της Σοφίας Κούτρα,

“Αν μετρήσετε με πόσους συμβιβασμούς συζούμε θα καταλάβετε ότι η επιβίωση είναι μια σπουδαία ηθοποιός, με ιδιαίτερη ευχέρεια να υποδύεται την αντοχή”(Κική Δημουλά). Και αν επίσης υπολογίσετε με πόσες χαρές και λύπες ο άνθρωπος συνυπάρχει, με πόσες ιδέες και σκέψεις για εξέλιξη ή -άλλοτε- με μια τάση για στασιμότητα, θα συνειδητοποιήσετε πως η ποίηση αποτελεί την επανάσταση και την φωνή όλων αυτών; Γιατί αυτή είναι η ποίηση. Η φωνή όλων. Ένα μήνυμα ελπίδας στους δύσκολους καιρούς. Ένα μήνυμα αντίστασης ενάντια στη καταπίεση κάθε λογής, ένα όπλο ικανό να υπερνικήσει κάθε είδους ανασφάλεια και φόβο.

Στη ποίηση αποτυπώθηκαν και αποτυπώνονται όλες οι μεγάλες αλήθειες για τις κοινωνικές εξεγέρσεις από το κίνημα των φοιτητών της 17ης Νοέμβρη, με το “Εδώ πολυτεχνείο” να ηχεί πλέον σαν ένας γνώριμος ήχος στα αυτιά μας, έως και τη σήμερον ημέρα, με στίχους που μέσα σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας φωτίζουν την ελπίδα, εκπέμπουν σήμα ένωσης και αλληλεγγύης προς αντιμετώπιση της, επισήμως πλέον, πανδημίας του COVID-19.

Είναι αληθές πως η μεγάλη εξέγερση του Πολυτεχνείου κατά του καθεστώτος της Χούντας των Συνταγματαρχών άφησε το στίγμα της στις εξελίξεις μετά την πτώση της δικτατορίας  και επηρέασε σημαντικά την κοινωνική, πολιτική, αλλά και την πολιτιστική ζωή του τόπου. Η ποίηση, ως φορέας της συλλογικής μνήμης και κοινωνός ιδεών, παρέμενε πάντα ζωντανή. Η πληροφορία δεν χανόταν με τη ροή των εξελίξεων, αλλά πάντα στοχευμένα κατηύθυνε το ευρύ κοινό στον ορθό δρόμο, στην ιδέα της υγιούς αντίστασης, στην επανάσταση των ιδεών και όχι των όπλων. Ο αποτροπιασμός μπροστά στα νέα εγκλήματα εκείνης της περιόδου (1967-1974), στα βασανιστήρια και την εξορία, ανακατεύτηκαν με τις παλιές ανθρώπινες πληγές, ζυμώθηκαν με την ελπίδα και έγιναν στίχοι. Με τα ποιήματα του Στέλιο Γεράνη, του Νικηφόρου Βρεττάκου, της Μάχης Μουζάκη και πολλών ακόμη, κατέστη δυνατό και σαφές στον απλό λαό το εξής: πως υπό το πρίσμα της δικτατορίας των συνταγματαρχών η νομιμότητα λειτουργούσε μόνο υπό την αίρεση της νομιμοφροσύνης. Η παραβίαση των ατομικών ελευθεριών και ο περιορισμός θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτό του συνέρχεσθαι, περιβλήθησαν του πέπλου της νομιμότητας με βάση περιστασιακά νομοθετικά κείμενα αμφίβολης ισχύος. Στο λεγόμενο Παρα-Σύνταγμα, ευτυχώς για εμάς, κριτικά εναντιώθηκε η πνευματικότητα των συγγραφέων της εποχής. Πνευματικότητα που μας δίδαξε μέσα από τα εκατοντάδες έργα, όπως το “Τριάντα χρόνια στη βροχή” του Νικηφόρου Βρεττάκου.

