Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεσμικές και γεωπολιτικές συνισταμένες

της Κατερίνας Αράπη,

Αναμφίβολα, το ζήτημα της ενδεχόμενης προσχώρησης της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα βρίσκεται υψηλά στην ατζέντα της Ένωσης, με πολλούς μελετητές, ωστόσο, να θέτουν την ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος χώρας εν αμφιβόλω. Ενδεικτικό παράδειγμα της εν λόγω αμφισβήτησης αποτελεί η απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016, η οποία κατεπνίγη εν τη γενέσει της από τον Recep Tayyip Erdoğan (Al Jazeera, 2017). Τελευταία, μάλιστα, το διπλωματικό παρασκήνιο κρίνεται ιδιαίτερα έντονο, εξαιτίας, κυρίως, της τουρκικής εισβολής που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Οκτώβρη, στη βορειοανατολική Συρία (Al Jazeera, 2019).
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις παραμένουν για χρόνια παγωμένες, με τους τούρκους πολιτικούς να κατηγορούν τους ευρωπαίους ιθύνοντες για άκαμπτη στάση και αδιαλλαξία. Εν πρώτοις, αποτελεί κοινό τόπο η εθνοκεντρική τάση και η απομάκρυνση της Τουρκίας από τα δυτικά ιδεώδη. Κατ’ επέκταση, πολλοί ευρωπαίοι διατείνονται πως, παρά την επίσημη υποψηφιότητα της μουσουλμανικής χώρας το 1999 (Βερέμης, 2005), η τελευταία δεν ικανοποιεί τις προδιαγραφές του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Από την αντίθετη σκοπιά, στις εν λόγω συζητήσεις, ιδιαίτερη μνεία γίνεται πάντοτε στο κομβικό γεωγραφικό σημείο της Τουρκίας και το στρατηγικής σημασίας έδαφός της, το οποίο κατά άλλους θα αποτελέσει βασικό παράγοντα για την ολοκλήρωση της «πολιτικής οριστικότητας» (Glencross, 2014) της Ένωσης. Ποια είναι – μέχρι στιγμής – τα βασικά κλειδιά στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού της Τουρκικής Δημοκρατίας; Είναι η Τουρκική Δημοκρατία ευρωπαϊκή; Είναι πράγματι δημοκρατία; Πρώτα, όμως, χάριν κατανόησης, ποια είναι η διαδικασία διεύρυνσης της Ένωσης και τι στάδια περιλαμβάνει;

arapi2.jpg

Διαδικασία Διεύρυνσης και τα “Κριτήρια Κοπεγχάγης” 

  Θεμελιώδες στοιχείο του ευρωπαϊκού κεκτημένου αποτελούσε ανέκαθεν η περαιτέρω ενοποίηση της ηπείρου, αποσκοπώντας στη σταθεροποίηση του ευρωπαϊκού χώρου και την πολιτική και οικονομική ευημερία αυτού. Το ως άνω εγχείρημα έχει επαναληφθεί πολλάκις, με την Ένωση σήμερα να απαριθμεί 28 κράτη-μέλη.
Παρά ταύτα, η πορεία προς την ένταξη κρίνεται ιδιαίτερα πολύπλοκη, καθότι τα υποψήφια κράτη-μέλη οφείλουν να υποστούν μια μακρά διαδικασία προσαρμογής, η οποία θα αντανακλά τη δημοκρατική σταθερότητα του κράτους και τη δυνάμει συνεργασία με την Ένωση. Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1993 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όρισε τα κριτήρια που θα διέπουν την επιλεξιμότητα των υποψήφιων προς ένταξη κρατών, τα γνωστά «Κριτήρια της Κοπεγχάγης». Σύμφωνα με τα τελευταία, ένα υποψήφιο κράτος οφείλει να διατηρεί σταθερές δομές – πυλώνες διασφάλισης του δημοκρατικού ιδεώδους, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους Δικαίου, καθώς και να διαθέτει την ικανότητα ανταπόκρισης στις ανταγωνιστικές πιέσεις μέσα στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς, κατά βάση μέσω μιας λειτουργικής οικονομίας. Παράλληλα, πολύ σημαντική κρίνεται και η ικανότητα ανάληψης όλων των υποχρεώσεων που δεσμεύουν τα κράτη μέλη, κατά κύριο λόγο μέσω της ύπαρξης των κατάλληλων θεσμικών οργάνων στη δημόσια διοίκηση. Η εκπλήρωση των εν λόγω απαιτήσεων είναι γνωστή ως «αρχή της αιρεσιμότητας» (Μαραβέγιας, Σακελλαρόπουλος, 2006, Glencross, 2014).
Εν συνεχεία, και αφότου μια χώρα πληροί τους όρους προσχώρησης, κηρύσσεται από τους θεσμούς της Ένωσης ως επίσημα υποψήφια, γεγονός που πυροδοτεί πλήθος άλλων μακροχρόνιων διαδικασιών, με την έναρξη των διαπραγματεύσεων να τίθενται στο προσκήνιο. Χαρακτηριστικό είναι πως κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, οι υποψήφιες χώρες λαμβάνουν προενταξιακή χρηματοδοτική βοήθεια, ενώ ιδιαίτερα σημαντικές κρίνονται και οι Συμφωνίες Σύνδεσης των υποψήφιων χωρών με την Ένωση, οι οποίες κάνουν λόγο για συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών στους τομείς του περιβάλλοντος, του εμπορίου, της τελωνειακής σύνδεσης, αλλά και όπου αλλού κρίνεται σκόπιμο. Εν τάχει, το τελευταίο στάδιο αποτελείται από την υπογραφή της Συνθήκης προσχώρησης, η οποία απαιτείται να επικυρωθεί από την πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και από όλα τα κράτη-μέλη τη Ένωσης (Μαραβέγιας, Σακελλαρόπουλος, 2006, Glencross, 2014).
Έχοντας αναλύσει, λοιπόν, συνοπτικά τις ενταξιακές διαδικασίες στο ευρωπαϊκό μόρφωμα, αξίζει να σημειωθεί πως εν έτει 2019 ως επίσημα υποψήφιες χώρες αναγνωρίζονται η Τουρκία, η Αλβανία, η Σερβία, η Βόρεια Μακεδονία και το Μαυροβούνιο, ενώ εν δυνάμει υποψήφιες είναι το Κοσσυφοπέδιο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Ο Ευρωπαϊκός Προσανατολισμός της Τουρκίας και η μέχρι τώρα πορεία της στην Ένωση

  Η γειτονική χώρα ανέκαθεν επιζητούσε τον εκδυτισμό της, κυρίως μέσω της απόκτησης ενός ευρωπαϊκού μέλλοντος. Πρόδηλο της ως άνω διαπίστωσης αποτελεί, αναμφίβολα, η αίτηση σύνδεσης που υπέβαλε ήδη από το 1959 η Τουρκική Δημοκρατία με την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Απότοκο των διαπραγματεύσεων υπήρξε η υπογραφή της «Συμφωνίας της Άγκυρας» το 1963, η οποία έθετε, κατά κύριο λόγο, τις βάσεις για την τελωνειακή ένωση στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Παράλληλα, στα συμπεφωνημένα γινόταν αναφορά στην ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων, καθώς και την παροχή χρηματοδοτικής βοήθειας από τα κοινοτικά προς τα τουρκικά ταμεία (Βαργιανίτη, 2017, Βαμβακίδης, 2006). Χαρακτηριστικό, ωστόσο, είναι πως παρά τους επίπονους και κατά τόπους συμβιβασμούς μεταξύ των δύο μερών, οι ευρωτουρκικές σχέσεις υπήρξαν ανέκαθεν άκρως δυσαρμονικές.
Σταθμός στην ευρωπαϊκή κατεύθυνση της Τουρκικής Δημοκρατίας υπήρξε η αίτηση προσχώρησης της τελευταίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, στις 14 Απριλίου 1987 (Deutsche Welle, 2017). Η γνωμοδότηση της Κοινότητας επήλθε δύο χρόνια αργότερα με απόρριψη της τουρκικής αίτησης, εξαιτίας «ζητημάτων δυναμικής στο εσωτερικό της Κοινότητας», όπως η ίδια προέταξε.  Εν συνεχεία, το 1995 υπογράφηκε η «Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης» σε μια προσπάθεια σύσφιξης των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων της Τουρκίας με τους ευρωπαίους εταίρους. Ωστόσο, η ενταξιακή προοπτική της χώρας υποβαθμίστηκε εκ νέου, εξαιτίας του επεισοδίου στη νησίδα Ίμια το 1996, γεγονός που αποθηρίωσε και τις δύο πλευρές (Βαμβακίδης, 2006).
Το 1999, ο «αντιτουρκικός προϊδεασμός» (Βερέμης, 2005) άρθηκε, εν μέρει, με την τυπική αναγνώριση της χώρας ως επίσημα υποψήφιας για προσχώρηση στην Ένωση από τη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι. Εντούτοις, και ύστερα από την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μείζον θέμα για τις ευρωτουρκικές σχέσεις μέχρι και σήμερα, η επίσημη έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ορίστηκε το 2005 (Deutsche Welle, 2017).
Ποια είναι, όμως, τα προβλήματα που ανακύπτουν, προβληματίζοντας τους ιθύνοντες στις Βρυξέλλες, και καθυστερούν τόσο την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας;

