Απεργία και η συνταγματική της κατοχύρωση

από τη Σίσσυ Παπαγιάννη,

Το πλαίσιο των συλλογικών εργασιακών σχέσεων διακρίνεται για το εύρος του, διότι αφορά θεσμούς της συλλογικής δράσης των εργαζομένων που είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένοι. Έτσι, στις συλλογικές εργασιακές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η συνδικαλιστική ελευθερία και δράση, η ελευθερία σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η απεργία ως μέσο ικανοποίησης των εργασιακών αιτημάτων.

Η απεργία πρόκειται για το κατεξοχήν μέσο συλλογικής δράσης και παρέχει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις την δυνατότητα να ασκούν πίεση για την επίτευξη των συλλογικών τους διεκδικήσεων, έχει δηλαδή δισυπόστατο χαρακτήρα. Τη συλλογική διάσταση (κήρυξη από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και άσκηση από κοινού από τους περισσότερους εργαζομένους) και την ατομική, ήτοι την προσωπική βούληση του εργαζομένου να συμμετέχει σε αυτήν.

Το δικαίωμα της απεργίας κατοχυρώνεται συνταγματικά στο αρ.23 παρ. 2, το οποίο προβλέπει ότι «Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και  εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων». Ανεξαρτήτως της αυτοτελούς συνταγματικής του κατοχύρωσης, η απεργία αποτελεί και εγγύηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Το δικαίωμα στην απεργία, η συνδικαλιστική ελευθερία και η συλλογική αυτονομία συνιστούν εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου, ήτοι της αντιπαράθεσης συμφερόντων στο πλαίσιο της δημοκρατικής έννομης τάξης.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της απεργίας καθίσταται η προσωρινή διακοπή της απασχόλησης, η οποία όμως συνοδεύεται από πρόθεση επανόδου στην εργασία. Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος εναπόκειται στις νομίμως συσταθείσες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων. Ο φορέας του δικαιώματος της απεργίας είναι ο εργαζόμενος ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι μέλος την συνδικαλιστικής οργάνωσης που προέβη στην κήρυξη της απεργίας.

Η πρώτη καταγεγραμμένη απεργία συνέβη στην Αίγυπτο τον 12 αι. π.Χ. Ο αιγυπτιακός πολιτισμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με την ύπαρξη σκλάβων, οι οποίοι συμμετείχαν στην ανέγερση των πυραμίδων. Παρόλα αυτά, το εργατικό δυναμικό της χώρας συναποτελούσαν χτίστες, τεχνίτες και οικοδόμοι που διέθεταν «επαγγελματικά δικαιώματα» και απαιτήσεις. Οι εργάτες αμείβονταν σε είδος, πιο συγκεκριμένα σε σιτάρι. Μολαταύτα περί το 1770 π.Χ, οι αμοιβές καθυστερούσαν διαρκώς και παρά την ύπαρξη παραπόνων, η κατάσταση δεν βελτιωνόταν. Όταν οι πληρωμές καθυστέρησαν 20 ολόκληρες μέρες, πάρθηκε από την  εργατική τάξη μια ιστορική απόφαση, αυτή της κήρυξης απεργίας.

Τον 19ο αιώνα, κάνουν την εμφάνιση τους οι πρώτες οργανωμένες μορφές απεργιακών κινητοποιήσεων στην Ευρώπη. Μερικές από αυτές αποτελούν ενστικτώδεις αντιδράσεις κατά της εισαγωγής των μηχανών, ενώ άλλες συνειδητούς αγώνες για την βελτίωση των μισθών και των συνθηκών εργασίας. Στην Ελλάδα, η πρώτη απεργία θα λάβει χώρα στις 14 Φεβρουαρίου 1879, όταν εργάτες του Ναυπηγείου Σύρου, κατόπιν πολυήμερων συζητήσεων, ίδρυσαν ενώπιον συμβολαιογράφου το σωματείου τους που έφερε τον τίτλο «Αδελφικός Σύνδεσμος των Ξυλουργών του Ναυπηγείου Σύρου». Εν συνεχεία, προχώρησαν σε απεργία ένεκα της νομισματικής κρίσης που είχε ξεσπάσει στις αρχές του έτους με άμεση απόρροια να επέλθει ανατίμηση στα είδη κατανάλωσης μέχρι 25-27%, ενώ αντίστοιχη ήταν η υποτίμηση των μεροκάματων. Τέλος, ίσως από τις πιο εμβληματικές απεργίες στον ελλαδικό χώρο τον 19ο αιώνα είναι αυτή της 8ης Απριλίου 1896 στο Λαύριο. Οι απεργοί, ήτοι περίπου 1800 εργάτες, διεκδικούσαν από τον Ιταλό εργοδότη τους, Σερπιέρι, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την έγκαιρη μεταφορά τους στο νοσοκομείο, όταν τραυματίζονταν, διότι τις περισσότερες φορές πέθαιναν στον δρόμο, και φυσικά, αύξηση του μισθού κατάργηση των λεγόμενων εργολάβων. Η απεργία έληξε στις 21 Απριλίου 1896 με ελάχιστη αύξηση των αποδοχών των εργατών από 2,5 σε 3,5 δραχμές, ενώ τα υπόλοιπα αιτήματα λησμονήθηκαν από την εργοδοσία.

Πρώτη φορά το δικαίωμα της απεργίας κατοχυρώνεται νομοθετικά με τον ν.2111/1920 και συνταγματικώς με το Σύνταγμα του 1975. Μάλιστα, το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αναγνωρίζεται από σχεδόν όλα τα σύγχρονα συντάγματα, δεδομένου ότι θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα του ανθρώπου. Σε διεθνές επίπεδο, προβλέπεται η αυτοτελής προστασία της από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 28) και από τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρο 6 παρ.4 ν.4359/2016, ωστόσο η χώρα μας έχει επιφυλαχθεί ως προς το δικαίωμα των εργοδοτών σε συλλογική δράση). Παράλληλα, προστατεύεται μέσω της διεθνούς προστασίας της συνδικαλιστικής ελευθερίας και ειδικότερα, μέσω των σχετικών Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στα αρ. 87 και 98. Στην Ελλάδα η τελευταία νομοθετική ρύθμιση του υπό εξέταση δικαιώματος έλαβε χώρα με το ν. 1264/1982, ο οποίος αφενός κινείται στο πλαίσιο που ορίζει το άρ. 23 του Συντάγματος.

Η μακροχρόνια συνδικαλιστική δράση είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση πολλαπλών μορφών απεργίας, η κατηγοριοποίηση των οποίων γίνεται με κριτήριο είτε τον φορέα που αναλαμβάνει την ευθύνη της, είτε την εφαρμοστέα στρατηγική, είτε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είτε τον αποδέκτη των αιτημάτων της. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η επιλογή της μορφής του εργατικού αγώνα γίνεται από τους ίδιους του εργαζόμενους, οι οποίοι επιλέγουν την μορφή εκείνη της απεργίας που δύναται να ασκήσει την μεγαλύτερη πίεση στην εργοδοτική πλευρά. Ειδικότερα, συλλογικού εργατικού αγώνα συνιστούν η καθολική ή μερική απεργία, η πολιτική απεργία, η συνδικαλιστική και αδέσποτη απεργία, οι στάσεις εργασίας (διαλείπουσα απεργία), η διεκδικητική-προειδοποιητική απεργία διαμαρτυρίας, η λευκή απεργία, η απεργία ζήλου, το μποϊκοτάζ και το σαμποτάζ και τέλος, η απεργία αλληλεγγύης.

Η αέναη προσπάθεια των εργαζομένων για τη βελτίωση των όρων της εργασίας τους αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εργατικής τάξης. Το δικαίωμα αυτό σήμερα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και διεθνώς προστατευόμενο, γεγονός που δείχνει τον σεβασμό που θα πρέπει να υποδεικνύουν οι εργοδότες και η κρατική εξουσία στους εργαζόμενους που αποτελούν τη κινητήριο δύναμη τους. Αν τα δικαιώματα των εργαζομένων καταπατούνται χωρίς να μπορούν να τα προασπίσουν, πώς θα είναι αποδοτικοί στην δουλειά τους και συνεπείς στις υποχρεώσεις τους ως πολίτες; Το δικαίωμα αποχής από την εργασία δεν πρόκειται απλώς για μια τυπική διεκδίκηση καλύτερων όρων εργασίας. Είναι η ‘φωνή’ των εργαζομένων για σεβασμό της προσφερόμενης από αυτούς εργασίας και η βελτίωση των παροχών για την μέγιστη απόδοση τους.

Εμείς ως νέοι πολίτες έχουμε το δικαίωμα για απαίτηση καλύτερων όρων εργασίας αλλά συνάμα έχουμε και το βάρος  της ευθύνης για την επίτευξη αυτού του στόχου. Δεν μπορούμε να απαιτούμε χωρίς να διαθέτουμε τα απαραίτητα προσόντα, ούτε όμως πρέπει να μένουμε άπραγοι σε τυχόν αυθαιρεσίες και καταπατήσεις των κεκτημένων μας. Πρέπει να είμαστε σε μια διαρκή επαγρύπνηση, τόσον όσον αφορά εμάς τους ίδιους με το να επιδιώκουμε την αυτοβελτίωση και την ανέλιξη μας στον εργασιακό μας χώρο, αλλά και όσον αφορά τους αποδέκτες της εργασίας μας με το να καταγγέλλουμε αμέσως περιστατικά και τακτικές που υποβαθμίζουν την ποιότητα της εργασίας μας.

Απάντηση