Η ρευστότητα των επιχειρήσεων ως παράγοντας της βιωσιμότητας

του   Αλέξανδρου Τσολακίδη,

Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται στην σημασία της ρευστότητας των επιχειρήσεων και πώς αυτή συμβάλλει καθοριστικά στην διαχρονική βιωσιμότητα αυτών αλλά και στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας μιας χώρας. Επίσης, πραγματεύεται τους τρόπους με τους οποίους μια επιχείρηση δύναται να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα επίπεδα ρευστότητα της και να εξασφαλίσει την βιωσιμότητά της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές και πρακτικές. Η ανάλυση αυτή αποτελεί ουσιαστικά έναν πρακτικό οδηγό για επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας.

Η ρευστότητα στις επιχειρήσεις

Η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε μία τροχιά έντονης ύφεσης ύστερα από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Η.Π.Α) το 2008. Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να έρθουν αντιμέτωπες με δυσμενείς καταστάσεις, οι οποίες επηρέασαν δραματικά την ρευστότητα τους και τις οδήγησαν τελικά στον τερματισμό της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Ωστόσο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν μέχρι και σήμερα οι επιχειρήσεις αυτές δεν πηγάζουν μόνο από την προαναφερόμενη κρίση, αλλά κυρίως προέρχονται από τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τις πολιτικές που ακολούθησαν αυτές τα προηγούμενα έτη. Ο περιορισμός του τραπεζικού δανεισμού που σε πολλές περιπτώσεις ήταν και μηδαμινός,  η εισαγωγή των “Capital Controls”, η μεταβολή της συμπεριφοράς των πιστωτών (διακοπή πίστωσης) και ο περιορισμός της ζήτησης δημιούργησαν ανυπέρβλητα προβλήματα στις επιχειρήσεις σε θέματα ρευστότητας (Καμπούρης, 2019).

Πριν όμως εμβαθύνουμε στην σημασία της ύπαρξης ρευστότητας στις επιχειρήσεις, κρίνεται σκόπιμο να οριστεί η έννοια αυτής αλλά και με ποιούς τρόπους μπορεί να υπολογιστεί από τις ηγεσίες των επιχειρήσεων. Έχουν διατυπωθεί πάρα πολλοί ορισμοί σχετικά με την ρευστότητα μιας επιχείρησης. Ένας από αυτούς αποδίδει την έννοια της ρευστότητας ως: «την ικανότητα μιας οικονομικής οντότητας να ανταπεξέρχεται δυνητικά στις ταμειακές της υποχρεώσεις (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες) από τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα που δημιουργεί μέσω των δραστηριοτήτων της».

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μια επιχείρηση μπορεί να ελέγξει τα επίπεδα της ρευστότητας της. Μια καλή πρακτική είναι η χρήση χρηματοοικονομικών αριθμοδεικτών ρευστότητας. Οι χρηματοοικονομικοί δείκτες προκύπτουν από το πηλίκο της διαίρεσης συγκεκριμένων κονδυλίων των χρηματοοικονομικών καταστάσεων μιας επιχείρησης και συνήθως εξετάζονται τόσο διαχρονικά (μεταξύ διαφορετικών οικονομικών χρήσεων της ίδιας επιχείρησης) όσο και διαστρωματικά (μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου για τις ίδιες οικονομικές χρήσεις). Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής χρηματοοικονομικοί δείκτες:

  1. Δείκτης Κυκλοφοριακής Ρευστότητας
  2. Δείκτης Άμεσης Ρευστότητας
  3. Δείκτης Χρονικής Προστασίας
  4. Δείκτης Ημερησίων Λειτουργικών Δαπανών
  5. Δείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Αποθεμάτων
  6. Δείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Απαιτήσεων
  7. Δείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Προμηθευτών
  8. Αριθμοδείκτης Παραγωγικού – Συναλλακτικού Κυκλώματος
  9. Δείκτης Ικανότητας Αποπληρωμής Δανειακών και Μη Υποχρεώσεων
  10. Δείκτης Χρόνου Αποπληρωμής Δανειακών και Μη Υποχρεώσεων
  11. Λειτουργικό Περιθώριο Κέρδους
  12. Περιθώριο Καθαρού Κέρδους
  13. Δείκτης Κάλυψης Τόκων
  14. Δείκτης Δανειακής Κάλυψης
  15. Δείκτης Δανειακής Επιβάρυνσης

Οι παραπάνω αριθμοδείκτες ακολουθούν τις ιδιότητες των στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων (Καμπούρης, 2019). Προχωρώντας σε ανάλυση των παραπάνω αριθμοδεικτών τόσο διαχρονικά όσο και διαστρωματικά μπορεί κανείς να αντλήσει χρήσιμα συμπεράσματα για την ρευστότητα μιας επιχείρησης. Κάθε αριθμοδείκτης μεμονωμένα δεν μπορεί να ερμηνεύσει αν μια επιχείρηση διαθέτει ή όχι ικανοποιητική ρευστότητα καθώς κάτι τέτοιο είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως είναι για παράδειγμα η φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, η φύση των περιουσιακών της στοιχείων, οι προοπτικές του κλάδου στον οποίο δραστηριοποιείται, ο ανταγωνισμός, τα δυνατά και αδύνατα σημεία της, οι ανάγκες της σε κεφάλαιο κίνησης κλπ.

Επίσης, τα αποτελέσματα των ανωτέρω αριθμοδεικτών θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος και συνδυαστικά με λοιπούς αριθμοδείκτες καθώς μεμονωμένα ενδέχεται να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο μια επιχείρηση, παρόλο που  παρουσιάζει υψηλό κύκλο εργασιών και υψηλά κέρδη EBITDA (Kέρδη Προ Τόκων, Φόρων και Απόσβεσης), τελικά να σταματάει την επιχειρηματική της λειτουργία. Πολλοί επιχειρηματίες έχουν την εντύπωση πως εφόσον η επιχείρηση τους διαχρονικά παρουσιάζει κέρδη, έχουν και την απαραίτητη ρευστότητα έτσι ώστε να ανταποκριθούν σε όποια ταμειακή ανάγκη προκύψει εξασφαλίζοντας έτσι και την βιωσιμότητα της επιχείρησης τους. Κάτι τέτοιο όμως πρακτικά δεν υφίσταται καθώς τα Κέρδη προ Φόρων, Τόκων και Αποσβέσεων δεν αναφέρονται κατά κύριο λόγο σε άμεσα ρευστοποιήσιμα στοιχεία, όπως είναι για παράδειγμα τα ταμειακά διαθέσιμα στο ταμείο της εταιρείας ή σε λογαριασμούς όψεως. Μπορεί η ύπαρξη θετικών EBITDA να παρουσιάζει μια αρχική ένδειξη ύπαρξης βιωσιμότητας και επομένως και ρευστότητας, ωστόσο, για την αποτελεσματικότερη μέτρηση αυτής θα πρέπει να εξετάζεται εκτός από την κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης και η κατάσταση ταμειακών ροών, η οποία παρουσιάζει τόσο τις ταμειακές εισροές όσο και τις ταμειακές εκροές μιας οικονομικής μονάδας μέσα στη χρήση.

Κεφάλαιο Κίνησης, Κύκλος Ταμειακών Ροών και Ρευστότητα

Το κεφάλαιο κίνησης των επιχειρήσεων είναι άμεσα συνδεδεμένο με την χρηματοοικονομική ρευστότητα αυτών καθώς μια ενδεχόμενη διακύμανση του μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τα επίπεδα ρευστότητας τους. Χωρίς κεφάλαιο κίνησης είναι πρακτικά αδύνατο μια επιχείρηση να κατέχει την αναγκαία ρευστότητα για την υλοποίηση των επιχειρησιακών της λειτουργιών. Επομένως, είναι σαφές πως  το κεφάλαιο κίνησης και ο κύκλος ταμειακών ροών αποτελούν προσδιοριστικούς παράγοντες της ρευστότητας των επιχειρήσεων.

Η πιο διαδεδομένη ερμηνεία του όρου Κεφαλαίου Κίνησης είναι αυτή που δίνει έμφαση στη ρευστότητα (Παπαδόπουλος & Λαζαρίδης, 2002). Σύμφωνα με αυτήν το κεφάλαιο κίνησης έχει τους παρακάτω ορισμούς (Γαλανάκης 2006):

  1. Κεφάλαιο Κίνησης: Πρόκειται για όρο ο οποίος αναφέρεται στο κεφάλαιο που χρειάζεται κάθε μέρα μία επιχείρηση για να ανταποκριθεί στις συναλλαγές. (πληρωμές μισθών, εμπορευμάτων, συναλλάγματος κλπ).
  2. Μικτό Κεφάλαιο Κίνησης: Ο όρος αυτός ερμηνεύεται ως το σύνολο των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων.
  3. iii. Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης: Είναι η διαφορά μεταξύ του συνόλου του κυκλοφορούντος ενεργητικού και του συνόλου των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Ένας άμεσος τρόπος για τον υπολογισμό των αναγκών σε κεφάλαιο κίνησης μιας επιχείρησης προκύπτει από την αφαίρεση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων από το σύνολο του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Ωστόσο, από την ανωτέρω υπολογιστική πράξη δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την ρευστότητα αυτής. Για το λόγο αυτό κάποιοι ερευνητές, όπως οι Miller (1979) & Nordgren (1981), στην προσπάθειά τους να εκτιμήσουν τη χρησιμότητα του κεφαλαίου κίνησης, συνέδεσαν την έννοια του κεφαλαίου κίνησης με αυτήν της καθαρής αξίας μιας επιχείρησης. Η καθαρή αξία (Net Worth), σύμφωνα με αυτούς τους ερευνητές, είναι το σύνολο των κεφαλαίων που επένδυσαν οι ιδιοκτήτες, καθώς και το σύνολο των παρακρατηθέντων διαθεσίμων και των κερδών που προέκυψαν από τις λειτουργίες της επιχείρησης. (Γαλανάκης 2006) Η καθαρά αξία υπολογίζεται από την παρακάτω σχέση:

N.W. = T.A. – T.L.

Όπου: T.A. = συνολικά περιουσιακά στοιχεία (total assets)

           T.L. = συνολικές υποχρεώσεις (total liabilities)

Το καθαρό κεφάλαιο κίνησης υπολογίζεται από τη σχέση:

NWC = CA – CL

Όπου: C.A. = κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (current assets)

           C.L. = βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (current liabilities)

Χρησιμοποιώντας τις σχέσεις (1) και (2) έχουμε:

TA = TL + NW

CA = CL + NWC

Από τις ανωτέρω εξισώσεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία χρηματοδοτούνται από τις συνολικές υποχρεώσεις, ενώ τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία από τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και το κεφάλαιο κίνησης. Επίσης, είναι γνωστό ότι:

TL = CL + LTD και ότι TA = CA + FA

όπου LTD = μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και FA = πάγια περιουσιακά στοιχεία.

Συνεπώς η εξίσωση μπορεί να τροποποιηθεί ως εξής:

CA + FA = CL + LTD + NW

από την οποία αφαιρώντας τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (CL) και τα πάγια περιουσιακά στοιχεία (FA) προκύπτει ότι:

NWC = LTD + NW – FA και LTD + NW = FA + NWC

Έτσι οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τα μόνιμα επίπεδα κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύονται σε πάγια περιουσιακά στοιχεία και σε κεφάλαιο κίνησης. (Γαλανάκης 2006) Επομένως, εφόσον ένα μέρος του μόνιμου επιπέδου κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύεται σε πάγια περιουσιακά στοιχεία, το κεφάλαιο κίνησης είναι εκείνο το μέρος του μόνιμου επιπέδου κεφαλαίου της επιχείρησης που επενδύεται σε κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (Γαλανάκης 2006) .Συνακόλουθα, το κεφάλαιο κίνησης μιας επιχείρησης μπορεί να οριστεί ως “η επένδυση που πραγματοποιούν οι ιδιοκτήτες και οι δανειστές της επιχείρησης στα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία αυτής ή αλλιώς το μόνιμο επίπεδο κεφαλαίου μιας επιχείρησης που επενδύεται ή χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων” [Miller (1979) & Nordgren (1981)].

Για την πληρέστερη κατανόηση του κύκλου ταμειακών ροών των επιχειρήσεων θα παραθέσουμε δύο παραδείγματα υπολογισμού αυτού.

Παράδειγμα 1 – Κύκλος Ταμειακών Ροών Εμπορικής Δραστηριότητας

Δεδομένα Παραδείγματος

Έστω ότι επιχείρηση η οποία ασκεί εμπορική δραστηριότητα θέλει να εκτιμήσει τις ανάγκες της σε κεφάλαιο κίνησης αλλά και να υπολογίσει το χρηματοοικονομικό κόστος αυτού με σκοπό τον έλεγχο του επιπέδου της ρευστότητας της.

Αν υποθέσουμε η ανωτέρω επιχείρηση έχει αγορά εμπορευμάτων, χρήσεως 2018, συνολικής αξίας 10.000.000 ευρώ και από την ανάλυση των ανωτέρω χρηματοοικονομικών δεικτών προκύπτει ότι ο μέσος χρόνος αποθήκευσης, είσπραξης απαιτήσεων και πληρωμής υποχρεώσεων είναι 70 ημέρες, 60 ημέρες και 30 ημέρες αντίστοιχα, τότε ο κύκλος των ταμειακών ροών της επιχείρησης ανέρχεται στις 100 ημέρες. Αν ληφθούν υπόψη οι ημέρες ενός οικονομικού έτους, οι οποίες ανέρχονται σε 365 ημέρες, τότε από ένα γρήγορο υπολογισμό προκύπτει πως οι ημερήσιες αγορές της επιχείρησης ανέρχονται μεσοσταθμικά σε 27.397 ευρώ (αξία αγορών έτους / ημέρες περιόδου). Έχοντας στην διάθεση της η επιχείρηση τα ανωτέρω στοιχεία μπορεί να υπολογίσει τις ανάγκες της σε κεφάλαιο κίνησης.

Στο παράδειγμα μας οι ανάγκες της επιχείρησης για κεφάλαιο κίνησης ανέρχονται σε 2.739.726 ευρώ (κύκλος ταμειακών ροών * ημερήσιες αγορές), ενώ το χρηματοοικονομικό της κόστος υπολογίζεται στις 219.178 ευρώ λαμβάνοντας υπόψη ένα ποσοστό της τάξης του 8% που αποτελεί το κόστος ευκαιρίας της επιχείρησης και προσδιορίζεται από την εκάστοτε διοίκηση.

Παράδειγμα 2 – Κύκλος Ταμειακών Ροών Παραγωγικής Δραστηριότητας

Δεδομένα παραδείγματος

Έστω ότι επιχείρηση η οποία ασκεί παραγωγική δραστηριότητα θέλει να εκτιμήσει τις ανάγκες της σε κεφάλαιο κίνησης αλλά και να υπολογίσει το χρηματοοικονομικό κόστος αυτού με σκοπό τον έλεγχο του επιπέδου της ρευστότητας της.

Το συνολικό κόστος παραγωγής της επιχείρησης ανέρχεται σε 10.000.000 ευρώ και η δομή του κόστους παραγωγής αναλύεται ως εξής:

  • 60% Κόστος Α’ υλών
  • 25% Κόστος Εργασιών
  • 15% Γενικά Βιομηχανικά Έξοδα

Με βάση τα ανωτέρω ποσοστά που αποτελούν εκτιμήσεις για τις ανάγκες του παραδείγματος μας, οι αξίες των δομικών στοιχείων του κόστους παραγωγής ανέρχονται σε:

  • 000.000 ευρώ α’ ύλες
  • 500.000 ευρώ κόστος εργασιών
  • 500.000 ευρώ γενικά βιομηχανικά έξοδα

Παραδοχές Χρηματοοικονομικών Αριθμοδεικτών

Έστω ότι από τον υπολογισμό των ανωτέρω χρηματοοικονομικών αριθμοδεικτών προέκυψαν τα εξής αποτελέσματα:

Α’ ύλες

Μέσος χρόνος αποθήκευσης α’ υλών = 30 ημέρες

Μέσος χρόνος παραγωγής = 10 ημέρες

Μέσος χρόνος αποθήκευσης έτοιμων = 40 ημέρες

Μέσος χρόνος είσπραξης απαιτήσεων = 90 ημέρες

Μέσος χρόνος πληρωμής υποχρεώσεων = 50 ημέρες

Κόστος Εργασίας

Μέσος χρόνος αποθήκευσης α’ υλών = 0 ημέρες

Μέσος χρόνος παραγωγής = 10 ημέρες

Μέσος χρόνος αποθήκευσης έτοιμων = 40 ημέρες

Μέσος χρόνος είσπραξης απαιτήσεων = 90 ημέρες

Μέσος χρόνος πληρωμής υποχρεώσεων = 0 ημέρες

 

Κόστος Γ.Β.Ε.

Μέσος χρόνος αποθήκευσης α’ υλών = 0 ημέρες

Μέσος χρόνος παραγωγής = 10 ημέρες

Μέσος χρόνος αποθήκευσης έτοιμων = 40 ημέρες

Μέσος χρόνος είσπραξης απαιτήσεων = 90 ημέρες

Μέσος χρόνος πληρωμής υποχρεώσεων = 15 ημέρες

Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία όπως και στο παράδειγμα 1, δύναται να προσδιοριστούν οι ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης καθώς και το χρηματοοικονομικό κόστος αυτών για κάθε δομικό στοιχείο από το οποίο αποτελείται το κόστος παραγωγής. Από την πρόσθεση των αποτελεσμάτων των επιμέρους δομικών στοιχείων τους κόστους παραγωγής προκύπτει το άθροισμα των συνολικών αναγκών της επιχείρησης σε κεφάλαιο κίνησης.

Τρόποι Διαχείρισης Ρευστότητας

Κατανοώντας πως η ύπαρξη της ρευστότητας σε μια επιχείρηση αποτελεί ουσιαστικά και το χρυσό κλειδί για την βιωσιμότητα αυτής διαχρονικά, κρίνεται σκόπιμο από τις επιχειρήσεις να υιοθετήσουν εκείνες τις πολιτικές και τις πρακτικές που θα τους βοηθήσουν μέσα από την υλοποίηση του επιχειρησιακού τους σχεδιασμού να καταφέρουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις λειτουργίες τους με σκοπό την βελτίωση της ρευστότητας τους και την μακροπρόθεσμη εξασφάλιση της βιωσιμότητας τους

Το πρώτο βήμα που πρέπει να υλοποιήσει μια επιχείρηση για να έχει μια πρώτη εικόνα για την ρευστότητα της, είναι να εξετάσει με μεγάλη προσοχή μεμονωμένα αλλά και συνδυαστικά τους χρηματοοικονομικούς αριθμοδείκτες που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Οι αριθμοδείκτες αυτοί σε συνδυασμό με την ανάλυση και ερμηνεία λοιπών ενδογενή και εξωγενή προσδιοριστικών παραγόντων μπορούν να δώσουν μια πρώτη εικόνα στην επιχείρηση σχετικά με τα επίπεδα της ρευστότητας της.

Εν συνεχεία, η επιχείρηση  θα πρέπει να επικεντρωθεί στα κέντρα κόστους των λειτουργιών της και να καταφέρει να διαχειριστεί ορθά τα λειτουργικά της έξοδα με σκοπό την ελαχιστοποίηση αυτών. Επίσης, ένα άλλο περιστατικό που καλούνται να διαχειριστούν κυρίως οι ελληνικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια είναι οι δανειακές τους συμβάσεις. Είναι ξεκάθαρο το γεγονός ότι η ρευστότητα μιας επιχείρησης επηρεάζεται σαφώς και από την πιστοληπτική ικανότητα της ίδιας. Για το λόγο αυτό, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη αναδιαπραγμάτευσης των όρων των δανειακών συμβάσεων μιας επιχείρησης με το σύνολο των πιστωτών της, τόσο του Δημοσίου όσο και του Ιδιωτικού τομέα, με απώτερο σκοπό να επιτευχθούν ευνοϊκότεροι όροι πίστωσης μέσω της αναδιάρθρωσης και τελικής διευθέτησης των υποχρεώσεων αυτών. Τέλος, η επιχείρηση θα πρέπει να εξετάσει την πιστωτική πολιτική της προς τρίτους και να προχωρήσει σε αξιολόγηση των όρων με τους οποίους δανείζει και δανείζεται καθώς και να προσδιορίσει τις ανάγκες της σε κεφάλαιο κίνησης (Καμπούρης 2019).

Σε περίπτωση που τα ανωτέρω δεν αποδώσουν «καρπούς» στην προσπάθεια της να πετύχει καλύτερα επίπεδα ρευστότητας, τότε η επιχείρηση θα πρέπει να εξετάσει πρακτικές αναδιάρθρωσης και εσωτερικής αναδιοργάνωσης.

Από την ανωτέρω συνοπτική ανάλυση συμπεραίνεται πως η ύπαρξη ρευστότητας σε μία επιχείρηση αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την βιωσιμότητα αυτής διαχρονικά προσδίδοντας της μόνο οφέλη. Πρακτικά, μέσα από τον διαρκή έλεγχο της ρευστότητας, η επιχείρηση είναι σε θέση να εξετάσει σε διαρκή βάση τον κίνδυνο να μην μπορέσει να εξυπηρετήσει τις λειτουργικές της ανάγκες. Η μη ύπαρξη ρευστότητας σε μια επιχείρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί το δυσμενές σενάριο για αυτή, καθώς κλυδωνίζει την βιωσιμότητα της, εξαιτίας του ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων. Για το λόγο αυτό, προτείνεται κάθε επιχείρηση, εξετάζοντας προσεκτικά τα όσα αναλύθηκαν παραπάνω και ακολουθώντας τις πολιτικές διαχείρισης της ρευστότητας της, να επιδιώκει διαχρονικά και σε σταθερή βάση την επίτευξη ικανοποιητικού επιπέδου ρευστότητας με απώτερο σκοπό να «θωρακίσει» την βιωσιμότητας της σε περιόδους κρίσης και ύφεσης.

Από την άλλη, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως υψηλά πλεονάσματα ταμειακών διαθεσίμων και ισοδυνάμων μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων, καθώς σε ένα τέτοιο σενάριο θα παραμένουν σημαντικά διαθέσιμα χρηματικά ποσά ανεκμετάλλευτα, με αποτέλεσμα να μην επενδύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, ως καλή ρευστότητα κρίνεται η σταθερή ρευστότητα με την πάροδο των ετών και ανεξαρτήτως των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν, που είναι δύσκολο εγχείρημα και πάντα συνδυαστικά με τον τρόπο διαχείρισης του τραπεζικού χρέους. Το σίγουρο είναι ότι το ικανοποιητικό και ασφαλές επίπεδο ρευστότητας είναι απόρροια επιχειρηματικής πολιτικής και πλήρως ανεξάρτητο από το αντικείμενο δραστηριότητας και το μέγεθός της, γεγονός που αρκετά συχνά δίνει πλεονέκτημα σε μικρότερου μεγέθους οικονομικές μονάδες (Ελευθερίου, 2019).

Επίλογος

Η ρευστότητα των επιχειρήσεων, όπως αναλύθηκε και ανωτέρω, αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα της βιωσιμότητας αυτών. Μέσω του ελέγχου της ρευστότητας σε εταιρικό επίπεδο, της ανάλυσης χρηματοοικονομικών αριθμοδεικτών αλλά και του προσδιορισμού του απαιτούμενου κεφαλαίου κίνησης η επιχείρηση είναι σε θέση να ασκήσει τις σωστές πολιτικές και ενέργειες διασφαλίζοντας διαχρονικά την βιωσιμότητας της.

Η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, πέρα των σημαντικών οικονομικών ωφελειών που προσδίδει στις ίδιες τις επιχειρήσεις αποτελεί και ένα σημαντικό στοιχείο για την σταθερότητα και την βιώσιμη ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών. Διασφαλίζοντας την ρευστότητα τους και επομένως την βιωσιμότητα τους, οι επιχειρήσεις κρίνονται ικανές να προσδώσουν προστιθέμενη αξία στην οικονομία μιας χώρας μέσω της απόδοσης φόρων από την επίτευξη κερδών. Επίσης, αν μια εθνική οικονομία διαθέτει βιώσιμες, με ισχυρή ρευστότητα επιχειρήσεις, αναπτύσσει την ανταγωνιστικότητα της σε διεθνές επίπεδο μέσω της αύξηση των εξαγωγών της κλπ.

Συμπερασματικά, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων κρίνεται σημαντική τόσο σε ανάλυση μικροοικονομικού όσο και σε ανάλυση μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Η επίτευξη βιωσιμότητας εκ μέρους των επιχειρήσεων προσδίδει αποκλειστικά και μόνο οφέλη τόσο σε εταιρικό όσο και σε διεθνές επίπεδο διασφαλίζοντας έτσι την αρμονική και βιώσιμη ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών.

Βιβλιογραφία

[1] Καμπούρης, Δ. (2019). Η αντιμετώπιση του προβλήματος της ρευστότητας των επιχειρήσεων σε περιόδους έντονης πιστωτικής ασφυξίας [online] Financial Business Systems. Available here [Accessed at 18 Nov. 2019].

[2] Καμπούρης, Δ. (2019). Βιωσιμότητα – Προληπτική Αναδιάρθρωση – Ρευστότητα» Η περίπτωση του επιπέδου βιωσιμότητας των επιχειρήσεων Πελοποννήσου και ειδικότερα του ν. Μεσσηνίας. [online] Financial Business Systems. Available here [Accessed at 18 Nov. 2019].

[3] Ρεπούσης, Σ. (2017). Αναδιάρθρωση δανείων και επιχειρήσεων. Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα.

[4] Λαζαρίδης, Ι., Παπαδόπουλος, Λ. (2002). Χρηματοοικονομική ∆ιοίκηση, Τεύχος Α.

[5] Miller, J. (1979), Working Capital Theory Revisited, The Journal of Commercial Bank Lending, p 15 – 31.

[6] Nordgren, K. (1981). The Cornerstone of Liquidity Analysis: Working Capital, The Journal of Commercial Bank Lending, p 11 – 19.

[7] Ελευθερίου, Σ. (2019). Τρόποι διαχείρισης και βελτίωσης της ρευστότητας με κριτήριο τον δείκτη Νet Debt Leverage. [online] Accountancy Greece. Available here [Accessed at 18 Nov. 2019].

8] Γαλανάκης, Α. (2006). Δυναμικά και στατικά μεγέθη μέτρησης της ρευστότητας των ελληνικών επιχειρήσεων [online] Available here

Απάντηση