Του Λουκά Παπαβασιλείου,

Για πολλούς μελετητές της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, η ολοκλήρωση της γερμανικής ενοποίησης το 1871 αποτελεί σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων, καθώς επέφερε ριζικές αλλαγές στους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης  και κατέστησε ιδιαίτερα δυσχερή την διαχείριση ενός συστήματος ισορροπίας δυνάμεων, το οποίο έμελλε να καταρρεύσει το 1914 με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πράγματι, ο ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν έκδηλος σε ζητήματα αναφορικά με αμφισβητούμενες σφαίρες επιρροής, αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα και πολεμικούς εξοπλισμούς (Κολιόπουλος Ι.Σ., 2001). Γεγονός μείζονος σημασίας αποτελεί, επίσης, η αναγκαστική αποχώρηση του γερμανού καγκελαρίου, Όττο φον Μπίσμαρκ, το 1890. μετά από σύγκρουση με τον νέο Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ και η ακόλουθη στροφή της χώρας στην εξωτερική πολιτική. Υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ είχε δημιουργηθεί ένα σύστημα συμμαχιών, το οποίο αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό την βάση του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας και είχε συμβάλλει στην αποτροπή πολεμικών κινητοποιήσεων για μια εικοσαετία. Η αποσύνθεση του συστήματος αυτού, μετά την απομάκρυνση του ιδίου, είχε ως αποτέλεσμα μετατοπίσεις στον ευρωπαϊκό χώρο και σύναψη νέων συμφωνιών, οι οποίες λόγω της μονιμότητας τους κατέστησαν λιγότερο ευέλικτους τους χειρισμούς από πλευράς των κρατών (Kissinger H., 2014). Σταδιακά διαμορφώθηκαν δύο στρατόπεδα, καθένα από τα οποία υιοθέτησε σχέδια κινητοποίησης βασισμένα σε πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς, τα οποία ήταν έτοιμα να τεθούν σε εφαρμογή τη στιγμή που η αντίπαλη πλευρά θα προέβαινε σε μια μη αποδεκτή απειλή.

Η γερμανική Weltpolitik και ο ναυτικός ανταγωνισμός με την Βρετανία.

Στο εισαγωγικό σημείωμα της παρούσας ανάλυσης έγινε λόγος για τις δυναμικές που προκλήθηκαν από την ανάδειξη της ενωμένης Γερμανίας σε κυρίαρχη δύναμη της Κεντρικής Ευρώπης. Ο καγκελάριος της προχώρησε σε χειρισμούς ώστε να διαφυλαχθεί η ισχυρή της θέση και να παγιωθούν στο νέο εδαφικό status quo οι προσαρτήσεις που είχαν προηγουμένως καταστήσει εφικτή την ενοποίησή της. Προκειμένου να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος, ο Μπίσμαρκ απέφευγε κάθε κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόκληση από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις και ειδικότερα, την Βρετανία, επισημαίνοντας προς πάσα κατεύθυνση πως η Γερμανία αποτελεί μια δύναμη που δεν επιδιώκει περαιτέρω επέκταση παρά διατήρηση του status quo (Χριστοδουλίδης Θ., 1997). Η παύση του Μπίσμαρκ από την πολιτική ηγεσία, το 1890, και η ανάληψη της ευθύνης για την διαχείριση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής της χώρας από τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ σηματοδοτούν μια νέα εποχή για τις εξωτερικές υποθέσεις της Γερμανίας. Οι επερχόμενες αλλαγές έγιναν αντιληπτές ήδη από το 1891, όταν η γερμανική πλευρά αρνείται να ανανεώσει την Συνθήκη Αντασφάλισης με την Ρωσία, η οποία είχε συμφωνηθεί το 1887 μεταξύ των δύο χωρών και αποτελούσε σημαντικό κομμάτι του συστήματος συμμαχιών του Μπίσμαρκ [2], με αποτέλεσμα την δυσαρέσκεια την ρωσικής πλευράς και την προσέγγιση με την Γαλλία (Kissinger H., 2014).

