Σχέση κράτους-πολίτη: δύο συγκοινωνούντα δοχεία

από την Καλλιόπη Βακαλοπούλου,

Πώς θα αξιολογούσαν οι Έλληνες την επίδοση των κρατικών δράσεων; Στην εκτίμησή τους αυτή, ποιούς τομείς δημόσιας δράσης θα λάμβαναν υπόψη; Η απάντηση είναι, πιθανόν, γνωστή. Έτσι και αλλιώς, μια σύντομη ανασκόπηση των συζητήσεων στην πολιτική σκηνή και των τίτλων ειδήσεων του τελευταίου τριμήνου αντιπροσωπεύει τη γενικότερη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας. Οι ταραχές στα Εξάρχεια, το αδιέξοδο του μεταναστευτικού/προσφυγικού ζητήματος στα νησιά, η εγκληματικότητα, η εξαθλίωση των δομών υγείας, πρόνοιας και παιδείας και η, πάντα επίκαιρη, φοροδιαφυγή, είναι μερικές μόνο πτυχές της πολιτικής ατζέντας και της καθημερινότητας των πολιτών. Όσο επιθυμητή κι αν είναι η επίλυση των παραπάνω ζητημάτων, άλλο τόσο δυσχερής είναι και η επιτυχία του οποιουδήποτε εγχειρήματος. Και αυτό, όχι γιατί είμαστε ένα ετεροκατευθυνόμενο έθνος που το χτύπησε άδικα η μοίρα, αλλά γιατί ενδογενώς ελλείπουν η στοιχειώδης συνεννόηση και η ακριβοθώρητη εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους-πολίτη.

Σε μια πολιτισμένη κοινωνία για κάθε πρόβλημα διεξάγεται εποικοδομητικός διάλογος, όχι μόνο σε ειδησεογραφικά πάνελ ή έδρανα της Βουλής, αλλά κυρίως εκεί που οι πολιτικοί και οι πολίτες μπορούν να συζητήσουν ανοιχτά με επιχειρήματα, στην καθημερινή ζωή. Η σχέση αυτή εδράζεται στο ίδιο το «κράτος δικαίου» που διέπει τα εθνικά, δημοκρατικά Συντάγματα. Η πηγή και ο σκοπός του κράτους δικαίου είναι ο ίδιος ο λαός. Αυτός κυριαρχεί και αυτός δίνει πνοή σε όποια κυβέρνηση. Οι νόμοι, τα διατάγματα και οι αρχές υφίστανται επειδή ο λαός εμπιστεύτηκε σε συγκεκριμένους αντιπροσώπους τη διευθέτηση των υποθέσεών του. Πρόκειται ουσιαστικά για το «κοινωνικό συμβόλαιο» του Ρουσσώ. Σε αυτό, η γενική θέληση έχει προτεραιότητα και εκφράζεται με το νόμο του κράτους. Μόνο όταν αυτή τεθεί αποτελεσματικά, τότε το άτομο (που είναι και το ζητούμενο) θεωρείται ελεύθερο και ίσο. Στα σημερινά δεδομένα, η θεωρία αυτή συνεπάγεται πως ο πολίτης, προκειμένου να ικανοποιήσει το δικό του συμφέρον, αποδέχεται την ύπαρξη νόμων και κράτους, μια κυριαρχικής αρχής δηλαδή που εξυπηρετεί τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών.

Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική ευημερία στις σύγχρονες δημοκρατίες είναι η θεμελιώδης εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος, ότι δηλαδή θα κινηθεί με μοναδικό γνώμονα την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Παρόλα αυτά, δεν είναι τυχαίο το μειδίαμα που απλώνεται στα πρόσωπα των Ελλήνων όταν ακούν τη συνεκδοχή «εμπιστοσύνη στο κράτος». Η μακρόχρονη διαφθορά, που διαπερνά τα πολιτικά κλιμάκια από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, αποτελεί τη νευραλγική «ρίζα» αυτής της πεποίθησης. Πώς άλλωστε θα μπορούσε ο Έλληνας πολίτης να εμπιστευτεί την κρατική εξουσία, ενώ εκείνη έχει μονάχα ιδιοτελή κίνητρα και πρακτικές; Με πόση σιγουριά μπορεί να βεβαιωθεί η ανάκαμψη της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας, όταν τα πρόσωπα που ανέρχονται στα αξιώματα εναλλάσσονται χωρίς να είναι πρόθυμοι για ριζοσπαστικές αλλαγές στο ίδιο το σύστημα που τα ανέδειξε;

Από την άλλη πλευρά του νομίσματος, καμία κατάσταση δεν παγιώνεται  μονόπλευρα. Για να εδραιωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος, θα πρέπει να αναπτυχθεί και η αντίστροφη σχέση, ήτοι μια σχέση εμπιστοσύνης του κράτους απέναντι στους πολίτες του. Ωστόσο, με ποιο τρόπο μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια συνεργασία, τη στιγμή που οι πολίτες διαφεύγουν της εφαρμογής των νόμων (βλ. τήρηση Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) και επαναπαύονται σε απαρχαιωμένες πρακτικές αδιαφορώντας για την επίδρασή τους στο κοινωνικό σύνολο (βλ. ρουσφέτια, φοροδιαφυγή);

Αυτό ομοιάζει περισσότερο με φαύλο κύκλο, παρά με δίοδο σωτηρίας. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως πλέον είναι αργά για οποιαδήποτε επένδυση σε αυτήν την αμφίδρομη σχέση. Εντούτοις, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία είναι αυτοκαταστροφικό να εκπέσουμε σε αυτό του είδους τον πεσιμισμό. Η επικαιρότητα, όπως προαναφέρθηκε, αρκεί για να αφουγκραστούμε τα σημεία που χωλαίνει η σχέση εμπιστοσύνης πολίτη-κράτους. Για παράδειγμα, η μεγάλη συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από τις πρόσφατες ενέργειες της αστυνομίας στα Εξάρχεια και σε άλλες περιοχές αποδεικνύει τη -δικαιολογημένη ή μη- έλλειψη εμπιστοσύνης στην αποκατάσταση της ασφάλειας από το κράτος. Το ίδιο εντοπίζεται και στις διαβουλεύσεις επί του ζητήματος των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, που θέτουν αρκετές περιοχές της χώρας σε έκρυθμη κατάσταση, αναδεικνύοντας την αμφισβήτηση που επικρατεί σχετικά με την ικανότητα του κράτους να διαχειριστεί την κρίση με σκεπτικό ενσωμάτωσης και διατήρησης της ειρήνης.

Ωστόσο, σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν τέθηκαν οι βάσεις για ορθή αξιολόγηση των γεγονότων. Για μία ακόμη φορά, τα πρόσωπα λήψης αποφάσεων αναλώνονται σε ιδεολογικές ρητορείες και σε φαντάσματα του παρελθόντος. Η ύπαρξη κτιρίων υπό κατάληψη, τα σακίδια με τις μολότοφ και η βία και των δύο πλευρών, από τη μία, και τα κέντρα κράτησης με την αυξημένη εγκληματικότητα, από την άλλη, δεν πρέπει να εγκλωβίζονται σε διαλόγους με παρωπίδες. Τέτοιοι διάλογοι είναι αυτοί που παρακολουθούμε στα ΜΜΕ από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Ο καθένας στο δικό του «κουτάκι» να λέει την εξίσου τετραγωνισμένη άποψή του, χωρίς καμία συνολική θεώρηση των  πραγμάτων.  Και,  δυστυχώς,  το ίδιο συμβαίνει και στις αίθουσες διαλέξεων και στα ελληνικά τραπέζια. Διάλογοι που πάντα καταλήγουν σε κρίσεις του παρελθόντος, σε παγιωμένες αντιλήψεις για τους πολιτικούς και τα κίνητρά τους. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, το τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε. Οι πολίτες, όχι απλώς δεν εμπιστεύονται το κράτος τους, αλλά δεν εμπιστεύονται ούτε το συνάνθρωπό τους.

Πώς, λοιπόν, δύναται να λειτουργήσει το κράτος δικαίου με το δημοκρατικό Σύνταγμα, όταν πλέον η ίδια η λαϊκή εντολή αμφισβητείται; Όσο περισσότερο εξαντλείται το περιθώριο μέσα στο οποίο το κράτος μπορεί να δράσει αποδεκτά, τόσο λιγότερο δημοκρατικά θα είναι και τα μέσα που χρησιμοποιεί. Αντίστροφα, όσο λιγότερα δημοκρατικά μέτρα θεσπίζονται, τόσο περισσότερο πρόθυμοι είναι οι πολίτες να αποποιηθούν τη σχέση εμπιστοσύνης προς το κράτος και να αναζητήσει ο καθένας ξεχωριστά τα συμφέροντά του. Στο πλαίσιο αυτό, μια αποδομημένη κοινωνία ισούται με χάος και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει κανέναν, καθώς δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών της, ούτε να επιλύσει καθολικά ζητήματα.

Σε αυτό το σημείο, ο λαός θα πρέπει να ξαναδώσει το χρίσμα στην κρατική εξουσία να τον υπηρετεί αποτελεσματικά. Αυτό εμπεδώνεται, αρχικά, μέσα από την ουσιώδη χρήση των κρατικών παροχών μαζί με τη σχετική παροχή κριτικής. Πιο συγκεκριμένα, οι ενεργοί πολίτες δεν εκμεταλλεύονται απλώς τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά οφείλουν να αναδεικνύουν κάθε φορά σημεία βελτίωσης και τομείς στους οποίους θα πρέπει να επικεντρωθεί το άμεσο ενδιαφέρον του κράτους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται, από κοινού, το σχέδιο-δράσεων μιας χώρας ως προς τις παροχές που ενέχουν δημόσια αξία. Μακροπρόθεσμα, η συνεισφορά αυτή των πολιτών, σε συνδυασμό με την επιθυμία τους να συμμορφώνονται με τις κρατικές κατευθύνσεις, συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας θετικής παγκόσμιας εικόνας για τη χώρα, επιτρέποντάς της να ενισχύει τη θέση της στη διεθνή σκηνή. Παράλληλα, ο πολίτης έχει το σημαντικό δικαίωμα επιλογής, το οποίο συνίσταται στη δυνατότητα ανάδειξης αντιπροσώπων, διαμόρφωσης νομοθετικών πλαισίων, απόλαυσης δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και στην πιθανή χρήση άλλων ιδιωτικών υπηρεσιών για λόγους ανταγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, οι πολίτες θα πρέπει να διεκδικούν κεντρική θέση στη λήψη των αποφάσεων με σεβασμό και να μην αγνοούνται. Άλλωστε, αν κρίνει ο λαός ότι η πολιτική εξουσία δεν χαίρει της εμπιστοσύνης του, θα έρθουν έτσι οι συγκυρίες, ώστε αυτή να ανατραπεί.

Από την πλευρά του, το κράτος θα πρέπει να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή απόδοση των δημόσιων παροχών και να παρέχει ειλικρινείς εξηγήσεις για τα πολιτικά τεκταινόμενα, έτσι ώστε να κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών του καθημερινά από το μηδέν. Σε αυτό συντείνει, προφανώς, και η μελέτη των αντιδράσεων του κόσμου στις πολιτικές που ακολουθούνται. Αυτό που θα πρέπει να κατανοήσει, εν τέλει, η δημοκρατική κρατική εξουσία είναι ότι, εάν κυβερνά χωρίς να υπολογίζει τους πολίτες, καταδικάζει η ίδια τον εαυτό της.

Σε όσα λέχθηκαν παραπάνω, ένα συμπέρασμα μπορεί να είναι το εξής: οι έλληνες πολίτες χρειάζεται να επαναφέρουν στη μνήμη τους τα θεμέλια του πολιτεύματος. Αυτά είναι η λαϊκή κυριαρχία και το κράτος δικαίου. Με αυτά θα πρέπει να διεκδικούν ενεργό ρόλο στα κοινά και να κρίνουν αντικειμενικά και με σύγχρονους όρους πώς και πότε θα πρέπει να δίνουν το «πράσινο φως» στις ενέργειες του κράτους. Η εμπιστοσύνη είναι το Α και το Ω για την επιτυχία οποιασδήποτε συνεργασίας. Σε εθνικό επίπεδο, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της καθορίζει την πορεία της χώρας, σηματοδοτώντας το μέλλον προς την εξυγίανση, την αναδιάρθρωση ή το χάος.

Απάντηση