Φυλακή: σύστημα σωφρονισμού ή τιμωρίας;

της Σμαράγδας Τσάγκα,

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ήδη από την αρχαιότητα, βασικό θέμα συζήτησης αποτελεί ο ρόλος των ποινών στην κοινωνία. Πρωτοπόρος για την εποχή του ο Πλάτωνας, θέτει στην ενότητα 6 του έργου του «Πρωταγόρας», τον προβληματισμό για τον ρόλο της ποινής και για τον παιδευτικό ή μη χαρακτήρα της. Διατυπώνει απόψεις ρηξικέλευθες, που αναιρούν τον εκδικητικό χαρακτήρα των ποινών και θέτουν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός συστήματος απονομής της δικαιοσύνης  που σκοπό έχει τον σωφρονισμό και την διαπαιδαγώγηση. Παρόμοιες απόψεις ασπάζονται και πιο σύγχρονοι φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και ο Τσεζάρε Μπεκαρία, στο έργο του «περί εγκλημάτων και ποινών», όπου υποστηρίζει ότι βασικός σκοπός της ποινής πρέπει να είναι τόσο η αποτροπή των πολλών από το να αδικήσουν, όσο και η διαπαιδαγώγηση  του δράστη, ώστε να μην επαναλάβει κάποια εγκληματική πράξη (Μπουκόρου, 2011).

Όλες οι παραπάνω απόψεις φυσικά και γίνονται αποδεκτές από τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες. Τον σκοπό της διαπαιδαγώγησης προσπαθεί να πραγματώσει και η φυλάκιση, δηλαδή η έκτιση στερητικής της ελευθερίας ποινής, ως απόλυτη μορφή κοινωνικού ελέγχου (Χάιδου, 2002). Ωστόσο, στην Ελλάδα  η θεωρία απέχει από την πραγματικότητα. Στις ελληνικές φυλακές ανακύπτει πληθώρα προβλημάτων που οδηγούν στην άρση του σωφρονιστικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα τους, με αποτέλεσμα η φυλακή να καθίσταται απλώς μία τιμωρία, ένας χώρος φύλαξης αδρανών ανθρώπων, για την απλή απομάκρυνση εγκληματιών από το κοινωνικό σύνολο, και όχι μέσο «επανανθρωπισμού» του δράστη.

ΥΠΕΡΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ

Στη χώρα μας εμφανίζεται το φαινόμενο του υπερσυνωστισμού των κρατουμένων στους χώρους που προορίζονται για την έκτιση των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, με άμεση συνέπεια την υπονόμευση του διαπαιδαγωγικού χαρακτήρα των σωφρονιστικών προγραμμάτων και την αναπαραγωγή βίαιων φαινομένων. Το δομικό αυτό πρόβλημα παρατηρείται ήδη από το 1926, οπότε και άρχισαν να εκδίδονται σχετικά στατιστικά στοιχεία (Δημόπουλος, 1998). Μέχρι σήμερα έχουν γίνει προσπάθειες από τους νομοθέτες για τη σύνταξη ενός σωφρονιστικού κώδικα, ικανού  για την αντιμετώπιση του ζητήματος, χωρίς ωστόσο να έχει παρατηρηθεί κάποια βελτίωση. Αντιθέτως το πρόβλημα έχει οξυνθεί, όπως προκύπτει από τις τελευταίες μετρήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το ποσοστό του υπερπληθυσμού των φυλακών στην Ελλάδα υπολογίζεται στο 102,6%, μέγεθος που αποδεικνύει το γεγονός ότι οι ελληνικές φυλακές έχουν εξαντλήσει τη χωρητικότητά τους. Το ποσοστό αυτό μάλιστα μας κατατάσσει στην 9η θέση των πιο πυκνοκατοικημένων φυλακών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο κυριότερος παράγοντας που οδηγεί στον υπερσυνωστισμό, εντοπίζεται στον τρόπο απονομής της ελληνικής δικαιοσύνης. Η φυλάκιση, ιδανικά, θα έπρεπε να εφαρμόζεται ως η έσχατη ποινή, ενώ παράλληλα θα έπρεπε το μέγεθος της ποινής να υπολογίζεται εξίσου αυστηρά. Ωστόσο, τα παραπάνω απέχουν από την πραγματικότητα. Η ευκολία με την οποία κάποιος δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση και μάλιστα σε μακρόχρονη στερητική της ελευθερίας ποινή, σε συνδυασμό με την δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος,  το οποίο χαρακτηρίζεται από τον γοργό ρυθμό απονομής της δικαιοσύνης και την κατάχρηση της προσωρινής κράτησης οδηγεί αναπόφευκτα στην μετατροπή των φυλακών σε «αποθήκες ανθρώπων» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην έκθεσή της η Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT). Την ήδη δυσχερή κατάσταση έρχεται να επιβαρύνει η έλλειψη κατάλληλα εκπαιδευμένων σωφρονιστικών υπαλλήλων.

