάζονται.

Περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Η εξόρυξη όμως υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, ενέχει κινδύνους ατυχημάτων που συνοδεύονται από μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές. Παρόμοιοι κίνδυνοι, εμφανίζονται και κατά τη μεταφορά πετρελαίου από τα σημεία εξόρυξης στα σημεία επεξεργασίας. Οι υδρογονάνθρακες δεν ευθύνονται μόνο για την πρόκληση πλανητικής κλίμακας περιβαλλοντικών προβλημάτων, όπως η έξαρση του φαινομένου του θερμοκηπίου και η όξινη βροχή, αλλά και τοπικών η περιφερειακών προβλημάτων ρύπανσης με βαρύτατες επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον και στη βιοποικιλότητα. Θα ανέμενε κανείς ότι η πρόοδος της τεχνολογίας θα συνέβαλε στην πρόληψη τέτοιων ατυχημάτων και πιθανώς στην εξάλειψή τους κάτι που δεν συνέβη καθώς απεδείχθη στην πράξη ότι η λειτουργία των σύνθετων συστημάτων ενέχει πάντα την πιθανότητα αποτυχίας τους. Χαρακτηριστικά μεγάλα ατυχήματα που συνδέονται με την εξόρυξη και τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων την τελευταία τριακονταετία είναι:

  • Ατύχημα στην εξέδρα υποθαλάσσιας εξόρυξης πετρελαίου της British Petroleum (BP) στον κόλπο του Μεξικού. Ένα μεγάλο ατύχημα στην εξέδρα άντλησης υποθαλάσσιου πετρελαίου της British Petroleum στον κόλπο του Μεξικού συνέβη το 2010, το οποίο και προκάλεσε μεγάλη διαρροή πετρελαίου στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή. Λόγω του μεγάλου βάθους ήταν δύσκολο να αντιμετωπισθεί η διαρροή του πετρελαίου, κάτι το οποίο επετεύχθη μετά από 87 ημέρες προσπαθειών και αφού είχαν χυθεί στη θάλασσα περίπου 5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου (780.000 κ.μ.). Όπως ήταν αναμενόμενο το συμβάν αυτό προκάλεσε μια μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή η οποία είχε επιπτώσεις: α) στη χλωρίδα και στην πανίδα της περιοχής, β) στον τουρισμό και γ) στην αλιεία.
  • Ατύχημα στην εξέδρα υποθαλάσσιας άντληση φυσικού αεριού στη Βόρεια θάλασσα με την ονομασία Piper Alpha ιδιοκτησίας της Occidental Petroleum. Παρήγαγε μέχρι το 1988 το 10% περίπου του παραγόμενου πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή αυτή. Τότε λόγω λάθους, συνέβη μια έκρηξη στην εξέδρα άντλησης, με αποτέλεσμα τον θάνατο συνολικά 167 ατόμων. Η πυρκαγιά που ακολούθησε την έκρηξη ήταν δύσκολο να ελεγχθεί και αυτό επετεύχθη μετά από τρεις εβδομάδες επίπονων προσπαθειών και αφού προκλήθηκε έκλυση στην ατμόσφαιρα πληθώρας τοξικών αερίων.
  • Το ναυάγιο του πλοίου Prestige. Το 2002 το πλοίο Prestige το οποίο μετέφερε 000 κ.μ. πετρελαίου, ναυάγησε έξω από τις ακτές της Ισπανίας στον Ατλαντικό ωκεανό ρυπαίνοντας τις ακτές της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Πορτογαλίας. Το ατύχημα αυτό προκάλεσε εκτεταμένη ρύπανση σε μια οικολογικά ευαίσθητη περιοχή, καταστρέφοντας τη χλωρίδα και την πανίδα της, επηρεάζοντας σοβαρά την αλιεία και τον τουρισμό, καθώς οι παράκτιες περιοχές κατά μήκος του Ατλαντικού ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες τουριστικά, με τις συνέπειες να είναι καταστροφικές.
  • Το ναυάγιο του πλοίου Exxon Valdez. Το 1989 ναυάγησε στις ακτές της Αλάσκας το πλοίο Exxon Valdez το οποίο μετέφερε πετρέλαιο. Υπολογίζεται ότι πάνω από 000 κ.μ. πετρελαίου (σύμφωνα με άλλες πηγές περίπου 100.000 κ.μ.) μόλυναν τις ακτές της Αλάσκας, σε μήκος μίας ακτογραμμής μεγαλύτερης των 2.000 χλμ. Οι ακτές αυτές αποτελούσαν το οικοσύστημα μιας σειράς ευαίσθητων θαλάσσιων οργανισμών. Δεδομένου των δυσμενών κλιματικών συνθηκών της περιοχής, οι εργασίες καθαρισμού των ακτών από τις κηλίδες πετρελαίου διήρκεσαν αρκετά χρόνια.
  • Η διαρροή πετρελαίου κατά τη διάρκεια του πολέμου στον περσικό κόλπο. Η μεγαλύτερη παγκόσμια περιβαλλοντική καταστροφή από ορυκτά καύσιμα προκλήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό κόλπο το Τα στρατεύματα του Ιράκ προσπαθώντας να εμποδίσουν τις δυνάμεις των Η.Π.Α. να προχωρήσουν στο Κουβέιτ, προκάλεσαν εσκεμμένα τη διαρροή μιας τεράστιας ποσότητας πετρελαίου στην περιοχή που εκτιμάται σε περίπου 1.500.000 κ.μ. και η οποία κάλυψε μια μεγάλη θαλάσσια περιοχή με πετρέλαιο πάχους περίπου 10 εκατοστών.

