της Μαρίας Εμμανουήλ,

Η κλιματική αλλαγή έχει, αναμφισβήτητα, επιφέρει πολυποίκιλες συνέπειες σε επίπεδο περιβαλλοντικό, οικονομικό, ανθρωπιστικό. Τα απότοκα της κλιματικής αλλαγής στο φυσικό περιβάλλον είναι λίγο πολύ γνωστά: αύξηση της θερμοκρασίας, άνοδος της παγκόσμιας μέσης στάθμης της θάλασσας, λιώσιμο των πάγων στους πόλους του πλανήτη, αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, κ.ά..

Η οικονομική διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ωστόσο, περνά συχνά απαρατήρητη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Παρατηρείται, σε γενικά πλαίσια, μια αντίφαση, με τις επιχειρήσεις, οι οποίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την επιδείνωση του φαινομένου, να πλήττονται πρώτες από τις συνέπειες των πράξεών τους. Η ολοένα και συχνότερη επέλαση ακραίων καιρικών φαινομένων δύναται να έχει επιπτώσεις τόσο στις υποδομές των βιομηχανιών, αλλά και στους παραγωγικούς κύκλους, ιδιαίτερα στον τομέα της γεωργίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας και, κατ’ επέκταση, της σταθερότητας σε διεθνές επίπεδο.

Οι  επιπτώσεις  της  κλιματικής  αλλαγής σε ευρύτερο οικονομικό επίπεδο φαίνονται αρκετά «μακρινές» από την καθημερινότητα του μέσου ανθρώπου. Μία από τις σοβαρότερες συνέπειες περιλαμβάνει έναν από τους πιο διαδεδομένους -ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα- όρους, αυτόν του πρόσφυγα. Στο άκουσμα της λέξης «πρόσφυγας», έρχονται στο μυαλό εικόνες ανθρώπων διωκόμενων από τις εστίες τους εξαιτίας του ξεσπάσματος κάποιας πολεμικής σύρραξης. Ο σπανιότερος στη χρήση όρος «κλιματικοί πρόσφυγες» αναφέρεται στους ανθρώπους οι οποίοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν εξαιτίας αλλαγών του περιβάλλοντος στο οποίο διαμένουν. Τέτοιες αλλαγές συνιστούν η ξηρασία, η ερημοποίηση, η άνοδος του επιπέδου της θάλασσας και οι ριζικές αλλαγές στο κλίμα κατοικημένων περιοχών. Η εύρεση της σωστής ορολογίας έχει αποτελέσει αντικείμενο σκέψης στη διεθνή κοινότητα, με την Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης να επικρίνουν τη χρήση του όρου «πρόσφυγας» και να θεωρούν ορθότερη τη χρήση του όρου «περιβαλλοντικός μετανάστης». Η απόφαση αυτή πηγάζει από την Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων (1951), σύμφωνα με την οποία η αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα βασίζεται στον φόβο δίωξης από την χώρα (Άρθρο 1). Στην περίπτωση της περιβαλλοντικής μετανάστευσης, οι άνθρωποι που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές θεωρείται ότι φεύγουν εθελοντικά από τη χώρα τους και όχι ως προϊόν εξαναγκασμού. Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι, προφανώς, ότι μάλλον η επιλογή εγκατάλειψης της πατρογονικής εστίας βασίζεται στην ανάγκη και όχι σε ελεύθερη επιλογή. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, το 2017-18 εκατομμύρια άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν εξαιτίας φυσικών καταστροφών. Ο συγκεκριμένος αριθμός δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο μετακινήσεις από χώρα σε χώρα. Σε κράτη όπως το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και την Ινδία, αρκετά έντονο είναι το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης εξαιτίας περιβαλλοντικών παραγόντων, με αποτέλεσμα την ερήμωση κυρίως αγροτικών περιοχών και την υπέρμετρη πύκνωση του πληθυσμού στις πόλεις.

Οι περιβαλλοντικοί μετανάστες βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση σε νομικό επίπεδο, καθώς δεν προστατεύονται άμεσα από το διεθνές δίκαιο. Όποιος μεταναστεύει για περιβαλλοντικούς λόγους μένει, στην ουσία, χωρίς νομική προστασία και μπορεί να θεωρηθεί παράτυπος μετανάστης από τη χώρα υποδοχής. Καθώς, λοιπόν, δεν συναντούν επαρκώς τα κριτήρια του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης της Γενεύης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αίτησης ασύλου. Επί παραδείγματι, όταν το 2015 ο Ioane Teitiota, ένας άνδρας από τα νησιά του Κιριμπάτι (κεντρικός Ειρηνικός Ωκεανός) αιτήθηκε προσφυγικού ασύλου στη Νέα Ζηλανδία λόγω του κινδύνου να καταστραφεί η κατοικία του εξ’αιτίας της υψηλής στάθμης της θάλασσας, τα δικαστήρια της Νέας Ζηλανδίας απέρριψαν την αίτηση. Η απόφασή τους βασίστηκε στο γεγονός ότι η διαμονή στη χώρα ήταν δυνατή και ανεξάρτητη από την καταστροφή ή μη της συγκεκριμένης κατοικίας.

Υπάρχουν τρεις οπτικές γωνίες σχετικά με την αντιμετώπιση του διεθνούς και καθολικού προβλήματος των περιβαλλοντικών μεταναστών: μια βασισμένη στα παραδεδεγμένα ανθρώπινα δικαιώματα (rights-based approach), μια στην ασφάλεια (security approach) και μια στην ευθύνη (responsibility approach). Η πρώτη και περισσότερο ανθρωποκεντρική προσέγγιση θεωρεί ότι τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής έχουν αποτελέσματα στην ανθρώπινη ύπαρξη τα οποία παραβιάζουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ζωής, της υγείας, της ιδιωτικότητας και της ιδιοκτησίας. Όπως είναι φυσικό, κάποιος μπορεί να στηριχθεί στην υπόθεση ότι τα κράτη έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα, αλλά και συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι σε διαφορετικές κατηγορίες μεταναστών, σύμφωνα με όσα προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Όπως και σε άλλα μείζονα ζητήματα, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει το πρόβλημα του «soft law», των οιονεί νομικών εργαλείων που όμως δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα και εφαρμογή. Τέτοιο χαρακτήρα έχουν, εκτός από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οι αποφάσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (United Nations High Commissioner for Refugees, UNHCR), με τη νομολογία για την αντιμετώπιση των κρατών ως προς τους πρόσφυγες να εκδίδεται μεν, αλλά σπάνια να εφαρμόζεται.

Ο δεύτερος τρόπος προσέγγισης του συγκεκριμένου θέματος, ο οποίος αφορά την διεθνή ασφάλεια, στηρίζεται στην θεωρία της αλληλεξάρτησης μεταξύ της ευαλωτότητας του ανθρώπου και της κρατικής ασφάλειας. Η μετανάστευση γενικότερα, πόσο μάλλον η περιβαλλοντική, δύναται να προκαλέσει όχι μόνο εσωτερικές αναταράξεις στη χώρα υποδοχής, αλλά και να επιφέρει διεθνείς συνέπειες. Όταν αναφερόμαστε στην επίτευξη διεθνούς και εσωτερικής ασφάλειας, υπάρχουν δύο εκδοχές. Από τη μία πλευρά, υφίσταται η έμφαση στη μείωση των απειλών, η οποία όμως ίσως να μην περιέχει απόλυτα ηθικές πρακτικές και η οποία θεωρεί, στην προκειμένη περίπτωση, την κλιματική αλλαγή ως έναν «πολλαπλασιαστή» των ήδη υφιστάμενων απειλών. Η δεύτερη εκδοχή, αντιθέτως, εστιάζει πρωτίστως στην ανθρώπινη ασφάλεια και θεωρεί την απειλή του φυσικού περιβάλλοντος απειλή στην ίδια την ειρήνη και ανάπτυξη.

