Οι δύο όψεις του πληθωρισμού: τα όρια της θετικής και της αρνητικής του επίδρασης

Της Μαργαρίτας Μαρούτσου,

Ο πληθωρισμός αποτελεί ένα διαχρονικό φαινόμενο κάθε οικονομίας, στις ανεπτυγμένες αλλά και στις αναπτυσσόμενες χώρες, το οποίο έχει διχάσει ανά την ιστορία όχι μόνο την κοινή αλλά και την επιστημονική γνώμη. Στη σύγχρονη εποχή του 21ου αιώνα, η οποία χαρακτηρίζεται από πλήθος κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, είναι σημαντικό να διορθωθεί η αρνητική στάση έναντι του πληθωρισμού και μέσα από τη σωστή έρευνα και ενημέρωση να γίνει εργαλείο και όχι εμπόδιο της εξόδου από την κρίση και ακολούθως της βιωσιμότητας  της παγκόσμιας οικονομίας. Το άρθρο αυτό στοχεύει, αρχικά, στην ανάλυση του πληθωρισμού ως ένα διαχρονικό φαινόμενο, προσεγγίζοντας τον δια μέσω των ειδών του και των παραγόντων που τον διαμορφώνουν και τον επηρεάζουν. Ακόμα, θα παρουσιαστούν οι δύο όψεις του πληθωρισμού, οι οποίες οριοθετούν την επίδρασή του στην οικονομία κι εν τέλει, θα γίνει αναφορά στους σύγχρονους παράγοντες που μπορούν να τον επηρεάσουν αρνητικά.

ΑΝΆΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΌΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΈΝΟΥ

Αρχικά, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί η έννοια του πληθωρισμού. Εν προκειμένω, πληθωρισμός είναι η συνεχής αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών και προκύπτει από το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή – των τιμών, δηλαδή, ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος αγαθών και υπηρεσιών. Εάν το ποσοστό μεταβολής είναι θετικό, τότε έχουμε πληθωρισμό. Εν αντιθέσει, εάν υπάρξει μείωση του ΔΤΚ, τότε έχουμε αρνητικό πληθωρισμό – όπως παρατηρήθηκε στην Ελλάδα την περίοδο 2013-2017 λόγω κρίσης χρέους. Πρέπει να σημειωθεί πως οι αυξήσεις των τιμών ορισμένων προϊόντων, παραδείγματος χάρη οι εποχικές, οι οποίες αντισταθμίζονται από μειώσεις των τιμών άλλων προϊόντων, δεν καταδεικνύουν κατ’ ανάγκη πληθωρισμό. Για το λόγο αυτό, ορίζεται επιστημονικά ως ‘’γενική τάση αύξησης όλων των τιμών’’. Οι μεταβολές, λοιπόν, στο γενικό επίπεδο των τιμών ή, αλλιώς, οι μεταβολές στον ‘’τιμάριθμο’’, δείχνουν το ρυθμό του πληθωρισμού, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την αγοραστική αξία του χρήματος.

Στην οικονομία έχουν παρατηρηθεί διάφορα είδη πληθωρισμού. Η μελέτη τους κρίνεται υψίστης σημασίας, καθώς οι πολιτικές που λαμβάνονται για τη διατήρηση του πληθωρισμού – και δη της αγοραστικής αξίας του χρήματος –  στο επιθυμητό επίπεδο πρέπει να βασίζονται απαραίτητα και στη φύση του, καθώς εάν ληφθούν λανθασμένα μέτρα, το αποτέλεσμα θα είναι επιβλαβές όχι μόνο για  τη βραχυχρόνια αλλά και για τη μακροχρόνια ισορροπία της οικονομίας. Έτσι, σε πρώτη ανάλυση, ο πληθωρισμός διαχωρίζεται ως αποτέλεσμα αύξησης της συνολικής ζήτησης (πληθωρισμός ζήτησης) και ως αποτέλεσμα αύξησης του κόστους παραγωγής (πληθωρισμός κόστους). Ο πρώτος παρατηρείται κυρίως σε περιόδους έντονης οικονομικής δραστηριότητας, όπου η συνολική ζήτηση των οικονομούντων ατόμων (νοικοκυριών-επιχειρήσεων-κράτους) ξεπερνάει τη συνολική προσφορά με πλήρη απασχόληση των μέσων παραγωγής. Αντίθετα, ο δεύτερος παρατηρείται με την αύξηση στοιχείων κόστους των προϊόντων, όπως οι μισθοί, οι έμμεσοι φόροι, οι τιμές των εισαγόμενων αγαθών ή πρώτων υλών (πετρέλαιο) κλπ (Γιαννέλης, 2019).

Ακόμα, ο πληθωρισμός μπορεί να είναι κατευθυνόμενος, με την αύξηση ,δηλαδή, της προσφοράς χρήματος από τις νομισματικές αρχές. Η χρήση του έχει παρατηρηθεί πολλές φορές στην ιστορία, τόσο από την Fed, το 2000, με τις «ενέσεις διαθέσιμων» στις τράπεζες, όσο και την τελευταία δεκαετία από την Ε.Κ.Τ. με τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) για τη διάσωση του ευρώ.

Επίσης, υπάρχει ο πληθωρισμός αδράνειας, ο ρυθμός, δηλαδή, αύξησης του οποίου είναι σταθερός, ο εμφανής αλλά και ο αφανής πληθωρισμός, στον οποίο οι πληθωριστικές πιέσεις εξουδετερώνονται μέσω κρατικής παρέμβασης με το επίπεδο των τιμών να παραμένει αμετάβλητο.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως μια σημαντική διάκριση είναι αυτή του αναμενόμενου και του αναπάντεχου πληθωρισμού. Όταν οι μειώσεις της αξίας του χρήματος είναι αναπάντεχες, τότε οι επιθυμίες των ατόμων που χρησιμοποιούν το χρήμα, όπως οι δανειστές και δανειζόμενοι ή οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, δε συμπίπτουν με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται οι ανάγκες τους. Έτσι, δε μπορούν να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα – παραδείγματος χάρη, στη περίπτωση δανειστή – δανειζόμενου να υπάρξει αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου, σύμφωνα με τη συνάρτηση Fisher (πραγματικό επιτόκιο=ονομαστικό επιτόκιο-πληθωρισμό) – ώστε να αντισταθμιστεί η αξία του χρήματος (Γιαννέλης, 2019).

Άμεσα συνδεδεμένοι με τη φύση του πληθωρισμού είναι οι παράγοντες που τον επηρεάζουν. Συγκεκριμένα, τα συμβαίνοντα μιας οικονομικής περιόδου επηρεάζουν είτε τη ζήτηση είτε τη προσφορά, οι οποίες όπως αναφέρθηκε παραπάνω καθορίζουν την πορεία του πληθωρισμού. Αναλυτικότερα, όσον αφορά τη συνολική ζήτηση υπάρχουν πέντε βασικές συνθήκες που μπορεί να μετατοπίσουν τη καμπύλη της προς τα δεξιά, με συνέπεια δηλαδή την αύξηση των τιμών:

 α. Η επικράτηση ενός πλαισίου αναπτυσσόμενης οικονομίας, στην οποία τα οικονομούντα άτομα αισθάνονται την ασφάλεια – ήτοι βεβαιότητα για το μέλλον – να αυξήσουν τις αγορές/ζήτησή τους.

β. Οι προσδοκίες για αύξηση των τιμών (αναμενόμενος πληθωρισμός), κάτι που οδηγεί στην αύξηση της ζήτησης βραχυχρόνια, ώστε να εκμεταλλευτούν τις επικρατούσες χαμηλότερες τιμές.

γ. Η λήψη διακριτικών μέτρων δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής, όπως η αύξηση των δημόσιων δαπανών και η χαμηλή φορολογία, τα οποία αυξάνουν τη ροή διαθέσιμων στην πραγματική οικονομία.

