Ευρωεκλογές/Ε.Ε. & Περιβάλλον & Ενέργεια

Scroll down to content

από τους ερευνητές της υποομάδας «Περιβάλλον & Ενέργεια», Μ. Λαμπροπούλου, Κ. Μπάλιας, Ι. Μπάσλαρη, Χ. Παπαντωνάκη, Σ. Σιλιβέρδη, Σ. Τουλουπάκης. Συντονισμός: Ο. Μάτσας, Ε. Σταματίου

Ευρωεκλογές 2019: Η ΕΕ ως οδηγός των εξελίξεων σε Περιβάλλον και Ενέργεια

Εισαγωγή

Τη δεκαετία του 1980, η έξαρση των περιβαλλοντικών προβλημάτων ως αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, γεγονός που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στην κατανόηση της αναγκαιότητας διαμόρφωσης περιβαλλοντικής πολιτικής για την αντιμετώπισή τους. Ειδικότερα, η κλιματική αλλαγή με τις απορρέουσες συνέπειές της, η ολοένα και αυξανόμενη ατμοσφαιρική ρύπανση, η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους, η απώλεια της βιοποικιλότητας, η υποβάθμιση των δασών, η κατασπατάληση και η συνεπαγόμενη εξάντληση των φυσικών πόρων αποτέλεσαν κινητήριο μοχλό πίεσης για την ορθολογική λήψη αποφάσεων εντός της.

Το 1987, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η ΕΕ έκανε τα πρώτα δειλά βήματα για την υιοθέτηση κοινής περιβαλλοντικής πολιτικής. Προς αυτήν την κατεύθυνση, πήρε μέτρα που διεύρυναν το νομοθετικό πλαίσιο. Το 1993, η Συνθήκη του Maastricht καθιέρωσε το περιβάλλον ως επίσημο πεδίο πολιτικής της ΕΕ και λίγα χρόνια αργότερα, με τη Συνθήκη του Amsterdam του 1999, θεσμοθετήθηκε η υποχρέωση ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις τομεακές πολιτικές της. Το 2009, η Συνθήκη της Λισαβόνα έθεσε ως εξειδικευμένους στόχους τη βιώσιμη ανάπτυξη και την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος. Σε διάρκεια δεκαετιών, η ΕΕ δημιούργησε τα καλύτερα περιβαλλοντικά πρότυπα στον κόσμο.

Ωστόσο, πέρα από τις δράσεις στο εσωτερικό της, η ΕΕ διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο, με ορόσημο την πρόσφατη συμμετοχή της ως συμβαλλομένου μέρους στη Συμφωνία των Παρισίων του 2015, αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις που δεσμεύουν την Ένωση ως σύνολο. Η θέση που καταλαμβάνουν το περιβάλλον και η ενέργεια στην ατζέντα της, διαφαίνεται και από το γεγονός ότι σήμερα, η ΕΕ δαπανά το 20% του προϋπολογισμού της για την προστασία του περιβάλλοντος (περίοδος 2014 – 2020).

Στόχος της συγκεκριμένης ανάλυσης της Ερευνητικής Υποομάδας της Student Association For International Affairs (SAFIA) με θέμα το Περιβάλλον και την Ενέργεια είναι η παρουσίαση και αποτίμηση των κυριοτέρων αξόνων πολιτικής που διαμορφώθηκαν σε επίπεδο ΕΕ και σε ορισμένους τομείς. Πιο συγκεκριμένα, επιχειρείται μια σύντομη ανάλυση της ενσωμάτωσης των εναλλακτικών μορφών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα και της βελτίωσης των μεταφορών. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στο ρόλο της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων καθώς και τη διαχείριση των απορριμμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στην πλαστική ρύπανση. Με το νομοθετικό πλαίσιο που εισήγαγε, η ΕΕ έχει θέσει ως κυρίους στόχους τη διατήρηση και ενίσχυση του φυσικού κεφαλαίου, τη μετατροπή της Ένωσης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών αερίων, αποδοτική ως προς τους πόρους και πράσινη, καθώς και τη διασφάλιση της υγείας και ευημερίας των πολιτών της. Με απώτερο στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη, η ΕΕ επενδύει σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον, απομακρυσμένο από τα ορυκτά καύσιμα. Η πολυδιάστατη φύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων καθώς και η πληθώρα των νομοθετικών πρωτοβουλιών αναδεικνύει το ρόλο που αναμένεται να διαδραματίσει και μετά τις Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019.

Εναλλακτικές Πηγές Ενέργειας στην ΕΕ

Η μετάβαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) [1] βρίσκεται στο επίκεντρο της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Η ΕΕ σκοπεύει να βρει εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής ενέργειας που δεν είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον, επιβραδύνουν την κλιματική αλλαγή και αυξάνουν την ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία της. Η νομοθεσία για την προώθηση των ΑΠΕ έχει εξελιχθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη προς αυτήν την κατεύθυνση.

Στο άρθρο 194 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τίθεται ως προτεραιότητα η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στην ενωσιακή ενεργειακή πολιτική μέσω της δημιουργίας καταλλήλων υποδομών για την υποστήριξή τους. Το 1997 η Λευκή Βίβλος για τις ΑΠΕ έθεσε ως στόχο την κάλυψη του 12% της γενικότερης κατανάλωσης ενέργειας, και ειδικότερα, του 22,1% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2010 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1997) [2]. Προς αυτή την κατεύθυνση, κάθε κράτος έθετε τους δικούς του στόχους που διέφεραν ανάλογα με τις δυνατότητές του (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, 2001) [3].  Ωστόσο, οι στόχοι δεν υλοποιήθηκαν, γεγονός που κατέστησε αναγκαία τη διεύρυνση του νομοθετικού πλαισίου.

