από την Αθηνά Σπανού,

Διανύοντας τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η Ευρωπαϊκή πραγματικότητα είναι συνυφασμένη με το φαινόμενο της Διεθνούς Μετανάστευσης και «στιγματισμένη» από την εξάπλωση του κύματος του Ισλαμικού Εξτρεμισμού. Ο τελευταίος έχει λάβει διεθνή διάσταση από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και χαρακτηρίζεται από επιθετική χρήση βίας με πολιτικούς σκοπούς ενώ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις ισορροπίες του διεθνούς συστήματος. Στη αυγή του 21ου αιώνα, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, που οι Η.Π.Α. απέδωσαν στην δράση της Αλ Κάιντα και ακολούθως, οι επιθέσεις στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος, λειτούργησαν ως γεγονότα επίσπευσης, τα οποία μετέφεραν στο δημόσιο και πολιτικό διάλογο την ανάγκη χάραξης διακρατικής πολιτικής για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας. Ταυτόχρονα, παρήγαγαν διάχυτο αίσθημα τρόμου και δημιούργησαν παρερμηνείες, που συνδέθηκαν με την μαζική εισροή μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών στην Ε.Ε. κατά την προσφυγική κρίση. Η μουσουλμανική καταγωγή της πλειοψηφίας των μεταναστευτικών ροών, σε συνδυασμό με τη διογκούμενη τρομοκρατική δράση του Ισλαμικού Κράτους λειτούργησαν ευνοϊκά για τη σύνδεση της Μετανάστευσης με την διάδοση του Ισλαμικού Εξτρεμισμού. Βέβαια, σε ποιο βαθμό ικανοποιείται στατιστικά αυτή η σύνδεση και κάτω από ποιες προϋποθέσεις συνδέονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες με τη ριζοσπαστικοποίηση και τη χρήση βίας; Πως αντέδρασε ο Ευρωπαϊκός μηχανισμός στην αυξανόμενη τρομοκρατική πίεση και ποιες ήταν οι ενέργειες καταπολέμησης της δράσης του θρησκευτικού εξτρεμισμού; Οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές διεγείρουν κινδύνους ασφαλείας για τα κράτη μέλη ή ικανοποιούν στην πραγματικότητα τη διάδοση της Ξενοφοβίας και της Ισλαμοφοβίας;

Προσδιορίζοντας τη Διεθνή Ισλαμική Τρομοκρατία.

Η εννοιολογική προσέγγιση της Τρομοκρατίας αποτελεί σύνθετη διαδικασία και δομείται βάσει πολλαπλών ερμηνειών. Η αντίληψη ως προς την Τρομοκρατία και ο προσδιορισμός του φαινομένου εργαλειοποιούνται, σύμφωνα με υποκειμενικούς παράγοντες, τόσο από την πλευρά των κρατικών μετόχων, όσο και από το φάσμα των μη κρατικών δρώντων. Εννοιολογικά είναι πιο ορθή η παρουσίαση του φαινομένου ως πολιτική βία, η οποία διαπράττεται από μη κρατικούς δρώντες, που λειτουργούν μεθοδευμένα, φέρουν συγκεκριμένη ιδεολογία και στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση του καθιερωμένου status quo. Η πολιτική βία προέρχεται από την επιθετικότητα και παράγεται ως αποτέλεσμα απόκλισης στην ικανοποίηση των αντιληπτικών[1] και αντικειμενικών αναγκών και προσδοκιών του ατόμου (Ζαγοριανάκος, 2018). Η ύπαρξη μιας ιδεολογίας νομιμοποιεί τη βία για τα άτομα που επιδίδονται σε αυτή και η διάδοση εργαλειακής αιτιολόγησης την αναγάγει σε πολιτική βία. Η βία έχει άμεση σχέση με την Τρομοκρατία η οποία, όταν εκτείνεται σε ευρύτερο διεθνή χώρο, παίρνει τη μορφή διεθνοποιημένης Τρομοκρατίας. Διαπράττεται με τη χρήση τυφλής βίας και στοχεύει, αφενός στην πρόκληση ανασφάλειας και φόβου σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, αφετέρου στην άσκηση πίεσης προς τις πολιτικές Ηγεσίες. Η διεθνής Τρομοκρατία του 21ου αιώνα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες απειλές και βασίζεται ιδεολογικά στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Ως εκ τούτου, η δράση της Al Qaeda στη λήξη του 20ου αιώνα και κυρίως η ανάδειξη του Ισλαμικού Κράτους, το 2013, ικανοποιούν τις προϋποθέσεις αναγωγής αυτών των ομάδων σε μη κρατικούς δρωντες που επιδίδονται σε πράξεις πολιτικής βίας και δεν είναι πρωτότυποι ή αυθόρμητοι, αλλά αποτελέσματα της ιδεολογικής στάσης κάποιων ατόμων. Οι παρούσες ομάδες τοποθετούνται στο φάσμα του Ισλαμικού εξτρεμισμού και υποστηρίζουν τον «παγκόσμιο αγώνα» ενάντια στην εισβολή της Δυτικής παράδοσης και σε οτιδήποτε ξένο από το Ισλάμ (Ζαγοριανάκος, 2018). Τα αφηγήματα, που ικανοποιούν αυτό τον σκοπό, είναι η διεξαγωγή ενός Ιερού πολέμου (Τζιχάντ) για την υπεράσπιση της Ισλαμικής παράδοσης και της επέκτασης της Κυριαρχίας τους. Ιδιαίτερα το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος, είναι ο σημερινός μη κρατικός δρών, ο οποίος έδρασε και συνεχίζει να δρα τυφλά, με οργανωμένες πράξεις βίας ενώ επωμίζεται την ευθύνη για πολυάριθμες τρομοκρατικές ενέργειες που έλαβαν χώρα σε Ευρωπαϊκές χώρες.

Ο προσδιορισμός του μεγέθους της Απειλής και η Σύγκλιση της Ευρωπαϊκής Αντιτρομοκρατικής Πολιτικής.

Η Τρομοκρατική δραστηριότητα εξαιτίας της έκτασης και του μεγέθους που τη διακρίνει, θεωρείται απειλή και με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίστηκε από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Μια τρομοκρατική απειλή μπορεί να διαβαθμιστεί ποσοτικά σύμφωνα με την ισορροπία των απειλών του Stephen Walt, δεδομένων τεσσάρων παραμέτρων (Πέτσα, 2018). Η συγκέντρωση της Δύναμης  αφορά στη συγκέντρωση των μέσων από τον «αντίπαλο» και κινείται αναλογικά με το μέγεθος της απειλής. Συμπληρωματικά, η γεωγραφική εγγύτητα[2] της τρομοκρατικής οργάνωσης και η επιθετική δύναμη που συγκεντρώνει, ως αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων παραμέτρων, την καθιστούν απειλή υψηλότερης διαβάθμισης. Παράλληλα με τους επιθετικούς σκοπούς, όπως αυτοί γίνονται αντιληπτοί την πολιτική οντότητα, δηλαδή από τα κράτη μέλη της Ε.Ε., η τρομοκρατική δραστηριότητα τοποθετείται σε μια «περιοχή» υψηλού κινδύνου και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας γίνεται εξ’ ορισμού υπερεθνική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντιλήφθηκαν τα κράτη μέλη την δράση του θρησκευτικού εξτρεμισμού και συμφώνησαν στην εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε κοινοτικό επίπεδο και στην διευρυμένη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό την χάραξη κοινοτικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας. Ο προσδιορισμός του κινδύνου και η προώθηση της κοινοτικής επίλυσης πυροδοτήθηκαν από τα γεγονότα «επίσπευσης». Συγκεκριμένα, η ύπαρξη μεμονωμένου γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων που είναι ικανά να διακόψουν την υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων (status quo) και να προκαλέσουν στην πεποίθηση ότι υπάρχει ένας υπεύθυνος τιμωρίας και ότι ο χαρακτήρας της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας έχει επιδεινωθεί, τοποθετούν τη Διεθνή Τρομοκρατία στο «βάθρο» της Διεθνούς Ασφαλείας (Kaunert, 2019). Οι τρομοκρατικές επιθέσεις σε πλήθος ευρωπαϊκών χωρών λειτούργησαν σύμφωνα με αυτό τον τρόπο γιατί υπάρχει ένα πρότυπο στο οποίο μετά από κάθε μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στην Ευρώπη έχουν ληφθεί περισσότερες αποφάσεις για την ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών συνόρων και τη διακοπή διάδοσης της Τρομοκρατίας.

Κρίση και κρατικά συμφέροντα.

Πράγματι, τα κράτη μέλη της Ε.Ε. ακολούθησαν μια συνεκτική στάση στην πολιτική καταπολέμησης του Ισλαμικού Εξτρεμισμού και προχώρησαν σε στενότερη ολοκλήρωση η οποία βασίστηκε περισσότερο στην ενίσχυση της έννοιας των Ευρωπαϊκών συνόρων και στην πολιτική, δικαστική, επιχειρησιακή και υλική συνεργασία, Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η Κρίση συμβάλλει στην μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Παρ’όλα αυτά, είναι η τρομοκρατική δραστηριότητα και ο προσδιορισμός του μεγέθους της απειλής, που παράγουν νέες δυναμικές στην Ε.Ε.. Συγκεκριμένα, αλλάζουν τα επίπεδα εμπιστοσύνης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς δημιουργώντας μεγαλύτερη ανάγκη κοινής ταυτότητας, πολιτικής βούλησης και συνεργασίας. Βέβαια, η αυξανόμενη πολιτική βια που οδηγεί στην αντίληψη της ύπαρξης μιας Κρίσης για τα κράτη μέλη, υπό περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο απομονωτισμό που, όπως θα δούμε παρακάτω, διαθέτει ισχυρή θέση μεταξύ των πολιτικών ομάδων των ευρωπαϊκών κρατών. Παρ‘ολα αυτά, σε πρώτο επίπεδο, αναγνωρίζεται, βάσει του θεωρητικού πρίσματος του Λειτουργισμού, πως τα κρατικά συμφέροντα είναι αυτά που οδηγούν σε εκτενέστερη διακρατική συνεργασία (Cross, 2017). Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη της Ε.Ε. συνεργάζονται συστηματικά όταν η κρίση που παρουσιάζεται έχει άμεση σχέση με την κρατική και κοινοτική ασφάλεια.

Οι διαστάσεις της Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας.

Αν και η Ε.Ε. έχει περιορισμένο ρόλο στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, διαθέτει την αρμοδιότητα να χαράσσει την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική Ασφαλείας στην οποία περιλαμβάνεται η σταδιακή διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής. Η πρώτη ολοκληρωμένη στρατηγική καταπολέμησης της Τρομοκρατίας, θεσπίστηκε με την υιοθέτηση της Αντιτρομοκρατικής Πολιτικής της Ε.Ε. στην οποία προχώρησε το Συμβούλιο στη διάρκεια του 2005. Η τελευταία, στόχευε στην καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας παράλληλα με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε έναν χώρο ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Η Αντιτρομοκρατική Πολιτική βασίζεται στην πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης των ατόμων, στην Προστασία των πολιτών, στην Καταδίωξη και διερεύνηση τρομοκρατικών δρώντων και στην Αντίδραση που αφορά στη διαχείριση και στον περιορισμό των τρομοκρατικών επιθέσεων παράλληλα με την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων (European Commission, 2019). Τον Απρίλιο του 2015, υιοθετήθηκε από τα κράτη μέλη το Ευρωπαϊκό Θεματολόγιο για την Ασφάλεια προκειμένου να επικαιροποιηθούν τα κατάλληλα μέτρα που καθορίζουν τις αξιόποινες τρομοκρατικές πράξεις και αποτρέπουν τη ριζοσπαστικοποίηση και στρατολόγηση. Στο πλαίσιο αυτού, ιδρύθηκε το Αντιτρομοκρατικό Κέντρο της Ε.Ε. που λειτουργεί συνεργατικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές υπηρεσίες προκειμένου να επεκταθεί η συνεργασία των κρατών μελών, η ανταλλαγή πληροφοριών και η επιχειρησιακή υποστήριξή τους. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη διακοπή των διαδικασιών πρόσβασης των τρομοκρατικών οργανώσεων σε μέσα χρηματοδότησης και υλικής υποστήριξης. Ο έλεγχος και η διαχείριση των συνόρων της Ε.Ε. και του χώρου Σένγκεν[3] επιτυγχάνονται μέσα από συστήματα προηγμένης τεχνολογίας, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής και την υποστήριξη με χρηματοδότηση και ανθρώπινο δυναμικό. Ταυτόχρονα, έχουν αξιοποιηθεί πολλαπλά συστήματα τα οποία ελέγχουν την είσοδο και την έξοδο προσώπων στα ευρωπαϊκά σύνορα και την κινητικότητα εντός του Χώρου Σένγκεν. Η Ε.Ε. αυξάνει σταδιακά την εξωστρέφεια της προκειμένου να καταπολεμήσει την Τρομοκρατική δραστηριότητα με ανάπτυξη συνεργατών σχέσεων με τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς και στρατηγικούς συμμάχους. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ασφάλεια της Ένωσης είναι στενά συνδεδεμένη με την σταθερότητα εκτός αυτής και πάνω σε αυτό το πλαίσιο η Αντιτρομοκρατική πολιτική έλαβε εσωτερικές και εξωτερικές διαστάσεις (European Commission, 2019).

photo 2

Η Μετανάστευση ως μέσο εξάπλωσης της Διεθνούς Τρομοκρατίας.

Βέβαια, με ποιο τρόπο συνδέεται η άνοδος του επιπέδου της Τρομοκρατικής απειλής με την κλιμακωτή αύξηση της εισροής μεταναστών και προσφύγων; Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο χώρος Σένγκεν «δέχτηκαν» πολυάριθμο όγκο μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, οι οποίες επιχείρησαν την προσέγγιση των Ευρωπαϊκών συνόρων, από τους πρώτους μήνες του 2015. Οι μετακινούμενες πληθυσμιακές ομάδες προσέγγισαν τα ευρωπαϊκά σύνορα μέσω των μεταναστευτικών διαδρομών, προκειμένου να αιτηθούν της λήψης διεθνούς προστασίας. Η πλειοψηφία των Αιτούντων Άσυλο, υιοθετεί τη Μουσουλμανική[4] πίστη και προέρχεται από χώρες που παρουσιάζουν έντονη τρομοκρατική δραστηριότητα (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Νιγηρία, Πακιστάν). Ως εκ τούτου,  η αυξημένη δράση της Τρομοκρατικής οργάνωσης I.S.I.S. και οι απειλές που εξέδωσε ότι θα «πλημμυρίσει» την Ευρώπη με πρόσφυγες, πυροδότησαν διάχυτο αίσθημα φόβου και ανασφάλειας μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών αλλά και προς τους Μουσουλμάνους μετανάστες και πρόσφυγες. Το πρόβλημα έγγειται στην εκμετάλλευση των μεταναστευτικών διαδρομών από εξτρεμιστές, οι οποίοι πιθανώς εκμεταλλεύονται τα παράθυρα εισόδου προς την Ε.Ε. και τις διευκολύνσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων εντός του χώρου Σένγκεν, προκειμένου να επεκτείνουν την τρομοκρατική δραστηριότητα. Την ίδια ώρα, αφενός ο ISIS μπορεί να έχει πολιτικό ενδιαφέρον ως προς την αξιοποίηση των Μεταναστών και των Αιτούντων Άσυλο, αφετέρου στοχεύει στην εκτεταμένη αποσταθεροποίηση των ευρωπαϊκών χωρών και στην εξάπλωση του τρόμου και της ανασφάλειας απέναντι σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Συνυπολογίζοντας τις αυξημένες τρομοκρατικές επιθέσεις που βίωσε η ευρωπαϊκή κοινότητα από το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος, η μετανάστευση προβλήθηκε μέσα από το φακό της απειλής και έλαβε διαστάσεις Διεθνούς Ασφαλείας. Παράλληλα η άνοδος του επιπέδου της Μετακίνησης των πληθυσμών, αύξησε την αξιοπιστία της μετανάστευσης ως πολιτικό ζήτημα στους κόλπους της άκρα-δεξιάς (Mc Alexander, 2019) και συνοδεύτηκε από την άνοδο Ξενοφοβικών και Ισλαμοφοβικών τάσεων. Στην πραγματικότητα, δεν αποδεικνύεται στατιστική σχέση μεταξύ της Μετανάστευσης και της Τρομοκρατίας. Επομένως η Μετανάστευση δεν αποτελεί απειλή για την εξάπλωση της διεθνούς ισλαμικής Τρομοκρατίας. Μάλιστα η πλειοψηφία των προσώπων που ενεπλάκησαν σε τρομοκρατικές επιθέσεις στη διάρκεια του 2016-2017 ήταν ευρωπαίοι πολίτες και μεταξύ αυτών τέσσερις αιτούντες άσυλο, που επιδόθηκαν σε πράξεις βίας, δεν δικαιούνταν τη λήψη διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν ήταν πρόσφυγες. Εν συνεχεία, οι επιθέσεις που διαπράττονται από ευρωπαίους «μαχητές» του I.S.I.S. είναι γενικά πιο οργανωμένες, σε σχέση με την ριζοσπαστικοποίηση και στρατολόγηση των Μεταναστών και των Προσφύγων. Επομένως, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η Ασφαλειοποίηση της Μετανάστευσης και η σύνδεση της με την εξάπλωση της Τρομοκρατίας, αποτελούν αφηγήσεις που δεν επιβεβαιώνονται στατιστικά. Στην πραγματικότητα εξυπηρετούν την πτέρυγα της Άκρα-Δεξιάς και την δημιουργία Ξενοφοβίας και Ισλαμοφοβίας.

Η «Τρομοκρατία» της Μετανάστευσης.

Πρωτίστως έλαβε χώρα μια πρωτοφανής κρίση των ίδιων των τρομοκρατικών επιθέσεων οι οποίες συνοδεύτηκαν από τα αισθήματα της ανασφάλειας και του φόβου σε συνδυασμό με την απώλεια ανθρώπινων ζωών και την αποτυχία πρόληψής τους. Κατόπιν, παρατηρήθηκε μια ενδυνάμωση των Εθνικιστικών και αντιμεταναστευτικών ομάδων στην Ευρώπη, η οποία συνδέεται άμεσα με την αυξημένη τρομοκρατική δραστηριότητα. Σε ένα βαθμο τα κράτη μέλη συνεργάστηκαν προκειμένου να διαχειριστούν την αυξανόμενη δράση του Ισλαμικού Εξτρεμισμού. Ταυτόχρονα όμως, επιχειρήθηκε η προώθηση του απομονωτισμού από καθορισμένες πολιτικές ομάδες. Η τελευταία συνοδεύτηκε από την υποστηριξη χάραξης περιοριστικών πολιτικών, που αφορούσαν στην εισδοχή μεταναστευτικών και προσφυγικών ομάδων στα ευρωπαϊκά κράτη. Κατόπιν, προάχθηκε η ανάγκη επανεπιβεβαίωσης των εθνικών συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας στη λήψη αποφάσεων για τη Μετανάστευση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, τα κράτη μέλη προχώρησαν σε αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν, επιβάλλοντας συνοριακούς ελέγχους και περιορισμούς στις διασυνοριακές μετακινήσεις προσώπων. Τέλος, η πολιτική βία, όπως αυτή διαπράττεται από το φάσμα του Ισλαμικού Εξτρεμισμού στην πραγματικότητα επέφερε πολιτική βία προερχόμενη από την Άκρα Δεξιά και όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε σημαντική παράμετρος που καθόρισε την αντιληπτική ικανότητα του πολιτικού και κοινωνικού σώματος ως προς τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ομάδες.

Η ξενοφοβία ως συνδετικός κρίκος της Μετανάστευσης με την Τρομοκρατία.

Ο φόβος της Τρομοκρατίας διεγείρει κινδύνους πόλωσης στην κοινωνία και υπονομεύει την πολιτική μετριοπάθεια, επιτρέποντας την άνοδο της Άκρα-Δεξιάς. Στατιστικά διαφαίνεται ότι η άνοδος του επιπέδου της Μετανάστευσης οδηγεί στην άνοδο του επιπέδου των πράξεων βίας που προέρχονται από το φάσμα του Εθνικισμού. Σε κάθε κοινωνία υπάρχει μια συγκεκριμένη ζήτηση για ξενοφοβία η οποία διαφοροποιείται σε κάθε χώρα και καταλαμβάνει διαφορετικά ποσοστά του κοινωνικού σώματος. Αντίστοιχα, παράγεται και μια προσφορά ξενοφοβίας η οποία προέρχεται από κοινωνικούς και πολιτικούς δρώντες, οι οποίοι καλλιεργούν τον φόβο στους κόλπους του πληθυσμού. Η ύπαρξη στοιχείων της Άκρα-Δεξιάς συμβάλλει στη νομιμοποίηση της Ξενοφοβίας στο δημόσιο διάλογο η οποία υπονομεύει τους ήδη ελαστικούς κανόνες ανοχής και αμοιβαίου σεβασμού. Η κινητήρια δύναμη πίσω από την δημιουργία ξενοφοβικών και συγκεκριμένα ισλαμοφοβικών τάσεων, βασίζεται στην προσπάθεια προάσπισης της Εθνικής ταυτότητας και της εσωτερικής «ασφάλειας»[5] και σχετίζεται με την επιδίωξη διατήρησης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ομοιογένειας. Ταυτόχρονα η σύγχρονη μορφή Τρομοκρατίας είναι άμεσα συνυφασμένη με την Ισλαμική Τρομοκρατία με αποτέλεσμα την καθιέρωση αρνητικής αντιμετώπισης των μουσουλμάνων μεταναστών και αιτούντων άσυλο η οποία καταδεικνύει τον αυξανόμενο φόβο Τρομοκρατίας από ομάδες του Κοινωνικού σώματος. Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία κινητοποίησης, η ύπαρξη Ισλαμοφοβίας ευνοεί τη σύνδεση της Μετανάστευσης με την Τρομοκρατία, ακόμα και αν η τελευταία δεν αποδεικνύεται. Επομένως, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες παρουσιάζονται μονομερώς ως δρώντες τρομοκρατικών πράξεων ενώ στην πλειοψηφία τους αποτελούν τα θύματα της Τρομοκρατίας που προχώρησαν σε ακούσιο, καταναγκαστικό εκτοπισμό από χώρες με έντονη Τρομοκρατική δράση και επιθετική χρήση βίας.

Κοινωνιολογική διαδικασία Ριζοσπαστικοποίησης και Στρατολόγησης.

Η πραγματική απειλή, τόσο για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. όσο και για τους ίδιους τους πρόσφυγες και μετανάστες, αφορά στις «δυναμικές» διαδικασίες που ευνοούν τη ριζοσπαστικοποίηση των μεταναστευτικών πληθυσμιακών ομάδων ως απάντηση στις αντιληπτικές και αντικειμενικές διακρίσεις που βιώνουν στις χώρες υποδοχής τους. Στην προσπάθεια μας να επικεντρωθούμε στην πιθανή Ριζοσπαστικοποίηση των Προσφύγων και των Μεταναστών, λανθασμένα θεωρούμε ότι οι ριζοσπαστικές πεποιθήσεις αποτελούν την προαναγγελία της Τρομοκρατικής δραστηριότητας. Η συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί μια πιθανή εξέλιξη αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική διότι υπάρχουν άτομα που συνδέονται με θρησκευτικές και πολιτικές εξτρεμιστικές ιδέες αλλά δεν επιδίδονται σε τρομοκρατικές ενέργειες. Βάσει αυτού, η Τρομοκρατία είναι μια δυναμική διαδικασία στην οποία τα άτομα μετασχηματίζονται από συμμετοχικοί δρώντες στην πολιτική διαδικασία με νόμιμα μέσα, σε υποστηρικτές και διακινητές πράξεων βίας για πολιτικούς σκοπούς (Borum, 2011). Σύμφωνα με τη θεωρία των Κοινωνικών Κινημάτων διαμορφώνεται μια διαδικασία Κινητοποίησης, κατασκευάζονται δίκτυα στρατολόγησης των ατόμων, προσδίδονται κίνητρα συμμετοχής και αφαιρούνται τα πιθανά εμπόδια. Οι διακινητές των εξτρεμιστικών πεποιθήσεων «χτίζουν» μηνύματα με τρόπο που εξυπηρετεί τους πολιτικούς σκοπούς της ομάδας και με τη συνεισφορά των επιδράσεων της Κοινωνικής Ψυχολογίας[6] επιτυγχάνεται η ριζοσπαστικοποίηση και η στρατολόγηση. Το περιβάλλον των μαχητών του Ισλάμ καλλιεργεί εσωτερικά πρότυπα και αποδεκτούς ως προς την θρησκευτική πίστη, κανόνες συμπεριφοράς και κατ’ αυτόν τον τρόπο ασκεί κοινωνικές πιέσεις στα μέλη της ομάδας (Borum, 2011). Οι προσωπικές απόψεις καταστρατηγούνται στα πλαίσια της ομάδας και η λήψη αποφάσεων είναι μεροληπτική[7] ως αποτέλεσμα της συναίνεσης των ατόμων. Η παρουσία της εξτρεμιστικής ομάδας είναι ικανή να περιορίσει την αντιληπτική ικανότητα των ατόμων σχετικά με την αποδεκτή βία και να νομιμοποιήσει τη χρήση της ως απάντηση στην καταπίεση. Εν τούτοις, η ένταξη σε μια εξτρεμιστική ομάδα δεν πηγάζει μονομερώς από την υιοθέτηση των αντίστοιχων πεποιθήσεων αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάγκη για ανταμοιβή που φέρουν τα άτομα μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο αναζητούν ενσωμάτωση, αλληλεγγύη, νόημα, σεβασμό και ταυτότητα.

Η ενσωμάτωση ως παράμετρος πρόβλεψης της Τρομοκρατικής δραστηριότητας.

Η απουσία ενσωμάτωσης, οι διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμανικών πληθυσμών και οι περιοριστικές πολιτικές που καταστρατηγούν τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των προσφυγικών και μεταναστευτικών ομάδων ευνοούν τη διάδοση του «μαχητικού» Ισλάμ. Η πολιτική και κοινωνική απομόνωση των ατόμων σε σύμπλευση με την οικονομική δυσπραγία και τις δύσκολες συνθήκες στέγασης και διαβίωσης προκαλούν τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση. Παράλληλα, η απουσία ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας και οι εισοδηματικές ανισότητες αυξάνουν τον κίνδυνο φτώχειας για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Στην παρούσα κατάσταση υποτίμησης της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, προστίθενται οι διογκούμενες διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμανικών κοινοτήτων οι οποίες συνοδεύονται από πράξεις βίας και αντι-ισλαμικές διαδηλώσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πραγματική αφετηρία για την κατασκευή ενός εγχώριου Τζιχαντιστή[8] δεν είναι η ριζοσπαστικοποίηση αλλά αυτό το είδος της απομόνωσης και της περιθωριοποίησης που μπορούν να δημιουργήσουν έναν «εκρηκτικό μηχανισμό» δυσαρέσκειας και να οδηγήσουν σε τρομοκρατικές εκφράσεις στο μέλλον (Antunez, 2019). Με λίγα λόγια, οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν οι ίδιες[9] να πυροδοτήσουν την Τρομοκρατία γιατί όταν επιχειρείται η προσπάθεια καταπολέμησης της Τρομοκρατίας η οποία παραβιάζει το δικαίωμα στη ζωή, στην αξιοπρέπεια, στην ελευθερία και παράλληλα στο όνομα της Τρομοκρατίας διαπράττονται η παραβίαση[10] των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων του Πρόσφυγα και αυτών της Ελεύθερης Διεθνούς Μετανάστευσης, τότε «βρισκόμαστε» μπροστά σε μια «υποκριτική» ευρωπαϊκή πραγματικότητα (Ζαγοριανάκος, 2018).

Ισλαμικός Εξτρεμισμός και Μετανάστευση στη σύγχρονη Ευρώπη: Δύο Κρίσεις με διακριτές διαφορές.

Πράγματι, η δράση του Ισλαμικού Εξτρεμισμού και η Μεταναστευτική πίεση έλαβαν τη μορφή προκλήσεων για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Εν τούτοις, αποτελούν φαινόμενα με διακριτές διαφορές. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αποτελούν δύο διαφορετικές Κρίσεις, οι οποίες χρήζουν διαχείρισης, όμως δεν πρέπει να συγχέονται. Αφενός, απουσιάζει η επιστημονικά και στατιστικά τεκμηριωμένη σύνδεση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ομάδων με τη ριζοσπαστικοποίηση και τη χρήση πολιτικής βίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να στηριχθεί επαρκώς ο ισχυρισμός, που  προάγει την ιδέα ότι η Τρομοκρατία μεταναστεύει στα κράτη μέλη της Ε.Ε. μέσω των μεταναστευτικών διαδρομών. Αφετέρου αποδεικνύεται πως αυτό που μπορεί να προβλέψει με μεγαλύτερη ασφάλεια την τρομοκρατική δραστηριότητα είναι η ανάμειξη ενός κράτους σε εσωτερικές και διεθνείς συγκρούσεις. Συνυπολογίζοντας την αυξανόμενη εξτρεμιστική δράση, η  Ε.Ε. τοποθετείται πράγματι απέναντι σε μια πρόκληση, η οποία απειλεί την Ασφάλεια των κρατών μελών και των ευρωπαίων πολιτών εντός του χώρου Σένγκεν. Συνεπώς, είναι επιτακτική η χάραξη διακρατικής πολιτικής για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας. Η τελευταία πρέπει να δομείται σύμφωνα με αποτελεσματικές και μακροπρόθεσμες πολιτικές ενέργειες. Σε αντίθετη περίπτωση, διεγείρονται καθορισμένες διεργασίες, οι οποίες παράγουν συνθήκες πόλωσης στο κοινωνικό σώμα και προάγουν τη λεγόμενη “Τρομοκρατία της Μετανάστευσης”. Μάλιστα, αν επιδιώξουμε γενικευμένα να της αποδώσουμε “ιδεολογική χροιά”, αυτή θα είναι η ιδέα της Ξενοφοβίας και της Ισλαμοφοβίας, οι οποίες έχουν σημαντικές συνέπειες για τους μεταναστευτικούς και προσφυγικούς πληθυσμούς και μπορούν να πυροδοτήσουν αφενός την καταπάτηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφετέρου τη ριζοσπαστικοποίηση σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

photo 1

Εν κατακλείδι, η Πολιτική Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακολούθησε ένα μοτίβο συνοχής μεταξύ των κρατών μελών, το οποίο επιτεύχθηκε ως αποτέλεσμα των τρομοκρατικών συμβάντων, του μεγέθους της εξτρεμιστικής απειλής στην κρατική και κοινοτική Ασφάλεια καθώς και των κρατικών συμφερόντων. Εν αντιθέσει, η διαχείριση της Μετανάστευσης και η Πολιτική του Ασύλου αποτέλεσαν πολιτικά ζητήματα τα οποία «αύξησαν» τις ευρωπαϊκές φωνές οι οποίες ζητούσαν τη συμβολική και πρακτική επανεπιβεβαίωση των εθνικών συνόρων ενώ συνοδεύτηκαν από την καταπάτηση των δικαιωμάτων του Πρόσφυγα και του Μετανάστη. Βέβαια τα κράτη μέλη έχουν συμφωνήσει στην ελεύθερη μετακίνηση των προσώπων μέσα σε έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα άρθρα 67-80 της ΣΛΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση, η ελευθερία μέσα στην Ε.Ε. δεν επιτυγχάνεται χωρίς την ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο που η ασφάλεια δεν νοείται χωρίς την ύπαρξη ελευθερίας. Τα κράτη μέλη της Ε.Ε. οφείλουν να ακολουθήσουν μια ισορροπία ανάμεσα στη δράση που στοχεύει στην καταπολέμηση της Διεθνούς Ισλαμικής Τρομοκρατίας, στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αποτελεσματική και ανθρωπιστική διαχείριση της Προσφυγικής Κρίσης. Στο βαθμό που δεν αποδεικνύεται σχέση στατιστικής σημαντικότητας μεταξύ της Μετανάστευσης και της Τρομοκρατίας, αμφότερες, πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την Αρχή της Αλληλεγγύης και της Δίκαιης κατανομής των ευθυνών μεταξύ των κρατών σε συνδυασμό με την πολιτική βούληση για διακρατική συνεργασία και την καταπολέμηση της Ξενοφοβίας.

Βιβλιογραφία

Antunez, J., (2019.) ‘Refugees and Terrorism: the Real Threat’. International Security Studies Group, 0(0), pp. 1-19.

Beck, E., Diza , U. &   Searl, A., (2017). ‘Bridges and Bandits on the Road to the New Jerusalem: A Study of the Correlation Between Immigration and Terrorism’, Channels: Where Disciplines Meet, 2(1), pp. 81-110.

Bohmelt, T. & Bove, V., (2019). ‘How migration policies moderate the diffusion of terrorism’, European Journal of Political Research, pp. 1-22.

Borum, R., (2011).’Radicalization into Violent Extremism I: A Review of Social Science Theories’, Journal of Strategic Security, 4(4), pp. 7-36.

Byman, D., (2019). ‘Terrorism and the Threat to Democracy’, διαθέσιμο εδώ  (Τελευταία Επίσκεψη 23/12/2019).

Ceccorulli, M., (2018.) ‘Back to Schengen: the collective securitisation of the EU free-border area’, West European Politics, 42(2),  pp. 302-322.

Choi, S., (2018). ‘Does Restrictive Immigration Policy Reduce Terrorism in Western Democracies?’, Terrorism Research Initiative, 2(4), pp. 14-25.

Crone, M., Falkentoft, M. & Tammikko, T., (2017.) ‘An extraordinary Threat? Europe’s Refugee Crisis and the threat of Terrorism’, διαθέσιμο εδώ (Τελευταία Επίσκεψη 23/12/2019).

Cross, Μ., (2017). ‘Counter-terrorism in the EU’s external relations, Journal of European Integration, 39(5),  pp. 609-624.

European Commission, (2019).  Counter Terrorism, διαθέσιμο εδώ (Τελευταία Επίσκεψη 23/12/2019).

Erisen, C., Vasilopoulou, S. & Kentmen-Cin, C., (2019). ‘Emotional reactions to immigration and support for EU cooperation on immigration and terrorism’, Journal of European Public Policy.

Forrester, A. et al., (2019). ‘Do Immigrants import terrorism?’. Journal of Economic Behavior and Organization, 166, pp. 529-543.

Kaunert, C. & Léonard, S., (2019) ‘The collective securitisation of terrorism in the European Union’, West European Politics, 42(2), pp. 261-277.

Le´onard, S.,( 2015). ‘Border Controls as a Dimension of the European Union’s Counter-Terrorism Policy: A Critical Assessment’, Intelligence and National Security, 30(2-3), pp. 306-332.

Mazzuceli, C., Visvizi, A. & Bee, R., (2016.) ‘Secular States in a “Security Community”: The MigrationTerrorism Nexus?’, Journal of Strategic Security, 9(3), pp. 16-27.

McAlexander, R., (2019). ‘How Are Immigration and Terrorism Related? An Analysis of Right- and Left-Wing Terrorism in Western Europe, 1980–2004’, Journal of Global Security Studies, 0(0), pp. 1-17.

Μπούμπουλης, Χ., (2015.) Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΤΆΡΑΞΗ Ή ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ. Πειραιάς: Σχολή Οικονομικών, Επιχειρηματικών και Διεθνών Σπουδών. Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Πέτσα, Ι., (2018). Νέες προκλήσεις Ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, Ρόδος: Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών.

Schmid, A., (2016). «Links between Terrorism and Migration: An exploration». Hague: The International Centre for Counter-Terrorism,

Steinmayr, A., (2018). ‘Did the Refugee Crisis Contribute to the Recent Rise of Far-right Parties in Europe?, Ifo Institute – Leibniz Institute for Economic Research at the University of Munich, 15(4), pp. 24-27.

Ζαγοριανάκος, Δ., (2018). Θρησκευτικός Φονταμενταλισμός και Τρομοκρατία, διαθέσιμο εδώ (Τελευταία Επίσκεψη 23/12/2019).

Παραπομπές

[1] Τα άτομα έχουν καθορισμένες προσδοκίες, οι οποίες διαχωρίζονται σε ρεαλιστικές κρίσεις σύμφωνα με αντικειμενικές  συνθήκες και σε υποκειμενικές κρίσεις που καθορίζονται από την αντιληπτική ικανότητα που φέρει το άτομο σε σχέση με τις ανάγκες του. Η ικανοποίηση αυτών των προσδοκιών, δημιουργεί μια χρησιμότητα, η οποία πηγάζει από το αίσθημα της Ικανοποίησης. Τα επίπεδα χρησιμότητας επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ατόμου και συνδέονται με το αίσθημα της πληρότητας και το αίσθημα της δυσαρέσκειας.  Η ύπαρξη αισθημάτων δυσαρέσκειας σε συνδυασμό με κοινωνικούς και άλλους παράγοντες και μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικών δικτύων και επιδράσεων, ενδέχεται να οδηγήσει πρωταρχικά σε εξτρεμιστικές ιδέες και εν συνεχεία σε άσκηση βίας.

[2] Όσο πιο κοντά στην περιοχή βρίσκεται ο αντίπαλος τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος και το μέγεθος της απειλής.

[3] Η συνθήκη Σένγκεν έχει υπογραφεί από 26 κράτη της Ευρώπης και ενσωματώθηκε στο Δίκαιο της Ε.Ε. το 1999 με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Ο Χώρος και Η συνεργασία Σένγκεν βασίζονται στο έδαφος ,εντός του οποίου καταργούνται πλήρως τα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των υπογραφόντων Κρατών, με συνέπεια την άρση των τελωνειακών ελέγχων και  την ελεύθερη Κυκλοφορία των Προσώπων εντός της Ε.Ε

[4] Ο όρος Ισλάμ αναφέρεται στη θρησκεία γενικά. Ο όρος Ισλαμισμός αναφέρεται σε πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό κίνημα. Το πολιτικό Ισλάμ αποτελεί έναν εκ των δύο πόλων του πολιτικού συστήματος των Αραβικών κυρίως κρατών. Προεκτάσεις της κύριας ιδεολογίας του πολιτικού Ισλάμ οδηγούν σε πιο ριζοσπαστικές ιδεολογίες, που ανήκουν στην κατηγορία του θρησκευτικού εξτρεμισμού. Ο τελευταίος λοιπόν παρουσιάζεται μέσα στους κόλπους του Ισλάμ, αλλά δεν το καλύπτει, αφού ένας πολύ σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων δεν το ακολουθεί. Μέσα στους κόλπους του Πολιτικού Ισλάμ εμφανίστηκε και ο Τζιχαντισμός. Το κίνημα αυτό διεκδικεί την εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους με βίαια μέσα απορρίπτοντας κάθε ειρηνική διεκδίκηση ως ουτοπική. Με αυτή την έννοια ένας Ισλαμιστής είναι ασφαλώς Μουσουλμάνος, αλλά ένας Μουσουλμάνος δεν είναι κατ’ ανάγκην Ισλαμιστής. Πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τη θρησκεία και τα άτομα που την ασπάζονται σε σχέση με ομάδες ατόμων που με αφετηρία την υποκειμενική ερμηνεία των  θρησκευτικών δογμάτων, δημιουργούν ένα κίνημα που βασίζεται στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και νομιμοποιεί τη χρήση βίας.

[5] Οι πολιτικές προστατευτισμού και αντι-μεταναστευτικού χαρακτήρα, οι οποίες καταπατούν τα δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων, μπορούν να βλάψουν αφενός τη  Δημοκρατία, αφετέρου να καταπατήσουν τις αρχές που αφορούν σε ένα  χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης στην Ε.Ε.

[6] Υποκατηγορία της Ψυχολογίας που ασχολείται με τις σχέσεις, τις επιρροές και τις αλληλεπιδράσεις που παράγονται σε κοινωνικό πλαίσιο και επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ατόμων

[7] Τα άτομα στην προσπάθεια τους να βρουν κοινή λύση στα πλαίσια της κοινωνικής ομάδας, εγκαταλείπουν τις προσωπικές κρίσεις και επιδιώκουν μεγαλύτερη συναίνεση.

[8] Κίνημα που τοποθετείται στο φάσμα του Ισλαμισμού και στηρίζεται ιδεολογικά στον θρησκευτικό εξτρεμισμό.

[9] Γίνεται  αναφορά στην επίδραση των κρατών και των ατόμων στη θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση των ατόμων, με έμμεσο τρόπο  και κατόπιν οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών και διεργασιών. Δεν επιχειρείται η άμεση σύνδεση της ριζοσπαστικοποίησης με πολιτικούς και κοινωνικούς δρώντες.

[10] Η συνθήκη της Γενεύης στα πλαίσια του Ο.Η.Ε. έχει ενσωματωθεί στη Συνθήκη Λειτουργίας της Ε.Ε. και έχει υιοθετηθεί από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. ενώ αφορά στο καθεστώς του Πρόσφυγα. Η σύναψη ευρωπαϊκών και διεθνών συνθηκών, Οι εθνικές Νομοθεσίες και οι πολιτικές ενέργειες που συμφωνούνται στα πλαίσια της Ε.Ε. των 28 κρατών μελών, περιλαμβάνουν σαφείς διαδικασίες οι οποίες αφορούν στον ορισμό του Πρόσφυγα, στις διαφορές που έχει σε σχέση με τον Μετανάστη, στο καθεστώς του Πρόσφυγα, στα δικαιώματα που απολαμβάνει και στις ενέργειες και υποχρεώσεις των κρατών μελών. Η χάραξη πολιτικών που υπονομεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα του πρόσφυγα και του μετανάστη και το δικαίωμα της ελεύθερης διεθνούς μετανάστευσης , αποτελούν παραβιάσεις των τελευταίων και έχουν σημαντικές συνέπειες για τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς ή για τις ομάδες που αιτούνται διεθνούς προστασίας.