Εναλλάσσοντας τον λυρισμό με τον δυναμισμό της έκφρασης, τροφοδοτούμενα από τις αυταρχικές πρακτικές και τα πολιτικά-ιδεολογικά διακυβεύματα της δικτατορίας, τα ποιήματα της εποχής προσδιορίζουν “το πρόταγμα της υπέρβασης που δεν γνωρίζει σύνορα”, όπως χαρακτηριστικά δήλωνε η Μάχη Μουζάκη.

Οφείλει, όμως, η ποίηση να πραγματώσει κάποιον συγκεκριμένο και εκ των προτέρων προσδιορισμένο κοινωνικό ρόλο; Υπάρχει ρόλος για την ποίηση; Δεδομένου ότι ζούμε σε εποχές δύσκολες που τις χαρακτηρίζουν κρίσεις περιστασιακές και μη, τόσο στο κλάδο της οικονομίας και της υγείας, όσο και της κοινωνικής πολιτικής, η ποίηση θα μπορούσε να λάβει το ρόλο μαιευτήρα. Ένας μαιευτήρας που ξεγεννάει εκπλήξεις, αισιοδοξία, συμπόνια, ελπίδα και αρετή. Όλα αυτά τα συναισθήματα, όμως, δεν τα καλλιεργεί η συμβατική ποίηση, η ψεύτικη, η άνευρη, η ενδοσκοπική που τραυλίζει προσωπικά ψυχοδράματα, όπως έγραψε και ο Ντίνος Σιώτης στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” σε μια προσπάθεια να περιγράψει την έννοια του υγιούς ποιητικού λόγου. Αντίθετα, όμως, η συλλογική ποίηση είναι αυτή που στη σύγχρονη εποχή μπορεί να εμπνεύσει, να προωθήσει ευγενή πρότυπα και να  διαπαιδαγωγήσει ακόμη τον σύγχρονο Έλληνα και τον κάθε πολίτη του κόσμου. Ο ρόλος του ποιητή διαφέρει από το τρόπο με τον οποίο αυτός δημιουργούσε τέχνη στο παρελθόν. Ο ποιητής και ο κάθε συγγραφέας πλέον δεν δύναται να αποκόπτεται από την πραγματικότητα, γιατί τη “καλή” ποίηση δε τη χαρακτηρίζει ο ιδιωτικός χρόνος, αλλά ο συλλογικός. Μάλιστα, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, καθίσταται αναγκαίο ο ποιητής να αντιμετωπίζει με ταπεινότητα και σεμνότητα τη τέχνη του, τα επιτεύγματα του και την αναγνωρισιμότητα που αποκτά εν μέσω αυτών. Το ακριβές περιεχόμενο της παραπάνω πρότασης αποτυπώνεται άριστα στην παρακάτω έκφραση μιας ποιήτριας που θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία της ποίησης, άλλως της ανθρωπότητας, της Κικής Δημουλά: “Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.”

Καταλήγοντας, λοιπόν, και λαμβανομένης υπόψη της συνεισφοράς των ποιητικών συλλογών στα κοινωνικά δρώμενα, στην διακίνηση των ιδεών και των νεωτεριστικών-αν όχι έστω τις περισσότερες φορές-σκέψεων, η ποίηση μας χρειάζεται, διότι μας λυτρώνει. Στη ζωή δεν ήρθαμε μόνο για να την χαιρόμαστε, αλλά και για να την προετοιμάζουμε με βέλτιστο τρόπο για τις επόμενες γενιές. Και ίσως αυτός είναι ο ηθικός ρόλος της ποίησης, να μας υπενθυμίζει τα ανωτέρω, να ανοίγει μια χαραμάδα απ’ όπου περνά λίγο φως, λίγη χαρά, λίγη αισιοδοξία, λίγη λύτρωση, λίγο χρώμα. Δεν είναι η ποίηση κάτι το άχρηστο, όπως λένε οι τεχνοκράτες και οι μεταπραγματιστές, δεν είναι κάτι το ανώφελο, αλλά αντίθετα μια φωνή απ’ το πουθενά που πολλές φορές μας ψιθυρίζει:

“Μακρύ και κουραστικό ταξίδι το πεπρωμένο μα, το χειρότερο..πας ή έρχεσαι; Δεν ξέρεις”

(Κική Δημουλά)