Το 2009 υιοθετήθηκε η Οδηγία ορόσημο για την «Προώθηση της Χρήσης Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές», η οποία προβλέπει έως το 2020, το 20% της κατανάλωσης ενέργειας να καλύπτεται από ΑΠΕ και το 10% των καυσίμων μεταφορών από βιοκαύσιμα (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, 2009) [4]. Κάθε κράτος καλείτο να προσδιορίσει τους εθνικούς του στόχους, δημιουργώντας εθνικό σχέδιο δράσης για τις ΑΠΕ. Με τη δημοσίευση διετών εκθέσεων, τα κράτη-μέλη αποτυπώνουν την πρόοδο των εθνικών τους στόχων, έχοντας έτσι την ευκαιρία να εντείνουν ή να διατηρούν στα επιθυμητά επίπεδα τις προσπάθειές τους.

Όσον αφορά στα μελλοντικά βήματα για την ενσωμάτωση των ΑΠΕ στην πολιτική της ΕΕ, το 2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσδιόρισε τους τομείς στους οποίους οι προσπάθειες θα πρέπει να ενταθούν, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις μεταφορές και στη θέρμανση των κτιρίων, τομείς που θα αναλυθούν στη συνέχεια (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012) [5]. Επιπρόσθετη καινοτόμα πρωτοβουλία της ΕΕ χαρακτηρίστηκε ο Ενεργειακός Χάρτης Πορείας για το 2050 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011) [6], του οποίου κύριος άξονας είναι η προσπάθεια απανθρακοποίησης και η επίτευξη μεριδίου ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα τουλάχιστον 30% έως το 2030. Ωστόσο, παρουσιάστηκε η ανάγκη για περαιτέρω καινοτόμες πολιτικές για την επίτευξη των στόχων αυτών, προκειμένου να μη σημειωθεί καμπή στα αποτελέσματα. Η Πράσινη Βίβλος, που τιτλοφορείται ως «Πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2013) [7], προτρέπει να τεθεί ως υποχρεωτικός στόχος το 27% της κατανάλωσης ενέργειας να προέρχεται από ΑΠΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2014) [8].

Μια επιπλέον κρίσιμη πολιτική της ΕΕ στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για την Ενεργειακή Ένωση, καθώς και για την επίτευξη των δεσμεύσεων της Ένωσης που απορρέουν από τη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα, είναι η «Καθαρή Ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους» [Clean Energy for all Europeans] (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2016) [9]. Μεταξύ άλλων, με τη δέσμη των μέτρων του πακέτου αυτού και πιο συγκεκριμένα, με την Οδηγία του 2016 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2017) [10], πραγματοποιείται αναθεώρηση της Οδηγίας του 2009, με σκοπό να καταστεί η ΕΕ παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα των ΑΠΕ και να βασιστούν περαιτέρω οι τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και παροχής ψύξης και θέρμανσης σε αυτές. Το Δεκέμβριο του 2018 υιοθετήθηκε αναδιατυπωμένη η Οδηγία του 2016 που έθεσε νέο δεσμευτικό στόχο [11], σύμφωνα με τον οποίο μέχρι το 2030 το 32% των ενεργειακών αναγκών θα πρέπει να καλύπτεται από τις ΑΠΕ, ενώ το 2033 υπάρχει ρήτρα αναθεώρησης του ποσοστού. Η συγκεκριμένη Οδηγία βελτιώνει το σχεδιασμό των συστημάτων υποστήριξης των ΑΠΕ και δημιουργεί πιο αισιόδοξες προοπτικές για τους τομείς των μεταφορών και της θέρμανσης – ψύξης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018) [12].

Τα αποτελέσματα των πιο πάνω πολιτικών είναι ήδη εμφανή. Σύμφωνα με τη Eurostat (Eurostat, 2019) [13], σε διάστημα 10 ετών, από το 2007 έως το 2017, στην ΕΕ η συνεισφορά των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας αυξήθηκε κατά 67%, με τη Σουηδία και τη Λετονία να πρωτοστατούν στις επιδόσεις. Τη μερίδα του λέοντος στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κατέχει η αιολική ενέργεια. Επιπλέον, από τα κράτη-μέλη, έντεκα έχουν πετύχει τους στόχους που έθεσαν για το 2020, σχετικά με την κατανάλωση ενός συγκεκριμένου μεριδίου προερχομένου από ΑΠΕ. Η ποσότητα των νομοθετικών πρωτοβουλιών για τις ΑΠΕ σε επίπεδο ΕΕ αποδεικνύει τη σημαίνουσα θέση που κατέχουν για την επίτευξη των στόχων της περιβαλλοντικής πολιτικής της.

Πέρα από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ΕΕ, στην προσπάθειά της να απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα και να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, συμπεριλαμβάνει την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό μείγμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι απόψεις μεταξύ των κρατών-μελών είναι διχασμένες σχετικά με το πόσο καθαρή είναι τελικά η συγκεκριμένη πηγή ενέργειας, γεγονός που απορρέει από την παρουσία τόσο πλεονεκτημάτων, όσο και μειονεκτημάτων κατά την παραγωγή και χρήση της.

Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί μια εναλλακτική λύση χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στη θέση των ορυκτών καυσίμων. Η ΕΕ δεν έχει ως οντότητα μια ενιαία πυρηνική στρατηγική, καθώς επαφίεται στα κράτη-μέλη η επιλογή του εάν θα περιλαμβάνεται η πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό τους μείγμα ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί βασικό συστατικό του ενεργειακού μείγματος σε 14 από τα 28 κράτη-μέλη της ΕΕ, κάτι που αντιστοιχεί στο 30% της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται εντός της Ένωσης. Στις χώρες αυτές εντοπίζονται περίπου 130 από τους 400 πυρηνικούς αντιδραστήρες παγκοσμίως (σε λειτουργία ή υπό κατασκευή). Η εκμετάλλευση της πυρηνικής ενέργειας στηρίζεται στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενέργειας του 1957 (Συνθήκη EKAE).