δ. Η εξέλιξη του Μάρκετινγκ και οι νέες τεχνολογίες, που δημιουργούν στους καταναλωτές νέες επιθυμίες, αυξάνοντας τη ζήτηση για τα προϊόντα που τις καλύπτουν.

ε. Οι εξελίξεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με τη προσφορά χρήματος με διάφορες μορφές πέραν της νομισματικής, όπως πιστώσεις, δανεισμό και υποθήκες, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα συναλλαγών ακόμα και χωρίς ρευστά διαθέσιμα (K. Amadeo, 2019).

Έπειτα, όσον αφορά τον πληθωρισμό κόστους, θα καταγραφούν, αντίστοιχα, έξι κύρια αίτια που οδηγούν σε αυτόν, δηλαδή στη μείωση της προσφοράς, με αποτέλεσμα την πώληση σε υψηλότερα επίπεδα τιμών:

  1. Οι αυξήσεις στους μισθούς προκειμένου να παραμείνει σταθερή η αγοραστική αξία του εισοδήματος των εργαζομένων εν όψει αύξησης του γενικού επιπέδου των τιμών.
  2. Η ύπαρξη αποκλειστικών μονοπωλίων στην αγορά κάποιου προϊόντος-υπηρεσίας.
  3. Οι φυσικές καταστροφές, οι οποίες ζημιώνουν την παραγωγή αυξάνοντας το κόστος της.
  4. Η μείωση των διαθέσιμων φυσικών πόρων, όπως των πετρελαϊκών αποθεμάτων, ή ακόμα και των ψαριών λόγω υπεραλίευσης.
  5. Η επιβολή φόρων στα εισαγόμενα προϊόντα.
  6. Η μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εκάστοτε εθνικού νομίσματος που συνίσταται πτώση της αξίας του και συνεπώς, υψηλότερες τιμές των εισαγόμενων προϊόντων (K. Amadeo, 2019).

Παρατηρείται, επομένως, πως στις σύγχρονες ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως το περιβάλλον από το οποίο επηρεάζεται, αλλά και το οποίο επηρεάζει, ο πληθωρισμός μεταβάλλεται διαρκώς. Γι αυτό το λόγο, δε χαρακτηρίζεται, πλέον, ως ένα αμιγώς νομισματικό φαινόμενο, αλλά συντίθεται από ποικίλα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι ανεπτυγμένες οικονομίες αποτελούνται από σύνθετα χρηματοπιστωτικά συστήματα, καθώς και περιορισμένες σχέσεις μεταξύ των κεντρικών τραπεζών και της πολιτικής εξουσίας – κάτι που αποτρέπει τις τράπεζες από την αθρόα νομισματοποιήση του κρατικού χρέους. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί, επίσης, η παγκοσμιοποίηση και η ψηφιοποίηση των αγορών , οι οποίες είναι περισσότερο «ανοιχτές» και εν προκειμένω πιο ευμετάβλητες .

Αυτές οι παραδοχές εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τα ‘’παράδοξα’’ του πληθωρισμού, όπως η αλλαγή της δυναμικής μεταξύ ανεργίας και πληθωρισμού (βλ. καμπύλη Phillips), καθώς και ορισμένα κενά αποπληθωρισμού και πληθωρισμού κατά την περίοδο της Ύφεσης του 2008. Οι τιμές των προϊόντων αποκτούν πολλούς παράγοντες αντιστάθμισης του επιπέδου τους και η αξία του χρήματος μπορεί να γίνει πιο εύκολα διαχειρίσιμη μέσα από την επιβολή δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών. Εάν, ωστόσο, στη σκοπιά μελέτης τοποθετηθεί μια αναπτυσσόμενη οικονομία, τότε ευνόητο είναι πως οι συνθήκες διαφέρουν ριζικά και ο πληθωρισμός εμφανίζεται ως ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο, εφόσον συνδέεται κατά γραμμικό περίπου τρόπο με την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία. Αυτό σημαίνει πως, εάν η κυβέρνηση αποφασίσει να αυξήσει την προσφορά χρήματος για την αποπληρωμή του χρέους ,οδηγείται συν τω χρόνω στον υπερπληθωρισμό – όπως συνέβη στη Ζιμπάμπουε το 2008, όπου ο πληθωρισμός έφτασε στο 98.01% ημερησίως (Ιωάννου, 2019).

Η ΘΕΤΙΚΉ ΚΑΙ Η ΑΡΝΗΤΙΚΉ ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΎ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΊΑ

Ο πληθωρισμός, ενίοτε, έχει θεωρηθεί ως αρνητικό φαινόμενο και προβληματίζει πολλούς οικονομολόγους και τραπεζίτες, λόγω των συνεπειών του. Αρχικά, οδηγεί σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των σταθερών εισοδημάτων, καθώς σε χρηματικά ποσά, όπως οι συντάξεις και οι αποταμιεύσεις, παρατηρείται μείωση της πραγματικής αξίας τους ή αλλιώς της αγοραστικής τους δύναμης.

Ακόμα, μπορεί να υπάρξει χειροτέρευση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό συμβαίνει, διότι λόγω της αύξησης του επιπέδου των τιμών μειώνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, καθώς οι υψηλές τιμές των εγχώριων προϊόντων μειώνουν τις εξαγωγές και αυξάνουν τις εισαγωγές. Αυτό έχει αρνητική επίδραση στο Α.Ε.Π. (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της εκάστοτε χώρας.

Μια από τις αρνητικές επιπτώσεις του πληθωρισμού είναι, επίσης, η αναδιανομή από δανειστές σε δανειζόμενους. Πιο αναλυτικά, ο πληθωρισμός μειώνοντας την αξία του χρήματος μειώνει και την αξία των χρεών, τα οποία πρόκειται να εξοφληθούν μελλοντικά. Εφόσον ο δανειζόμενος επιστρέφει μικρότερη αγοραστική δύναμη από αυτή που έλαβε,όταν σύναψε το δάνειο – κι εν όψει συνέχισης αύξησης του πληθωρισμού- ο ρυθμός αυτός μεταβολής ενσωματώνεται στο επιτόκιο, δηλαδή έχουμε αύξηση των επιτοκίων. Πολλές φορές, μάλιστα, παρατηρείται υπερβολική αύξησή τους, καθώς υπάρχει ο φόβος λανθασμένης πρόβλεψης σχετικά με τον πληθωρισμό από την πλευρά της τράπεζας.

Τέλος, η σημαντικότερη αρνητική πτυχή του πληθωρισμού είναι το κόστος αντιμετώπισής του. Για παράδειγμα, αυξάνεται το κόστος των επιχειρήσεων, καθώς αντιμετωπίζουν δυσκολίες σχετικά με τις συμφωνίες για μελλοντικές τιμές και το συντονισμό των χρηματικών δαπανών και εισροών, ακόμη, με τον τρόπο τιμολόγησης μιας παραγγελίας προϊόντων που προορίζεται για μελλοντική παράδοση. Η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων επιβαρύνεται κιόλας από την απροθυμία για επενδύσεις λόγω του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγικότητα (Λιανός και Ψειρίδου, 2019).

Εάν μάλιστα δε ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση του και για το κατάλληλο χρονικό διάστημα, ο μεγάλος ρυθμός αύξησής του οδηγεί σε υπερπληθωρισμό, ένα φαινόμενο καταστρεπτικό για μια οικονομία, οδηγώντας τη σε πτώχευση. Χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα είναι η Γερμανία το 1922-23, το Ισραήλ το 1980, η Ουκρανία το 1993, και η Βενεζουέλα το 2018, οι οποίες είναι μόνο μερικές από τις χώρες που θα μείνουν γνωστές για τα αστρονομικά ποσοστά πληθωρισμού.

Η αρνητική, ωστόσο, επίδραση του πληθωρισμού εξαρτάται πάντοτε από το ύψος και από τη διάρκεια. Σύμφωνα με επιστημονικές αναλύσεις κι έρευνες, έχει αποδειχθεί πως στο επίπεδο του 2-3%, οι συνέπειες είναι ήπιες, ενώ η λειτουργία της οικονομίας δε διαταράσσεται. Αντίθετα, η ύπαρξη του πληθωρισμού – ο οποίος επιδιώκεται μέσω της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, δηλαδή μέσω μέτρων αύξησης των δημόσιων δαπανών, μείωσης των επιτοκίων, αγοράς ομολόγων κλπ – μπορεί βραχυχρόνια να αποβεί ωφέλιμη. Συγκεκριμένα, υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι που αποδεικνύουν τη σημασία του:

  1. Με τον πληθωρισμό, οι καταναλωτές προσδοκούν αύξηση των τιμών στο μέλλον. Επομένως, προκειμένου να επωφεληθούν από τις χαμηλότερες τιμές που επικρατούν αυξάνουν τη ζήτησή τους «σήμερα». Αυτό συνεπάγεται αύξηση των πωλήσεων, της παραγωγής, των πραγματικών μισθών και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας (K. Amadeo, 2019).
  2. Ο πληθωρισμός προωθεί το δανεισμό και τις επενδύσεις. Οι δανειζόμενοι ελκύονται από το γεγονός, πως δανείζονται ένα ποσό μεγαλύτερης αξίας από αυτό που θα επιστρέψουν. Αντίστοιχα, οι επενδυτές επωφελούνται από τις χαμηλότερες τιμές που επικρατούν, έτσι ώστε να πωλήσουν μελλοντικά σε μεγαλύτερη τιμή (Sean Ross, 2019).
  3. Ο πληθωρισμός, αποτρέπει την οικονομία από τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού. Με την επικράτηση του τελευταίου, οι καταναλωτές αναβάλουν τις αγορές τους «σήμερα», καθώς προσδοκούν χαμηλότερες τιμές στο μέλλον. Τούτο συνεπάγεται μείωση της παραγωγής, περικοπές μισθών και αύξηση της ανεργίας (K. Amadeo, 2019).

Ωστόσο, όμως, επικρατεί μια αβεβαιότητα σχετικά με το επίπεδο του πληθωρισμού, καθώς η υπερβολική αύξησή του οδηγεί στο φαινόμενου του υπερπληθωρισμού. Για τον περιορισμό τούτης της αβεβαιότητας, αλλά λαμβάνοντας υπόψη την ευεργετική διάσταση του πληθωρισμού στην οικονομία επιδιώκεται -συνήθως στις δυτικές οικονομίες-  η πολιτική της σταθερότητας των τιμών . Η πολιτική αυτή, που αποτελεί κεντρικό πυλώνα του καταστατικού της ΕΚΤ, μειώνει την αβεβαιότητα για το επίπεδο του πληθωρισμού, περιορίζοντάς τον κοντά στο 2%. Η σταθερότητα, εν προκειμένω, στο δείκτη του πληθωρισμού έχει πολλά θετικά στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται μείωση των ασφαλίστρων πληθωριστικού κινδύνου στο επιτόκιο. Αυτό συνεπάγεται μείωση των ονομαστικών επιτοκίων, οδηγώντας σε πρώτο βαθμό, στην αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων από τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις και προωθώντας νέες θέσεις εργασίας.

Ακόμα, αποφεύγονται περιττές δραστηριότητες αντιστάθμισης κινδύνων. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις σταματούν τη συσσώρευση αποθεμάτων αγαθών. Τούτο συνέβαινε εν καιρώ αβεβαιότητας σχετικά με το επίπεδο του πληθωρισμού, καθώς φοβούνταν, πως συσσωρεύοντας αποθέματα χρηματικών ποσών, τότε λόγω αύξησης των τιμών αυτά θα έχαναν την αξία τους- κάτι που εμποδίζει γενικά την ανάπτυξη και την αύξηση του χρηματικού εισοδήματος στο πλαίσιο της επιχείρησης.