Επιπτώσεις στα θαλάσσια θηλαστικά

Οι επιπτώσεις που εκτιμάται ως πολύ πιθανό να επηρεάσουν τα θαλάσσια είδη ενδέχεται να είναι σημαντικές, μακροπρόθεσμες / συστημικές και μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμη υποβάθμιση.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι επιπτώσεις των ερευνών στα θαλάσσια θηλαστικά μπορεί να είναι σημαντικές ή ακόμα και καθοριστικές για την κατάσταση και επιβίωση των πληθυσμών τους στην περιοχή μελέτης, μπορεί να προκαλέσουν:

  • Προσωρινό ή μόνιμο τραύμα
    2)  Αύξηση στρες
    3)  Αλλαγή συμπεριφοράς: χρόνος κατάδυσης, προσανατολισμός κτλ.
    4)  Θάνατο ή υποθανατηφόρες επιπτώσεις (επίδραση που μακροπρόθεσμα οδηγεί σε
    θάνατο).

Οι σημαντικές επιπτώσεις από τη σεισμική έρευνα και την εξόρυξη δεν θα επηρεάσουν μόνο τους πληθυσμούς των θαλάσσιων θηλαστικών, αλλά λόγω του ρόλου και της σημασίας των ειδών αυτών μπορεί να έχουν καθοριστικές αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι οι μαζικοί εκβρασμοί θαλάσσιων θηλαστικών ενδέχεται να έχουν άμεσες επιπτώσεις, όχι μόνο στα ίδια τα θαλάσσια είδη, αλλά και στα χερσαία είδη που θα επηρεαστούν στις περιοχές των εκβρασμών[9].

Ευρωπαϊκό πλαίσιο περιβαλλοντικής προστασίας

Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και το συμβούλιο της ευρωπαϊκής ένωσης εξέδωσαν την οδηγία 2013/30/ΕΕ αναλογιζόμενοι την συνθήκη για την λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης και ιδιαιτέρως το άρθρο 192 παράγραφος ένα. Με την οδηγία αυτή θεσπίζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις για την πρόληψη ατυχημάτων κατά τη διάρκεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου αλλά και τον περιορισμό των συνεπειών που μπορεί να έχουν τέτοιου είδους ατυχήματα.

Σύμφωνα με την οδηγία αυτή λοιπόν προβλέπονται οποιαδήποτε σοβαρά ατυχήματα μπορούν να συμβούν κατά τη διάρκεια υπεράκτιων εργασιών που αφορούν την εκμετάλλευση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Βασική προϋπόθεση για την τέλεση και ολοκλήρωση των οποιοδήποτε εργασιών τέτοιου τύπου που θεσπίζει η οδηγία είναι η υποχρέωση εκ μέρους των κρατών μελών να ζητούν από τους φορείς εκμετάλλευσης διασφάλιση ότι λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή τυχόν σοβαρών ατυχημάτων που μπορεί να προκληθούν από τις εργασίες (Eur-Lex, 2013).

Σοβαρότατο κομμάτι της οδηγίας αποτελεί το άρθρο τέσσερα μέσω του οποίου ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον και την ασφάλεια σε σχέση με τις άδειες. σύμφωνα με το άρθρο αυτό τα κράτη μέλη δύναται να εξασφαλίσουν ότι οι αποφάσεις για την χορήγηση ή και τη μεταβίβαση αδειών που σχετίζονται με την εκτέλεση υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου λαμβάνονται προσμετρώντας την ικανότητα του αιτούντος να πληροί τις όποιες απαιτήσεις για εργασία στο πλαίσιο της άδειας[10].

Διεθνής διάσταση

Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται στη λεκάνη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου ένα νέο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Αυτό αποτελεί απόρροια τόσο των εξελίξεων που βιώνουν τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη (οικονομική κρίση και ευρωσκεπτικισμός) και ο Αραβικός κόσμος (αραβική άνοιξη και ανάδειξη ακραίων ισλαμιστικών ρευμάτων) όσο και των ενεργειακών αποθεμάτων που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στη ΝΑ Μεσόγειο. Τα κράτη που επιθυμούν να διατηρήσουν την σταθερότητα στην περιοχή έχουν προχωρήσει στην ανάπτυξη συμμαχιών, αντιμετωπίζοντας τα αναθεωρητικά κράτη και τις στρατηγικές αποσταθεροποίησης.

Η ΕΕ, επιδιώκοντας την απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση των σχέσεών της με τη Ρωσία, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον της για τα ενεργειακά αποθέματα της ΝΑ Μεσογείου. Μάλιστα, και άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, καθώς και μεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον για την περιοχή. Ωστόσο, καθώς αναφύονται ανταγωνιστικά συμφέροντα, τα κράτη της περιοχής συσπειρώνονται σε συμμαχίες για να προωθήσουν πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος και το Ισραήλ προχώρησαν σε συνεργασία για να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα στη λεκάνη της ΝΑ Μεσογείου με την συμφωνία για την κατασκευή του αγωγού EastMed. Από την άλλη μεριά, όμως, εμφανίζεται η αναθεωρητική πολιτική που ακολουθεί η Τουρκία με στρατηγικές που θέτουν προσκόμματα στις σχέσεις καλής γειτονίας στην περιοχή και προκαλούν αποσταθεροποίηση. Η Ελλάδα και η Κύπρος στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, θα πρέπει όμως να προχωρήσουν με ώριμες στρατηγικές, καθώς οι λεπτές ισορροπίες της περιοχής μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τις μέχρι τώρα προσπάθειές τους[11].

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνεργασία της Ελλάδας με τις χώρες της ΝΑ Μεσογείου αναφορικά με την εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ενισχύει τον γεωστρατηγικό της ρόλο στην περιοχή. H ανάδειξη της ΝΑ Μεσογείου σε ενεργειακό κόμβο θα βοηθήσει στη δημιουργία ενός κλίματος ασφάλειας και σταθερότητας, το οποίο με τη σειρά του θα οδηγήσει στην προσέλκυση διεθνών επενδύσεων και, συνεπώς, στην σταδιακή αποκλιμάκωση των οικονομικών δυσκολιών που ταλανίζουν τα κράτη της περιοχής. Η οικονομική ανάπτυξη και η μείωση της ανεργίας θα συμβάλουν στην πολιτική και κοινωνική σταθεροποίηση των κρατών της περιοχής. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις στην κυπριακή ΑΟΖ αναβάθμισαν γεωστρατηγικά το ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς πλέον οι δύο χώρες συνομιλούν ως ένα ολοκληρωμένο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό σύστημα που κρατάει τα «κλειδιά» της σταθερότητας σε μια κρίσιμη περιοχή του πλανήτη. Μάλιστα, η συμμαχία που δημιούργησαν με την Αίγυπτο και το Ισραήλ ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτήν την προσπάθεια.

Συμπεράσματα

Η εξόρυξη υδρογονανθράκων αποτελεί μία δραστηριότητα η οποία δημιουργεί έντονες αντιπαραθέσεις ως πολιτικό ζήτημα καθώς αφενός μπορεί να συνιστά μία εν δυνάμει σημαντικότατη πηγή εσόδων για ένα κράτος, αφετέρου το περιβαλλοντικό απότυπωμα που αφήνει είναι πολύ έντονο, ενίοτε και μη αναστρέψιμο. Η Ελλάδα, λόγω του ότι πραγματοποιεί για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό τέτοιες ενέργειες, οφείλει να “αντιγράψει’’ μεθόδους άλλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών, προκειμένου να προσπεράσει τυχόν εμπόδια που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, από ‘’πρωτοπόρες’’ και ‘’καινοτόμες’’ λύσεις. Ένα σπουδαίο παράδειγμα χώρας αποτελεί η Νορβηγία, η οποία με τη πάροδο του χρόνου μπόρεσε να δημιουργήσει τη δικιά της κρατική εταιρεία έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων, τη Statoil, και μάλιστα να καινοτομεί και να είναι πρωτοπόρος ανάμεσα στις ανταγωνίστριες εταιρείες του πετρελαϊκού κλάδου. Η σπουδαιότερη ενέργεια όμως που έκανε η Νορβηγική κυβέρνηση, ήταν να ιδρύσει το 1990 το Ταμείο Πετρελαίου το οποίο μετονομάστηκε το 2006 σε Ταμείο Συντάξεων, με σκοπό να επενδύσουν μέρη πλεονάσματος που δημιουργούνταν από τον πετρελαϊκό τομέα, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν τυχόν επιπτώσεις μείωσης εισοδημάτων και να εξομαλυνθούν τυχόν διαταραχές από τις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου. Πέρα όμως αυτού, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, δίνει ένα άμεσο πλεονέκτημα και για άλλες δραστηριότητες του κλάδου, όπως τη δημιουργία λιμανιών-σταθμών αποθήκευσης και μεταφοράς πετρελαίου και αερίου μέσο αγωγών σε όλη την Ευρώπη. Η απαρέγκλιτη εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας μπορεί να διασφαλίσει την τήρηση των περιβαλλοντικών standards και να αμβλύνει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες που (έυλογα) προκαλούνται από τις εν λόγω δραστηριότητες.


Παραπομπές

[1] International Energy Agency. (2011). Greece. Energy Policies of IEA Countries. Paris, France: IEA, p. 11. Διαθέσιμο εδώ.

[2] Γιάννης Μανιάτης, Ενέργεια και Ορυκτός Πλούτος – Εθνικοί Πυλώνες Ανάπτυξης, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2011, σελ. 93.

[3] Ενδεικτικά, “successful exploration of Greece’s own natural resources could potentially result in revenue of more than €302 billion ($431.9 billion) over 25 years”, βλ. Chris Blake, “Drilling for oil in the Aegean may help ease Greece’s debt crisis”, Athens, July 7, 2011

[4]  -, -. (2011). Conference Main Points and Conclusions. Πρακτικά συνεδρίου από 5thο 5th S.E. Europe Energy Dialogue που διεξήχθη σε Thessaloniki. Φορέας διεξαγωγής Institute of Energy for South-East Europe. Athens: IENE., p. 4. Διαθέσιμο εδώ.

[5] [6] [7] Βλ. McKinsey & Company (2012), Greece 10 Years Ahead: Defining Greece’s New Growth Model and Strategy, Executive Summary, McKinsey & Company Athens Office, March 2012.

[8] Πράσινο Ταμείο, (Ανακτήθηκε 18 Μαρτίου, 2019), Διαθέσιμο εδώ.

[9] ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΕ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ. ([χ.χ.]). Σε Στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του προγράμματος έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές «Νοτιοδυτικά Κρήτης» και «Δυτικά Κρήτης». [χ.τ.]. WWF-Πέλαγος ΙΚΕ. Διαθέσιμο εδώ.

[10] Eur-Lex, 2013, ΟΔΗΓΊΑ 2013/30/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ. Διαθέσιμο εδώ.

[11]  Σταμπολής, Μεζαρτάσογλου, Κ. (16 Νοεμβρίου 2018). “Η Ενεργειακή Ασφάλεια της Ελλάδας και Προτάσεις για την Βελτίωσή της”. Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Ανακτήθηκε 20 Ιανουαρίου 2019). Διαθέσιμο εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: