Oι σύγχρονοι «Σίσυφοι» – Ένας παραλληλισμός του μύθου του Σίσυφου του Αλμπέρ Καμύ με τον σύγχρονο άνθρωπο-εργαζόμενο

Scroll down to content

από την Λία Πολιτοπούλου, ερευνήτρια της ομάδας «Κοινωνικά & Ανθρωπιστικά Ζητήματα»

Έχει επικρατήσει ως ευρέως αποδεκτή άποψη μετά τη συμφωνία μελετητών από διαφορετικά πεδία (πολιτικοί αναλυτές, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι και εθνολόγοι) ότι η σχέση ενός λαού με τους μύθους του είναι βαθιά συνυφασμένη με τον χαρακτήρα του και πηγαίνει πολύ πίσω στο χρόνο.

Ο μύθος του Σίσυφου προέρχεται από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθοπλασία.Έχει όμως αντιστοιχίες  με την ζωή των ανθρώπων σε κάθε ιστορική περίοδο καθιστώντας τον ένα διαχρονικά επίκαιρο δοκίμιο για τη ζωή και το μόχθο του εργάτη παλιότερα αλλά και του σύγχρονου εργαζόμενου σήμερα. Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο ο Σίσυφος τιμωρήθηκε από τους «Κριτές των νεκρών» οι οποίοι του επέβαλλαν ως βασανιστήριο να κουβαλάει για πάντα έναν μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας ο βράχος στην κορυφή ,ξανακυλούσε κάτω και ο Σίσυφος έπρεπε να τον ανεβάσει ξανά, εγκλωβισμένος αιώνια στην ίδια αυτή σκληρή δοκιμασία. Υπάρχουν διάφορες ιστορίες οι οποίες εξηγούν το γιατί ο Σίσυφος τιμωρήθηκε. Μία από τις πιο γνωστές είναι :  Ο Σίσυφος υπήρξε σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία βασιλιάς στην Κόρινθο, που τότε ονομαζόταν Εφύρα. Ο μύθος γύρω από το όνομά του θα ξεκινήσει όταν θα συμμαχήσει με τον θεό Ασωπό εναντίον του Δία με αντάλλαγμα μια πηγή με νερό που θα αναβλύζει ασταμάτητα για να ποτίζει την ξερή γη της Κορίνθου.  Στην αρχή θέλησε μια καλύτερη ζωή για τους Κορίνθιους  να έχουν δηλαδή και αυτοί στην μέχρι τότε πολύ ξερή περιοχή τους, νερό.Γρήγορα όμως ο Δίας θα τον ανακαλύψει και θα τον στείλει στον Άδη. Ο Σίσυφος όμως ακόμα και στον Άδη θα καταφέρει να ξεγελάσει και να φυλακίσει τον Θάνατο. Ο Θάνατος αδυνατούσε πια να συλλέξει τα θύματα του και ο γη άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει, αφού κανείς άνθρωπος δεν πέθαινε πια. Οι θεοί θύμωσαν και αναστατώθηκαν γιατί ο θάνατος μέχρι τότε ελεγχόταν μόνο από αυτούς. Με την πράξη του ο Σίσυφος ελευθέρωσε τους ανθρώπους από τα δεσμά του θανάτου, εξισώνοντας τους με τους θεούς. Ο θεός Άρης τελικά θα ελευθερώσει τον Θάνατο από τα δεσμά του και θα στείλει ξανά τον Σίσυφο στον Άδη. Ο Σίσυφος όμως που περίμενε μια τέτοια αντίδραση από τους θεούς είχε ζητήσει από τη γυναίκα του, να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, όταν κατέβηκε ξανά στον Άδη, ζήτησε από την θεά Περσεφόνη να του δώσει τρεις μέρες περιθώριο για να επιστρέψει στη γη, ώστε να φροντίσει το ζήτημα της ταφής του. Η Περσεφόνη δέχτηκε το αίτημα του Σίσυφου, όμως αυτός ανέβηκε στη γη και δεν επέστρεψε όταν τέλειωσαν οι τρεις μέρες που είχε ζητήσει. Ο Σίσυφος  με αυτή του την πράξη προσπαθεί πρώτη φορά να ωφελήσει τον ίδιο του τον εαυτό του παρατείνοντας την επίγεια ζωή του.  Οι Θεοί θύμωσαν ακόμα περισσότερο με τον Σίσυφο και αυτή τη φορά ήταν η σειρά του θεού Ερμή να τον κατεβάσει στον Άδη. Και τότε είναι που του επιβλήθηκε η απάνθρωπη τιμωρία να κουβαλάει αιωνίως τον βράχο χωρίς ελπίδα σωτηρίας.