Το 1897, ο Κάιζερ ανακοίνωσε πως η Γερμανία θα επιδιώξει την συμμετοχή της στον διεθνή ανταγωνισμό ισχύος ασκώντας μια «παγκόσμια πολιτική» (Weltpolitik), η οποία είχε ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την εφαρμογή ενός προγράμματος για την επέκταση του γερμανικού πολεμικού στόλου, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο ναύαρχος Άλφρεντ φον Τίρπιτζ. Η φιλοδοξία του γερμανού αυτοκράτορα για δημιουργία ισχυρής ναυτικής δύναμης πιθανότατα οφείλεται στον θαυμασμό που ο ίδιος έτρεφε για τις ιδέες του Alfred Mahan, θεμελιωτή της ναυτικής στρατηγικής (Χριστοδουλίδης Θ., 1997). Η επιδίωξη αυτή είχε ως συνέπεια την κινητοποίηση της Βρετανίας, η αμυντική πολιτική της οποίας βασίζονταν στην αρχή του «διπλού στάνταρ». Σύμφωνα με το εν λόγω βρετανικό δόγμα αμυντικής πολιτικής, η ισχύς του βασιλικού ναυτικού θα έπρεπε να υπερβαίνει το άθροισμα των επόμενων δύο ναυτικών δυνάμεων (Τσακαλογιάννης Π., 2008). Τα γερμανικά εξοπλιστικά προγράμματα, ουσιαστικά, έθεταν την βρετανική κυριαρχία στις θάλασσες εν αμφιβόλω, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει κούρσα ναυτικού εξοπλισμού μεταξύ των δύο χωρών και να οδηγηθεί η Βρετανία σε δυναμικότερη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, από τις οποίες έως τότε απείχε, ακολουθώντας ένα τρόπον τινά δόγμα απομονωτισμού.

Η στροφή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα την συμμαχία των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, όπως θα αναλυθεί διεξοδικότερα στη συνέχεια. Η γερμανική στρατηγική άλλαξε ανάλογα, οδηγώντας το Γενικό Επιτελείο της χώρας να υιοθετήσει το περίφημο σχέδιο Schlieffen. Σύμφωνα με το σχέδιο Schlieffen, σε περίπτωση πολέμου τα γερμανικά στρατεύματα θα έπρεπε να θέσουν εκτός μάχης τις γαλλικές δυνάμεις σε διάστημα μόλις 6 εβδομάδων και στη συνέχεια, να κινηθούν ανατολικά προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας (Ρότενμπεργκ Γ.Ε.,2004). Βασικό στοιχείο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού και ειδικότερα, του σχεδίου Schlieffen αποτελούσε η ανάληψη προληπτικής δράσης καθώς η Γερμανία δεν επιθυμούσε διμέτωπο πόλεμο, αλλά αποσκοπούσε στην μεμονωμένη αντιμετώπιση των αντιπάλων της  (Kissinger H., 2014).

Όταν τον Μάιο του 1900, ο κόμης Alfred von Schlieffen ανακοίνωσε από την θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών τις κινήσεις που θα ακολουθούσε σε περίπτωση διμέτωπου πολέμου, η απάντηση που έλαβε ανέφερε πως η διπλωματία θα προσαρμοζόταν στα στρατιωτικά δεδομένα και θα προετοιμαζόταν για αυτά με τον καλύτερο τρόπο. Ήταν σαφές, πλέον, πως η γερμανική ηγεσία αγνοούσε την ρήση του Κλαούζεβιτς «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», καθώς ο ρόλος της διπλωματίας είχε υποβαθμιστεί δραματικά (Τσακαλογιάννης Π., 2008).

Το Σύστημα Συμμαχιών – τα Στάδια Δημιουργίας της Αντάντ.

Ο ανταγωνισμός ισχύος μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως αναλύθηκε παραπάνω, αποτελεί έναν εκ των δύο βασικών αξόνων του παρόντος κειμένου. Τον δεύτερο άξονα ανάλυσης αποτελεί η σταδιακή προσέγγιση και η εν τέλει σύναψη συμμαχιών μεταξύ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) που βρέθηκαν αντιμέτωπες με την Γερμανία και τους συμμάχους της κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έμφαση θα δοθεί στο διπλωματικό σκηνικό της περιόδου, ενώ παράλληλα θα εξεταστούν τα στάδια οικοδόμησης της «Τριπλής Συνεννόησης».

Ο διάδοχος του Μπίσμαρκ στη γερμανική καγκελαρία, στρατηγός Λέο φον Καπρίβι, δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη εξοικείωση με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ έντονη ήταν η επιρροή που ασκούσε τόσο στο πρόσωπο του νέου καγκελαρίου όσο και στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, ο βαρόνος Χόλσταϊν, ένθερμος υποστηρικτής της μη ανανέωσης της «Συνθήκης Αντασφαλίσεως» με την Ρωσία. Η εν λόγω συνθήκη μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας υπεγράφη το 1887 και είχε ως βασικό όρο την τήρηση ουδετερότητας σε περίπτωση που μια εκ των δύο συμβαλλομένων χωρών προχωρούσε σε εμπόλεμη σύγκρουση με άλλη Μεγάλη Δύναμη. Προφασιζόμενος την σύγκρουση της συγκεκριμένης συνθήκης με τη γερμανοαυστριακή συμμαχία, ο Χόλσταϊν έπεισε την γερμανική ηγεσία να μην προχωρήσει σε ανανέωση της. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια την ρωσικής πλευράς, η οποία ξεκίνησε να εξετάζει το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχίας με την Γαλλία. Η γαλλορωσική προσέγγιση είχε ήδη αρχίσει να οικοδομείται το 1888 με την χορήγηση δανείων από την γαλλική πλευρά, προκειμένου να μπορέσει η Ρωσία να προχωρήσει σε επέκταση του σιδηροδρομικού της δικτύου. Το ίδιο χρονικό διάστημα, η Γερμανία προχωρά σε ανανέωση της «Τριπλής Συμμαχίας», δηλαδή της συμμαχίας που διατηρούσε με την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία, κάνοντας την ρωσική ηγεσία να σκέφτεται ακόμη σοβαρότερα την προσέγγιση με τους Γάλλους (Χριστοδουλίδης Θ., 1997).

Τελικά, οι δύο χώρες προχώρησαν στη μόλις επτά Άρθρων μυστική συμφωνία της 18ης Αυγούστου 1892. Πιο συγκεκριμένα, το 2ο Άρθρο της όριζε πως «η στρατιωτική κινητοποίηση μιας χώρας μέρους της Τριπλής Συμμαχίας θα σήμαινε την επιστράτευση τόσο της γαλλικής όσο και της ρωσικής πλευράς». Το 3ο Άρθρο έκανε λόγο για τον αριθμό των στρατιωτών που όφειλαν να κινητοποιήσουν οι δύο χώρες έναντι της Γερμανίας, αναφέροντας πως: « Η Γαλλία θα έπρεπε να παρατάξει 1.300.000 άνδρες και η Ρωσία 700.000 με 800.000» (Lillian Goldman Law Library, Yale Law School).  Η εν λόγω σύμβαση επικυρώθηκε και επίσημα το 1893 από την ρωσική πλευρά, ενώ η γαλλική κυβέρνηση προχώρησε σε επικύρωση της στις 4 Ιανουαρίου του 1894. Η συγκεκριμένη Συνθήκη Συμμαχίας Γαλλίας- Ρωσίας (1894) αποτέλεσε μια εκ των τριών συνθηκών που θα οδηγήσουν στην δημιουργία της Τριπλής Αντάντ και είχε ιδιαίτερη σημασία για την γαλλική πλευρά, καθώς σήμανε την έξοδο της χώρας από το διπλωματικό αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει λόγω των χειρισμών του Μπίσμαρκ.

Ο δεύτερος, κατά χρονολογική σειρά, σταθμός για την συγκρότηση της Τριπλής Αντάντ τοποθετείται μια δεκαετία αργότερα. Αν και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, η Βρετανία και η Γαλλία είχαν σημαντικές διαφορές εξαιτίας αποικιακών ζητημάτων, το 1904 προχώρησαν στην Εγκάρδια Συνεννόηση (Entente Cordiale), όπως έγινε γνωστή η μεταξύ τους συνθήκη. Την βάση για την εν λόγω συνθήκη αποτέλεσε η  διευθέτηση ορισμένων αποικιακών διαφορών στη Βόρεια Αφρική. Πιο συγκεκριμένα, η βρετανική πλευρά αναγνώρισε στη  Γαλλία «ειδικά» δικαιώματα και συμφέροντα στο Μαρόκο, ενώ η γαλλική πλευρά αναγνώρισε αντίστοιχα δικαιώματα και συμφέροντα της Βρετανίας στην Αίγυπτο (Κολιόπουλος Ι.Σ., 2001). Μάλιστα, τα δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν στη Γαλλία προκάλεσαν την γερμανική αντίδραση και είχαν ως αποτέλεσμα την πρώτη «μαροκινή κρίση», το 1905.

Η Συνεννόηση Γαλλίας- Βρετανίας υπεγράφη στις 8 Απριλίου του 1904 και αποτέλεσε τομή για τις σχέσεις των δύο κρατών, οι οποίες βελτιώθηκαν σημαντικά. Ένας από τους λόγους που συνέβαλαν στην προσέγγιση των δύο χωρών ήταν η αποφασιστικότητα της γερμανικής ηγεσίας όσον αφορά την υλοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της και της ναυπήγησης ενός ισχυρότατου πολεμικού στόλου, για τα οποία έγινε λόγος στο προηγούμενο μέρος της ανάλυσης. Τέλος, αξίζει να τονιστεί η σημασία της γαλλοβρετανικής συνεννόησης του 1904, διότι η συνομολόγηση της συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην επόμενη συμφωνία – σταθμό, που θα εξεταστεί παρακάτω, και δεν είναι άλλη από την συνεννόηση μεταξύ Βρετανίας και Ρωσίας (Τσακαλογιάννης Π., 2008).

Πράγματι, η γαλλοβρετανική συνεννόηση αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την ολοκλήρωση του συνδυασμού δυνάμεων που έγινε γνωστός ως «Τριπλή Συνεννόηση» και επισφραγίστηκε με την Συνεννόηση μεταξύ Βρετανίας και Ρωσίας το 1907 (Χριστοδουλίδης Θ., 1997). Όπως και η προηγούμενη, έτσι και αυτή η συνθήκη είχε ως αφετηριακή βάση την επίλυση αποικιακών ζητημάτων εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου, τα οποία κατά τον 19ο αιώνα είχαν προκαλέσει τον έντονο ανταγωνισμό των δύο δυνάμεων. Παράλληλα, η ολοένα αυξανόμενη γερμανική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η ανασφάλεια της Βρετανίας έναντι της Γερμανίας σχετικά με τα εξοπλιστικά προγράμματα της τελευταίας συνέβαλαν στην προσέγγιση των δύο χωρών (Κολιόπουλος Ι.Σ., 2001).

Η διευθέτηση των διαφορών αφορούσε κυρίως την Περσία, η οποία διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες επιρροής. Η βόρεια ζώνη τέθηκε υπό ρωσικό έλεγχο, η νότια υπό βρετανικό, ενώ η κεντρική ζώνη χαρακτηρίστηκε ως ουδέτερη. Επιπρόσθετα, επιλύθηκαν ζητήματα αναφορικά με τα καθεστώτα του Θιβέτ και του Αφγανιστάν. Η εν λόγω συνθήκη υπεγράφη στις 31 Αυγούστου του 1907 και αποτέλεσε, όπως αναφέρθηκε, το επιστέγασμα του συστήματος συμμαχιών μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, το οποίο δημιουργήθηκε ως αντίρροπη δύναμη, σε επίπεδο συνασπισμών, της «Τριπλής Συμμαχίας» που διατηρούσε η Γερμανία με την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία. Ήταν σαφές πως οι δύο συνασπισμοί δεν χαρακτηρίζονταν από το ίδιο επίπεδο συνοχής, όμως οι προκλητικές ενέργειες της Γερμανίας κατά τα χρόνια που ακολούθησαν λειτούργησαν ως συνδετικός ιστός μεταξύ των δυνάμεων της «Τριπλής Συνεννόησης» (Χριστοδουλίδης Θ., 1997).

Αντί Επιλόγου

Ο πολύπειρος Henry Kissinger μελετώντας τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων καθώς και τους διπλωματικούς χειρισμούς  πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, προχώρησε στο παρακάτω εύστοχο συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο « ο πόλεμος δεν χαρακτηριζόταν από αναπόφευκτη αναγκαιότητα», ενώ σχολιάζοντας την ισορροπία δυνάμεων της εποχής, τόνισε πως «όπως είχε διαμορφωθεί ήταν άκαμπτη, όχι όμως ασφυκτική» (Kissinger H., 2014). Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως η δημιουργία δύο συνασπισμών στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν σήμαινε νομοτελειακά τη σύγκρουση των δυνάμεων που συμμετείχαν σε αυτούς. Σύμφωνα με τον ίδιο, ζήτημα μείζονος σημασίας αποτελεί η κυριαρχία των στρατιωτικών σχεδιασμών και κινητοποιήσεων έναντι της διπλωματίας, η οποία είχε απολέσει την ευελιξία της (Kissinger H., 2014).

Έτσι, όταν τον Ιούνιο του 1914, ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, διάδοχος του αυστριακού θρόνου, θα δολοφονηθεί στο Σεράγεβο από Σέρβο εθνικιστή, η Αυστροουγγαρία, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει την υποστήριξη της Γερμανίας, θα προχωρήσει τον επόμενο μήνα (28 Ιουλίου) στη κήρυξη του πολέμου έναντι της Σερβίας. Η τελευταία θα ζητήσει την βοήθεια της Ρωσίας, η οποία θα ανταποκριθεί, κηρύσσοντας γενική επιστράτευση (30 Ιουλίου).  Σύμφωνα με τον γερμανικό στρατιωτικό σχεδιασμό, η ρωσική κινητοποίηση σήμαινε πως και η Γερμανία όφειλε να κηρύξει γενική επιστράτευση και να προχωρήσει σε πολεμική επιχείρηση εναντίον της Γαλλίας, την οποία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα όφειλε να θέσει εκτός μάχης ώστε να αντιμετωπίσει τα ρωσικά στρατεύματα. Ο εν λόγω σχεδιασμός θα μπορούσε να υλοποιηθεί με επιτυχία, εφόσον οι γερμανικές δυνάμεις περικύκλωναν της γαλλικές, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του βελγικού εδάφους. Η Γερμανία προχώρησε στην κήρυξη του πολέμου κατά της Γαλλίας στις 3 Αυγούστου και στην παραβίαση της ουδετερότητας του Βελγίου την επομένη του ιδίου μήνα. Η Βρετανία βλέποντας την ισορροπία δυνάμεων στην ηπειρωτική Ευρώπη να απειλείται και μένοντας πιστή στην επιθυμία της για την αποφυγή της ανάδυσης μιας Γερμανίας με ηγεμονικό ρόλο, κήρυξε την 5η Αυγούστου του 1914 τον πόλεμο στη Γερμανία, εγκαταλείποντας τον εξισορροπητικό της ρόλο (Χριστοδουλίδης Θ., 1997).

Σημειώσεις- Παραπομπές

[1] Η γερμανική ενοποίηση, η οποία πραγματοποιήθηκε σταδιακά από το 1864 και ολοκληρώθηκε το 1871 με την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης, ανέδειξε την Γερμανία σε κυρίαρχη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή τάξη από εκείνο το σημείο και ύστερα δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη ευελιξία, αποτελούμενη από πέντε Μεγάλες Δυνάμεις δύο εκ των οποίων (Γαλλία και Γερμανία) βρίσκονταν σε εντονότατη αντιπαλότητα, καθώς η Γαλλία έκτοτε θα επεδίωκε την ανάκτηση των συγκεκριμένων επαρχιών σε κάθε ευκαιρία. Ο Kissinger αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του  «Παγκόσμια Τάξη» πως το σύστημα δυνάμεων παρουσίαζε επιδείνωση έπειτα από κάθε ένταση που προέκυπτε στα σαράντα χρόνια που ακολούθησαν την γερμανική ενοποίηση.

[2] Στα χρόνια της καγκελαρίας του (1862-1890), ο Μπίσμαρκ θα δημιουργούσε ένα σύστημα συμμαχιών το οποίο αποσκοπούσε αφενός στη διαφύλαξη της ισχυρής θέσης που είχε αποκτήσει η χώρα του μετά την ενοποίηση της και αφετέρου στον διπλωματικό αποκλεισμό της Γαλλίας, η οποία είχε εδαφικές αξιώσεις εναντίον της. Περιγράφοντας εν συντομία το εν λόγω σύστημα, αυτό απαρτιζόταν από την Αυστρογερμανική Συμμαχία του 1879, το Σύνδεσμο Τριών Αυτοκρατόρων, τη Τριπλή Συμμαχία του 1882, όταν και η Ιταλία θα προσχωρούσε στη συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας και τη Συνθήκη Αντασφάλισης μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας του 1887.

Βιβλιογραφία:

Κολιόπουλος Ι.Σ., (2001)Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία: Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο 1789-1945.  Βάνιας, Θεσσαλονίκη, σ.220 και σ.225-226.

Kissinger H., (2014) Παγκόσμια Τάξη, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, σ.116 και σ.118-121.

Χριστοδουλίδης Θ., (1997)  Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων: Από την Βιέννη στις Βερσαλλίες 1815-1919, Τόμος Β’,  Ι.Σιδέρης, Αθήνα, σ.267-268, σ.329-334, σ.387-395 και σ.459-470.

Τσακαλογιάννης  Π., (2008)  Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ιστορία: από την Βαστίλη στον 21ο αιώνα.  Τόμος Β’. Εστία, Αθήνα, , σ.50-53 και σ.57-66.

Ρότενμπεργκ Γ., (2004), «Ο Μόλτκε, ο Σλήφεν και το δόγμα της στρατηγικής της περικύκλωσης» στου  Πάρετ Π., «Οι δημιουργοί της σύγχρονης στρατηγικής: από τον Μακκιαβέλλι στην πυρηνική εποχή» ,  Εκδόσεις Κωνσταντίνου Τουρίκη, Αθήνα,σ.378-382.

Lillian Goldman Law Library, (2008), Η Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας . 18 Αυγούστου 1892. Διαθέσιμο στο: here

Lillian Goldman Law Library, (2008) Η «Εγκάρδια» Συνεννόηση μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας. 8 Απριλίου 1904 , Διαθέσιμο στο: here

Lillian Goldman Law Library, Η Συνεννόηση μεταξύ Βρετανίας και Ρωσίας. 31 Αυγούστου 1907.  Διαθέσιμο στο: here