H νομοθεσία της ΕΕ έχει ως στόχο τη βελτίωση των προτύπων ασφάλειας των πυρηνικών σταθμών ενέργειας και τη διασφάλιση ότι η διάθεση και διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων πραγματοποιείται με βάση τα διεθνή πρότυπα. Γι’αυτό το λόγο πήρε πρωτοβουλίες στους παρακάτω τομείς:

  • Ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων: Το 2014, μετά το ατύχημα στη Fukushima (2011) επικαιροποιήθηκαν οι ενωσιακοί κανόνες ασφάλειας για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις (Οδηγία 2014/87/EKAE) [14] και εντατικοποιήθηκαν οι έλεγχοι.
  • Προστασία από την ακτινοβολία: Το 2013, καθορίστηκαν πρότυπα ασφάλειας (Οδηγία 2013/59/EKAE) [15] σχετικά με τη μείωση της ραδιενέργειας που έχει επιβλαβείς συνέπειες στη δημόσια υγεία. Επίσης, δημιουργήθηκαν κανονισμοί σχετικά με τη μείωση των εισαγωγών προϊόντων από το Chernobyl (Κανονισμός 733/2008/ΕΚ, που επεκτάθηκε με τον Κανονισμό 1048/2009/ΕΚ, Κανονισμός 1635/2006/ΕΚ και Κανονισμός 1609/2000) [16].
  • Μεταφορά Ραδιενεργών Ουσιών και Αποβλήτων: Ο Κανονισμός 1493/93/ΕΚ [17], θέσπισε ένα κοινοτικό σύστημα για τη δήλωση αποστολών ραδιενεργών ουσιών μεταξύ κρατών-μελών και τον ορισμό των διαδικασιών με στόχο την εξασφάλιση επαρκούς επιπέδου προστασίας του πληθυσμού από τέτοιες αποστολές.
  • Διαχείριση αποβλήτων: Με τη θέσπιση της οδηγίας 2011/70/ΕΚΑΕ [18], προβλέπεται αυστηρή παρακολούθηση των εθνικών προγραμμάτων για την κατασκευή και διαχείριση χώρων τελικής εναπόθεσης. Επίσης, είναι επιτακτική η κατοχύρωση διασφαλίσεων που καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο ζωής του πυρηνικού καυσίμου, από την εξόρυξη πυρηνικών υλικών στα κράτη-μέλη ή την εισαγωγή τους από τρίτες χώρες έως την εξαγωγή τους εκτός ΕΕ. Η Επιτροπή είναι αρμόδια για τον έλεγχο της χρήσης πυρηνικού υλικού για ειρηνικούς σκοπούς εντός ΕΕ.

Ωστόσο, μετά τις πυρηνικές καταστροφές στο Chernobyl το 1986 και στη Fukushima της Ιαπωνίας το 2011, η πυρηνική ενέργεια αμφισβητείται έντονα και χώρες, όπως η Γερμανία και το Βέλγιο, σκοπεύουν να την καταργήσουν, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα αβέβαιες τις προοπτικές της στο ενεργειακό μείγμα των χωρών της ΕΕ. Τέλος, σύμφωνα με μελέτες κόστους-οφέλους η αποσυναρμολόγηση ενός πυρηνικού αντιδραστήρα κοστίζει πιο πολύ από τη δημιουργία νέου και η διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων είναι ιδιαίτερα δαπανηρή, γεγονός που έχει ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας ορισμένων πυρηνικών σταθμών κατά τρόπο που αντενδείκνυται.

Μεταφορές

Όσον αφορά στις πολιτικές μεταφορών και ενέργειας, η ΕΕ έχει βοηθήσει ώστε να αναγνωριστεί η ανάγκη να ληφθούν ειδικά μέτρα για να βελτιωθεί η ενεργειακή απόδοση, να εξοικονομηθεί ενέργεια και να ληφθούν ειδικά μέτρα για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Παράλληλα, έχει πρωτοστατήσει στην ανάγκη να τεθούν στόχοι για την κλιματική αλλαγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Οδηγία για «Καθαρά και Ενεργειακά Αποδοτικά Οχήματα» [19]. Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο άρθρο 174 παράγραφος 1 προβλεπόταν η συνετή και ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων, όπως του πετρελαίου. Συναφής είναι και η Οδηγία 2015/652 για την «Ποιότητα των Καυσίμων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ, ώστε να επιτρέπει την προσθήκη ποσοστού βιοκαυσίμων, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, με συμβατικά καύσιμα σε μεγαλύτερο βαθμό και καθορίζοντας μεθόδους υπολογισμού και απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με την Οδηγία 98/70/ΕΚ [20].

Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, ένα κύριο πρόβλημα είναι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η ρύπανση, επιπτώσεις οι οποίες επέρχονται κατά την καύση των διαφόρων καυσίμων και θεωρούνται τα κύρια εμπόδια για την αειφόρο ανάπτυξη, όπως αναφέρθηκε και σε ανακοίνωση της Επιτροπής, που κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Göteborg (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2001) [21]. Μια από τις δράσεις που έχει αναλάβει η ΕΕ είναι η Οδηγία 1999/94/ΕΚ [22] για επίδειξη πληροφοριών κατανάλωσης καυσίμου και εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) σε κάθε νέο όχημα, που αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό του 2017 (ΕΕ) 2017/1369 [23] και ισχύει έως σήμερα. Σκοπός ήταν να οριστεί το δικαίωμα του καταναλωτή να διαλέγει προϊόντα με βάση πληροφορίες για την αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο εξοικονομείται ενέργεια. Ταυτόχρονα προωθούνται η καινοτομία και οι επενδύσεις στην παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων. Ενισχύονται έτσι τεχνολογία και οικονομία, καθώς και η προστασία του περιβάλλοντος.