Επίσης, με σταθερό το επίπεδο πληθωρισμού, παρατηρείται αύξηση των οφελών από τη διακράτηση μετρητών, καθώς όσο μεγαλύτερος είναι ο προσδοκώμενος ρυθμός του, τόσο μικρότερη είναι η ζήτηση χρήματος από τα νοικοκυριά.

Επιπροσθέτως, αποφεύγεται η αυθαίρετη διανομή πλούτου και εισοδήματος, καθώς αποφεύγεται η μείωση της πραγματικής αξίας των ονομαστικών απαιτήσεων, όπως οι μακροπρόθεσμες μισθολογικές συμβάσεις, οι τραπεζικές καταθέσεις και τα ομόλογα του Δημοσίου (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2007).

Τέλος, σημαντικό πλεονέκτημα της σταθερότητας του πληθωρισμού είναι η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, δηλαδή η ευρωστία της οικονομικής κατάστασης των τραπεζών, η οποία πλήττεται από αναπροσαρμογές της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, λόγω απροσδόκητων πληθωριστικών μεταβολών. Εν προκειμένω, οι τράπεζες μπορούν να συμβάλλουν στην επίτευξη ευρύτερων στόχων για τη βελτίωση της οικονομίας, όπως η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η επίτευξη υψηλών και σταθερότερων επιπέδων οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2007).

Πάντοτε, όμως, πρέπει να υπάρχει μια εγκράτεια στη σταθερότητα των τιμών, καθώς όταν αυτές παραμένουν χαμηλά σταθερές – όπως προβλέπεται από την Ε.Κ.Τ. για το μέλλον – υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθεί η οικονομία σε αποπληθωριστικές πιέσεις (αρνητικό πληθωρισμό). Τούτο δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία αποπληρωμών των χρεών και, εν τέλει, την πτώχευση.

ΣΎΓΧΡΟΝΕΣ ΕΞΕΛΊΞΕΙΣ  ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΆΖΟΥΝ ΑΡΝΗΤΙΚΆ ΤΟΝ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΌ

 Η σύγχρονη οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο πληθώρας κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη θετική επίδραση και την πορεία του πληθωρισμού στο προβλέψιμο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων, παρατηρείται υποτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, κάτι το οποίο συνεπάγεται αύξηση της τιμής των εισαγόμενων προϊόντων. Ακόμα, παρατηρείται σημαντική πτωτική πορεία της τιμής του πετρελαίου, λόγω γεωπολιτικών αντιθέσεων και στρατηγικών αποφάσεων των ΗΠΑ και του OPEC (Alpha Bank, 2019).

Επίσης, ο πληθωρισμός μπορεί να μεταβληθεί λόγω της κάμψης της βιομηχανικής παραγωγής στις μεγάλες Ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες υφίστανται μια γενική επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσής τους, με παράλληλη μείωση των επενδύσεων λόγω προβλέψεων για μια νέα ύφεση.

Επιπροσθέτως, στο επίπεδο του πληθωρισμού μπορεί να επιδράσει αρνητικά η αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία επηρεάζει άμεσα τη Γερμανική μεταποίηση – την κινητήρια, στην ουσία, δύναμη της Ευρωζώνης- οδηγώντας σε αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών σε εισαγόμενα προϊόντα.

Άλλες πηγές αστάθειας του πληθωρισμού είναι η εξέλιξη του Brexit, οι κυβερνοεπιθέσεις (cyberattacks), οι περιφερειακοί πόλεμοι (Συρία, Λιβύη, Υεμένη, Αφγανιστάν, Ιράκ) κλπ.

Τέλος, αξίζει να τονιστεί πως, αν και η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έσωσε την Ευρωζώνη, η συνέχιση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, τα οποία περιλαμβάνουν τη μείωση των επιτοκίων σε αρνητικά επίπεδα και την αγορά ομολόγων των οποίων η απόδοση έχει καταγραφεί με αρνητικό πρόσημο, μπορεί να απειλήσει με αποπληθωριστικές πιέσεις. Αυτό βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός, πως εν όψει μιας νέας ύφεσης, οι προσπάθειες για αύξηση των χρηματικών ροών θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, καθώς όπως συνέβη και προ της ύφεσης του 2008, τα άτομα θα στραφούν στις τράπεζες, με την πραγματική οικονομία να ζημιωθεί ζημιώνεται καταλυτικά, καθώς δίχως επενδύσεις, αγορές και κατανάλωση, δηλαδή δίχως ροές, δεν υφίσταται ένα οικονομικό κύκλωμα (Alpha Bank, 2019).

ΣΥΜΠΈΡΑΣΜΑ

Ο πληθωρισμός ανά την ιστορία έχει θεωρηθεί ως ένα αρνητικό φαινόμενο, καθώς οι συνέπειές του μέσω της μείωσης της αξίας του χρήματος  οδήγησαν σε σημαντικές κρίσεις και δεν παύουν να αποτελούν αποσταθεροποιητικό παράγοντα των οικονομιών. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, με την ύπαρξη του μπορεί να ενισχυθεί η οικονομία βραχυχρόνια, καθώς αυξάνεται η ροή του χρήματος και δη η ζήτηση στην οικονομία, οδηγώντας παράλληλα σε μείωση της ανεργίας .

Εντούτοις, η χρυσή τομή μεταξύ της θετικής και  αρνητικής του επίδρασης είναι η σταθερότητά του, δηλαδή η σταθερότητα των τιμών όσον αφορά την αύξησή τους- μια παραδοχή που εντοπίζεται στο καταστατικό των κεντρικών τραπεζών. Είναι φανερό πως η σύγχρονη οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας ύφεσης, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός από κινητήριος τροχός της να απειλεί να εξελιχθεί σε τροχοπέδη. Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις δύο όψεις του πληθωρισμού και τα όριά του, είναι φανερή όχι μόνο η απειλή του, αλλά και ο ευεργετικός του χαρακτήρας σε χρηματοπιστωτικούς, αλλά και σε βιοτικούς όρους, εκεί που ακολουθούνται λελογισμένες πολιτικές καθορισμού του, ανάλογα πάντα με τον κύκλο της οικονομίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ

Γιαννέλης, Δ. (2019). ΑΡΧΕΣ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ. ΑΘΗΝΑ: ΤΣΟΤΡΑΣ, pp.207-209.

Amadeo, K. (2019). “Two Causes of Inflation and the Circumstances That Create Them”.  the balance. Available here [Accessed 13 Nov. 2019].

Ιωάννου, Δ. and Ιωάννου, Χ. (2019). Το αδιέξοδο της “ποσοτικής χαλάρωσης”capital.gr. Available here] [Accessed 16 Nov. 2019].

Λιανός, Θ. and Ψειρίδου, Α. (2019).   ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ. 229-231.Available at: here [Accessed 14 Nov. 2019]

Amadeo, K. (2018). “Reasons Why Inflation Is Good.”  the balance. Available [here] [Accessed 14 Nov. 2019].

Ross, S. (2019). “When Is Inflation Good for the Economy?.”  Investopedia. Available here[Accessed 14 Nov. 2019].

Gerdesmeier, D. (2007). Τα οφέλη της σταθερότητας των τιμών.  Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Available here [Accessed 15 Nov. 2019].

ALPHA BANK (2019). Υποτονικός Πληθωρισμός: Συντελεστές ΦΠΑ, Συναλλαγματική Ισοτιμία και Τιμές Ενέργειας. Available here.[Accessed 14 Nov. 2019].

Απάντηση