Προκειμένου  να τεθούν σε εφαρμογή τα σωφρονιστικά προγράμματα για να επιτευχθεί η διαπαιδαγώγηση του δράστη και για να λειτουργήσουν ομαλά οι χώροι κράτησης, απαραίτητο προαπαιτούμενο αποτελεί η διατήρηση της νομιμότητας από την πλευρά τόσο των κρατουμένων όσο και του σωφρονιστικού προσωπικού. Οι σχέσεις μεταξύ του προσωπικού και των κρατουμένων και κυρίως των τελευταίων μεταξύ τους, χαρακτηρίζονται από ανομία και παραβατικότητα. Παρατηρείται μία τάση οι κρατούμενοι να παίρνουν την εξουσία στα χέρια τους και «οι ισχυρότεροι να επιβάλλονται στους ασθενέστερους». Έτσι, οι φυλακές αντί να υπηρετούν τον σωφρονιστικό τους σκοπό, γίνονται κέντρο διαφθοράς και αναπαράγουν τη βία. (Κουλούρης, 2009)

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ

Οι συνθήκες υπό τις οποίες εκτίουν την ποινή τους οι έγκλειστοι έρχονται σε οξεία αντίθεση τόσο με τον πρωταρχικό σκοπό της φυλάκισης ως ανθρώπινου σωφρονιστικού συστήματος, όσο και με συνταγματικώς θεμελιώδη δικαιώματα. Όπως μαρτυρούν πρώην έγκλειστοι καθώς και οι δεκάδες καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι συνθήκες κράτησης είναι απάνθρωπες. Το παραπάνω δεν θα μπορούσε βέβαια να αποφευκτεί, δεδομένου ότι  «ο κάθε φυλακισµένος κοστίζει στο κράτος  μόλις 28€/µέρα ή 10.287€/χρόνο». Επιπλέον, «λόγω του υπερπληθυσµού  των φυλακών σε κάθε κρατούµενο  φαίνεται να αναλογούν 3τ.µ, γεγονός που περιορίζει τις κινήσεις του – σ’ ένα κρεβάτι κοιµούνται δύο άτοµα ενώ πολλές φορές ‘‘φιλοξενείται’’ κάποιος στο πάτωµα.». (Έκθεση δημόσιας δαπάνης για τους κρατουμένους, Γεν. Γραμ. Αντ. Πολ. 02/2016)

Παράλληλα, παρατηρείται η τάση να μην γίνεται προσπάθεια διαχωρισμού των εγκλείστων ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους. Υπόδικοι, τοξικομανείς και κατάδικοι για σοβαρά εγκλήματα,  συμβιώνουν στον ίδιο  χώρο.  Αυτός ο μη διαχωρισμός παρατηρείται τόσο στις ανδρικές όσο και στις γυναικείες φυλακές, κατά παράβαση βέβαια του άρθρου 11 του Σωφρονιστικού Κώδικα. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα της παραπάνω δυσλειτουργίας αποτελεί το φαινόμενο της ιδρυματοποίησης, δηλαδή της τάσης των εγκλείστων να ταυτίζονται με τις αξίες των συγκρατουμένων τους και να δημιουργούν μία μικρή δική τους κοινωνία εντός της φυλακής. Η ιδρυματοποίηση δεν αφορά αποκλειστικά τα σωφρονιστικά καταστήματα. Πρόκειται για ένα σύνδρομο που παρατηρείται σε όλα τα είδη των κλειστών ιδρυμάτων. Αναφέρεται δε στις ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις που παρουσιάζει η συμπεριφορά του εγκλείστου μετά από μακροχρόνια παραμονή στο ίδρυμα αυτό. Η αλλαγή του περιβάλλοντος του ατόμου από την καθημερινότητα και την ελευθέρια του σε ένα ίδρυμα προκαλεί προβλήματα προσαρμογής και σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. (Wing, 2000) Έτσι, η φυλακή αδυνατεί να εμποτίσει τους κρατούμενους με νέες ιδέες και αξίες, οι οποίες θα ανασυγκροτήσουν την προσωπικότητά τους και την προσωπική τους αντίληψη για τη ζωή. Οι παλαιοί παραβάτες ασκούν επιρροή στους νεότερους, οι οποίοι μετατρέπονται σε συνειδητοποιημένους εγκληματίες.  Η προσπάθεια διαχωρισμού από το υπουργείο δικαιοσύνης προχωράει με αργό ρυθμό και υπάρχουν αμφιβολίες για το αν τελικά θα πραγματωθεί αυτό το εγχείρημα (Χάιδου, 2002).

ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗΣ

Το σπουδαιότερο βήμα προς την εκπλήρωση του αναμορφωτικού χαρακτήρα του εγκλεισμού αποτελούν οι δράσεις που στοχεύουν στην ομαλή επανένταξη του πρώην κατάδικου στα πλαίσια της κοινωνίας. Κατά τη διάρκεια της έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, ο έγκλειστος βιώνει μία αλλαγή περιβάλλοντος και αποκόπτεται από το οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο, αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμά του και κυρίως υφίσταται ηθικό στιγματισμό, καθώς του προσάπτεται η «ταμπέλα» του εγκληματία, ενώ παράλληλα εντάσσεται στην «υπο-πολιτισμική» ομάδα της φυλακής. Λογικό επόμενο αποτελεί το γεγονός ότι η επιστροφή στον κοινωνικό περίγυρο είναι μία διαδικασία που προκαλεί ανασφάλεια σε όσους αποφυλακίζονται και γι’ αυτό οι αρμόδιοι φορείς έχουν την υποχρέωση να λάβουν μέτρα, ώστε να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερο ανώδυνη.

Για την εκπλήρωση των παραπάνω, αναγκαιότητα αποτελεί, όπως αποτυπώνεται και στο άρθρο 33 του σωφρονιστικού κώδικα, η παροχή εκπαίδευσης πάνω σε διάφορους τομείς, έτσι ώστε ο κρατούμενος, να μην αποκοπεί πλήρως από τις εξελίξεις, να χρησιμοποιήσει δημιουργικά τον χρόνο που διαθέτει εντός της φυλακής και να αποκτήσει νέες δεξιότητες, χρήσιμες για το νέο ξεκίνημα της ζωής του, αφού θα τον διευκολύνουν και στην δυσχερή διαδικασία εύρεσης εργασίας. Μάλιστα, σε μια δημοσίευση με θέμα «η μείωση της υποτροπής των αποφυλακισθέντων», η οποία παρουσιάστηκε από την «SocialExclusionUnit», αναφέρεται εκτός των άλλων πως δύο από τους σπουδαιότερους παράγοντες που οδηγούν τους αποφυλακισθέντες στο να επαναλάβουν αξιόποινη πράξη αποτελεί η ελλιπής εκπαίδευση και η μη εύρεση εργασίας. Δυστυχώς, από το σύνολο των ανθρώπων που αποφυλακίζονται, το 66,6% είναι άνεργοι. (Καραγιαννόπουλος, 2012)

Η  εύρεση εργασίας από τους αποφυλακισμένους δυσχεραίνεται λόγω της φύσης της φυλακής. Ο εγκλεισμός απομακρύνει τους κρατουμένους από την αγορά εργασίας και από το ενδεχόμενο επαγγελματικής εξειδίκευσης. Το γεγονός ότι είχαν καταδικαστεί σε στέρηση της ελευθερίας, τους καθιστά εγκληματίες και συνεπώς αναξιόπιστους, δεδομένα που ενδέχεται να αποτελέσουν αναπόσπαστα στοιχεία της κοινωνικής τους ταυτότητας. Την ήδη δυσχερή κατάσταση συμπληρώνει ο θεσμός του ποινικού μητρώου, για την απομνημόνευση των καταδικών κάποιου, ως στοιχείο εκτίμησης της προσωπικότητάς του (Θανόπουλου, Τσιλιμιγκάκη, 1997). Συνεπώς, ο πρώην κατάδικος αδυνατεί να δημιουργήσει για τον εαυτό του νέους όρους ζωής και σχεδόν ενστικτωδώς, για την εξασφάλιση της επιβίωσής του, οδηγείται στην επανάληψη εγκληματικών πράξεων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κουλούρης Ν. «η πραγματικότητα της αποθήκης, απλά ανθρώπων είναι σε οξεία αντίθεση με τη ρητορική που τάσσεται υπέρ ενός ανθρωπίνου σωφρονιστικού συστήματος, την προώθηση εναλλακτικών ποινών και τον στόχο της μείωσης του πληθυσμού στις φυλακές». Παρόλα αυτά, η φυλάκιση αποτελεί έναν από τους πιο αποδεκτούς τρόπους καταπολέμησης της ανομίας στις σύγχρονες κοινωνίες, αφού καταφέρνει όχι απλά να απομακρύνει τα εγκληματικά στοιχεία από αυτές και να αποτρέψει πιθανούς εγκληματίες ,ως μέσο απειλής, αλλά εκπληρώνει και ανθρωπιστικούς σκοπούς. Επίκεντρο γίνεται ο άνθρωπος και στόχος του εγκλεισμού αποτελεί κατά κύριο λόγο η διαπαιδαγώγηση του δράστη και η αναμόρφωση του χαρακτήρα του. Δυστυχώς, βέβαια, το χάσμα που παρατηρείται μεταξύ των νόμων που θεσπίζονται για την εκπλήρωση αυτού του σκοπού και της πραγματικότητας στην Ελλάδα, αίρει τον αλτρουιστικό χαρακτήρα της φυλάκισης. Όλα τα παραπάνω λοιπόν, μας οδηγούν στο να αναρωτηθούμε: σε πόσο μεγαλύτερο βαθμό θα λειτουργούσε αποτελεσματικά το σωφρονιστικό σύστημα, αν πράγματι οι αρμόδιοι προσπαθούσαν να το εναρμονίσουν πλήρως  με τα αντίστοιχα συστήματα των ανεπτυγμένων κοινωνιών και κυρίως σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημόπουλος, Χ. (1998) Η κρίση του θεσμού της φυλακής και οι μη φυλακτικές κυρώσεις. Αθήνα, Εκδ. Σάκκουλας

Θανοπούλου, Μ., Φρονίμου, Ε., Τσιλιμιγκάκη, Β. (1997) Αποφυλακιζόμενες Γυναίκες: το δικαίωμα στην κοινωνική επανένταξη. Αθήνα, Εκδ. Σάκκουλας

Καραγιαννόπουλος, Ά. (2012) Ποινική δικονομία Θεωρία, 64 πρακτικά θέματα, υποδείγματα με όλες τις τελευταίες τροποποιήσεις Αθήνα: Λείπουν οι εκδόσεις.

Κουλούρης, Ν. (2009) Η κοινωνική επανένταξη της φυλακής. Αθήνα, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη

Μπουκόρου, Κ.  (2011) Πλάτωνος Πρωταγόρας Γ΄ λυκείου. Αθήνα, Εκδ. Σαββάλας

Χάιδου, Α. (2002) Το σωφρονιστικό σύστημα: Ζητήματα θεωρίας και πρακτικής. Αθήνα, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη

Wing, J. (2000) Institutionalism and institutionalization. The Journal of Forensic Psychiatry, 11, (1).

Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής – Έκθεση Δημοσίας Δαπάνης για τους κρατουμένους – υπ’αρ. 02/2016.

Απάντηση