Όσον αφορά στους ατμοσφαιρικούς ρύπους, μια Οδηγία που εφαρμόζεται από το 2003, και την περίοδο 2013 έως το 2020 διανύει την τρίτη φάση της, είναι το Σύστημα Εμπορίας των Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (ETS). Αυτή ουσιαστικά, ορίζει «ανώτατο όριο» ή περιορισμό επί της συνολικής ποσότητας αερίων διοξειδίου του άνθρακα, υποξειδίου του αζώτου, υπερφθορανθράκων, μεθανίου, υδροφθορανθράκων, εξαφθοριούχου. Αυτά μπορεί να εκπέμπονται εντός του συστήματος από εργοστάσια, μονάδες παραγωγής ενέργειας, καθώς και βιομηχανικούς κλάδους και αεροσκάφη που εκτελούν πτήσεις μεταξύ αερολιμένων στην ΕΕ, τη Νορβηγία και την Ισλανδία (EUR-Lex, χ.χ.) [24]. Ως εκ τούτου, λόγω των ανησυχιών που υπήρχαν και υπάρχουν σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, άρχισε και συνεχίζεται η συζήτηση για το κόστος κάθε ρύπου.

Επειδή, λοιπόν, το κόστος των ρύπων υπολογίζεται, προωθούνται πλέον ιδιαιτέρως τα εναλλακτικά καύσιμα και οχήματα, όπως για παράδειγμα η ηλεκτροκίνηση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χ.χ.) [25]. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στοχεύει στη μείωση των εκπομπών μέχρι το 2030, προωθώντας την κυκλοφορία περισσοτέρων ηλεκτρικών αυτοκινήτων (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2018) [26], γεγονός που συνεπάγεται το ενδεχόμενο η ΕΕ να ξεπεράσει τις ΗΠΑ στην αγορά ηλεκτροκίνητων στο πλαίσιο των στόχων και των ευαισθησιών που έχει για το περιβάλλον (Mchugh, 2018) [27]. Βέβαια, για να αποδώσει η χρήση ηλεκτροκίνητων οχημάτων θα πρέπει να ενταχθούν παράλληλα και αυξανόμενα οι ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι, θα αποφευχθεί το αρνητικό ενδεχόμενο της μετατόπισης της ρύπανσης από τις μεταφορές στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Διαφορετικά, το μόνο αποτέλεσμα της ηλεκτροκίνησης θα είναι η αυξημένη χρήση συμβατικών καυσίμων.

Ενεργειακή Αποδοτικότητα Κτηρίων

Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων εμφανίζεται στις συζητήσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου ήδη από το πρωτόκολλο του Κιότο και την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2004) [28]. Η συσχέτιση μεταξύ τους είναι απολύτως δικαιολογημένη δεδομένου ότι, ένα ενεργειακά αποδοτικό κτίριο έχει τις ελάχιστες δυνατές ενεργειακές ανάγκες, γεγονός που συνεπάγεται μειωμένη παραγωγή ενέργειας και άρα λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Το πρώτο βήμα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων έγινε με την Οδηγία 2002/91/EK [29]. Στόχος εκείνης, ήταν η βελτίωση της αποδοτικότητας αυτών, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως εξωτερικές, τοπικές και κλιματολογικές συνθήκες, χωρίς να αμεληθούν οι κλιματικές απαιτήσεις των εσωτερικών χώρων [30]. Μέσω αυτής καθορίστηκαν αρχικά, οι ελάχιστες απαιτήσεις για την ενεργειακή αποδοτικότητα νέων και υφιστάμενων κτιρίων που ανακαινίζονται. Επιπλέον, προσδιορίστηκε η μέθοδος υπολογισμού της ενεργειακής αποδοτικότητας των οικημάτων και οι απαιτήσεις για την ενεργειακή πιστοποίηση των κτιρίων.

Το δεύτερο βήμα έγινε με την υιοθέτηση της Οδηγίας 2010/31/EE [31], στην οποία προβλέφθηκε ότι, τα κτίρια ευθύνονται για το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωση. Το γεγονός αυτό επέβαλε άμεση βελτίωση προκειμένου η ΕΕ να εναρμονίζεται με τις περιβαλλοντικές της υποχρεώσεις. Ειδικότερα, στην εν λόγω Οδηγία, διατυπώθηκε η ανάγκη πολλαπλασιασμού των ενεργειακά αποδοτικών κτιρίων, επιζητώντας επιπροσθέτως την κατασκευή κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας (nearly zero-energy buildings). Τέλος, αν και η στοχοθεσία παρέμεινε ίδια, προστέθηκαν στον υπολογισμό της ενεργειακής αποδοτικότητας οι βοηθητικοί χώροι των κτιριακών μονάδων, αυξάνοντας τις ελάχιστες απαιτήσεις.

Δυο χρόνια μετά, ακολούθησε η Οδηγία 2012/27/ΕΕ [32], εντός της οποίας αναγνωρίζεται ο κομβικός ρόλος που μπορεί να έχει η ενεργειακή αποδοτικότητα στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, στη βελτίωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας και της οικονομικής ανάπτυξης. Ειδικότερα εκείνη, θέσπισε κοινό πλαίσιο μέτρων για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας εντός της ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί αρχικά η επίτευξη του 20% μέχρι το 2020 ενώ παράλληλα, έθεσε τα θεμέλια για μεγαλύτερη κτιριακή ενεργειακή αποδοτικότητα μελλοντικά. Επιπλέον, καθιέρωσε κανόνες για την παράκαμψη των εμποδίων στην αγορά ενέργειας που παρεμπόδιζαν την απόδοση στον εφοδιασμό και την κατανάλωση ενέργειας. Τέλος, προέβλεψε τη θέσπιση ενδεικτικών εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης για το 2020.