Ο Σίσυφος και ο μύθος γύρω από την ζωή και τις πράξεις του, αντιπροσωπεύουν τον μυθικό ήρωα που συγκρούστηκε με τους θεούς και εκείνοι του επέβαλλαν αιώνια τιμωρία. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Καμύ, είναι ο ιδανικός παράλογος ήρωας και λόγω της ζωής του στη γη και λόγω της τιμωρίας που του επιβλήθηκε . Στην επίγεια ζωή του, επειδή περιφρονεί τους θεούς και το θάνατο, φλέγεται από πάθος για τη ζωή, μία ελεύθερη ζωή. Ταυτόχρονα η τιμωρία που του επιβλήθηκε αποτελεί ένα τρανταχτό παράδειγμα του αιώνιου μόχθου των ανθρώπων χωρίς κανένα νόημα. Είναι δηλαδή, πλήρως αντιπροσωπευτική της ανθρώπινης κατάστασης, του παραλόγου που κυριαρχεί στη ζωή μας : πρέπει να μοχθούμε και εμείς σαν το Σίσυφο αιώνια και χωρίς επιτυχία ( αντίστοιχα με τον εργάτη ,εργαζόμενο της εποχής μας, τον σύγχρονο άνθρωπο γενικότερα).Όσο πιο γρήγορα δεχτεί ο Σίσυφος ότι δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω, κανένα κρυφό νόημα ,ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον, τόσο πιο γρήγορα θα είναι ευτυχισμένος. Σημαντική λεπτομέρεια που εντείνει το παράλογο και την τραγικότητα είναι η επίγνωση του Σίσυφου ότι ο βράχος θα ξανακυλήσει κάτω. Όμως μόλις αποδεχτεί τη μοίρα του το φορτίο του γίνεται ελαφρότερο και μπορεί να νιώσει ακόμα και χαρά, γιατί όπως αναφέρει κι ο Καμύ το να αποδεχτεί κανείς συντριπτικές αλήθειες μπορεί να τον λυτρώσει, έστω και παροδικά.

Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριο του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση . Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί να γίνει επίσης και μέσα στη χαρά.» «Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως, συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται στους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο, ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι’ αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο»

Μπορεί να συνειδητοποιήσουμε το παράλογο, ενώ είμαστε εγκλωβισμένοι στην ρουτίνα σαν ένα ξαφνικό φως που καθαρίζει την όρασή μας, μπορεί με την πάροδο του χρόνου και την απόκτηση περισσότερης αυτογνωσίας να είναι φυσικό επακόλουθο να έρθουμε αντιμέτωποι με το ανούσιο της ύπαρξης, σαν συνέπεια της ωρίμανσης και του χρόνου ,θα μπορούσε να πει κανείς. Στην συνέχεια, μία ακόμα περίπτωση που είναι πιθανόν να μας οδηγήσει στο παράλογο είναι ,αν ξαφνικά όλα τα αντικείμενα στον κόσμο, που τους δίνουμε το νόημα το οποίο επιθυμούμε για την διευκόλυνσή μας, απεκδυθούν το νόημα τους και μεταμορφωθούν ξαφνικά μέσα μια παράλογη στιγμή,  σε αυτό που είναι. Χωρίς το νόημα που τους δίνουμε, άψυχα και άχρηστα αντικείμενα, δηλαδή. Ή να το νιώσουμε ξαφνικά, όταν δούμε κάποιον μιλάει με ενθουσιασμό, αλλά πίσω από ένα γυαλί, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ακούσουμε τι λέει και να μας φανούν, εκείνη τη στιγμή, οι κινήσεις που συνοδεύουν την ομιλία σαν μία περιττή και γελοία παντομίμα που δεν έχει κανένα νόημα. Το τελευταίο περιστατικό  που αναφέρει ο Καμύ και κατά τη γνώμη μου  αυτό που έχει κάνει τους περισσότερους ανθρώπους να βιώσουν το παράλογο της ύπαρξης, είναι η εμπειρία του θανάτου.

