Από την Καλλιόπη Βακαλοπούλου,

Τέλη Δεκεμβρίου 2019. Στους διαδρόμους του Κεντρικού Νοσοκομείου της Γιουχάν, ο οφθαλμολόγος Δρ. Li Wenliang παρατηρεί επτά υποθέσεις ασθενών, οι οποίοι φαίνεται να έχουν πληγεί από «κάτι παρόμοιο» του πανδημικού ιού SARS του 2002-2003. Στις 30 του ίδιου μηνός εφιστά την προσοχή συναδέλφων του για τα συγκεκριμένα περιστατικά και τονίζει την ανάγκη να προμηθευτούν προστατευτικό ρουχισμό για να μη μολυνθούν, ενώ προσπαθεί να προειδοποιήσει και την κυβέρνηση. Τέσσερις μόλις μέρες μετά, ο γιατρός Li οδηγήθηκε στην αστυνομία και διατάχθηκε από το Υπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας να υπογράψει έγγραφο με το οποίο αποδεχόταν ότι διέδιδε παράνομα λανθασμένες φήμες και παραιτούνταν από κάθε παρόμοια ενέργεια. Αυτό που δεν ήξεραν ούτε οι αρχές, ούτε ο επιστήμονας, ήταν ότι ο δεύτερος είχε έρθει σε επαφή με τον νέο κορωνοϊό. Ο Li προσεβλήθη από τον ιό έπειτα από λίγες μέρες και άφησε την τελευταία του πνοή μετά από ένα μήνα, σε ηλικία 34 ετών, σε νοσοκομειακό κρεβάτι. Τελικά, στις 20 Ιανουαρίου, η Κίνα ανακοινώνει το ξέσπασμα του νέου κορωνοϊού, 10 μέρες μετά τη διάγνωση της υγείας του Li.

Στο παρόν άρθρο, δε θα αναλωθούμε ούτε στην επιδημιολογική ανάλυση του νέου κορωνοϊού, Covid-19, ούτε στη γλωσσολογική προσέγγιση του όρου (!). Μια πτυχή του ζητήματος που ελάχιστα θίγεται είναι η πολιτικοοικονομική ανάλυση του ιού στην Κίνα και τον κόσμο. Με άλλα λόγια, η κριτική στις αντιδράσεις των κυβερνήσεων, η ψυχολογία των πολιτών και η εμπιστοσύνη τους στο κράτος, αλλά και οι οικονομικές επιπτώσεις στα παγκόσμια δίκτυα.

Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, οι πολίτες έχουν υπογράψει ένα «άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο» με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Σε αυτό συναινούν να παραμένουν σιωπηλοί, εφόσον το Κόμμα εξασφαλίζει την ευημερία και την υγεία της χώρας. Το ξέσπασμα του κορωνοϊού, αρχικά, φαινόταν να αποτελεί μια συνήθη πρόκληση για την κυβέρνηση, μία ακόμα υποχρέωση διαχείρισης κρίσεων. Παρ’ όλα αυτά, η παγκόσμια εξάπλωση του ιού είναι γεγονός, ενώ οποιοδήποτε σχέδιο γεωγραφικού περιορισμού του αγγίζει, πλέον, τα όρια του φανταστικού. Προφανώς, λοιπόν, το ΚΚΚ δεν διαχειρίστηκε χρηστά τη νέα επιδημική κρίση. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις πολλαπλές καθυστερήσεις λήψης αποφασιστικών μέτρων. Η Κίνα, σε πρώτη φάση, σπατάλησε πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να στοιχειοθετήσει την αντίληψη ότι ο ιός μεταδίδεται μόνο μέσω των ζώων (όλος ο Δεκέμβριος). Αλλά ακόμη και μετά την παραδοχή για τον νέο ιό, προτίμησε να επικοινωνήσει πρώτα με επιστημονικούς όρους και μετά να επιβάλλει την καραντίνα. Μεσολάβησαν οκτώ ώρες. Αν και αυτές θεωρούνται λίγες, στην περίπτωση αυτή ήταν νευραλγικά πολύτιμες, καθώς στο μεσοδιάστημα πλήθος κόσμου εγκατέλειψε την επίμαχη πόλη της Γιουχάν.

Όταν πια ο κρατικός μηχανισμός ενεργοποιήθηκε, έθεσε σε εφαρμογή τη μεγαλύτερη καραντίνα στα χρονικά. Τα δρακόντεια αυτά μέτρα περιόρισαν τον πληθυσμό της Γιουχάν στα σπίτια του. Η κοινωνική και οικονομική ζωή τέθηκε σε αναστολή μέχρι νεωτέρας. Οι δρόμοι της πόλης ερήμωσαν, ενώ τα νοσοκομεία γέμισαν ασφυκτικά. Εντύπωση προκάλεσε η γρήγορη οικοδόμηση κέντρων υγείας και ο ανεφοδιασμός των κατοίκων με αγαθά, κυριολεκτικά από τα παράθυρα των σπιτιών τους. Η διεθνής κοινή γνώμη συνεχάρη την κινεζική κυβέρνηση για την ετοιμότητα και την απόδοσή της.

Αυτό, όμως, που δύσκολα μπορούσε να διαγνωστεί ήταν η υπόκωφη οργή του κινεζικού λαού. Πολλοί άρχισαν να διερωτώνται για τα κίνητρα του Κόμματος. Αφορούσαν την υγεία του λαού ή την εικόνα του Κόμματος; Ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ ήρθε στο προσκήνιο, σε μία από τις ελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις του. Επισκέφτηκε το Πεκίνο, επικοινώνησε με την ιατρική κοινότητα της Γιουχάν και θερμομετρήθηκε δημόσια σε μια προσπάθεια ενθάρρυνσης του λαού. Παράλληλα, η κυβέρνηση ενέτεινε τα μέτρα λογοκρισίας στα ΜΜΕ, επιθυμώντας να προβάλλει το θετικό της έργο. Η γενικευμένη, ωστόσο, σκληρότητα των μέτρων μπορεί κάθε άλλο παρά να παρηγορήσει τις εγκλωβισμένες οικογένειες. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία μίας γυναίκας, της οποίας ολόκληρη η οικογένεια προσεβλήθη από τον ιό. Τα μισά, εντούτοις, μέλη έλαβαν περίθαλψη. Την ίδια στιγμή, σωροί απομακρύνονται άμεσα από τις οικογένειες, χωρίς να γνωρίζουν οι συγγενείς πού εναποτέθηκαν τελικά από τις αρχές.

Έξω από την επικράτεια της Κίνας, κεντρικός στόχος των κυβερνήσεων ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η ετοιμότητα στην εμφάνιση κρουσμάτων κορωνοϊού. Η απάντηση των θεσμών υγείας ήταν γρήγορη στην ενημέρωση του πληθυσμού, παρόλο που ακόμη η συμπτωματολογική λίστα προς διάγνωση άλλοτε στενεύει και άλλοτε διευρύνεται, αποτρέποντας μία ξεκάθαρη εκτίμηση των κρουσμάτων και της θνητότητας. Η βασική διαφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης αυτής, εκ μέρους κρατών διάφορων της Κίνας, έγκειται στην αδυναμία επιβολής εκτεταμένων πρακτικών καραντίνας. Αυτό συμβαίνει είτε για πρακτικούς λόγους, είτε, κυρίως, για νομικούς λόγους. Και αυτό, διότι η καραντίνα αποτελεί μια ακραία μορφή περιορισμού του ανθρώπου, με κίνδυνο να πληγούν περισσότερα άτομα απ’ o,τι θα συνέβαινε, αν δεν επιβαλλόταν η καραντίνα (βλ. κρουαζιερόπλοια στη Σινική Θάλασσα). Για το λόγο αυτό, επιλέγεται η πρακτική της απομόνωσης των ασθενών σε μονάδες υγείας και παρακολούθησης των ατόμων με τα οποία συναναστράφηκαν πρόσφατα. Σε περίπτωση που αυτά τα μέτρα αποδειχθούν ανεπαρκή, τα κράτη θέτουν σε λειτουργία επιπλέον περιορισμούς, όπως κλείσιμο σχολείων, αναβολή δημόσιων συναθροίσεων/δραστηριοτήτων, αποθάρρυνση ταξιδιών. Αφαιρώντας τη δημοσιογραφική κινδυνολογία, θεωρείται πως η αντίδραση στην εκρηκτική εξάπλωση του κορωνοϊού ήταν άμεση και πολύ αποτελεσματικότερη από αυτήν στον ιό SARS. Υπενθυμίζεται ότι ο ιός SARS διαγνώστηκε στην Κίνα το 2002, μετρώντας πάνω από 8000 κρούσματα και 774 θύματα σε χώρες της Ασίας και τον Καναδά.

Από την άλλη, ο τομέας της οικονομίας και του εμπορίου μπορεί να μην παρουσίασε βήχα ή υψηλό πυρετό, αλλά βιώνει μια σημαντική κάμψη, ή καλύτερα δυσκαμψία. Με τον νέο κορωνοϊό εργοστάσια και επιχειρήσεις στην Κίνα σταμάτησαν τη λειτουργία τους ή την περιόρισαν σημαντικά για ολόκληρες εβδομάδες. Η προσφορά και η ζήτηση μειώθηκαν δραματικά, το ίδιο οι καταθέσεις, οι τιμές και οι επενδύσεις. Ακόμη και μετά το πέρας της καραντίνας, η οικονομική επιστροφή της χώρας συντελείται με αργά βήματα, αγγίζοντας λιγότερο από το 50% των επιδόσεών της. Σε παγκόσμια κλίμακα, η Κίνα συντελεί στο 1/5 της παγκόσμιας παραγωγής, αφού είναι ο πρώτος εξαγωγέας και δεύτερος εισαγωγέας. Αναπόφευκτη κατέστη, επομένως, η επίδραση της οικονομικής ύφεσης στη διεθνή αγορά. Ενδεικτικά, τη στιγμή που η ανάπτυξη στην Κίνα μειώθηκε στο 2% από 6%, τα χρηματιστήρια του κόσμου γνωρίζουν ουσιώδη πτώση (πχ. Wall Street -3%, Μιλάνο -6%). Επιπλέον, πρόδηλη είναι και η κρίση στον τουρισμό και στις αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες προβλέπεται να χάσουν έσοδα ύψους 29 δις δολάρια.

Στο σοκ αυτό της αγοράς, η Κίνα ακολουθεί περισσότερο επεμβατικές πολιτικές, προσπαθώντας να αναζωογονήσει την αγορά με τη χρηματοδότηση τραπεζών, την πτώση των επιτοκίων και τη μείωση των φόρων. Αντίθετα, η Ευρώπη και η Αμερική είναι περισσότερο διστακτικές σε τέτοιου είδους επεμβάσεις, ίσως λόγω της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, και επιθυμούν να αποφύγουν σε κάθε περίπτωση τη γενική οικονομική πτώση. Από την πλευρά τους οι επενδυτές φαίνεται να έχουν απωλέσει την εμπιστοσύνη τους στην αγορά, ακόμα και αν οι εκτιμήσεις τους για τις επιπτώσεις του κορωνοϊού μπορεί να είναι υπερβολικές. Οι οικονομολόγοι θεωρούν πως οι ρυθμοί θα επανέλθουν, ίσως, στο δεύτερο τετράμηνο του οικονομικού έτους. Ως τότε κρίνουν απαραίτητες τις βραχείες ενισχύσεις από τους κρατικούς μηχανισμούς, έτσι ώστε η αγορά να επανεκκινηθεί.

Αν πρέπει να εξάγουμε ένα συμπέρασμα από τις πρόσφατες εξελίξεις στο ζήτημα του κορωνοϊού, είναι ότι σίγουρα δε θα είναι ο τελευταίος ιός που θα απασχολήσει την ανθρωπότητα. Σε 6 με 12 μήνες θα έχουμε στα χέρια μας το εμβόλιο και ίσως τη θεραπεία, Και αυτό, μέχρι ο ιός να μεταλλαχθεί, εξελιχθεί κλπ. Ήδη οι επιστήμονες έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη εμπειρία από προηγούμενους ιούς, όπως ο SARS και ο MERS. Σε συνδυασμό με τα δεδομένα από την ολοένα πολυπλοκότερη ζωή του ανθρώπου και την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό περιβάλλον, πρέπει να κατανοήσουμε πως είμαστε σε θέση να διαχειριστούμε κρίσεις, ακόμη και να τις προλάβουμε. Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει ψυχραιμία, ενημέρωση και ορθή κρίση.