Στο μεταξύ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι, οι προσπάθειες των ευρωπαϊκών αρχών περί μείωσης της κτιριακής κατανάλωσης και βελτίωσης της αποδοτικότητάς τους έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Επιτροπής (Bertoldi, Loper Lorente και Labanca, 2016) [33], η κτιριακή κατανάλωση (κατοικίες) το 2014 ελαττώθηκε στο 24,80% (μείωση κατά 15,20%), ενώ σε ποσότητες από 317 Mtoe το 2010 η καταναλωθείσα ενέργεια συρρικνώθηκε στα 263 Mtoe.

Η Οδηγία 2018/844 [34] αποτελεί την νεότερη εξέλιξη αναφορικά με την κτιριακή ενεργειακή αποδοτικότητα. Αφορμή για την διαμόρφωση εκείνης στάθηκε η νέα στρατηγική Ευρώπη 2030 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χ.χ.) [35] που προσδοκά τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40% και η στρατηγική Ευρώπη 2050 που επιδιώκει την κατά 100% απαλλαγή των κτιρίων από ανθρακούχες εκπομπές. Ο στόχος της στρατηγικής είναι η μείωση της απαιτούμενης ενέργειας για την κάλυψη της ενεργειακής ζήτησης που συνδέεται με την τυπική χρήση των κτιρίων. Σαν Οδηγία κυρίως τροποποιεί βασικά σημεία στις δυο προηγούμενες σε ισχύ νομοθεσίες. Τέλος, συνιστά την βελτίωση της διαφάνειας των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, προβλέπει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και επιζητά την εξασφάλιση ότι τα μέτρα για την κτιριακή ενεργειακή απόδοση καλύπτουν εξ ολοκλήρου το κτίριο και όχι μόνο το κέλυφος.

Διαχείριση Απορριμμάτων και Πλαστική Ρύπανση

Η διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί ένα σοβαρό περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα για όλες τις σύγχρονες κοινωνίες. Σε μια εποχή που οι φυσικοί πόροι εξαντλούνται με ραγδαίο ρυθμό, εμφανίζεται επιτακτική η ανάγκη εφαρμογής μιας ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής, βασισμένης στην κυκλική οικονομία [36], με προτεραιότητα την ορθολογική διαχείριση των αποβλήτων, την εξοικονόμηση, ανάκτηση και επαναχρησιμοποίηση  πρώτων υλών και ενέργειας. Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, τα απόβλητα ήταν στο επίκεντρο της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ με σημαντική – αλλά όχι την επιθυμητή – πρόοδο.

Τα απόβλητα συνέχιζαν να παραμένουν κεφαλαιώδες πρόβλημα, καθώς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η κατανάλωση αγαθών είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Οι όγκοι τους αυξάνονταν ανά τα χρόνια, οι μέθοδοι ανακύκλωσης αυτών δεν είχαν αξιοποιηθεί πλήρως, η ευρωπαϊκή νομοθεσία παρέμενε ασαφής και εφαρμοζόταν ελλιπώς και με διαφορετικό τρόπο από τα κράτη. Ενδεικτικά, το 2005 τα αστικά απόβλητα στην ΕΕ διετίθεντο κατά 49% σε χώρους υγειονομικής ταφής, 18% για αποτέφρωση, 33% για ανακύκλωση και λιπασματοποίηση. Προς αντιμετώπιση της κατάστασης εγκρίθηκε το ίδιο έτος η δεκαετούς διάρκειας «Θεματική Στρατηγική για την πρόληψη της δημιουργίας και την ανακύκλωση των αποβλήτων», που προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Eur-Lex, χ.χ) [37]. Καθόριζε ως μακροπρόθεσμο στόχο ότι η ΕΕ θα καταστεί κοινωνία ανακύκλωσης, αξιοποιώντας τα απόβλητα ως πόρο και εκσυγχρονίζοντας το έως τότε ελλιπές νομικό πλαίσιο. Η βασική λογική της στρατηγικής είναι ότι τα απόβλητα δεν αποτελούν ένα άχρηστο βάρος αλλά έναν πολύτιμο πόρο που, αν αξιοποιηθεί σωστά, μπορεί να δώσει πολλαπλά οφέλη. Αυτός είναι ο λόγος που η απόρριψή τους σε χώρους υγειονομικής ταφής και λιπασματοποίησης πρέπει να είναι η τελευταία διαθέσιμη επιλογή. Από την άλλη, κάθε επεξεργασία των αποβλήτων, όσο περιβαλλοντικά φιλική και αν είναι, καταναλώνει ενέργεια και πόρους, καταλήγοντας στο ότι η πρόληψη από την παραγωγή αποβλήτων δίνει τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Το 2005 η Επιτροπή πρότεινε επίσης τη μείωση των αστικών λυμάτων και την επαναχρησιμοποίησή τους κατά 60% ως το 2025 και 65% ως το 2030.

Σημαντικό κομμάτι της διαχείρισης των αποβλήτων στην ΕΕ αποτελούν και τα λεγόμενα βιοαπόβλητα (food waste), τα οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ως παγκόσμιο πρόβλημα και για τα οποία έχει αναλάβει δράση μέσω του Προγράμματος Κυκλικής Οικονομίας, όπου επιβεβαίωσε εκ νέου τη δέσμευσή της για τον στόχο μείωσης των βιοαποβλήτων που καθορίστηκε στην παγκόσμια ατζέντα για την αειφόρο ανάπτυξη του 2030 (Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, 2016) [38]. Συγκεκριμένα στην ΕΕ, τα βιοαπόβλητα εκτιμώνται σε περίπου 88 εκατομμύρια τόνους ανά έτος. Η συνολική ποσότητα τροφίμων που παρήχθη στην ΕΕ το 2011 ήταν περίπου 865 κιλά ανά άτομο. Αυτό σημαίνει ότι χάνεται το 20% της συνολικής παραγόμενης τροφής. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολίτες απευθύνονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να ζητήσουν πληροφορίες για το τι κάνει η ΕΕ για να μειώσουν τα απόβλητα τροφίμων, καθώς και για να ζητήσει η ευρωπαϊκή νομοθεσία να τερματίσει τα απόβλητα τροφίμων σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων πολλών αναφορών που έχουν υποβληθεί σε αυτό το θέμα (European Parliamentary Research Service Blog, 2017) [39].

Μετά την έγκριση της στρατηγικής, στα περισσότερα κράτη η παραγωγή αποβλήτων αυξήθηκε (π.χ. Δανία, Ελλάδα, Μάλτα) ή – στην καλύτερη περίπτωση – σταθεροποιήθηκε. Όλως θετικώς όμως, λόγω της σημαντικής μείωσης σε κάποια κράτη-μέλη, όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Ρουμανία και η Σλοβακία, η συνολική ετήσια παραγωγή αποβλήτων στην ΕΕ μειώθηκε κατά 10% μεταξύ 2006 και 2008. Σε αυτό φαίνεται ότι συνέβαλε η υιοθέτηση της Οδηγίας 2006/66/ΕΚ με στόχο να μειώσει στο ελάχιστο την αρνητική επίπτωση των ηλεκτρικών στηλών, των συσσωρευτών και των αποβλήτων αυτών στο περιβάλλον. Κατόπιν, με την Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [40] καθιερώθηκε ο στόχος έως το 2020 της ανακύκλωσης κατά 50% των αστικών αποβλήτων και κατά 70% των αποβλήτων από κατασκευές και κατεδαφίσεις. Ακόμη, εισήχθη η διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού και επιβεβαιώθηκε η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», με επιβολή οικονομικών κινήτρων, όπως τελών, αναλόγως του μεγέθους των απορριμμάτων. Έτσι, σύμφωνα με την σχετική Έκθεση της Επιτροπής του 2011 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011) [41], το 2008 η ανακύκλωση αποβλήτων, εκτιμήθηκε στο 38%, σημειώνοντας πρόοδο κατά 5% σε σύγκριση με το 2005 και κατά 18% σε σύγκριση με το 1995.

Σχετικά πρόσφατα, το Μάιο του 2018, υιοθετήθηκαν κατόπιν διαβουλεύσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 4 Οδηγίες (2018/849/ΕΕ, 2018/850/ΕΕ, 2018/851/ΕΕ, 2018/852/ΕΕ), οι οποίες έθεσαν συγκεκριμένους στόχους. Ειδικότερα, προβλέπουν την ανακύκλωση του 65% των αστικών αποβλήτων και την κατά 10% μείωση της υγειονομικής ταφής τους έως το 2035, την ανακύκλωση του 70% των αποβλήτων από συσκευασίες έως το 2030, την προώθηση οικονομικών μέσων για την αποθάρρυνση της υγειονομικής ταφής και, τέλος, την εν γένει στήριξη συστημάτων ανάκτησης και ανακύκλωσης.

Συμπερασματικά, οι προκλήσεις στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων κάθε άλλο παρά λίγες είναι, καθώς η ανταπόκριση εκ μέρους των κρατών κρίνεται ασύμμετρη (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2018) [42]. Έμφαση πρέπει να δοθεί στη μεγαλύτερη αύξηση της ευθύνης του παραγωγού, την αυστηρότερη εποπτεία και βελτίωση των μεθόδων συλλογής στατιστικών στοιχείων των κρατών-μελών ως προς την αξιοπιστία τους. Παρόλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται αρκετά συνειδητοποιημένη ως προς το ευαίσθητο αυτό ζήτημα και απομένει να φανεί εάν θα επιτευχθούν οι τεθειμένοι για το 2020 και 2030 στόχοι της.

Ένα από τα μείζονα ζητήματα της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διαχείριση των αποβλήτων συνιστά, μεταξύ άλλων, και η πλαστική ρύπανση. Το πλαστικό υλικό, μόλις μέσα σε λίγες δεκαετίες κατάφερε να εισέλθει στην καθημερινότητα των ανθρώπων και να εδραιωθεί ως το βασικό συστατικό πολλών διαφορετικών αντικειμένων. Η εξέλιξη αυτή συντελείται εξαιτίας των σημαντικών πλεονεκτημάτων του υλικού αυτού, τα οποία είναι κυρίως το χαμηλό κόστος του και η ευκολία παραγωγής του. Ωστόσο, η αλόγιστη και ολοένα αυξανόμενη χρήση των πλαστικών, σε συνδυασμό με τη δυσκολία αποσύνθεσης του εν λόγω υλικού, που επιβαρύνει το περιβάλλον για εκατοντάδες χρόνια, οδήγησε την ΕΕ στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας της, με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος και τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία.

Η ΕΕ διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια βιομηχανία πλαστικών. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 2015, η Ευρώπη παράγει περίπου 50 εκατομμύρια τόνους πλαστικών ετησίως, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στον κόσμο στην παραγωγή πλαστικών, ακολουθώντας έτσι την Κίνα (Plastics Europe, 2015) [43]. Το περισσότερο από το παραχθέν πλαστικό χρησιμοποιείται για τη δημιουργία προϊόντων μίας χρήσης, τα οποία χάνουν γρήγορα την αξία τους και καταλήγουν στις χωματερές ή στη θάλασσα. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι 1.455 τόνοι πλαστικού επιπλέουν σήμερα στη Μεσόγειο Θάλασσα (Eunomia, 2016) [44]. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη σημαντικής μείωσης των πλαστικών προϊόντων και υιοθέτησης ενός μοντέλου κυκλικής οικονομίας.

Όπως έχει προαναφερθεί, το 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στη δημιουργία ενός Σχεδίου Δράσης για την Κυκλική Οικονομία, με μακροπρόθεσμους στόχους τη μείωση της υγειονομικής ταφής των απορριμμάτων, την αύξηση της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης των προϊόντων. Το 2017 πραγματοποιούνται δύο συζητήσεις για αυτό το Σχέδιο Δράσης: η αναθεώρηση τεσσάρων Οδηγιών για την Κυκλική Οικονομία και η συμφωνία για μια Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Πλαστικά (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018) [45]. Η στρατηγική αυτή της ΕΕ προς την επίτευξη υιοθέτησης του μοντέλου της κυκλικής οικονομίας, έχει ως στόχο μέχρι το 2030 όλα τα πλαστικά που διατίθενται από την αγορά να είναι επαναχρησιμοποιήσιμα ή ανακυκλώσιμα. Για την τόνωση της αγοράς με ανακυκλωμένα πλαστικά, η Επιτροπή προγραμμάτισε μια εθελοντική εκστρατεία ανάληψης δεσμεύσεων. Εβδομήντα εταιρείες έχουν ήδη αναλάβει δεσμεύσεις, γεγονός που θα οδηγήσει σε αύξηση της αγοράς ανακυκλώσιμων πλαστικών κατά τουλάχιστον 60% έως το 2025.

Φτάνοντας στο σήμερα, στην πρώτη γραμμή λήψης μέτρων από την ΕΕ βρίσκονται τα πλαστικά αντικείμενα μιας χρήσης. Σημαντική ενέργεια της ΕΕ προς την κατεύθυνση αυτή αποτελεί η υπερψήφιση από τους Ευρωβουλευτές στο Στρασβούργο πρότασης Οδηγίας για την απαγόρευση πλαστικών μιας χρήσης στην ΕΕ. Η Βελγίδα εισηγήτρια κα. Frederique Ries (ALDE) χαρακτήρισε τη νομοθεσία αυτή ως το πιο φιλόδοξο ψήφισμα κατά των πλαστικών μιας χρήσης: «η ψηφοφορία σήμερα ανοίγει το δρόμο για μια φιλόδοξη Οδηγία, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και τη μείωση του κόστους των περιβαλλοντικών ζημιών που οφείλονται στην πλαστική ρύπανση στην Ευρώπη, υπολογιζόμενη στα 22 δισεκατομμύρια ευρώ, έως το 2030» (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2018) [46].

Ωστόσο, για την πλήρη εξάλειψη της πλαστικής ρύπανσης η απαγόρευση των πλαστικών μιας χρήσης δεν επαρκεί. Σίγουρα είναι μια διαδοχική προοδευτική ρύθμιση μετά την επιβολή του περιβαλλοντικού τέλους στις πλαστικές σακούλες, ταυτόχρονα όμως η ΕΕ θα πρέπει να παρέχει έναν αξιόπιστο και αυστηρό έλεγχο στη τήρηση των μέτρων αυτών, να προβλέψει τυχόν επιβαρυντικές συνέπειες σε ορισμένους τομείς της οικονομίας και να παρέχει, στην περίπτωση αυτή, άμεσες λύσεις.

Καταληκτικά, ο καθένας δύναται να διακρίνει ότι, στον τομέα του περιβάλλοντος και της ενέργειας, η ΕΕ αποσκοπεί στην εύρεση καινοτόμων λύσεων της κλιματικής αλλαγής αλλά και της σύγχρονης περιβαλλοντικής καταστροφής. Μέσα από Κανονισμούς και Οδηγίες που εκδίδει, προσπαθεί να επιδιώξει μια περιβαλλοντική πολιτική για τα κράτη-μέλη της, η οποία θα είναι ταυτόχρονα οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμη. Παρόλο που η ΕΕ είναι ιδιαίτερα δραστήρια στον τομέα αυτό, είναι αδιαμφισβήτητο πως θα πρέπει να προχωρήσει σε δραστικότερα μέτρα και ακόμα αυστηρότερο έλεγχο των κρατών-μελών ως προς την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος.


Παραπομπές

[1]        Οι ΑΠΕ είναι: αιολική, ηλιακή, υδροηλεκτρική, γεωθερμική ενέργεια, ενέργεια από τους ωκεανούς, βιομάζα και βιοκαύσιμα.

[2]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (1997). Communication from the Commission – Energy for the future: renewable sources of energy – White Paper for a Community strategy and action plan. COM (1997) 0599. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[3]        Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2001). Οδηγία 2001/77/ΕΚ για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. EE L 283 της 27.10.2001. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[4]        Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2009). Οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ. ΕΕ L 140 της 5.6.2009. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[5]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2012). Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές: σημαντικός παράγοντας στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. COM (2012) 271 τελικό (6.6.2012). Διαθέσιμο εδώ.

