Ο «υποτιμημένος» νομισματικός χαρακτήρας των οικονομιών

του Μανώλη Σκοτώρη,

Εισαγωγή

Σε αυτήν την εργασία θα παρουσιαστεί η ιστορική εξέλιξη των νομισματικών συστημάτων στην παγκόσμια οικονομία από το Bretton Woods μέχρι και σήμερα, παράλληλα με την εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας. Ακόμα, θα αναλυθεί η μεταβολή των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μετά το τέλος του Bretton Woods, μέσα από αναφορές σε κρίσεις αλλά και ο πολιτικοοικονομικός ρόλος των ΗΠΑ αυτήν την περίοδο. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να τονίσει το κενό μεταξύ της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας και της πραγματικότητας στο πλαίσιο της μετά-Bretton Woods εποχής και της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ο δρόμος προς το New Hampshire των ΗΠΑ

Η κρίση του 1929 αποτέλεσε σταθμό για τον τρόπο που οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονταν την οικονομία. Η κρίση αυτή δημιούργησε σκέψεις σε πολλούς επιστήμονες για το πώς πραγματικά λειτουργεί η πραγματική οικονομία, καθώς και ποιες θα πρέπει να είναι οι πολιτικές που θα οδηγήσουν στην βελτίωση των κοινωνιών.  Έτσι, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1944, στο New Hampshire των ΗΠΑ καθιερώνεται  το σύστημα Bretton Woods, κάτι που οδήγησε τις οικονομίες σε αλλαγή της μορφής τους.

Τι ήταν όμως το σύστημα Bretton Woods;

Το Bretton Woods είναι ένα νομισματικό σύστημα που εφαρμόστηκε μετά το πέρας της ομώνυμης συνδιάσκεψης. Αυτό το νομισματικό σύστημα δεν ήταν ίδιο με το σημερινό, διότι όλα τα νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με το δολάριο. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα σύστημα που οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των εθνικών νομισμάτων των χωρών ήταν σταθερές, δηλαδή ήταν συνδεδεμένες με μια σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία με το δολάριο, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τον χρυσό (μικρή ευελιξία αλλά και περιορισμός στις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις) (Berent T.I., 2009).

Αυτό το γεγονός, αρχικά, δεν επέτρεπε στις χώρες που ήταν σε αυτό το νομισματικό καθεστώς να ασκούν νομισματική πολιτική γιατί δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα στην πραγματική οικονομία. Αναλυτικότερα, η αύξηση της προσφοράς χρήματος θα οδηγούσε σε υποτίμηση του νομίσματος, κάτι που η κεντρική τράπεζα μέσω της συναλλαγματικής πολιτικής θα αντιστάθμιζε αμέσως, απορροφώντας έτσι κάθε θετικό αποτέλεσμα που θα είχε η αύξηση της προσφοράς χρήματος στην πραγματική οικονομία και στην ζήτηση.  Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, περιόριζε τις κερδοσκοπικές ενέργειες από τους χρηματοπιστωτικούς «φιλάργυρους» διατηρώντας έτσι ένα σύστημα που η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ήταν εύλογη. Συγκεκριμένα, από το 1945 μέχρι και την κρίση του στασιμοπληθωρισμού το 1973, οι συναλλαγματικές κρίσεις απουσίαζαν μέχρι που ο χαρακτήρας τον οικονομιών άλλαξε όπως θα δούμε παρακάτω.

Η «αμφισβήτηση» της υπεροχής των ΗΠΑ

 Ο στασιμοπληθωρισμός που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, δηλαδή η ταυτόχρονη αύξηση των τιμών με μείωση του εθνικού εισοδήματος, τα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών των ΗΠΑ (το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών επηρεάζει την συναλλαγματική ισοτιμία), αλλά και μια σειρά από γεγονότα που έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αμερικανική κυριαρχία την περίοδο εκείνη όπως η αντίσταση του Βιετνάμ στις επιθέσεις του αμερικανικού στρατού, οδήγησαν στον τερματισμό του νομισματικού συστήματος Bretton Woods (1971). Γενικά, τα δύο βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικονομική τους κυριαρχία ήταν: το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας των αμερικανικών επιχειρήσεων (σε σχέση με τις γερμανικές και ιαπωνικές) και το πρόβλημα του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου. (Βαρουφάκης Γ., Μισσός Βλ., 2012) Έτσι, οι υψηλές αποδόσεις στα επιτόκια σε συνδυασμό με το χαμηλότερο πληθωρισμό των ΗΠΑ (σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο) αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ελκυστικά, κάνοντας τις ΗΠΑ να γίνει μία «ηλεκτρική σκούπα» κεφαλαίων αλλάζοντας ριζικά την χρηματοπιστωτική μορφή του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Ο δρόμος προς την ελευθερία ;

 Την δεκαετία που ακολούθησε, οι πολιτικές του laissez-faire ήρθαν ξανά στο προσκήνιο. Σε θεωρητικό επίπεδο οι μονεταριστές και η περίφημη «Σχολή του Σικάγο», ενίσχυσαν με θεωρητικά εργαλεία την πίστη στον οικονομικό φιλελευθερισμό.

Τι είναι όμως οι μονεταριστές, η Σχολή του Σικάγο, ο οικονομικός φιλελευθερισμός;

Την περίοδο μετά το Bretton Woods, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν ήταν στην βάση την νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, ωστόσο με εμπλουτισμένα θεωρητικά εργαλεία. Ο μονεταρισμός αποτελεί μία νομισματική προσέγγιση που αναφέρει ότι το χρήμα είναι «ουδέτερο» στην οικονομία και ότι μακροχρόνια δεν επηρεάζει πραγματικά οικονομικά μεγέθη όπως το ΑΕΠ ή την ανεργία. Σε αυτήν την άποψη έχει βασιστεί η «Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος» του Milton Friedman, όπως θα δούμε παρακάτω.

Τι είναι η ουδετερότητα του χρήματος και ποια είναι η Ποσοτική Θεωρία;

Όπως αναφέραμε και πριν η «Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος» που καταδυναστεύει τους οικονομολόγους από την δεκαετία του 70’ και έπειτα είναι η θεωρία που αναφέρει ότι: η αύξηση της προσφοράς χρήματος θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών μακροχρόνια. Συγκεκριμένα, μετά την δημοσίευση του έργου του Milton Friedman «A Monetary History of the United States» το 1963,  καθιερώθηκε στο ακαδημαϊκό γίγνεσθαι η θεωρία αυτή που συνοψίζεται στην παρακάτω εξίσωση:

M*V=P*Y

όπου M είναι η προσφορά χρήματος που καθορίζεται εξωγενώς από την κεντρική τράπεζα, V η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, P οι τιμές και Y το εισόδημα. Τα συμπεράσματα που πηγάζουν από την εργασία αυτή είναι ότι μια αύξηση της προσφοράς του χρήματος, δηλαδή του Μ, θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών, αφήνοντας ανεπηρέαστες τις πραγματικές μεταβλητές, όπως το εισόδημα και κατ’ επέκταση η απασχόληση. Αυτό ακριβώς είναι και αυτό που λένε οι οικονομολόγοι ουδετερότητα του χρήματος, δηλαδή η μη επίδραση του χρήματος στις πραγματικές μεταβλητές (Friedman M., Schwartz A., 1965).

Ουσιαστικά πρόκειται για την θεωρία που κυριάρχησε τα τελευταία πενήντα χρόνια, μια θεωρία που δεν αφήνει περιθώριο ερμηνείας των πραγματικών οικονομιών υπό ένα «νομισματικό» πρίσμα. Σε θεωρητικό επίπεδο, η εν λόγω θεωρία δείχνει να είναι μη ρεαλιστική, καθώς το V στις πραγματικές οικονομίες δεν είναι σταθερό, δηλαδή η ταχύτητα κυκλοφορίας δεν είναι σταθερή.  Ακόμα, προκύπτει το ερώτημα:  η ανάλυση της παραπάνω εξίσωσης σε τι συμπεράσματα μάς οδηγεί αν δούμε την εξίσωση από τα δεξιά προς τα αριστερά;

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η ηρωική υπόθεση κατά την οποία το χρήμα είναι εξωγενής μεταβλητή στην οικονομία (helicopter money) δημιουργεί προβληματισμούς για το επίπεδο ρεαλισμού που προσφέρει (King E. J., 2013). Ο συγκεκριμένος οικονομολόγος που ανέπτυξε την συγκεκριμένη θεωρία, ο Milton Friedman ήταν και ένας από τους κύριους εκφραστές της Σχολής του Σικάγο. Αναλυτικότερα, η τελευταία αφορά μια σχολής οικονομικής σκέψης που θεωρεί ότι «η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων οργανισμών και η «μη παρέμβαση» κράτους στην οικονομία είναι ο δρόμος για την ευημερία». Ουσιαστικά πρόκειται για τον οικονομικό φιλελευθερισμό ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στον νομισματικό χαρακτήρα της παγκόσμιας οικονομίας κυρίως μετά το 1980 (Screpanti E., Zamagni S., 2004).

Μετά το Bretton Woods

 Έτσι, μετά την «φιλελευθεροποίηση» της οικονομικής θεωρίας, το νομισματικό σύστημα ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Το νέο καθεστώς που αποτελεί και το κύριο νομισματικό σύστημα σήμερα είναι το «σύστημα των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών».

Τι είναι όμως το σύστημα των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών;

Σε αυτό το σύστημα τα νομίσματα δεν είναι συνδεδεμένα με κάποιο νόμισμα όπως το δολάριο αλλά υπόκεινται στις δυνάμεις της αγοράς. Συγκεκριμένα, η συναλλαγματική ισοτιμία εξαρτάται από την ζήτηση και την προσφορά για το εκάστoτε νόμισμα στις όλο και μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές. Η άρση κάποιων περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων και την μετατρεψιμότητα των νομισμάτων που ίσχυαν στο καθεστώς του Bretton Woods, οδήγησε στην διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στην απορρύθμιση των αγορών.

Στην περίοδο μετά το 1980 και την ανεξέλεγκτη διακύμανση των νομισματικών  ισοτιμιών παρατηρήθηκαν χρηματοπιστωτικές κρίσεις (τραπεζικές και συναλλαγματικές) και σταδιακή «μηδενοποίηση» της εθνικής οικονομικής πολιτικής των κρατών. Ο νομισματικός χαρακτήρας των οικονομιών μετά το Bretton Woods άλλαξε και οι εθνικές συναλλαγματικές ισοτιμίες αποτελούν πλέον εξαρτημένες μεταβλητές των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η εκδήλωση των κρίσεων

 Η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων βοήθησε στην μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα και σαν αποτέλεσμα είχε την εμφάνιση πολλών χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Ένα σημαντικό παράδειγμα αποτελούν οι συναλλαγματικές κρίσεις που παρουσιάστηκαν μετά το 1980 στην Αργεντινή, στην Αγγλία με την υποτίμηση της στερλίνας αλλά και κρίσεις με διαφορετικά χαρακτηριστικά όπως η ασιατική κρίση ή η κρίση του Μεξικού. Οι κρίσεις εκδηλώνονται αρχικά στο χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα και έπειτα τα αποτελέσματα αυτών περνούν και στην πραγματική οικονομία. Οι συναλλαγματικές κρίσεις εκδηλώνεται μετά από «επίθεση» διεθνών κερδοσκόπων στο εθνικό νόμισμα με σκοπό την υποτίμηση του  (Παππάς Α., 2010).

Πώς γίνεται η κερδοσκοπική επίθεση;

Αρχικά το «χρηματιστικό κεφάλαιο», δηλαδή πολλοί κερδοσκόποι-επενδυτές συγκεντρώνουν αγοράζοντας χρηματοπιστωτικά προϊόντα ένα ποσοστό ενός νομίσματος στην κατοχή τους. Για παράδειγμα, αγοράζουν πολλές τουρκικές λίρες. Μετά οι ίδιοι κερδοσκόποι προσφέρουν το νόμισμα, εν προκειμένω την τουρκική λίρα, στην αγορά συναλλάγματος αυξάνοντας την προσφορά για το τουρκικό νόμισμα. Αυτό κάνει το νόμισμα να υποτιμάται καθώς αυξάνεται η προσφορά του. Ένας τρόπος να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις στις υποτιμήσεις είναι να έχουν συναλλαγματικά διαθέσιμα, δηλαδή να έχουν αποθεματικά από νόμισμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αγοράσουν τουρκικές λίρες (συνήθως αυτό είναι το δολάριο, γιατί αποτελεί το μεγαλύτερο αποθεματικό, δηλαδή βρίσκεται σε αφθονία σε σχέση με τα άλλα νομίσματα). Έτσι, η Τουρκία προσπαθεί να αγοράσει τουρκικές λίρες για να αυξήσει την ζήτηση τους, ανατιμώντας την συναλλαγματική τους ισοτιμία και αποτρέποντας την υποτίμηση του νομίσματος της.

Ακόμα, στην εποχής μας οι κρίσεις πολλές φορές είναι αποτέλεσμα αυτό-εκπληρούμενων προσδοκιών των διεθνών αγορών. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση η κρίση επέρχεται λόγω των αρνητικών προδιαθέσεων των εμπλεκομένων όπως η κυβέρνηση και οι κερδοσκόποι. Η κρίση πιθανότατα να μην εκδηλωνόταν αν οι εμπλεκόμενοι δεν ανέμεναν την εκδήλωσή της (Παππάς Α., 2010). Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πολιτική των εθνικών κρατών έχει συρρικνωθεί, όσο αυξάνεται η ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Μία ρεαλιστική θεωρητική προσέγγιση για την αιτία των κρίσεων είναι η «υπόθεση της χρηματοπιστωτικής ευθραυστότητας» του Hyman Minsky, ο οποίος μας εξηγεί ότι οι περίοδοι οικονομικής μεγέθυνσης, είναι οι περίοδοι που οι επενδυτές και τραπεζίτες αυξάνουν ραγδαία την δραστηριότητα τους, κάτι που οδηγεί σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις, που προέρχονται από την νομισματική και τραπεζική σφαίρα. Ουσιαστικά, τόνιζε ότι «οι τραπεζίτες, οι «traders» και τα άλλα μέλη της χρηματοοικονομικής κοινότητας παίζουν ανά χρονικά διαστήματα το ρόλο του εμπρηστή, τυλίγοντας στις φλόγες το σύνολο της οικονομίας, μέσα από την «άπληστη» συμπεριφορά τους» (Minsky H., 1992).

(Αντί Επιλόγου): Η απουσία της οικονομικής θεωρίας

 Μετά το Bretton Woods το χρηματοπιστωτικό σύστημα διογκώθηκε και παρουσιάστηκαν μεγάλες συσχετίσεις μεταξύ των νομισματικών και συναλλαγματικών διαταραχών με τις πραγματικές οικονομίες, δηλαδή παρουσίασαν σημαντική επιρροή σε μακροοικονομικές μεταβλητές, όπως η ανεργία και το ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, η οικονομική επιστήμη και συγκεκριμένα η κυρίαρχη νεοκλασική θεωρία έχει μείνει ανεπηρέαστη, συνεχίζοντας να  ερμηνεύει τον κόσμο με μοντέλα που οδηγούσαν στην μακροχρόνια ισορροπία χωρίς να αφήνουν τα περιθώρια για την ύπαρξη κρίσεων στην βάση τέλειων ανταγωνιστικών αγορών με τέλεια πληροφορημένους καταναλωτές και τον ρόλο του χρήματος να είναι «ουδέτερος» στην πραγματική οικονομία. Σημαντικό εργαλείο την κυρίαρχης νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας ήταν η Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος που αναφέρθηκε.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ενώ στις πραγματικές οικονομίες παρατηρούμε αυξημένη σημασία των χρηματοπιστωτικών αγορών και μια στροφή προς μια «νομισματικοποίηση» των οικονομιών, η κατεύθυνση της οικονομικής θεωρίας φαίνεται να στρέφεται στην αντίθετη πλευρά, αγνοώντας τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις και υποτιμώντας την νομισματική φύση του σημερινού καπιταλισμού.

Βιβλιογραφία

Berent T.I. (2009). Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαικού 20ού αιώνα. Εκδόσεις Gutenberg.

Friedman M., Schwartz A. (1965). A Monetary History of the United States, 1867-1960. Economic Journal.

King E. J. (2013). A Brief Introduction to Post Keynesian Macroeconomics.

Minsky H. (1992). The Financial Instability Hypothesis. Levy Economics Institute of Bard College.

Screpanti E., Zamagni S. (2004). Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης. Εκδόσεις Τυποθήτω – Δαρδάνος Γιώργος.

Βαρουφάκης Γ., Μισσός Βλ. (2012). ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, Οι ρίζες της σημερινής κρίσης στο μεταπολεμικό σχεδιασμό της παγκόσμιας οικονομίας. ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, σσ. 67-108.

Παππάς Α. (2010). Χρηματοπιστωτικές Κρίσεις και Κίνηση κεφαλαίων στις συνθήκες της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. Διδακτορική διατριβή + περισσότερα στοιχεία.

Απάντηση