Όταν αντικρίζεις ένα παγωμένο πλέον σώμα ή μαθαίνεις το νέο του θανάτου κάποιου που ήξερες ή και όχι , καταλαβαίνεις ότι από μία οπτική όσο πολύχρονη και γεμάτη ζωή να έχεις, όποιος κι αν είσαι, θα καταλήξεις στο θάνατο. Κανείς δεν ξεφεύγει από το θάνατο. Όποτε υπό το πρίσμα αυτό, αφού ξέρεις ότι υπάρχει αμετάκλητο τέλος, γιατί να καταβάλεις προσπάθεια για οτιδήποτε; Μπροστά σε αυτές τις συνειδητοποιήσεις που μας καθιστούν παράλογους ανθρώπους, ο Καμύ υποστηρίζει ότι οφείλουμε να μην αποδεχτούμε αυτή την προεγεγραμμένη μοίρα βασιζόμενοι σε πλάνες και φρούδες ελπίδες και να ζήσουμε την κάθε μέρα στοχεύοντας στην εξέγερση, την ελευθερία και το πάθος.

Σε αυτό το σημείο θα αναφερθώ στη σύνδεση του μύθου του Σίσυφου με το παρόν, με την Ελλάδα και τους Έλληνες. Στην θέση του Σίσυφου ας φανταστούμε τον σύγχρονο Έλληνα ταλαιπωρημένο από την οικονομική κρίση και ένα συνεχή οικονομικό έλεγχο μέσω μνημονίων και ΔΝΤ. Ο σύγχρονος Έλληνας, η σύγχρονη Ελλάδα σαν τον Σίσυφο ,αναγκαστικά δεδομένου των συνθηκών, πασχίζει καθημερινά για επιβίωση καταδικασμένη σε μια εξαρχής καταδικασμένη πάλη. Μπορούμε επομένως να αναγνωρίσουμε τα στοιχεία του εν δυνάμει ευτυχισμένου Σίσυφου όπως τα είχε περιγράψει και ο Καμύ («πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο») ο οποίος προσπαθεί με ελπίδα, αποτυγχάνει ξανά και ξανά αλλά δεν παραιτείται ούτε αναζητεί διαφυγές κατά κύριο επειδή είναι εφήμερες και εντέλει καταλήγουν ανυπόστατες και ανύπαρκτες (η δανειοδότηση της χώρας τα τελευταία χρόνια). Το βασικό όμως ερώτημα είναι πόσο κοντά ως λαός είμαστε στην κατάκτηση όχι μόνο της εμπειρίας του μαρτυρίου του Σίσυφου (τη συνεχή κατρακύλα του βράχου, τη συνεχή υποβάθμιση της οικονομίας αλλά και της χώρας μας σε μία ίσως καταδικασμένη προσπάθεια για αυτοδυναμία) αλλά και της δύναμης του να ξαναρχίζει κάθε φορά από την αρχή πασχίζοντας για ένα καλύτερο αποτέλεσμα κάθε φορά και επιχειρώντας σε όσα περιθώρια διαφοροποίησης υπάρχουν να μην εγκλωβίζει και τη χώρα σε ένα συνεχές φαύλο κύκλο όσον αφορά τις κυβερνήσεις που εκλέγονται, τις πολιτικές που ακολουθούνται και τις κοινωνικές τακτικές. Ολοκληρώνοντας σε καμία περίπτωση δεν επιχειρώ μία εξιδανίκευση του Σίσυφου ούτε κατ’ επέκταση του σύγχρονου Έλληνα απλά το παρόν κείμενο αποτελεί μία πραγματεία μέσω της παράθεσης του μύθου του Σίσυφου του Καμύ να αναλογιστούμε ως πολίτες μίας χώρας σε κρίση σε ποικίλα επίπεδα ποια θέλουμε να είναι η στάση μας απέναντι σε όσα συμβαίνουν. Θέλουμε να είμαστε ένας Σίσυφος παραδομένος στη δίνη των γεγονότων ή ένας Σίσυφος κύριος του «βράχου» του και του μέλλοντος του; Ταυτόχρονα μία ακόμα λεπτομέρεια μας διαφοροποιεί από το Σίσυφο που είναι ίσως διδακτική. Ο Σίσυφος τιμωρήθηκε επειδή επαναστάτησε, εμείς «τιμωρούμαστε» επειδή μείναμε απαθείς.


Παραπομπές

[1] Καμύ Αλμπέρ, « Ο Μύθος του Σίσυφου, δοκίμιο πάνω στο παράλογο», 1973, Αθήνα, Εκδόσεις Μπουκουμάνη

[2] Μπαντές Θανάσης, «Ο Καμύ , ο Σίσυφος και το παράλογο» ,2014 (online) διαθέσιμο εδώ

[3] Περισανίδης Γιώργος , «Ο μύθος του Σίσυφου ή αλλιώς ο ευτυχισμένος θάνατος του Αλμπέρ Καμύ» ,2018(online) διαθέσιμοεδώ

[4] Sparknoteseditors,   Sparknote on «The myth of Sisyphus» (online) διαθέσιμο εδώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: