Πώς φτάσαμε στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007;

της Κωνσταντίνας Στυλιανής Τσιριγώτη,

Εισαγωγή

Αναμφισβήτητα, οι Η.Π.Α. βρίσκονται στην κορυφή των ισχυρότερων οικονομικά χωρών εδώ και πολλά χρόνια, γεγονός  που τις καθιστά την πιο σπουδαία και καθοριστική οικονομία στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα. Πριν από 12 χρόνια, υπήρξε ένας γερός κλονισμός στα θεμέλια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οδηγώντας σε πλήθος καταρρεύσεων και ανακατατάξεων. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 εκδηλώθηκε 78 χρόνια μετά την πρώτη παγκόσμια κρίση του 1929, αλλά και τις 2 πετρελαϊκές κρίσεις το 1973 και το 1979. Αυτή η κρίση, ξεκινώντας από τις Η.Π.Α., έδειξε το σκληρό της πρόσωπο παγκοσμίως, επηρεάζοντας πολλές χώρες διαφορετικά. Στο άρθρο που ακολουθεί, θα αναλυθούν τα αίτια, οι συνέπειες και ο καθοριστικός ρόλος της Federal Reserve System στην διάσωση της αμερικανικής οικονομίας. 

Τα αίτια

Σχεδόν κανένας οικονομολόγος δεν προέβλεψε την κρίση του 2008, ενώ οι ελάχιστοι που το έκαναν έτειναν να είναι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν προβλέψει και άλλες κρίσεις που δεν συνέβησαν. Βέβαια, υπήρχαν μελανά σημεία στην οικονομία των ΗΠΑ, τα οποία προοικονομούσαν την επικείμενη κρίση. Αρχικά, καθοριστική αιτία αποτέλεσε η ραγδαία άνοδος στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime), ως αποτέλεσμα της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησε η Fed κατόπιν της κρίσης Dotcom που ξέσπασε το 2001 στις ΗΠΑ. Τα δάνεια αυτά παρέχονταν σε ανθρώπους με χαμηλά εισοδήματα και δη χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, οδηγώντας σε υπερκατανάλωση και αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η έντονη αυτή εξάπλωση των δανείων οδήγησε  σε αύξηση τους από το 9% το 2003 στο 24% το 2007, που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να έχουν δανειοδοτηθεί (Κολλίντζας, 2009). Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί η φούσκα των τιμών των ακινήτων σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ, με τις τιμές των κατοικιών να αυξάνονται πάνω από 100% την χρονική περίοδο 2000-2006 (Καμπόλης, Τραυλός, 2009).

Επιπλέον, για τη διασφάλισή τους από τον κίνδυνο, οι θεσμικοί επενδυτές αγόρασαν αξιόγραφα προστασίας έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας των ομολόγων (Credit Default Swaps). Το CDS είναι σύμβαση ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης, στην οποία ο αγοραστής του CDS καταβάλλει πληρωμές στον πωλητή έναντι αποζημίωσης σε περίπτωση που ένα χρεόγραφο (συνήθως ένα ομόλογο ή ένα δάνειο) εμφανίσει αδυναμία εκπλήρωσης απαιτήσεων. Άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι μπορούν να αγοραστούν από οποιονδήποτε (σχετικά έμπειρο) επενδυτή, ενώ δεν είναι αναγκαίο για τον αγοραστή να έχει υπό την κατοχή του το υποκείμενο χρηματοπιστωτικό μέσο. Ο κίνδυνος αυτός, θυσιαζόμενος στο βωμό του άμεσου και µεγάλου κέρδους, ποτέ δεν τιμολογήθηκε επαρκώς από τους εκδότες των δομημένων προϊόντων, άλλα ούτε και έγιναν αξιόλογες προσπάθειες για την αντιστάθμισή του, με αποτέλεσμα να φέρει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε μεγαλύτερη έκθεση κινδύνου.

Τέλος, οι τιτλοποιήσεις (securitization), όντας η καινοτομία της εποχής, είχαν ρόλο κλειδί, καθώς οι τράπεζες μετέφεραν το ρίσκο από τους ισολογισμούς τους στους επενδυτές και το κοινό. Μέσω αυτού, οι τράπεζες δάνειζαν σε μη αξιόπιστους πιστολήπτες, με αποτέλεσμα να αποκτούν ρευστότητα χωρίς να χρειάζεται να βρουν νέους καταθέτες. Η εκτέλεση συναλλαγών τιτλοποίησης πραγματοποιείτο αποκλειστικά από εταιρεία-όχημα ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle – SPV). Συγκεκριμένα, το χρηματοπιστωτικό μέσο μεταφέρεται από τον εκδότη στην SPV, το οποίο εκδίδει αξιόγραφα και τα πωλεί στους τελικούς επενδυτές προκειμένου να δημιουργήσει ρευστότητα. Τα έσοδα από την πώληση συγκεντρώνονται από το SPV και χρησιμοποιούνται στη συνέχεια για την κάλυψη του κόστους τιτλοποίησης. Η χρηματοοικονομική απαίτηση από το μεταφερόμενο χρηματοπιστωτικό µέσο ενεχυριάζεται ως εγγύηση έναντι αποπληρωμής των εκδοθέντων ομολόγων (Χαρίλαος Β. Μερτζάνης, 2008).

Πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη, ότι οι εταιρείες SPV είναι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί- ένα είδος τράπεζας  η οποία δεν δέχεται καταθέσεις. Με ένα μικρό κεφάλαιο, έχουν στοιχεία ενεργητικού και  παθητικού.  Από την άλλη, οι τράπεζες που έχουν συστήσει τις SPV, τις υποστηρίζουν δίνοντας την εγγύηση ότι πάντα μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσω γραμμών πίστωσης (credit lines), αν αντιμετωπίσουν δυσκολίες χρηματοδότησης- και αυτό το κάνουν μέσω της αγοράς ABCP[1]. Με άλλα λόγια, τους παρέχουν τη δυνατότητα να δανειστούν βραχυπρόθεσμα για να καλύψουν έκτακτες ανάγκες ή συμφωνούν σε άλλα μέτρα έκτακτης χρηματοδότησής τους. Υπό μία έννοια, οι τράπεζες λειτουργούν ως “δανειστές ύστατης καταφυγής” για τις  SPV. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διόγκωση των χρηματοοικονομικών σχέσεων και υποχρεώσεων μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο κατάρρευσης και κλονίζοντας την εμπιστοσύνη στο σύστημα.

Οι επιπτώσεις

 Η δυσχερής αυτή κατάσταση έφερε επιπτώσεις εμφανείς όχι μόνο στην οικονομία και στις αγορές των ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Αναλυτικότερα, η ανάπτυξη σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες,  ήδη από τους πρώτους μήνες του 2008 είχε αρχίσει να μειώνεται. Στο μεταξύ, πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους (το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 10%), τουλάχιστον 10 εκατομμύρια Αμερικανοί, Βρετανοί και Ιρλανδοί επήλθαν στην ταπεινωτική κατάσταση της κατάσχεσης του σπιτιού τους, ενώ στον «αναπτυσσόμενο Νότο» και στην ανατολική Ασία προστέθηκαν πάνω από 500 εκατομμύρια άνθρωποι στο σύνολο όσων αδυνατούν να καλύψουν την σίτισή τους. Ενδεικτικό είναι ότι 10.000 τράπεζες, περίπου, και 20.000 επιχειρήσεις κήρυξαν πτώχευση μέσα στην κρίση. Τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα βρήκαν την ευκαιρία και εξαγόρασαν τις μικρότερες επιχειρήσεις που χρεοκόπησαν ή που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην κρίση (Βαρουφάκης, 2010).

Άμεσο επόμενο της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης του 2007 ήταν και η αύξηση των διατραπεζικών επιτοκίων, καθώς δημιουργήθηκε έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στις τράπεζες για τον αν υπήρχαν υγιείς ισολογισμοί ή αν έκρυβαν τοξικά δάνεια. Αυτή η αβεβαιότητα οδήγησε σε αποφυγή διατραπεζικού δανεισμού πέρα της ημέρας. Το πάγωμα του διατραπεζικού δανεισμού είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη ενός «ντόμινου πτωχεύσεων», εξαιτίας των χρηματοοικονομικών σχέσεων/εξαρτήσεων που είχαν συνάψει πιστωτικά ιδρύματα και κυβερνήσεις.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, ανακοινώθηκε η ένταξη της μεγάλης επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers (LB) σε κατάσταση χρεοκοπίας μετά από πολυήμερες προσπάθειες της κυβερνήσεως των ΗΠΑ και της FED να εξευρεθεί αγοραστής της εταιρίας ή άλλη -λιγότερο επώδυνη- λύση. Η απόφαση να αφεθεί η Lehman Brothers (με ενεργητικό άνω των $ 700 δισ.) να χρεοκοπήσει είχε καταλυτικές και δυσμενείς επιπτώσεις στις αγορές, αφού συνέβαλε στην ταχεία επιδείνωση της ήδη μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσεως. Η κατάρρευση της Lehman Brothers οδήγησε αμέσως το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα σε τεράστια κρίση ρευστότητας, ενώ μαζί με τη χρεοκοπία και άλλων Τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών αποκαλύφθηκαν οι οικονομικές “φούσκες” και η τεράστια έκθεση σε “τοξικό” χρέος.

Η συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου είναι χαρακτηριστικό σημάδι της ύφεσης και σημαντικός παράγων εμβάθυνσής της. Το διεθνές εμπόριο είναι διαχρονικά πολύ ευαίσθητο σε μεταβολές του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ την περίοδο 1980 – 2008 ήταν 3,3%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου ήταν 6,8%. Η προβλεπόμενη μεγάλη πτώση του παγκόσμιου ΑΕΠ  θα περιμέναμε να οδηγήσει σε συρρίκνωση του ρυθμού ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου το 2009 στο -2,9% -από περίπου +2,8% που ήταν το 2008-, τα στοιχεία όμως για το πρώτο μισό του 2009 δείχνουν μια πολύ μεγαλύτερη πτώση που ξεπερνά το -14%, πολύ μεγαλύτερη από ότι αναμένονταν με βάση την προϊστορία των υφέσεων (Γκίκας Α. Χαρδούβελης, 2009).

Η αντίδραση της Fed

Η Fed, από το φθινόπωρο του 2007, μείωσε τα επιτόκια με στόχο την αύξηση της ρευστότητας στην αγορά με τη βεβαιότητα, όμως, ότι δε θα δημιουργηθούν πληθωριστικές τάσεις καθώς θα αντισταθμίζονταν από τη μείωση του τραπεζικού χρήματος. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α. (Fed) προέβη και στη λήψη μη συμβατικών μέτρων, τα οποία ονομάστηκαν «μέτρα ποσοτικής και ποιοτικής χαλάρωσης» ή «quantitative and qualitative easing».  Συγκεκριμένα, διοχέτευσε ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την αγορά κρατικών ομολόγων, ομολόγων ημικρατικών φορέων ή ακόμα και εταιρικών γραμματίων. Τα κυριότερα μέτρα που εφάρμοσε η Fed περιγράφονται παρακάτω:

  1. Τον Δεκέμβριο του 2007 ξεκίνησε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μέσω δημοπρασιών καθορισμένης διάρκειας δίνοντας την δυνατότητα στα ιδρύματα να αποκτήσουν ρευστότητα.
  2. Τον Δεκέμβριο του 2007 επίσης η Fed ήρθε σε συμφωνία με την ΕΚΤ και την Κεντρική Τράπεζα Ελβετίας για ανταλλαγή νομισμάτων.
  3. Τον Μάρτιο του 2008 ανακοινώνεται ένα νέο πρόγραμμα δανεισμού τίτλων  σύμφωνα με το οποίο η Fed θα δανείζει τίτλους αξίας έως και $ 200 δισ. για μια περίοδο 28 ημερών, δεσμεύοντας χρεόγραφα διάφορων μορφών.
  4. H Bear Sterns διασώθηκε από τη JP Morgan χάρη στην παρέμβαση της Fed που παρείχε πιστωτική διευκόλυνση ύψους 29 δις.
  5. Τον Αύγουστο του 2008 διέσωσε την AIG μέσω παροχής διετούς δανείου ύψους $85 δις με αντάλλαγμα τον έλεγχο του μετοχικού της κεφαλαίου σε ποσοστό 79,9% .
  6. Θέσπισε διευκόλυνση για την διασφάλιση ρευστότητας σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω απόκτησης τιτλοποιημένων εμπορικών ομολόγων από αμοιβαία κεφάλαια της αγοράς χρήματος.
  7. Τον Οκτώβριο του 2008 χρηματοδότησε αμερικάνικες επιχειρήσεις μέσω αγοράς τριμηνιαίων εμπορικών ομολόγων.
  8. Τέλος, τον Νοέμβριο του 2008 θεσμοθετήθηκε η διευκόλυνση κατά την οποία η  Fed θα χορηγεί έως και $200 δισ. χωρίς το δικαίωμα προσφυγής σε κατόχους αξιογράφων που προέρχονται από τιτλοποίηση (Γκίκας Α. Χαρδούβελης,2009).

Εν κατακλείδι, η ποσοτική χαλάρωση έχει πλέον λήξει και την σκυτάλη παίρνει η ιδιαίτερη προσοχή στα ακολουθούντα πιθανά μέτρα για την μείωση του ισολογισμού της Τράπεζας. Με το τέλος αυτών των μέτρων, το βάρος πάει στον ιδιωτικό τομέα και τις προσδοκίες του, ώστε να φανεί η ανάκαμψη στην οικονομία. Ακόμη και αν  τα επιτόκια αυξήθηκαν, υπάρχει θετικό έδαφος για την επιστροφή στην κανονική νομισματική πολιτική.

Επίλογος

Συμπερασματικά, τα αίτια της σύγχρονης αυτής κρίσης δεν διαφέρουν πολύ από το μεγάλο Κράχ του 1929, το οποίο εντάσσεται στις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία της Αμερικής. Τα λάθη του παρελθόντος έδειξαν για ακόμη μία φορά πως η ανεξέλεγκτη ανοδική πορεία δύναται να οδηγήσει σε κατακόρυφη πτώση. Η μη αναστρέψιμη αυτή κατάσταση έστρεψε και τις άλλες χώρες σε βαριά ύφεση. Παρόλο το χρονικό διάστημα που έχει περάσει και παρά τη σχετική τροχιά ανάπτυξης παγκοσμίως σήμερα, δεν είναι σίγουρο ότι σηματοδοτεί την οριστική έξοδο από την κρίση. Αντιθέτως, πάντα στο παρασκήνιο εγκυμονεί ο κίνδυνος μιας νέας εκτροπής. Επιλογικά, η φράση του Μπερνάνκι πως «Το 2008 πρέπει να χρησιμεύσει ως προειδοποίηση για την κλίμακα και την ταχύτητα με την οποία οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις μπορούν να ξεδιπλωθούν στον εικοστό πρώτο αιώνα» πρέπει να αποτελέσει διδαχή για την προστασία το παγκόσμιου οικονομικού οικοδομήματος έναντι παρόμοιων μελλοντικών κρίσεων και προκλήσεων. (Tooze, A. 2019)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Kathimerini.gr. (2019). “Οι οικονομολόγοι, οι προβλέψεις, η κρίση” .  Available here

Naftemporiki.gr. (2019). “ΚΕΠΕ: Το όχημα ειδικού σκοπού ως μηχανισμός ελάφρυνσης του ενεργητικού των τραπεζών” . Available here

Καμπόλης Χ., Τραύλος Ν. (2009), “Πέντε βασικές αιτίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης”, Καθημερινή. Available here

Tooze, A. (2019). “Η ξεχασμένη ιστορία της οικονομικής κρίσης” Foreign Affairs – Hellenic Edition.  Available here

Λαπατσιώρας Σ., Μηλιός Γ., (2008) “Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση – Χρηματοπιστωτική κρίση και «οικονομική ρύθμιση»”. Θέσεις. Τεύχος 104,Μέρος 20.  Available here

[1] Asset-Backed Commercial Paper ( Χρεόγραφα καλυπτόμενα από στοιχεία ενεργητικού)

Απάντηση