arapi3

Ζητήματα που Ανακύπτουν σε πρακτικό επίπεδο: επιφυλάξεις 

Η εκκωφαντική αδράνεια, για την οποία κατηγορούνται στο βάθος δεκαετιών οι ευρωπαίοι από τους τούρκους ομολόγους τους, εδράζεται σε πλήθος παραμέτρων. Οι συνιστώσες που πρέπει να ληφθούν υπόψιν καλύπτουν, αν μη τι άλλο, ζητήματα πολιτειολογικού και γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος.
Εν πρώτοις, το νευραλγικής σημασίας γεωγραφικό σημείο του τουρκικού οικοδομήματος κρίνεται άκρως αμφιλεγόμενο ως επιχείρημα υπέρ ή κατά της ένταξης. Είναι, όπως ήδη αναρωτηθήκαμε, η Τουρκία ευρωπαϊκή χώρα; Αναμφίβολα, η απόπειρα καθορισμού γεωγραφικών συνόρων μεταξύ των δύο ηπείρων καθίσταται εγγενώς προβληματική (Glencross, 2014). Κατά πολλούς μελετητές, η ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση θα μετατοπίσει τα σύνορα της τελευταίας. Μήπως, όμως, κατά αυτό τον τρόπο ξεφύγουμε από το ευρωπαϊκό ιδεώδες και καταλήξουμε σε μια οικονομική – κατά βάση- οντότητα; Μήπως η μοναδική γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας και το γεγονός ότι αποτελεί τη φυσική γέφυρα Ανατολής και Δύσης δύναται να δώσει επίλυση στο ενεργειακό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της «επαφής» με ταχέως εξελισσόμενες – στο επίπεδο του ενεργειακού πλούτου – περιοχές, όπως αυτή της Κεντρικής Ασίας (DebatingEurope);
Παράλληλα,  οι πολιτιστικές και ιστορικές καταβολές της χώρας εδράζονται στην Κεντρική και Μέση Ανατολή, επιχείρημα το οποίο συνδέεται άρρηκτα με τους ως άνω προβληματισμούς. Πολλοί διεθνολόγοι διατείνονται πως η ένταξη μιας μουσουλμανικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαφθείρει την ευρωπαϊκή ταυτότητα, καθότι κύριος παράγοντας του ευρωπαϊκού αυτοπροσδιορισμού υπήρξε – στις απαρχές, έστω – η κοινή χριστιανική θρησκεία (Glencross, 2014). Φυσικά, η άποψη αυτή έχει χροιά υπερβολής, ωστόσο, εδράζεται, εν μέρει, στο έλλειμμα δημοκρατίας της γείτονος χώρας. Οι αυταρχικές τάσεις του τούρκου Προέδρου, η προσκόλληση στο κεμαλικό κατεστημένο και η υπεροχή του στρατού αποτελούν παραδεδεγμένη αλήθεια. Την ίδια στιγμή, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αποσιώπηση και – ουκ ολίγες φορές – φυλάκιση των δημοσιογράφων, ακόμα και ο τρόπος που κατεπνίγη το πρόσφατο πραξικόπημα του 2016 και οι μετέπειτα χειρισμοί του Erdoğan καταδεικνύουν την καταφανή απουσία του ευρωπαϊκού δημοκρατικού ιδεώδους.
Άκρως σημαντική για το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων κρίνεται και η άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει το ρόλο που ανέλαβε στη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, καθώς και το μείζον κυπριακό ζήτημα που αποτελεί τροχοπέδη στην οποιαδήποτε βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Μάλιστα, οι προκλήσεις από την πλευρά της Τουρκίας με τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου εις βάρος των ελληνικών και κυπριακών συνόρων τείνουν να πληθαίνουν (The New Federalist, 2019).
Αναντίρρητα, ένας πολύ σημαντικός παράγων είναι και το μέγεθος της Τουρκικής Δημοκρατίας και οι επιπτώσεις που αυτό θα έχει στη συμμετοχή της χώρας στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Εάν η χώρα καταστεί επίσημα μέλος – κράτος της Ένωσης, θα γίνει ανακατανομή των σχέσεων ισχύος και των δυνάμεων που διαθέτουν τα κράτη στο ενωσιακό αμάγαλμα. Δίχως αμφιβολία, αυτό θα επέφερε, ενδεχομένως, αρνητικές συνέπειες σε μεγάλες χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες διαθέτουν την πρωτοκαθεδρία των θεσμικών οργάνων σήμερα. Σημαντική κρίνεται επ’ αυτού και η δήλωση του Volkan Bozkır, πρώην Υπουργού των Ευρωπαϊκών Ζητημάτων της Τουρκικής Δημοκρατίας, σε συνέντευξή του, ο οποίος υπογραμμίζει πως «Η Τουρκία είναι, φυσικά, μία πολύ μεγάλη χώρα και έχει την έκταση και τον πληθυσμό να αλλάξει όλους τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. […] Η Γερμανία έχει 29 ψήφους. Η Κροατία έχει 10, η Κύπρος έχει 4 και 91 ψήφους απαιτούνται για να μπλοκαριστούν οι αποφάσεις. Όταν θα ενταχθεί η Τουρκία, λόγω του πληθυσμού και του εδάφους της, θα έχει 29 ψήφους, που θα διαταράξουν το σύνολο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» (TRT World, 2018).

Αντί επιλόγου

  Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, αναγνωρίζουμε πως το ζήτημα της ένταξης ή μη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κρίνεται ιδιαίτερα προβληματικό, καθότι τα ζητήματα που διακυβεύονται είναι αναρίθμητα. Η Τουρκία εξακολουθεί – σε λεκτικό, τουλάχιστον, επίπεδο – να επιδιώκει το ευρωπαϊκό όνειρο, με τον τούρκο Πρόεδρο να τονίζει το Μάρτιο του 2018 πως η ένταξη στην Ένωση δεν θα εγκαταλειφθεί, καθώς αποτελεί στρατηγικό βήμα για το μακρόπνοο σχέδιο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής (Independent, 2018). Παρά ταύτα, η πλειοψηφία των ευρωπαίων ηγετών αντιτίθεται σε αυτή την προσχώρηση, με πολλούς να υποστηρίζουν πως η ανάπτυξη μιας προνομιακής εταιρικής – και μόνο –  σχέσης με τη γειτονική χώρα αποτελεί τη μόνη εναλλακτική. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του γάλλου Προέδρου, Emmanuel Macron, ο οποίος υπογραμμίζει πως η καταφανής καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ακολούθησαν τις ενέργειες της τουρκικής κυβέρνησης το 2016 δεν επιτρέπει κανένα βαθμό προόδου όσον αφορά στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις (BBC News, 2018).
Μήπως μια επερχόμενη προσχώρηση της Τουρκίας, η οποία διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ, επωφελήσει, εν τέλει, τα ενωσιακά ιδεώδη; Μήπως, κατά παρόμοιο τρόπο, επέλθει λύση στο κουρδικό ζήτημα; Εάν καταστρατηγηθούν τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, εξαιτίας του καταφανούς τουρκικού δημοκρατικού ελλείμματος; Οι διεθνείς και θεσμικές συνιστώσες κρίνονται αναρίθμητες. Το μόνο σίγουρο είναι πως κατά την υφιστάμενη περίοδο η Τουρκία δεν πληροί τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, ενώ δεν ικανοποιεί σε καμία περίπτωση τις απαιτούμενες προδιαγραφές του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Η προοπτική ένταξής της δε διαφαίνεται στον κοντινό ορίζοντα. Η πορεία που οφείλει να ακολουθήσει είναι μακρά και επίπονη, εάν δε θέλει να απωλέσει το ευρωπαϊκό της μέλλον – εάν δύναται, εν τέλει, ποτέ αυτό να πραγματωθεί. Μένει να δούμε τι θα ακολουθήσει στο βάθος των δεκαετιών…

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαμβακίδης, Β. Η Ευρωπαϊκή Προοπτική της Τουρκίας [dissertation]. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 2006

Βαργιανίτη, Ε. Οι σχέσεις Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Ρόλος της Ελλάδας (1964-2016) [dissertation]. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, 2017
Βερέμης, Θ. (2005). Ιστορία των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ

Μαραβέγιας, Ν. και Σακελλαρόπουλος, Θ. (2006). Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και Ελλάδα. Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτικές. Αθήνα: Εκδόσεις ΔΙΟΝΙΚΟΣ

Glencross, A. (2014). Η Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ

ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

Al Jazeera. (2017). “Turkey’s failed coup attempt: All you need to know.”  Available here.

Wilks, A. (2019). “Turkey’s military operation in Syria: Biggest winners and losers.” Al Jazeera. Available here.

BBC News. (2018). “Macron tells Erdogan: No chance of Turkey joining EU”. Available here.

Debating Europe. “Arguments for and against Turkey’s EU membership.” Available here.

Deutsche Welle. (2017). “Turkey’s moribund EU accession progress.” Available here.

Batchelor, T. (2018). “Turkey still wants ‘full membership’ of EU.” Independent. Available here.

Lourenço, C. (2019). “Turkish EU accession: Where are we?” The New Federalist. Available here.

Sofuoglu, M., Alemdar, M. (2018). “Why has Turkey grown distant from its EU membership goal?”, TRT World. Available here.

Απάντηση