Ταϊβάν – Κίνα: Ξετυλίγοντας το νήμα της σύγκρουσης

από την Κατερίνα Αράπη,

Αναστάτωση επικρατεί στο εσωτερικό της Κίνας ύστερα από τις αναταραχές που πλήττουν το Χονγκ Κονγκ, απότοκο των οποίων υπήρξε η ανάφλεξη της διένεξης Κίνας – Ταϊβάν. Μήλον της έριδος και κεντρικός πυλώνας καθορισμού της ιδιάζουσας διασυνοριακής σχέσης μεταξύ των δύο αποτελεί το ιδιαίτερο status quo της δεύτερης, με την κινεζική κυβέρνηση να διατείνεται πως η Ταϊβάν αποτελεί απομακρυσμένη επαρχία της ηπειρωτικής χώρας και τους ταϊβανούς – μερικούς εξ αυτών, καθότι υπάρχει γενικότερη εσωτερική παραφωνία –  να αποζητούν την ανεξαρτησία τους. Παράλληλα, οι κάτοικοι της νήσου καλούνται, μέσω των επερχόμενων προεδρικών εκλογών, να σκιαγραφήσουν το πολιτικό και διπλωματικό μέλλον της περιοχής, με πολλούς αναλυτές να κάνουν λόγο για σταδιακή αποσταθεροποίηση του περιβάλλοντος ασφαλείας στο στενό της Ταϊβάν.

Το χρονικό της σύγκρουσης

 

    «Η Ταϊβάν έχει μιa ακατάστατη ιστορίa εισβολής, κατοχής, αποικισμού[…]» 

Salvatore Babones, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ

Η Ταϊβάν, μία εκ των πλέον ισχυρότερων βιομηχανικών δυνάμεων της ασιατικής ηπείρου και σπίτι για είκοσι τρία εκατομμύρια πολίτες, ανέκαθεν φλέρταρε με τη γείτονα ηπειρωτική χώρα. Πιο συγκεκριμένα, από το 1895 μέχρι το 1945 η νήσος αποτελούσε ιαπωνική αποικία, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να αναγκάσει τις ιαπωνικές δυνάμεις να την παραχωρήσουν στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κίνας (Republic of China, εφεξής ROC) (BBC News, 2019).
Το 1949, η ήττα των στρατευμάτων του Chiang Kai-shek, ηγέτη του κυβερνώντος – εκείνη την περίοδο –  Κινεζικού Εθνικιστικού Κόμματος (ΚΜΤ), από τις κομμουνιστικές δυνάμεις και η συνακόλουθη επικράτηση του Mao Zedong οδήγησε τον πρώτο στη φυγή και εγκατάστασή του στη νήσο της Ταϊβάν. Τα απομεινάρια του KMT, καθώς και όσοι ακολούθησαν τον Chiang – γύρω στους 1,5 εκατομμύριο πολίτες – αρνούντο πεισματικά να δεχθούν την κομμουνιστική κυβέρνηση του Πεκίνου, ενώ επέμεναν πως η κυβέρνησή τους συνέχιζε να εκπροσωπεί τη ROC συλλογικά, τόσο στο νησί, όσο και στην ηπειρωτική χώρα. Χαρακτηριστικό είναι πως πλήθος δυνάμεων στο διεθνές σύστημα, μεταξύ των οποίων και η Ουάσινγκτον, χαιρέτησαν θετικά τους ισχυρισμούς του Chiang, ενώ μέχρι το 1971 η ROC διατηρούσε τη θέση της Κίνας στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (Albert, 2016, BBC News, 2019).

αραπι1

Σταθμός στην απόπειρα αποκατάστασης της επιθετικής ρητορικής μεταξύ των δύο πλευρών αποτελεί το έτος 1992, κατά το οποίο υπεγράφη μεταξύ εκπροσώπων του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) και του ΚΜΤ η Συναίνεση του 1992 (1992 Consensus). Παρά ταύτα, το κατά πόσο χαρακτηρίζεται βιώσιμη η εν λόγω συμφωνία είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, αφού δε φαίνεται να επαναπροσδιορίζει κατ’ ουσία τις φθαρμένες σχέσεις των δύο συνδιαλεγόμενων. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για «μία Κίνα», μέσω της αρχής «one country, two systems», με τις ερμηνείες από πλευράς Πεκίνου και Ταϊπέι να ποικίλουν και την εφαρμογή απτών πρακτικών να εκλείπουν, κλιμακώνοντας κατά καιρούς την ένταση (Albert, 2016).
Το ιδιαίτερο καθεστώς της Ταϊβάν παραμένει ακόμη – εν έτει 2019 – ασαφές, καθιστώντας τη νήσο κατά πολλούς «γκρίζα ζώνη». Παρά το γεγονός πως – μεταξύ άλλων –  έχει δικό της σύνταγμα, ενεργά στρατεύματα στις ένοπλες δυνάμεις του και δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες (BBC News, 2019), η πλειοψηφία των διεθνών δρώντων δεν την αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο κράτος. Φυσικό επακόλουθο της εν λόγω διχοτόμησης είναι η αποδοχή του δυσδιάκριτου νομικού καθεστώτος της Ταϊβάν και η τήρηση ουδέτερης, κατά το δυνατόν, στάσης, με τα κράτη που αναγνωρίζουν επίσημα τη ROC και διατηρούν διπλωματικές σχέσεις μαζί της να μην ξεπερνούν τα δεκαπέντε (The Guardian, 2019).
Αξιοσημείωτο παράδειγμα, στην πρόσφατη ιστορία, της συνεχούς αντιπαράθεσης και των συγκρουσιακών διπλωματικών πρακτικών μεταξύ των δύο πλευρών αποτελεί η δήλωση πολιτικών των Νήσων του Σολομώντα, οι οποίοι υποστηρίζουν πως τόσο η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (Κίνα), όσο και η αυτοαποκαλούμενη Δημοκρατία της Κίνας (Ταϊβάν) τους προσέφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά σε μια απόπειρα να τους δωροδοκήσουν, επιδιώκοντας να καρπωθούν την υποστήριξή τους.  Χαρακτηριστικό είναι πως το Σεπτέμβρη, ο Manasseh Sogavare, πρωθυπουργός των Νήσων του Σολομώντα, τερμάτισε τις μακρόχρονες διπλωματικές επαφές με την Ταϊβάν, στρέφοντας το ενδιαφέρον του στο Πεκίνο (The Guardian, 2019).

αραπι2

Οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές

«Το μέλλον κρίνεται αρνητικό, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα είναι στην εξουσία.» Michael Mazza (Taiwan News, 2019)

Μόλις μερικές μέρες απομένουν για την ανάδειξη νέου Προέδρου στη νήσο της Ταϊβάν, με τις εκλογές να έχουν προγραμματιστεί για τις 11 Ιανουαρίου του νέου έτους (Taiwan News, 2019). Το βλέμμα της διεθνούς κοινότητας αναμένεται να στραφεί στην ασιατική ήπειρο με το αποτέλεσμα να κρίνεται εξαιρετικής σημασίας για τη διατήρηση ή μη της σταθερότητας στο στενό της Ταϊβάν, ιδιαίτερα μετά τις αναταραχές που προκλήθηκαν στο Χονγκ Κονγκ.
Ο αγώνας φαίνεται πως θα κριθεί μεταξύ της απερχόμενης Προέδρου και ηγέτη του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP), Tsai Ing-wen, και του Han Kuo-yu, ηγέτη του εθνικιστικού κόμματος της αντιπολίτευσης, KMT. Χαρακτηριστικό είναι πως ο τελευταίος – και το κόμμα του, εν γένει – έχουν υιοθετήσει μια πιο ευνοϊκά διακείμενη προς την Κίνα πολιτική, με το Πεκίνο να τον υποστηρίζει ανοιχτά (The New York Times, 2019). Πολλοί αναλυτές, υπογραμμίζουν πως μια ενδεχόμενη νίκη του KMT θα ανοίξει εκ νέου το διάλογο με την κινεζική κυβέρνηση, με τις διαπραγματεύσεις επί οικονομικών συμφωνιών να τίθενται στην πρώτη θέση της ατζέντας των δύο συνδιαλεγόμενων (The Diplomat, 2019).
Παρά ταύτα, το σενάριο δεν φαίνεται να ευνοεί το Han Kuo-yu. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Tsai επλήγη πέρσι στις τοπικές εκλογές, η κατάσταση άλλαξε άρδην ύστερα από τα τεκταινόμενα στο Χονγκ Κονγκ, τα οποία φαίνεται να μετατόπισαν την κοινή γνώμη. Οι Ταϊβανοί, φανερά εκνευρισμένοι με την κινεζική κυβέρνηση, αναμένεται να τοποθετήσουν εκ νέου τις ελπίδες τους στο πρόσωπο της εν ενεργεία Προέδρου, η οποία δε χαρίζεται στο Πεκίνο, ενώ είναι έκδηλα υπέρ την ανεξαρτητοποίησης της νήσου. Αναμφίβολα, άκρως σημαντική για την εν γένει αναστάτωση και τη μεταστροφή της κοινής γνώμης υπήρξε και η δήλωση προ λίγων μηνών του Κινέζου Προέδρου, Xi Jinping, ο οποίος επεσήμανε πως, αποσκοπώντας στην πλήρη ενοποίηση της νήσου με την ηπειρωτική χώρα, δε δεσμεύεται πως δε θα χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα, ακόμα κι αν χρειαστεί να προβεί στην άσκηση βίας (The New York Times, 2019).

Ποιος είναι ο ρόλος των ΗΠΑ;

αραπη3

Οι ΗΠΑ, κεντρικός δρων στο διεθνές διπλωματικό στερέωμα, ακολουθεί μια στρατηγική ασάφειας, επιδιώκοντας να εξισορροπήσει τις σχέσεις της τόσο με το Πεκίνο, όσο και με την Ταϊπέι. Ενδεικτικό παράδειγμα της εν λόγω στρατηγικής αποτελεί το γεγονός πως, παρά την κατάργηση της διπλωματικής αναγνώρισης της Ταϊβάν το 1979 από πλευράς των Αμερικανών, το Κογκρέσο της χώρας ψήφισε την ίδια μέρα την πράξη νομοθετικού περιεχομένου, «Taiwan Relations Act». Σύμφωνα με την τελευταία, «οποιαδήποτε προσπάθεια να προσδιοριστεί το μέλλον της Ταϊβάν με άλλα εκτός από ειρηνικά μέσα… [αποτελεί] απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια του χώρου του Δυτικού Ειρηνικού και [θα θεωρηθεί] σοβαρή ανησυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ παράλληλα γίνεται λόγος και για την παροχή αμυντικών όπλων στις δυνάμεις της νήσου (RFI, 2019, BBC News, 2019).
Η κεντρικής σημασίας αμερικανική εμπλοκή κατέστη πασιφανής το έτος 1996, κατά το οποίο διεξήχθησαν οι πρώτες άμεσες προεδρικές εκλογές στην Ταϊβάν. Η κυβέρνηση του Πεκίνου, σε μια απόπειρα να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα, προκάλεσε την Ταϊπέι μέσω πυραυλικών δοκιμών, με τους Αμερικανούς να απαντούν αμέσως, στέλνοντας στρατιωτικές δυνάμεις στο στενό της Ταϊβάν (BBC News, 2019).
Σήμερα, και παρά τις ανοιχτές διαπραγματεύσεις για την επίτευξης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο οικονομικών κολοσσών (CNBC, 2019), Ουάσινγκτον και Πεκίνο εκτοξεύουν βαριές κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα, η κινεζική κυβέρνηση κατηγορεί τις ΗΠΑ για καταφανή παρέμβαση στα εσωτερικά της ζητήματα, κυρίως μέσω της πρόσφατης υπογραφής του «Hong Kong Human Rights and Democracy Act of 2019» από τον Donald Trump, με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση τίθεται υπέρ του εξεγερμένου λαού του Χονγκ Κονγκ, απειλώντας με κυρώσεις το Πεκίνο (The Diplomat, 2019). Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του εκπροσώπου του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Geng Shuang, ο οποίος υπογράμμισε πως «Αυτή είναι μια σοβαρή παρέμβαση στις υποθέσεις του Χονγκ Κονγκ, οι οποίες ανήκουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας. Είναι, επίσης, σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των βασικών κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις.» (RFI, 2019).

Παράλληλα, προ των πυλών βρίσκεται και η υπογραφή αντίστοιχης νομοθετικής πράξης («Taiwan Allies International Protection and Enhancement Initiative (TAIPEI) Act of 2019»), η οποία, ωστόσο, θα εστιάζει στη ενδυνάμωση των ανεπίσημων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ταϊβάν, γεγονός που, αν μη τι άλλο, τροφοδοτεί την οργή του Πεκίνου (The Diplomat, 2019, RFI, 2019).

Αντί επιλόγου

Οι εκτιμήσεις των αναλυτών διίστανται, με πολλούς να χαρακτηρίζουν αδιάφορη την έκβαση του εκλογικού αποτελέσματος στην Ταϊβάν, καθότι η προοπτική υιοθέτησης συμφιλιωτικής προσέγγισης μεταξύ Πεκίνου και Ταϊπέι φαίνεται να συρρικνώνεται, όσο ο εκνευρισμός του κινέζου Προέδρου, Xi Jinping, μεγενθύνεται.
Παρά την οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο (χαρακτηριστικό είναι πως το έτος 2017 το εμπόριο μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν υπερέβη τα 181 δισεκατομμύρια δολάρια, εν συγκρίσει με τα 35,5 δισεκατομμύρια δολάρια του έτους 1999 [New York Times, 2019]), η σταδιακή αποσύνδεση των ταϊβανών από την κινεζική τους ταυτότητα αυξάνεται διαρκώς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2015, σχεδόν το 60% των κατοίκων της νήσου αποποιούνται πλήρως οποιαδήποτε σχέση με την Κίνα, αναγνωρίζοντας τους εαυτούς τους ως Ταϊβανούς και μόνο (Albert, 2016).
Θα παραμείνει, άραγε, παγωμένος ο διάλογος μεταξύ των δύο ή θα επιταχυνθούν οι διπλωματικές πιέσεις από πλευράς Πεκίνου στην αυτοανακηρυχθείσα κυβέρνηση της Ταϊπέι; Η αμερικανική εμπλοκή θα συνεισφέρει στη βελτίωση ή την επιδείνωση των διασυνοριακών σχέσεων; Το μόνο σίγουρο είναι πως το παρόν status quo της νήσου αποτελεί δυνάμει σημείο ανάφλεξης της ασιατικής ηπείρου, με την κλιμάκωση της έντασης στο στενό της Ταϊβάν να βρίσκεται προ των πυλών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Albert E, (2016), “China-Taiwan Relations”. Council On Foreign Relations. Available here
  • BBC News, (2019), What’s behind the China-Taiwan divide? Available here
  • CNBC, (2019), US reached a phase one trade deal with China in principle pending Trump’s approval. Available here
  • RFI, (2019), US prepares new Taiwan legislation after infuriating China over Hong Kong. Available here
  • Taiwan News, (2019), Taiwan-China relations to decline regardless of election outcome: US analyst. Available here
  • The Diplomat, (2019), Bonnie Glaser on the Future of US-China Relations, Taiwan, and Indo-Pacific Strategy. Available here
  • The Diplomat, (2019), Taiwan’s 2020 Presidential Elections. Available here
  • The Diplomat, (2019),The TAIPEI Act Is an Act of Wishful Thinking. Available here
  • The Guardian, (2019), China and Taiwan offered us huge bribes, say Solomon Islands MP’s. Available here
  • The New York Times, (2019), China Has Lost Taiwan, and It Knows It. Available here

One comment

Απάντηση