Περιβαλλοντική Διπλωματία και Διακυβέρνηση: ποιες οι συνέπειες της απόσυρσης των ΗΠΑ από το Σύμφωνο για την κλιματική αλλαγή;

της Σωτηρίας Κόρδα,

Το Διεθνές Δίκαιο Περιβάλλοντος αναπτύχθηκε ραγδαία το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, μετά την ώθηση που έδωσε η Παγκόσμια Διάσκεψη της Στοκχόλμης για το περιβάλλον το 1972, αλλά και το πλήθος των περιβαλλοντικών ανησυχιών που άρχισαν να εκδηλώνονται κατά τις τελευταίες δεκαετίες (WWF). Το περιβαλλοντικό δίκαιο, αποτελώντας κλάδο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, ασχολείται με την προσπάθεια ελέγχου φυσικών πόρων, μέσα σ’ ένα πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης. Η βεντάλια των θεμάτων που καλύπτει, απαρτίζεται από τον πληθυσμό, τη βιοποικιλότητα, την κλιματική αλλαγή, την εξάντληση του όζοντος, τις τοξικές και επικίνδυνες ουσίες, τη ρύπανση του αέρα, της ξηράς, της θάλασσας και των διασυνοριακών υδάτων, τη διατήρηση των θαλάσσιων πόρων, την απερήμωση και την πυρηνική ζημία. (Guruswamy, 2017). Αρχικά, αναπτύχθηκε κυρίως στις μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες και δυστυχώς, μετά από σημαντικές οικολογικές καταστροφές, όπως το ατύχημα στο Σεβέζο της Ιταλίας το 1976, το ατύχημα της Union Carbide στο Bhopal της Ινδίας το 1984, αλλά και το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνομπίλ το 1986. Παράλληλα, με τις διεθνείς εξελίξεις, άρχισε η Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ) να δραστηριοποιείται και σε πολιτικό και νομικό επίπεδο αναφορικά με το περιβάλλον. Αρχικά, με σκοπό την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής αγοράς, θεσπίστηκαν τα πρώτα  μέτρα για την περιβαλλοντική προστασία. Στην συνέχεια, όμως, και λόγω της πίεσης της κοινής γνώμης, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίχθηκε σε πρωτοπόρο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, παρακολουθώντας, και πολλές φορές, οδηγώντας τις διεθνείς περιβαλλοντικές εξελίξεις. Η Ελλάδα, στενός ακόλουθος των διεθνών και ευρωπαϊκών συντεταγμένων, εκπληρώνει τις περιβαλλοντικές της δεσμεύσεις,  γεγονός που διαφαίνεται από το, ιδιαιτέρως πρωτοποριακό για την εποχή, άρθρο 24 του Συντάγματος 1975/1986/2001 (με σαφή́ αναφορά στην προστασία του περιβάλλοντος). Λόγω των ορατών περιβαλλοντικών προκλήσεων, με τάσεις περαιτέρω υποβάθμισης των φυσικών πόρων, κρίνεται επιτακτική η ουσιώδης εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας από την παγκόσμια κοινότητα, γεγονός που, αδιαμφισβήτητα, αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής.

Με τον όρο “Περιβαλλοντική Διπλωματία”, αναφερόμαστε στο πεδίο της διπλωματίας στο οποίο κράτη και διεθνείς μη κυβερνητικοί οργανισμοί συνεργάζονται και διαπραγματεύονται σχετικά με περιβαλλοντικά ζητήματα όπως η περιβαλλοντική ασφάλεια, οι απειλές και η ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούν προβλήματα πολιτισμού και δημοκρατίας λόγω των διεθνών τους διαστάσεων και της φύσης τους. Οι σύχρονες προκλήσεις έχουν οδηγήσει στην τάση διεθνοποίησης της περιβαλλοντικής πολιτικής, με την διασυνοριακή αντιμετώπιση των ζητημάτων και την προώθηση εθνικών θέσεων να αποτελούν μονόδρομο.

Οι συνθήκες-κλειδιά αναφορικά με το περιβάλλον και την προστασία του.

Η ιστορία ξεκινά με την πρώτη μεγάλη προσπάθεια του ΟΗΕ να προσεγγίσει το περιβαλλοντικό ζήτημα στην Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Ανθρώπινο Περιβάλλον το 1972 στη Στοκχόλμη, όπου συγκεντρώθηκαν, για πρώτη φορά, οι αντιπροσωπείες 113 κρατών-μελών του Οργανισμού. Το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) ιδρύθηκε ύστερα από τη Διάσκεψη αυτή, όπως ιδρύθηκαν, επίσης, Υπουργεία Περιβάλλοντος σε πολλές χώρες του κόσμου. Πρόκειται για τη γενικότερη στροφή από την περιστασιακή στη συστηματική προστασία του περιβάλλοντος, δηλαδή στη συγκρότηση στρατηγικής και πολιτικής για το περιβάλλον ως σύνολο. (Nicholson, 1990). Ως επακόλουθο, έρχεται η Σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, μια διεθνής περιβαλλοντική συνθήκη που υπογράφηκε το 2001 και τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2004, αποσκοπώντας στην εξάλειψη ή τον περιορισμό της παραγωγής και χρήσης έμμονων οργανικών ρύπων.

Αργότερα, το 1987, συνήφθη το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, σημειώνοντας σημαντική πρόοδο στην προστασία του στρώματος όζοντος του πλανήτη κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Με την κλιματική αλλαγή να αποτελεί πρόκληση για την συνθήκη, έχει αποδειχθεί εξαιρετική επιτυχία της θεραπείας του στρώματος του όζοντος, οδηγώντας σε σταδιακή κατάργηση του 98% της παραγωγής και κατανάλωσης ουσιών που καταστρέφουν το όζον (Ozone-Depleting Substances ODS). Τα επιτεύγματα έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη για την υγεία, βοηθώντας στην αποφυγή εκατομμυρίων περιπτώσεων θανατηφόρων καρκίνων του δέρματος, και συγχρόνως στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, αποφεύγοντας εκπομπές ισοδύναμες με πάνω από 135 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Αξίζει να σημειωθεί πως το Πρωτόκολλο αποτελεί τη μοναδική περιβαλλοντική συνθήκη, που έχει πλέον επικυρωθεί από το σύνολο των 196 μελών του ΟΗΕ. (Bodansky, 1999).

Η δεύτερη Συνδιάσκεψη, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, για την παγκόσμια περιβαλλοντική προστασία στο Ρίο της Βραζιλίας το 1992, στέφθηκε από πλήρη επιτυχία τόσο σε επίπεδο αποτελέσματος όσο και από επίπεδο συμμετοχών, με 172 αντιπροσώπους να δηλώνουν ρητά πως «οι απαραίτητες αλλαγές δεν θα επέλθουν παρά μόνο με αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς εκ μέρους μας». Η Συνάντηση Κορυφής της Γης αποτέλεσε κομβικό σημείο, θέτοντας τις βάσεις για πολλές βασικές διεθνείς συμφωνίες σχετικά με το περιβάλλον, όπως την Ατζέντα 21-Σχέδιο δράσης για τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές, τη Βιοποικιλότητα, αλλά και την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής, υπεγράφη, από 194 χώρες μαζί με την Ε.Ε., η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (United Nations Framework Convention on Climate ChangeUNFCCC). Η σύμβαση καθόρισε δεσμεύσεις για τη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε ασφαλές επίπεδο μακροπρόθεσμα, τον περιορισμό εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, και συγχρόνως, καθιέρωσε ένα μηχανισμό χρηματοδότησης των αναπτυσσόμενων κρατών για την καλύτερη δυνατή ανταπόκρισή τους. (Schirnding, 2002).

Τη συνέχεια της Σύμβασης -Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος συνιστά το Πρωτόκολλο του Κιότο, ένας «οδικός χάρτης», στον οποίο περιλαμβάνονται τα απαραίτητα βήματα για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος που προκαλείται λόγω της αύξησης των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Με υπογραφή το 1997, κατά την Τρίτη Διάσκεψη των Συμβαλλομένων μερών, και θέση σε ισχύ το 2005, ύψιστος στόχος ήταν η συνολική μείωση των εκπομπών τουλάχιστον κατά 5% την πενταετία 2008-2012 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.

Από τις 13 μέχρι τις 24 Νοέμβριου του πρώτου έτους της νέας χιλιετίας, κατά την 6η Σύνοδο του Πλαισίου Εργασίας της Σύμβασης για την Κλιματική Αλλαγή των Η.Ε., έλαβαν μέρος στην Χάγη της Ολλανδίας 180 εκπρόσωποι χωρών, με σκοπό να προσδιοριστούν οι μηχανισμοί εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Ωστόσο, η ασυμφωνία μεταξύ ΗΠΑ-Ε.Ε., οδήγησε την Διάσκεψη της Χάγης σε όλεθρο εξαιτίας της αποτυχίας των δύο αντιπάλων να εξομαλύνουν τις σφοδρές διαφωνίες τους, αναφορικά με τους τρόπους περιορισμού των επικίνδυνων αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Τριάντα χρόνια μετά την εμφάνιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων στην πολιτική σκηνή και έπειτα από μια μακρά περίοδο συζητήσεων, έλαβε χώρα το 2002 στο Γιοχάνεσμπουργκ, η Συνδιάσκεψη Κορυφής για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, όπου οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εξετάσουν την πρόοδο των αρχών της Διάσκεψης του Ρίου, στα πλαίσια της Ατζέντας-21. Με γνώμονα την αειφόρο ανάπτυξη, η Συνδιάσκεψη συνέβαλε στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο της τότε Κοινωνίας των Πολιτών. (Τσάλτας, 2002).

Στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, υπογράφεται το σημείο-τομή στην ιστορία. Στις 12 Δεκεμβρίου 2015, στο Παρίσι, επετεύχθη η Συμφωνία των Παρισίων, η πρώτη οικουμενική, νομικά δεσμευτική, παγκόσμια συμφωνία για την κλιματική αλλαγή, θέτοντας ως μακροπρόθεσμο στόχο τη συγκράτηση της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη αρκετά κάτω από τους 2°C (από το 2020 και μετά). Κατά τη Διάσκεψη, που πρόκειται για την 21η σύνοδο της διάσκεψης των μερών (COP 21) της σύμβασης-πλαισίου του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC) και την 11η σύνοδο της διάσκεψης των μερών του πρωτοκόλλου του Κιότο (CMP 11), εγκρίθηκε ένα σχέδιο δράσης για την κλιματική διπλωματία, με την συναίνεση όλων των χωρών της Ε.Ε.. Η συμφωνία των Παρισίων άρχισε να ισχύει στις 4 Νοεμβρίου 2016, αφού εκπληρώθηκε η σχετική προϋπόθεση, δηλαδή κύρωση από 55 τουλάχιστον χώρες που να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 55% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Η απόσυρση των ΗΠΑ από το Σύμφωνο για την κλιματική αλλαγή και οι επερχόμενες συνέπειες.

Παρά το γεγονός πως ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, συμφώνησε στην υπογραφή του Συμφώνου, ο Ντόναλντ Τραμπ ακολούθησε διαφορετική γραμμή. Υιοθετώντας, για ακόμα μια φορά, την πολιτική “America First”, ο Αμερικανός Πρόεδρος  Τραμπ ανακοίνωσε την 1η Ιουλίου 2017 την απόσυρση των ΗΠΑ από το Σύμφωνο για την κλιματική αλλαγή, γεγονός που δυσαρέστησε την πολιτική σκηνή. Στις επίσημες δηλώσεις του, ισχυρίστηκε πως οι λόγοι πίσω από αυτήν την ενέργεια ήταν το χρέος τρισεκατομμυρίων του αμερικανικού ΑΕΠ, η απώλεια θέσεων εργασίας, καθώς και η γενική υπονόμευση της αμερικανικής οικονομίας. Η έξοδος των ΗΠΑ από το Σύμφωνο, προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων των 194 κρατών που συνυπέγραψαν, αλλά και την οργή περιβαλλοντικών οργανώσεων, αφού προμηνύει αρνητικές επιδράσεις στις συνεχιζόμενες κλιματικές μεταβολές, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Η Αμερική, όντας μια υπερδύναμη με μεγάλο βαθμό επιρροής στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, θέτει σε κίνδυνο το μέλλον της συμφωνίας, αφού μπορεί εύκολα να μεταστρέψει τη γνώμη των πιστών της ακολούθων. Ως εκ τούτου, δημιουργεί ρήξεις στα θεμέλια της, μετά από αρκετά χρόνια διαβουλεύσεων, συμβιβασμών και υποχωρήσεων.

korda1Δύο χρόνια αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση υποβάλλει στα Ηνωμένα Έθνη τα απαραίτητα έγγραφα, ολοκληρώνοντας το πρώτο επίσημο βήμα μιας διαδικασίας που θα ολοκληρωθεί εντός ενός έτους. Έτσι, ο Πρόεδρος Τραμπ τηρεί την υπόσχεση του σχετικά με την αποδέσμευση  των εγχώριων βιομηχανιών πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, δίνοντας στις ΗΠΑ την “αποκλειστικότητα” της απουσίας από το Σύμφωνο για την κλιματική αλλαγή. Στο πλαίσιο των διεθνών επικρίσεων που προκάλεσε η απόφαση της Ουάσιγκτον, η Ε.Ε. δήλωσε έτοιμη «να ενισχύσει τη συνεργασία της» με τις άλλες χώρες που έχουν υπογράψει τη Συμφωνία, τα θεμέλια της οποίας είναι στέρεα παρά την αποχώρηση των ΗΠΑ, όπως ανέφερε ο Ευρωπαίος επίτροπος για τη Δράση υπέρ του Κλίματος Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε σε πρόσφατη ανακοίνωσή του. Η Κίνα από τη μεριά της, η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ελπίζει σε μελλοντική υποχώρηση και συνεργασία των ΗΠΑ, με τον εκπρόσωπο του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Γκενγκ Σουάνγκ να υπογραμμίζει το μέγεθος της πρόκλησης που αποτελεί η κλιματική αλλαγή για την ανθρωπότητα.

Πράγματι, η ηγετική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια οικονομία του 21ου αιώνα κινδυνεύει να θυσιαστεί στο βωμό μιας ανέλπιδης προσπάθειας αναβίωσης της οικονομίας του εικοστού αιώνα που βασιζόταν στα ορυκτά καύσιμα. Παρά το γεγονός πως ο Αμερικανός Πρόεδρος επέλεξε να παραμείνει μέλος της σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC), η απόσυρση από το Σύμφωνο για το κλίμα κρύβει κινδύνους και απειλές για τη διεθνή ασφάλεια. Ενδεχόμενη παύση της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στις ΗΠΑ θα επιβραδύνει την πρόοδο και ενδέχεται να συμβάλει στην αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 1-2 δέκατα βαθμών Κελσίου, γεγονός ικανό ώστε αρκετά παράκτια κράτη να βρεθούν κάτω από τη στάθμη των ωκεανών. Πέρα από τα περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως η τήξη των πάγων και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι μεγάλες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έχουν επίσης αντίκτυπο και στην παγκόσμια οικονομία. Οι υλικές ζημιές συνεπάγονται υψηλό κόστος, και συγχρόνως, τομείς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο της θερμοκρασίας και των βροχοπτώσεων, όπως η γεωργία, η δασοκομία, η ενέργεια και ο τουρισμός, πλήττονται σε μεγάλο βαθμό.

Περιβαλλοντική κρίση και οι τρέχουσες εξελίξεις

Η πολυπλοκότητα των παγκόσμιων δομών για τη λήψη αποφάσεων αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα που συναντούμε στο περιβάλλον, γεγονός που δυσκολεύει την εύρεση ισορροπιών ανάμεσα στη νομοθεσία, τις πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα και τις επιλογές των καταναλωτών. Όσο αλλάζουν οι ανάγκες του περιβάλλοντος, τόσο η διεθνή κοινότητα οφείλει να είναι συνειδητοποιημένη για τα προβλήματα που την περικλείουν. Όντας σε περιβαλλοντική κρίση, και με  τα ζητήματα να συσσωρεύονται γύρω μας, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη για άμεση επαγρύπνηση. Από τη στιγμή που έγιναν αντιληπτά τα οικολογικά προβλήματα, ξεκίνησαν και οι προσπάθειες για την επίλυσή τους. Ήδη από τη δεκαετία του 1960, ιδρύθηκαν οι πρώτοι Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η WWF και η Greenpeace. Παράλληλα, άρχισαν να υποστηρίζονται και άλλες τεχνολογικές, πιο πρακτικές λύσεις, για παράδειγμα η βιοκλιματική αρχιτεκτονική και δράσεις όπως η αναδάσωση. (Almusaed, 2011).  Ακόμα, λόγος γίνεται για λύσεις κοινωνικοπολιτικές, όπως η κοινωνική οικολογία, ενώ ακόμα και για “ενδιάμεσες” λύσεις, βασισμένες στην βιωσιμότητα σε συνδυασμό με νομικά μέτρα. (Bookchin, 2017).

Με αφετηρία το 1995 στο Βερολίνο, διοργανώνεται μία φορά το χρόνο Συνέδριο στα πλαίσια  της σύμβασης-πλαισίου του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC), γνωστό και ως Διάσκεψη των Συμβαλλομένων Μερών (Conference of the Parties, COP). Στόχος είναι η αξιολόγηση της προόδου, όσον αφορά την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η επανεξέταση της εφαρμογής των συνθηκών, καθώς και η θέσπιση νομικά δεσμευτικών υποχρεώσεων για τις ανεπτυγμένες χώρες ώστε να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

 Αντί επιλόγου

Εν κατακλείδι, η 25η συνεδρίαση της Διάσκεψης των Μερών, το ανώτατο διοικητικό όργανο της Σύμβασης – Πλαίσιο, ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί κατά το διάστημα 2-13 Δεκεμβρίου 2019 στην Χιλή. Ωστόσο, μετά από τις διαμαρτυρίες του Οκτωβρίου, ο Χιλιανός Πρόεδρος Σεμπαστιάν Πινιέρα ανακοίνωσε την απόσυρση της χώρας από την φετινή φιλοξενία της Διάσκεψης, με την Μαδρίτη της Ισπανίας να αποτελεί την διάδοχο. Η COP25 διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή της Συμφωνίας των Παρισίων, xχρησιμεύοντας και ως προθεσμία για τις συμμετέχουσες χώρες να ενημερώσουν τις πρώτες δεσμεύσεις τους και παρέχοντας την ευκαιρία στα έθνη να «ανεβάσουν τις φιλοδοξίες τους πριν από την εφαρμογή τους το 2020».

Χωρίς κανένα δισταγμό, η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί καταλύτη για το μέλλον του ανθρώπου. Αποσύροντας τις Ηνωμένες Πολιτείες  από το Σύμφωνο για την κλιματική αλλαγή, ο Πρόεδρος Τραμπ προκάλεσε ποικίλες αρνητικές αντιδράσεις στην πολιτική σκηνή. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, χαρακτηρίζοντας «μοιραίο λάθος» την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης, δήλωσε ανοιχτά πως «Ο πλανήτης μπορεί να βασιστεί στην Ευρώπη». Η καγκελάριος της Γερμανίας ,Άγγελα Μέρκελ, εξέφρασε την λύπη της για την απόσυρση των ΗΠΑ από την συνθήκη, με το Βερολίνο να υπογραμμίζει ότι οι ΗΠΑ «πληγώνουν» τον πλανήτη με την απόφασή τους. Μέχρι να ολοκληρωθεί η αντίστροφη μέτρηση της αποχώρησης στις 4 Νοεμβρίου 2020, οι ΗΠΑ θα είναι ένα από τα τρία κράτη της Γης που δεν θα συμμετέχουν στη Συνθήκη, μαζί με τη Συρία που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και την Νικαράγουα που θεωρεί πως η Συνθήκη δεν κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει τις κλιματικές αλλαγές. Ωστόσο η απόσυρση από το Σύμφωνο δεν είναι καλή, αλλά οι προοπτικές δεν ήταν ούτως ή άλλως ρόδινες και πριν την απόφαση Τραμπ.

Βιβλιογραφία

WWF. ‘ Η περιβαλλοντική νομοθεσία και η εφαρμογή της στην Ελλάδα’. Available here.

D. Guruswamy L. (2017). ‘International Environmental Law in a Nutshell‘. Available here.

“Περιβαλλοντική Διπλωματία”. Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας.Available here.

Nicholson M. (1990). The New Environment Age. Cambridge University Press, Cambridge.

Σύμβαση της Στοκχόλμης. United Nations Treaty Collection. Available here.

Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Available  here.

Bodansky D., (1999). “The Legitimacy of International Governance: A Coming Challenge for

 International Environmental Law?”. Cambridge University Press, Cambridge. Available here.

Schirnding Y. (2002). “International environmental law and global public health”. World Health Organisation. Available here.

 Πρωτόκολλο του Κιότο. Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Available here.

ΤΑ ΝΕΑ (2000). Available here.

Τσάλτας Γ. (2002). “Γιοχάνεσμπουργκ 2002-Το περιβάλλον μετά τη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Αειφόρο Ανάπτυξη”. Εκδ. Σιδέρης.

Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Available here.

ΗΠΑ: Αποχωρούν επίσημα από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Euronews. Available here.

Αντιδράσεις για την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το κλίμα. ΣΚΑΪ. Available here.

Τι σημαίνει η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία για το Κλίμα. Available here.

Επιπτώσεις κλιματικής αλλαγής. Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Available here.

Almusaed A. (2011). “Biophilic and Bioclimatic Architecture”. Pub. Springer.

Bookchin M. (2017). “Τι είναι κοινωνική οικολογία”. Εκδ. Βιβλιοπέλαγος.

COP25 moves to Madrid. Available here.

Απάντηση