[6]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2011). Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Ενεργειακός χάρτης πορείας για το 2050. COM (2011) 885 τελικό (15.12.2011). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[7]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2013). Πράσινη Βίβλος. Πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030. COM (2013) 169 τελικό (27.3.2013). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[8]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2014). Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030. COM (2014) 15 τελικό (22.1.2014). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[9]        Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2016). Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους. COM (2016) 860 τελικό (30.11.2016). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ. Επίσης: Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2015). Δέσμη μέτρων για την ενεργειακή ένωση. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Στρατηγική πλαίσιο για μια ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή. COM (2015) 80 τελικό (25.2.2015). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[10]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2017). Παραρτήματα της Πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. COM (2016) 767 τελικό (23.2.2017). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[11]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2018). Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. EE L 328 της 21.12.2018. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[12]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2018). European Commission – Statement: Europe leads the global clean energy transition: Commission welcomes ambitious agreement on further renewable energy development in the EU. (Στρασβούργο, 14.6.2018) [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[13]      Eurostat. (2019). Share of energy from renewable sources. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[14]      Συμβούλιο ΕΕ. (2014). Οδηγία 2014/87/Ευρατόμ για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/71/Ευρατόμ περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων. ΕΕ L 219 της 25.7.2014. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[15]      Συμβούλιο ΕΕ. (2013). Οδηγία 2013/59/Ευρατόμ για τον καθορισμό βασικών προτύπων ασφαλείας για την προστασία από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και την κατάργηση των οδηγιών 89/618/Ευρατόμ, 90/641/Ευρατόμ, 96/29/Ευρατόμ, 97/43/Ευρατόμ και 2003/122/Ευρατόμ. ΕΕ L 13 της 17.1.2014. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[16]      Συμβούλιο ΕΕ. (2008). Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 733/2008 σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ. ΕΕ L 201 της 30.7.2008. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2006). Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1635/2006 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 737/90 του Συμβουλίου σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ. ΕΕ L 306 της 7.11.2006. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2000). Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1609/2000 για την κατάρτιση καταλόγου προϊόντων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 737/90 του Συμβουλίου σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ. ΕΕ L 185 της 25.7.2000. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[17]      Συμβούλιο ΕΕ. (1993). Κανονισμός (Ευρατόμ) αριθ. 1493/93 για τις αποστολές ραδιενεργών ουσιών μεταξύ κρατών μελών. ΕΕ L 148 της 19.6.1993. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[18]      Συμβούλιο ΕΕ. (2011). Οδηγία 2011/70/Ευρατόμ για τη θέσπιση ενός κοινοτικού πλαισίου για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων. ΕΕ L 199 της 2.8.2011. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[19]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2009). Οδηγία 2009/33/ΕΚ σχετικά με την προώθηση καθαρών και ενεργειακώς αποδοτικών οχημάτων οδικών μεταφορών. EE L 120 της 15.5.2009. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[20]      Συμβούλιο ΕΕ. (2015). Οδηγία (ΕΕ) 2015/652 για τον καθορισμό των μεθόδων υπολογισμού και των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ. EE L 107 της 25.4.2015. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[21]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2001). Ανακοίνωση της Επιτροπής – Αειφόρος ανάπτυξη της Ευρώπης για έναν καλύτερο κόσμο: Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη (Πρόταση της Επιτροπής ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Göteborg). COM (2001) 0264 τελικό. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ. Wallstroem, M. [Ευρωπαία Επίτροπος Περιβάλλοντος]. (2001). The results of the Göteborg European Council with respect to sustainable development and climate change. Centre for European Policy Studies. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[22]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2010). Οδηγία 2010/30/ΕΕ για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με αυτά. EE L 153 της 18.6.2010. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[23]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2017). Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ. EE L 198 της 28.7.2017. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[24]      EUR-Lex. (χ.χ.). Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[25]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (χ.χ.). EU Science Hub. Well-to-Wheels Analyses. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[26]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. (2018). Press Release: More electric cars on EU roads by 2030. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[27]      Mchugh, D. (2018). Climate goals mean Europe will overtake US in electric cars. Phys.org (2.10.2018). [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[28]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2004). Press release: Kyoto Protocol. [Ανακτήθηκε 16 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[29]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2002). Οδηγία 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. ΕΕ L 1 της 4.1.2003. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[30]      Οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης  Δεκεμβρίου 2002 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, άρθρο 1.

[31]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2010). Οδηγία 2010/31/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. ΕΕ L 153 της 18.6.2010. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[32]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2012). Οδηγία 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ. ΕΕ L 315 της 14.11.2012. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[33]      Bertoldi, P., Loper Lorente, J. και Labanca, N. (2016). Energy Consumption and Energy Efficiency Trends in the EU-28 (2000-2014). Βρυξέλλες: Υπηρεσία Εκδόσεων της ΕΕ, σελ. 43. [Ανακτήθηκε 26 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[34]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2018). Οδηγία (ΕΕ) 2018/844 για την τροποποίηση της οδηγίας 2010/31/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση. ΕΕ L 156 της 19.6.2018. [Ανακτήθηκε 8 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[35]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (χ.χ.). 2030 climate & energy framework. [Ανακτήθηκε 23 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[36]      Σύμφωνα με την ΕΕ, «στην κυκλική οικονομία η αξία των προϊόντων και των υλικών διατηρείται για όσο το δυνατόν περισσότερο, η δημιουργία απορριμμάτων και η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων ελαχιστοποιούνται και οι πόροι διατηρούνται για όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα στην οικονομία, αφού όταν ένα προϊόν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του χρησιμοποιείται ξανά και ξανά και έτσι παράγεται επιπλέον αξία στην οικονομία» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018, Legal documents on the strategy for plastics in a circular economy, ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019, διαθέσιμο εδώ).

[37]      Eur-Lex. (χ.χ). Στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων. [Ανακτήθηκε 28 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[38]      Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. (2016). Special Report No. 34 – Combating Food Waste: an opportunity for the EU to improve the resource-efficiency of the food supply chain. [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[39]      European Parliamentary Research Service Blog. (2017). What Is The EU Doing To Reduce Food Waste? [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[40]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. (2008). Οδηγία 2008/98/ΕΚ για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών.  EE L 312 της 22.11.2008. [Ανακτήθηκε 4 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[41]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2011). Έκθεση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με τη θεματική στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων. SEC (2011) 70 τελικό. COM (2011) 0013 τελικό. [Ανακτήθηκε 28 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[42]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. (2018). Η διαχείριση των αποβλήτων στις χώρες της ΕΕ (γράφημα). [Ανακτήθηκε 28 Μαρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[43]      Plastics Europe. (2015). Plastics – the Facts 2015. An analysis of European plastics production, demand and waste data. [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[44]      Eunomia. (2016). Plastics in the Marine Environment. [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[45]      Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2018). Legal documents on the strategy for plastics in a circular economy. [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

[46]      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. (2018). Επικαιρότητα – Δελτίο τύπου – Πλαστικοί ωκεανοί: Το ΕΚ υποστηρίζει την απαγόρευση πλαστικών μέχρι το 2021. [Ανακτήθηκε 9 Απρ. 2019]. Διαθέσιμο εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: