Κοινή Πολιτική Άμυνας & Ασφάλειας: Ισχυροποίηση, στατικότητα ή αδράνεια;

από τον Γιάννη Τσουρή,

Πρώτα Βήματα

Η συνεργασία στο πεδίο της άμυνας βρίσκεται ακόμα σε νηπιακό στάδιο μιας και δεν υφίσταται ακόμα ένας ενιαίος «ευρωπαϊκός» στρατός, ο οποίος να ενεργεί σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις εντολές αξιωματικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβη ήταν με τη Δύναμη που αναπτύχθηκε στο Κοσσυφοπέδιο (KFOR), που βρισκόταν όμως υπό τις διαταγές του νατοϊκού στρατηγείου. Η συμμετοχή σε αυτές τις επιχειρήσεις είχε στόχο να δείξει ότι η Ε.Ε. μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά ως τοποτηρητής, όπου απαιτείται, και να προαγάγει την ειρηνική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, η αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης δεν είχε απώτερο σκοπό την κατάκτηση των σερβικών εδαφών αλλά είχε σταλεί για την περιφρούρηση του θύλακα, στον οποίον συνέβαιναν εχθροπραξίες.

Εδώ, βέβαια, υφίσταται ένα ζήτημα αποτρεπτικό προς τη δημιουργία ενός «ευρωστρατού» και αυτό έχει να κάνει με το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Τυχαίνει κράτη-μέλη της να είναι ταυτόχρονα σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και εταίροι στην Ε.Ε., τι συμβαίνει όμως με τα κράτη που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ; Ο Νιούτζεντ δέχεται ότι η άμυνα συνδέεται με την εθνική κυριαρχία, συνεπώς, τα κράτη-μέλη ενεργούν σύμφωνα με τις εθνικές τους επιδιώξεις (2012: 524). Άρα, η Ε.Ε. πρέπει να δρομολογήσει συζητήσεις αναφορικά με το κοινό αμυντικό σκέλος και των κρατών, τα οποία δεν συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ. Η δημιουργία του ενιαίου ευρωστρατού δεν θα πρέπει να διαταράξει τις συμμαχικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, έτσι στόχος για τη δημιουργία του, πρέπει να είναι, ενδεχομένως, και η είσοδος των λοιπών κρατών-μελών στο ΝΑΤΟ.

 Στη Σύνοδο Κορυφής του 1999 στο Ελσίνκι, απεφασίσθη να συσταθεί με ορίζοντα υλοποίησης το 2003, μια Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης 60.000 ατόμων για τη συνεισφορά στη διεθνή ειρήνη, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (παράρτημα 1)(Brown, 2001). Ο στόχος αυτός δεν επετεύχθη, ωστόσο αναθεωρήθηκε και ανανεώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας (§222), στην οποία θεσπίστηκε και μία ρήτρα περί αμοιβαίας άμυνας, όταν χρειαστεί, υπό προϋποθέσεις (παράρτημα 2). Αυτή ήταν και η πρώτη χειροπιαστή κίνηση.

Στόχοι και Διαδικασίες Αμυντικής Πολιτικής

 Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καθιέρωσε την αμυντική πολιτική για να δρέψει εδαφικούς καρπούς άλλων, ούτε για να αναπτύξει μιλιταριστικές φιλοδοξίες και ιμπεριαλιστικές  οπτικές. Σύμφωνα με το §21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (και ΣΛΕΕ), η ανάμειξη με τα διεθνή γεγονότα έχει ως στόχο την προώθηση του μιμητισμού για τα ιδεώδη που έκαναν την Ένωση αυτό που είναι σήμερα. Πιο αναλυτικά, η στρατηγική των ενεργειών πρέπει να σέβεται τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, τις αρχές ισότητας και αλληλεγγύης καθώς και τον Καταστατικό Χάρτη του Ο.Η.Ε. και του διεθνούς δικαίου (παράρτημα 3). Πέρα από το κομμάτι της ένοπλης δράσης, το οποίο ενυπάρχει μεν, χρησιμοποιείται σε ιδιαίτερες περιστάσεις δε, η Συνθήκη της Λισαβόνας εισήγαγε τις παραμέτρους των διπλωματικών πιέσεων. Αυτή η διαφοροποίηση έγκειται στο να επιτρέψει σε όσα κράτη-μέλη δεν επιθυμούν ένοπλη εμπλοκή, να διαλέξουν το δρόμο της ουδετερότητας ή των οικονομικών και εμπορικών κυρώσεων προς ένα συγκεκριμένο κράτος.

Στόχος των ελληνικών κυβερνήσεων πρέπει να είναι η ενίσχυση των ρόλων  τέτοιων καθολικών πολιτικών ούτως ώστε να συμπεριληφθεί στις αρμοδιότητές τους η προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων. Η Ελλάδα, αν εξαιρεθούν οι χώρες της Βαλτικής (λόγω του ρωσικού θύλακα του Γκντάνσκ), είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει απτό πρόβλημα με τους γείτονές της. Μέχρι τώρα ακολουθείται μια πολιτική κατευνασμού, ενώ, η στρατιωτική οδός είναι η τελευταία που θα ακολουθήσει η χώρα. Με δεδομένη την «παθητική» στάση της Ελλάδας, είναι αναγκαία η εφαρμογή κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου που θα προστατεύει τα θαλάσσια και χερσαία ευρωπαϊκά σύνορα. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα δημιουργούσε, εκ των πραγμάτων, μια στενότερη σχέση μεταξύ των κρατών-μελών. Πέρα από το θεωρητικό, στο πρακτικό κομμάτι, θα αποσοβηθεί ένα τεράστιο μέρος του ΑΕΠ που δαπανάται για τις αμυντικές υποχρεώσεις. Για το 2016, κατά τη Eurostat (πίνακας), η Ελλάδα δαπάνησε 2,1% του ΑΕΠ και τοποθετείται δεύτερη μετά την Εσθονία με 2,4%.

2eurostat military expenditures

Ο Νιούτζεντ σχολιάζει ότι οι διαδικασίες των ΚΠΑΑ-ΚΕΠΠΑ δεν εντάχθηκαν ποτέ εξ ολοκλήρου στον «κύριο κορμό της Ε.Ε.», λόγω της ιδιάζουσας φύσης των (2012: 532). Τον πρώτο λόγο, θεσμικά, τον έχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο δίνει ένα μπούσουλα, αναφορικά πάντοτε με τις αποφάσεις που εκδίδει σχετικά με διάφορα διεθνή ζητήματα που ενσκήπτουν κάθε φορά. Μετά τη Λισαβόνα, συστάθηκε και το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων με έναν Ύπατο Εκπρόσωπο, διορισμένο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να προεδρεύει. Επικουρικά προς τον Ύπατο, συστάθηκε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, οι αποφάσεις της οποίας παίρνονται πλειοψηφικά. Στις ψηφοφορίες υπάρχει και η δυνατότητα του βέτο. Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων συνεδριάζει τυπικά μία φορά το μήνα και είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων. Όταν οι αποφάσεις του βρίσκουν εμπόδια στις πολιτικές των μελών, αναλαμβάνει ο Ύπατος Εκπρόσωπος να γεφυρώσει τη διαφορά και είτε να πείσει τη μία πλευρά, είτε το μέλος να κρατήσει ουδετερότητα.

Στο εκτελεστικό σκέλος, το §42 της Συνθήκης για την Ε.Ε. αναφέρει ρητά, για αποφυγή παρεξηγήσεων με τις συμμαχικές δυνάμεις, ότι σε οποιαδήποτε δράση της Ε.Ε. προέχουν οι υποχρεώσεις κάθε κράτους προς το ΝΑΤΟ (παράρτημα 4). Σε συνέχεια του εκτελεστικού τομέα, ιδρύθηκαν τρία σώματα. Αρχικά, η Επιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας, η οποία είναι αρμόδια για τα τεκταινόμενα της διεθνούς σκηνής, έπειτα, η Στρατιωτική Επιτροπή της Ε.Ε. και, τέλος, το Στρατιωτικό Προσωπικό της Ε.Ε.

Σχηματισμοί Μάχης

Το 2004 Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία εισηγήθηκαν στα όργανα της Ε.Ε. τη σύσταση των ”Battle Groups”, ένοπλου σώματος 1500 ατόμων, άρτια εξοπλισμένων για γρήγορη αντιμετώπιση κρίσεων. Όπως όλος ο αμυντικός μηχανισμός, έτσι και ο σχηματισμός αυτός παραμένει εν αναμονή με το όπλο παρά πόδα. Η Μ. Κοππά αναφέρει τις διχογνωμίες που υπάρχουν από πολλούς ερευνητές σχετικά με την ύπαρξη ή όχι τέτοιων μονάδων που δεν προσφέρουν τίποτα αλλά σταθμεύουν άσκοπα ως πολυδάπανες εφεδρείες (2016: 115). Αυτό είναι η μισή αλήθεια διότι μια κατάργηση αυτού του μηχανισμού θα οδηγούσε το «όραμα» της Ευρωπαϊκής Άμυνας σε πρωταρχικά στάδια, όπως εύστοχα επισημαίνει. Εδώ, πρέπει να συμπληρωθεί ότι τα όπλα και το προσωπικό επιτελούν άριστα τη δουλειά τους ακόμα και αν μένουν άπρακτοι εν καιρώ ειρήνης. Αυτό δικαιολογείται, υπό το σκεπτικό, ότι λειτουργούν αποτρεπτικά προς οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια προερχόμενη από το εξωτερικό.

3κωμικογράφημα για τον «ευρωστρατό», πηγή The Paradox of a European Army

Αμυντική Βιομηχανία

Κάτω από τη σημαία της Ε.Ε. βρίσκονται μια σειρά από κράτη που διαθέτουν μια άριστη αμυντική βιομηχανία, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Οι επιμέρους διμερείς συνεργασίες κρατών εντός Ε.Ε. είναι επιτρεπτές και βοηθούν στις ανταλλαγές τεχνογνωσίας. Βέβαια, συχνά, τα κράτη-μέλη παράγουν παρόμοια «προϊόντα» με αποτέλεσμα να υπάρχει άτυπος ανταγωνισμός. Ο κλάδος των εξοπλιστικών είναι πράγματι αρκετά επικερδής, εντούτοις, είναι απαραίτητη η οργάνωσή του καθώς αυτό θα πλησιάσει πιο κοντά την ουσία του «ευρωστρατού». Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε η ελληνική προεδρία, επί των ημερών της οποίας ιδρύθηκε ο Ευρωπαϊκός Αμυντικός Οργανισμός (Τραυλός, 2006: 313).

Το πρόσφατο παρελθόν έχει αξιόλογα δείγματα τέτοιων συνεργασιών, όπως το μαχητικό Eurofighter και οι φρεγάτες FREMM. Ήδη από το 2016 Αγγλία-Γαλλία έχουν συμφωνήσει σε ένα πρόγραμμα από κοινού κατασκευής μη-επανδρωμένου αεροσκάφους ύψους 1,54δισ. (Garrun, 2016). Πλέον με το Brexit, οι λοιπές ισχυρές βιομηχανίες κάνουν οι ίδιες προγράμματα, όπως η ανάπτυξη ενός νέου μαχητικού ανάμεσα σε Γαλλία-Γερμανία που συμφωνήθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 2019 (ΑΠΕ-ΜΠΕ & Reuters, 2019). Η Ελλάδα χρειάζεται αυτού του είδους της συνεργασίες διότι αποτελεί έναν εν ενεργεία αγοραστή, ο οποίος στα πλαίσια της συμμαχίας μπορεί να συμπράξει σε ένα έργο μεγάλου μεγέθους μιας και εξακολουθεί να διαθέτει εγκαταστάσεις και προσωπικό, παρά την οικονομική κρίση (ΕΑΣ, ΕΑΒ, Ναυπηγεία). Αντιλαμβανόμαστε, στο σημείο αυτό, ότι η πολιτική γύρω από την άμυνα, και τα παρελκόμενά της, βοηθά και επιμέρους πολιτικές, όπως αυτήν της ανάπτυξης και αυτήν των οικονομικών (Roth, 2017). Η συνεργασία στο πεδίο των εξοπλισμών έγκειται σε μακρόπνοους σχεδιασμούς, οι οποίοι φέρνουν μεγάλες επενδύσεις και νέες καινοτομίες.

Καταληκτικά

Η μελέτη της πολιτικής της Ε.Ε. γύρω από την άμυνα και τα εξοπλιστικά δείχνει ότι μάλλον αυτή θα πρέπει να αλλάξει. Αν το ζητούμενο είναι να έχει κάθε κράτος-μέλος τη δική του πολιτική γύρω από τα ίδια συμφέροντα, τότε ας παραμείνει ως έχει. Αν όμως η Ε.Ε. φιλοδοξεί να παίξει σημαίνοντα ρόλο στο διεθνές γίγνεσθαι, τότε οφείλει να μεταλλάξει τις πολιτικές αυτές και άμεσα να περάσει σε πιο χειροπιαστές διαδικασίες. Το πρακτικό κομμάτι στερείται δράσης και επαφίεται σε συναντήσεις στρατηγών, το δε γραφειοκρατικό-θεσμικό έχει «Βρυξελλοποιηθεί» πλήρως, κατά τον Νιούτζεντ (2012: 548).

Πέρα από τα τυπικά, ξεκινά στο εξής μια νέα συζήτηση γύρω από τις παροχές της Βρετανίας. Πιο αναλυτικά, το Brexit γίνεται σε μια περίοδο που είχε επιδιωχθεί η κοινή συνεργασία σε επίπεδο βιομηχανιών, ενώ, παράλληλα, οι Βρετανοί παρέχουν στρατό στα Battlegroups και πλοία στις επιχειρήσεις της Αφρικής για την πειρατεία. Ορισμένες λειτουργίες, εν ολίγοις, της Πολιτικής της Άμυνας τίθενται εν αμφιβόλω καθώς δεν είναι γνωστό πώς θα δράσει η Βρετανία στον τομέα αυτόν.

Παρά τις αρνητικές εξελίξεις με τη Βρετανία και τον αναδυόμενο ευρωσκεπτικισμό, που θέτει ριζικά υπαρξιακά ερωτήματα, είναι, αναμφίβολα, βέβαιο ότι τα μέλη θα συμφωνήσουν σε μια χάραξη κοινής πορείας. Ίσως δεν έχει καμφθεί η καχυποψία, ίσως δεν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τη μετάβαση στο υπερεθνικό. Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία μιλούν για 20 εν συνόλω αποστολές «ευρωστρατού» σε ρόλο τοποτηρητή, κάτι που σίγουρα συντάσσεται στα ενθαρρυντικά δεδομένα μας. Ιστορικά, η γηραιά ήπειρος μαστίζεται από πολεμικές αναταραχές, εντούτοις όσο τα χρόνια περνούν αυξάνεται η αισιοδοξία και δισεπίλυτα προβλήματα λύνονται με τον διάλογο. Η αμοιβαία συνεργασία και στα θέματα της άμυνας είναι κάτι που πράγματι πρέπει να επιδιώκεται γιατί φέρνει πιο κοντά το όραμα της ενωμένης Ευρώπης.

 

Παράρτημα

  1. Η Ένωση θα συνεισφέρει στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια σύµφωνα µε τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Ένωση αναγνωρίζει την πρωταρχική ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. (http://www.europarl.europa.eu/summits/pdf/hel1_el.pdf)
  2. Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή. Η Ένωση κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη (…) (http://www2.parliament.cy/parliamentgr/101/codified%2030%20march%202010.pdf)
  3. Η δράση της Ένωσης στη διεθνή σκηνή έχει ως γνώμονα και σχεδιάζεται με στόχο να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο τις αρχές που έχουν εμπνεύσει τη δημιουργία, την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή της: τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την οικουμενικότητα και το αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης και τον σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου. (https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:12012M/TXT)
  4. Η πολιτική της Ένωσης κατά την έννοια του παρόντος τμήματος δεν θίγει την ιδιαιτερότητα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών και σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν για ορισμένα κράτη μέλη τα οποία θεωρούν ότι η κοινή τους άμυνα υλοποιείται στα πλαίσια της οργάνωσης της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ), δυνάμει της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού, και συμβιβάζεται με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο αυτό. (https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/LAW134/%CE%A3%CE%95%CE%95.pdf)

Βιβλιογραφία

 

 

Απάντηση