Τρίτον, υπάρχει η προσέγγιση βασισμένη στην ευθύνη, η οποία έχει νομικές, πολιτικές και ηθικές συνιστώσες. Η νομική διάσταση αφορά τον συνδυασμό της εφαρμογής του περιβαλλοντικού δικαίου, του δημοσίου διεθνούς δικαίου -συγκεκριμένα του δικαίου της διεθνούς ευθύνης των κρατών-, της αρχής της μη χρήσης βίας σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και της εφαρμογής κυρίως οικονομικών κυρώσεων. Όπως είναι προφανές, η τρίτη και τελευταία πρόταση αντιμετώπισης του ζητήματος των περιβαλλοντικών μεταναστών είναι, αν και η καλύτερη δομημένη από τις τρεις, δύσκολο να εφαρμοστεί εξαιτίας της μη θέλησης των κρατών να παραδεχτούν τόσο την υπαιτιότητα όσο και την υποχρέωσή τους. Το πολιτικό και ηθικό υπόβαθρο της ευθύνης είναι αλληλένδετα. Η πολιτική στοχεύει, στην ουσία, στην επίτευξη του καλύτερου και περισσότερο συμφέροντος αποτελέσματος για τον εκάστοτε δρώντα, ενώ ο ρόλος της ηθικής είναι κατά κάποιον τρόπο “περιοριστικός” και κατευθύνει την πολιτική δράση από το ίδιον προς το κοινό συμφέρον. Κάτι τέτοιο είναι, φυσικά, απαραίτητο σε κάθε περίπτωση, πόσο μάλλον όταν το θέμα προς αντιμετώπιση έχει βαθιά ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

Ποια είναι, εν τέλει, η θέση των κλιματικών προσφύγων στη διεθνή σκηνή και ποιες είναι, κατ’ επέκταση, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις; Είναι προφανές πως η επίλυση της κλιματικής αλλαγής ως «πηγή του κακού» αποτελεί τουλάχιστον ουτοπία. Ως αποτέλεσμα, μια επαρκής αντιμετώπιση ενός τόσο πολύπλοκου ζητήματος που, μεταξύ άλλων, έχει χαρακτήρα βαθιά ανθρωπιστικό και δεν έχει ρίζες, για παράδειγμα, μόνο σε οικονομικά μοντέλα ή επιχειρηματικές αποτυχίες είναι αναγκαίο να εξεταστεί σε σκέλη. Αρχικά, το διεθνές δίκαιο πρέπει οπωσδήποτε να εκσυγχρονιστεί με την πραγματικότητα, ώστε να αποτελέσει ένα εργαλείο προστασίας για άτομα που, άθελά τους, εγκαταλείπουν το σπίτι τους εξαιτίας ακραίων καιρικών και φυσικών φαινομένων. Η νομική αναγνώριση αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας μεταναστών είναι αυτή που θα επιφέρει τόσο τα δικαιώματα, όσο και τις υποχρεώσεις που τους αναλογούν. Επιπροσθέτως, τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί, από ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών μέχρι και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν, στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να εφαρμόσουν πολιτικές σχετικές με την διοχέτευση και αξιοποίηση αυτών των ανθρώπων σε διάφορες χώρες και, όπου είναι δυνατόν, την αποκατάσταση  των εστιών τους. Πέραν αυτού, ωστόσο, σημαντικότερη παράμετρο συνιστά η πρόληψη όσον αφορά στα μέτρα που είναι απαραίτητο να ληφθούν ώστε να περιοριστούν οι πιθανότητες καταστροφής ιδιαζόντως επίμαχων περιοχών.

Ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση συνέβη εκ μέρους του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την 21 Ιανουαρίου 2020, όταν εκδόθηκε η απόφαση CCPR/C/127/D/2728/2016 βασισμένη στην καταγγελία του Ioane Teitiota μετά την προαναφερθείσα απόφαση των δικαστηρίων της Νέας Ζηλανδίας να μην δοθεί άσυλο σε εκείνον και την οικογένειά του. Με αυτήν του την απόφαση, ο Οργανισμός καθιστά παράνομη την δικαιοδοσία των κρατών υποδοχής να απελαύνουν από τη χώρα τους περιβαλλοντικούς μετανάστες και, μέσω του εξαναγκασμού, να μην τους αφήνουν άλλη επιλογή από το να επιστρέψουν στις πληγείσες περιοχές. Είναι, όμως, ρητή στην απόφαση της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα η αναγκαιότητα απόδειξης της μη βιωσιμότητας της εκάστοτε πατρίδας για την παροχή ασύλου από το κράτος υποδοχής. Το μέλλον είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω προσωρινών και πιθανώς μη βιώσιμων λύσεων. Μέσω όμως, τέτοιων αποφάσεων μπορούν να τεθούν οι βάσεις για την καλυτέρευση των συνθηκών, σε συνδυασμό με την εφαρμογή πρακτικών βιώσιμης, αειφόρου ανάπτυξης και, πάνω απ’ όλα, σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον.