ΝΑΤΟ – Ε.Ε. και Ενεργειακή Ασφάλεια.

του Σπύρου Τουλουπάκη,

Ενέργεια και ασφάλεια.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός πλαισιώνεται από την ενεργεια εδώ και αιώνες διατηρώντας ανέκαθεν την ίδια ιδιότητα, δηλαδή να καθιστά ικανό τον άνθρωπο να παράγει έργο. Ο ρόλος της ήταν, είναι και θα είναι κομβικής σημασίας για όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες. Η Susan Strange (Strange,1999) μάλιστα, στο βιβλίο  της επισημαίνει ότι, όταν οι Adam Smith και David Ricardo διαμόρφωναν τα βασικά θεμέλια των συγχρόνων οικονομιών θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβει σε εκείνα την ενέργεια όπως και την τεχνολογία.

Χάρη σε εκείνη, ο ανθρώπινος πολιτισμός κατόρθωσε να αναπτυχθεί και να πάει ένα βήμα παραπέρα. Αρχικά, με πρωτόγονες μορφές ενέργειας έγινε εφικτή η αγροτική επανάσταση και στην συνέχεια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, έφτασε στην περίφημη βιομηχανική επανάσταση, η οποία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην μετέπειτα ανοδική πορεία του δυτικού κόσμου.

Τι γίνεται όμως όταν οι χώρες του δυτικού κόσμου γυρίσουν την πλάτη σε ένα καύσιμο στο οποίο είχαν επάρκεια και στραφούν στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο οποίο δεν είναι αυτάρκεις και αναγκαστικά προβαίνουν σε εισαγωγές από τρίτες χώρες; Η απάντηση είναι απλή, οι χώρες εκείνες είναι πλέον ευάλωτες στις «ορέξεις» της εκάστοτε προμηθεύτριας χώρας, μιας και η ενέργεια δεν έχει μόνο οικονομικές διαστάσεις, αλλά μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει ένα αποτελεσματικότατο μέσο πίεσης στη φαρέτρα τόσο της προμηθεύτριας χώρας, όσο και της χώρας διαμετακόμισης ενάντια στην καταναλώτρια χώρα. Ταυτόχρονα, οι τελευταίες καθίστανται ευάλωτες και σε μια σειρά αστάθμητων παραγόντων, όπως είναι η ενεργειακή τρομοκρατία ή η πολιτική αστάθεια, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν καθοριστικά την ομαλή και προσιτή ενεργειακή τροφοδοσία

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι σε σχετική έρευνα των Azzuni και Bayers (Azzuni, A, Breyer, A.,2017) σε πλήθος 104 συγγραμμάτων και 66 διαφορετικών ορισμών περί ενεργειακής ασφάλειας, η διάσταση της διαθεσιμότητας ενέργειας (availability) αποτελεί την κρισιμότερη διάσταση και εκείνη που εμφανίζεται περισσότερο από όλες στην βιβλιογραφία. Η μη διαρκής τροφοδοσία ενεργειακών προϊόντων δύναται να αποδυναμώσει σημαντικά όχι μόνο το επίπεδο ασφάλειας της επηρεαζόμενης χώρας αλλά και να επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην οικονομική της ανάπτυξη (PODRAZA, A., KOZIEJ, S., ZIEBA, R., KOSZEL, B., GRYZ, J., JAROSZYNSKI, A., CZAJKOWSKI, M., STEPNIEWSKI, T. and RUSZEL, M., 2018).

Η ιστορία βρίθει από τέτοια παραδείγματα με μια χαρακτηριστική περίπτωση να αποτελεί η πετρελαϊκή κρίση του 1974. Η στήριξη των Ηνωμένων Πολιτείων στο Ισραήλ στα πλαίσια του πολέμου στο Yom Kippur εναντίον της Αιγύπτου ώθησε τον ΟΠΕΚ στην επιβολή εμπάργκο προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της. Η κίνηση αυτή είχε ως συνέπεια οι τιμές πετρελαίου να εκτοξευτούν στα 11.65$ το βαρέλι,  γεγονός που έπαιξε καταλυτικό ρόλο σύμφωνα με οικονομολόγους στην οικονομική ύφεση που ακολουθήσε (Amadeo, K. ,2019).

Πιο πρόσφατα παραδείγματα αφορούν τον βασικό προμηθευτή της ΕΕ, την Ρωσία, η οποία έχει αποδείξει ότι όχι μόνο δεν διστάζει καθόλου να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως μέσο πίεσης, αλλά μπορεί ακόμα και να διακόψει την τροφοδοσία για να εξυπηρετήσει ή να προασπίσει τα συμφέροντα της. Ενδεικτικά στις αρχές του 1990 η ενέργεια χρησιμοποιήθηκε για να ασκηθεί πολιτική και οικονομική πίεση στις χώρες της Βαλτικής προκειμένου να καθυστερήσει η επανάκτηση της αυτονομίας τους (PODRAZA, A., KOZIEJ, S., ZIEBA, R., KOSZEL, B., GRYZ, J., JAROSZYNSKI, A., CZAJKOWSKI, M., STEPNIEWSKI, T. and RUSZEL, M. ,2018), ενώ το 2006 (Parfitt, T. ,2006) και 2009(Reuters ,2019), εξαιτίας οικονομικών διαμαχών που είχε η Ρωσία με την Ουκρανία, η πρώτη δεν δίστασε να διακόψει την ροή φυσικού αερίου εν μέσω μάλιστα χειμώνα μέχρι την επίλυση τους. Φυσικά από τα απόνερα της διαμάχης επηρεάστηκαν άμεσα η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Γαλλία και η Πολωνία όπου τροφοδοτούνταν ρωσικό αέριο μέσω Ουκρανίας.

Λαμβάνοντας επομένως υπόψη την πρόσθετη διάσταση της ενέργειας καθώς και την ενεργειακή ανεπάρκεια που διακατέχει όπως θα φανεί στην συνέχεια την ΕΕ, η παρούσα ανάλυση θα επιχειρήσει να εξετάσει κατά πόσο το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να συμβάλει στις προσπάθειες που καταβάλει η Ένωση για την διασφάλιση της ενεργειακής αυτάρκειας.

Ευρωπαϊκή ενεργειακή κατάσταση

Αναφορικά με την ενεργειακή κατάσταση της ΕΕ, αρχικά θα γίνει μια συνοπτική παρουσίαση της εγχώριας κατανάλωσης κυρίως σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, έπειτα θα ακολουθήσει η εγχώρια παραγωγή προκειμένου να διαπιστωθεί το ενεργειακό έλλειμα που ταλανίζει την Ένωση και τέλος θα ακολουθήσουν οι εισαγωγές έτσι ώστε να διαλευκανθεί το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ΕΕ ενεργειακά.

toyloypakis.png

Πηγή είκ.(European Commission, 2019)

Συνεπώς, εκκινώντας από το πετρέλαιο, όπως φαίνεται είναι το καύσιμο με την μεγαλύτερη διαχρονικά κατανάλωση από το 1990 μέχρι και το 2017 σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία. Ανεξαρτήτως της πτώσης που σημειώθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης από το 2009 και μετα, το πετρέλαιο διατήρησε τα πρωτεία του με την ΕΕ να καταναλώνει το έτος 2017 582,1Mtoe[1] ποσότητα αυξημένη κατά 15 Mtoe.

Εξίσου το φυσικό αέριο παραμένει το δεύτερο σε προτίμηση καύσιμο μετα το πετρέλαιο σε μόνιμη μάλιστα βάση από το 1997 μέχρι και σήμερα. Η καταναλωτική πτώση που κατεγράφη από το 2009 και μετα εξαιτίας της προαναφερθείσας οικονομικής κρίσης δεν ήταν αρκετή για να της στερήσει την δεύτερη θέση. Για την ακρίβεια από το 2014 και έπειτα η κατανάλωση ετησίως αυξάνεται φτάνοντας το 2017 τα 394,4Mtoe.

toyloypakis1

Πηγή είκ (European Commission, 2019)

Σε επίπεδο παραγωγής η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει κοιτάσματα τόσο πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου, στα οποία γίνεται εμπορική εκμετάλλευση ωστόσο το πρόβλημα είναι ότι οι παραχθείσες ποσότητες δεν επαρκούν επ ουδενι για να ικανοποιήσουν την διαρκώς αυξανόμενη ευρωπαϊκή ζήτηση. Ο περιορισμένος αριθμός ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν κοιτάσματα υδρογονανθράκων και λαμβάνουν εμπορικής εκμετάλλευσης σε συνδυασμό, και με την κόπωση των υφιστάμενων κοιτασμάτων εξαιτίας πολυετούς εκμετάλλευσης είναι ο βασικός υπαίτιος των απογοητευτικών παραγωγικών δεικτών.

Ενδεικτικά η παραγωγή πετρελαίου το 2017 προσέγγισε τα 74,5Mtoe ενώ του φυσικού αερίου τα 103,1Mtoe όταν η ΕΕ το ίδιο έτος κατανάλωσε 582,1 Mtoe πετρέλαιο και 398,4 Mtoe φυσικού αερίου.

toyloypakis 3

Πηγή είκ (European Commission, 2019)

Αναμενόμενα όταν η κατανάλωση σε συγκεκριμένα ενεργειακά προϊόντα είναι τόσο υψηλή και η εγχωρία παραγωγή όπως φαίνεται από τα διαγράμματα είναι ανεπαρκής, η ΕΕ είναι λογικό να προβαίνει σε εισαγωγές από τρίτες χώρες προκειμένου να καλύψει το ενεργειακό της έλλειμα. Εκκινώντας από το πετρέλαιο και τα υποπροϊόντα του, μιας και πρόκειται για το καύσιμο με την μεγαλύτερη ζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι εισαγωγές διαχρονικά κυμαίνονται σε πολύ υψηλά επίπεδα χωρίς να απουσιάζουν διάφορες αμελητέες και μη αυξομειώσεις ανά ημερολογιακά έτη.

Η ίδια κατάσταση δυστυχώς επικρατεί και στο φυσικό αέριο, καθώς η προοδευτικά αυξανομένη ετήσια κατανάλωση δεν συμπίπτει με την μειούμενη εγχώρια παραγωγή γεγονός που επεξηγεί την ανοδική κλιμάκωση που παρατηρείται στις εισαγωγές φυσικού αερίου με το πέρασμα των ετών. Ενδεικτικά σε αυτό το σημείο θα αναφερθεί ότι η ΕΕ για το έτος 2018 εισήγαγε 586,2 Mtoe πετρελαίου καθώς και 392,14 Mtoe φυσικού αερίου.

toloypakis4

Πηγή είκ (European Commission, 2019)

Αναφορικά με την προέλευση του εισαγόμενου πετρελαίου, οι πέντε μεγαλύτεροι προμηθευτές της Ενώσεως είναι η Ρωσία, η Νορβηγία, η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και το Καζακστάν. Ενδεικτικά, η Ρωσία εξήγαγε το 2017 προς την ΕΕ 163430kton[2], η Νορβηγία 65102kton, το Ιράκ 43952 kton, το Καζακστάν 40188 kton και η Σαουδική Αραβία 35643ktonπετρελαίου.

toyloypakis 5

Πηγή είκ (European Commission, 2019)

Στο φυσικό αέριο οι εξαγωγεις μεταβάλλονται λίγο δεδομένου ότι, αν και η Ρωσία όπως και η Νορβηγία παραμένουν στους πέντε μεγαλύτερους προμηθευτές της ΕΕ, η Αλγερία και το Κατάρ αποτελούν τις νέες προσθήκες. Ενδεικτικά για το έτος 2017 η Ρωσία εξήγαγε προς την ΕΕ 163200m3, η Νορβηγία 107256m3, η Αλγερία 43827 m3 και τέλος το Κατάρ 21399 m3.

Από τα διαγράμματα επομένως καθίσταται εμφανές ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει πάγιο πρόβλημα ενεργειακής ανασφάλειας, τις συνέπειες του οποίου τις έχει μάλιστα βιώσει ήδη δυο φορές στο παρελθόν, εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας το 2006 και 2009. Παράλληλα ένα μεγάλο μέρος των προμηθευτών της είναι χώρες όπου είτε είναι πολιτικά ασταθής, είτε οι ενεργειακές τους εγκαταστάσεις είναι ευάλωτες σε τρομοκρατικά χτυπήματα όπως συνέβη πρόσφατα στην Σαουδική Αραβία είτε τέλος η ενεργειακή παραγωγή είναι πλήρως εθνικοποιημένη με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η ευρωπαϊκή αντιμετώπιση του προβλήματος δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανύπαρκτη αλλά ούτε και απολύτως αποτελεσματική. Οι προσπάθειες της περιλαμβάνουν επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς και λήψη καθολικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Παράλληλα λαμβάνει πρωτοβουλίες για να ελαττώσει το μονοπωλιακό χαρακτήρα που απολαμβάνουν ορισμένοι προμηθευτές της (τρίτο ενεργειακό πακέτο, πολλαπλές πράσινοι βίβλοι) ενώ δεν απουσιάζουν και  μέτρα έκτακτης ανάγκης όπως η εθνική υποχρέωση διατήρησης ενεργειακών αποθεμάτων.

Ωστόσο, η παρούσα ανάλυση δεν έχει στόχο να ερευνήσει το πως αντιμετωπίζει η ΕΕ το ενεργειακό της έλλειμα αλλά να εξετάσει κατά πόσο η Βορειοατλαντική Συμμαχία (NATO) μπορεί να συμβάλει στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.

ΝΑΤΟ και νέες προκλήσεις.

Το ΝΑΤΟ ή αλλιώς Βορειοατλαντικό Σύμφωνο ιδρύθηκε το 1949 μετα την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ως ανάχωμα στις απειλές της Σοβιετικής Ένωσης. Η ίδρυση υλοποιήθηκε με την υπογραφή της Συμφωνίας της Ουάσιγκτον με τα ιδρυτικά μέλη να είναι το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Δανία, η Γαλλία, η Ισλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Πορτογαλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Στόχος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου ήταν η προάσπιση της ειρήνης, η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των μελών του και φυσικά η προστασία της ελευθερίας.

Ωστόσο, το 1991 με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το ΝΑΤΟ βρέθηκε ενώπιον μιας νέας κατάστασης, καθώς εκτός από τις τεκτονικές συνέπειες που επέφερε η πτώση της ΕΣΣΔ στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, το ΝΑΤΟ απώλεσε και την αίτια ύπαρξης του. Έτσι η μετάβαση στην νέα χιλιετία θα βρει το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο αντιμέτωπο με μια σοβαρή κρίση ταυτότητας καθώς θα κληθεί να βρει ποιος θα είναι πλέον ο ρόλος του από εδώ και έπειτα.

Ο επαναπροσδιορισμός της νατοϊκής ταυτότητας έγινε το ίδιο έτος στα πλαίσια του συνεδρίου της Ρώμης με την δημοσίευση ενός νέου Στρατηγικού Πλάνου. Σε εκείνο αναγνωρίστηκε η επικαιρότητα της νατοϊκής στοχοθεσίας ακόμα και μετα την διάλυση της ΕΣΣΔ για την εκπλήρωση μάλιστα της οποίας βασική προϋπόθεση ήταν η εκπλήρωση των ακολούθων ζητημάτων (Daalder, I. 1999) :

  • Διατήρηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής ισορροπίας
  • Υπεράσπιση των νατοϊκών μελών ενάντια σε οποιαδήποτε απειλή της εδαφικής τους κυριαρχίας
  • Υλοποίηση του άρθρου 4 δηλαδή λειτουργία του ΝΑΤΟ ως ένα υπερατλαντικό φόρουμ για την παροχή συμβουλών στα μέλη για οποιοδήποτε ζήτημα που απειλεί τα ζωτικά συμφέροντα τους.
  • Προσφορά ενός ακλόνητου θεμελίου για την διασφάλιση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ευρώπη βασισμένο στην ανάπτυξη δημοκρατικών ινστιτούτων καθώς και δέσμευση για την ειρηνική επίλυση διακρατικών διαφορών.

Στην επόμενη καθιερωμένη ανά δεκαετία ανανέωση του νατοϊκού Στρατηγικού Πλάνου για πρώτη φορά θα αναγνωριστεί ως απειλή για τα νατοϊκά συμφέροντα η διακοπή της ομαλής τροφοδοσίας αναγκαίων ενεργειακών πόρων (Khamashuridze, Z. 2008)  χωρίς ωστόσο να υπάρξει πρωτοβουλία για περαιτέρω ενέργειες ή μέτρα.

Η έκφραση πρωτοβουλίας για την ακρίβεια θα γίνει έξι χρόνια αργότερα στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ρίγα. Στο συνέδριο επισημάνθηκε η νέα στάση του ΝΑΤΟ προς την ενεργειακή ασφάλεια αναγνωρίζοντας εκ νέου, τον προαναφερθέντα κίνδυνο επιζητώντας όμως αυτή τη φορά και μια συντονισμένη διεθνή προσπάθεια για την εκτίμηση δυνητικών απειλών που θα μπορούσαν να βλάψουν την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Η Συνοδός Κορυφής μεταξύ άλλων απέδωσε στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο, την αποστολή να προσδιοριστούν οι  πιο άμεσες απειλές στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας προκειμένου να διευκρινιστεί πού θα μπορούσε το ΝΑΤΟ να συνδράμει για την υπεράσπιση των συμφερόντων των μελών του (Khamashuridze, Z. 2008).

Η εκπλήρωση της αποστολής πραγματοποιήθηκε δυο χρόνια μετα στην Σύνοδο Κορυφής στο Βέλγιο όπου τα μέλη συμφώνησαν παρα τις μεμονωμένες ενστάσεις και διαφωνίες στους τομείς που θα μπορούσε το ΝΑΤΟ να συνδράμει. Όμως χρειάστηκε να επέλθει η καθιερωμένη δεκαετής αναθεώρηση του νατοϊκού Στρατηγικού Σχεδίου (2010) προκειμένου να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι στόχοι του ΝΑΤΟ στις προκλήσεις που επιφυλάσσει η ενεργειακή ασφάλεια.  Ενώ η διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής στη Λισαβόνα κατέστησε και επίσημα πλέον την ενεργειακή ασφάλεια μέρος της νατοϊκής ατζέντας (Tamburini, F., n.d.).

Η ενασχόληση του ΝΑΤΟ με αυτόν τον τομέα επισφραγίστηκε με την δημιουργία του Emerging Security Challenges Division το 2010, που στόχο είχε την παρακολούθηση και πρόβλεψη γεγονότων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την συμμαχική ασφάλεια. Εξίσου  το ιδρυθέν τέσσερα χρόνια αργότερα Energy Security Centre of Excellence εκτός από τον ρόλο του ως πλατφόρμα εκπαίδευσης, αναλυσης και έρευνας αποσκοπούσε στο να επηρεάσει θετικά την κοινή γνώμη για τον νατοϊκό ρολό στην ενεργειακή ασφάλεια.

Όμως η πλήρης ωρίμανση του γεγονότος ότι το ΝΑΤΟ θα παρέχει αρωγή και στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας έγινε το 2014 στα πλαίσια της Ουκρανικής κρίσης. Ο τότε γενικός γραμματέας Anders Fogh Rasmussen δήλωσε ότι «We must make energy diversification a strategic Translantic priority and reduce Europe’s dependency on Russian energy» γεγονός που κατέστησε την ενεργειακή ασφάλεια ως ένα στρατηγικό πρόβλημα με σημαντικές επιπτώσεις για τα νατοϊκά μέλη (Grubliauskas, J., 2014).

Συγκεκριμένα, έπειτα από πολυετείς διαβουλεύσεις δεδομένου ότι πρόκειται για ένα εθνικά ευαίσθητο θέμα τα μέλη κατέληξαν στο ότι το ΝΑΤΟ θα συνεισφέρει:

  1. Παρέχοντας προστασία σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
  2. Βελτιώνοντας την ενεργειακή στρατιωτική αποδοτικότητα.
  3. Ενισχύοντας την στρατηγική ευαισθητοποίηση σε ζητήματα ενεργειακών εξελίξεων που έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια.

Συμπεράσματα.

Όπως κατέστη ορατό από την δεύτερη ενότητα, η ΕΕ είναι εγκλωβισμένη ενεργειακά από τρίτες κατά κόρον πολιτικά ασταθείς χώρες. Η ίδια όπως προαναφέρθηκε ήδη το γνωρίζει αυτό και πασχίζει να το αντιμετωπίσει με κάθε διαθέσιμο μέσο. Για αυτό άλλωστε ζητήθηκε έντονα και η συνεισφορά του ΝΑΤΟ στις ευρωπαϊκές προσπάθειες.

Ωστόσο, όπως  πολύ ορθά αναφέρει ο Dan Milstein στο κείμενο του, το ΝΑΤΟ δεν είναι σε θέση ούτε να χρηματοδοτήσει υποδομές που θα συνέβαλαν στην διαφοροποίηση των προμηθευτών της ΕΕ, ούτε να επιβάλει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά ούτε να απαιτεί από τις ευρωπαϊκές χώρες να πληρούν τους στόχους ενεργειακής αποδοτικότητας που τους ζητείται από την ΕΕ (Milstein, D., 2012).

Επιπλέον, ανεξαρτήτως του νατοϊκού προσανατολισμού προς την ενεργειακή ασφάλεια, για τα δυο κρισιμότερα ζητήματα που ταλανίζουν τα ευρωπαϊκά κράτη δηλαδή την σταθεροποίηση των αγορών ενέργειας και την διασφάλιση ομαλής τροφοδοσίας πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπάρχουν άλλοι, σχετικότεροι διεθνείς οργανισμοί που τα αντιμετωπίζουν.

Η παροχή προστασίας σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές καθώς και η στρατηγική ευαισθητοποίηση για ζητήματα ενεργειακών εξελίξεων είναι η συνδρομή που μπορεί πραγματικά να προσφέρει το ΝΑΤΟ στην ΕΕ. Τα ζητήματα ενεργειακής εξάρτησης που προβληματίζουν την ΕΕ είναι εκτός νατοϊκής δικαιοδοσίας και δυστυχώς δυσεπίλυτα λόγω της φύσης που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμβίωση 28 διαφορετικών κρατών οπού επανειλημμένως έχουν αποδείξει ότι βάζουν πάντα σε πρώτη προτεραιότητα το εθνικό έναντι του κοινού συμφέροντος επεξηγεί την αδυναμία συγκρότησης μιας ενιαίας εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής όπως και ενός συνολικού πλάνου αντιμετώπισης.

Βιβλιογραφία:

Strange, S. (1999). States and Markets. London: Pinter, p.190.

Azzuni, A, Breyer, A. (2017). Definitions and dimensions of energy security: a literature review [online]. Willey Online Library, pp 6-7 Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [accessed 22 November 2019]

PODRAZA, A., KOZIEJ, S., ZIEBA, R., KOSZEL, B., GRYZ, J., JAROSZYNSKI, A., CZAJKOWSKI, M., STEPNIEWSKI, T. and RUSZEL, M. (2018). A transatlantic or European perspective of world affairs. Universidad de Alcalá. Servicio de Publicaciones, p.172.

Amadeo, K. (2019). The Truth About the 1973 Arab Oil Crisis. [online] The Balance. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [Accessed 22 Nov. 2019].

PODRAZA, A., KOZIEJ, S., ZIEBA, R., KOSZEL, B., GRYZ, J., JAROSZYNSKI, A., CZAJKOWSKI, M., STEPNIEWSKI, T. and RUSZEL, M. (2018). A transatlantic or European perspective of world affairs. Universidad de Alcalá. Servicio de Publicaciones, p.177

Parfitt, T. (2006). Russia turns off supplies to Ukraine in payment row, and EU feels the chill.The Guardian. [online] Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ: [Accessed 22 Nov. 2019].

Reuters (2019). TIMELINE: Gas crises between Russia and Ukraine. [online] Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ: [Accessed 22 Nov. 2019].

European Commission. (2019). EU energy in figures. 19η έκδ. [ηλεκτρονικό βιβλίο]. Λουξεμβούργο: Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 44. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ

European Commission. (2019). EU energy in figures. 19η έκδ. [ηλεκτρονικό βιβλίο]. Λουξεμβούργο: Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 39. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ

European Commission. (2019). EU energy in figures. 19η έκδ. [ηλεκτρονικό βιβλίο]. Λουξεμβούργο: Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 42. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ

European Commission. (2019). EU energy in figures. 19η έκδ. [ηλεκτρονικό βιβλίο]. Λουξεμβούργο: Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 68. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ

European Commission. (2019). EU energy in figures. 19η έκδ. [ηλεκτρονικό βιβλίο]. Λουξεμβούργο: Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 69. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ

Daalder, I. (1999).NATO in the 21st Century: What Purpose? What Missions?. [online] Washington DC: The Brookings Institution, p.28. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ: [Accessed 3 Dec. 2019].

Khamashuridze, Z. (2008).Energy Security and NATO: Any Role for the Alliance?. [online] Partnership for Peace Consortium of Defense Academies and Security Studies Institutes, p.43. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [Accessed 30 Nov. 2019].

Khamashuridze, Z. (2008).Energy Security and NATO: Any Role for the Alliance?. [online] Partnership for Peace Consortium of Defense Academies and Security Studies Institutes, p.53. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [Accessed 30 Nov. 2019].

Tamburini, F. (n.d.).NATO’s role in energy security: does NATO meet the needs of Member States?. [online] p.2.: . Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [Accessed 3 Dec. 2019].

Grubliauskas, J. (2014).NATO’s energy security agenda. [online] NATO Review. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ [Accessed 3 Dec. 2019].

Milstein, D. (2012).Energy security and NATO: a view from Washington. [online] NATO Review. Διαθέσιμο διαδικτυακά εδώ: [Accessed 3 Dec. 2019].

[1] Mtoe= Millions tonnes of oil equivalent

[2] Kton= kiloton

Απάντηση