Περιβαλλοντική Προστασία και Τουριστική Ανάπτυξη στην Ελλάδα

της Κωνσταντίνας Κουραχάνη,

Εισαγωγή

Ο τουρισμός και το περιβάλλον είναι δύο μεγέθη που τελούν σε στενή σχέση αλληλεξάρτησης δεδομένου ότι το δεύτερο υπό την ειδικότερη έκφανση των φυσικών πόρων (θάλασσα, γη, κτλ.) εισρέει στην τουριστική παραγωγική διαδικασία είτε ως κίνητρο ανάπτυξης τουριστικής δραστηριότητας, είτε ως το ίδιο το τουριστικό προϊόν. (Αθανασίου, 2007)

Ο τουρισμός εμφανίστηκε μεταπολεμικά τη δεκαετία του 1960 και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ως το φαινόμενο που συγκροτείται από κάθε είδους μετακινήσεις, είτε δια μέσου διεθνών συνόρων, είτε όχι, διάρκειας πάνω από 24 ώρες και για ποικίλους λόγους, με εξαίρεση τη μετανάστευση και την τακτική ημερήσια απασχόληση (Κομίλης και Βαγιονής, 2001). Σήμερα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους προορισμούς με την υψηλότερη ζήτηση προσελκύοντας 30,1 εκατομμύρια αφίξεις το 2018. Ο τουρισμός αποτελεί, έτσι, έναν από τους σημαντικότερους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας της χώρας (Alfavita, 2019). Η τουριστική δραστηριότητα στη χώρα χαρακτηρίζεται από την έντονη εποχικότητα με ένταση τους θερινούς μήνες και την αυξημένη  συγκέντρωση σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές, υιοθετώντας το μοντέλο του μαζικού τουρισμού «ήλιου θάλασσας». Γενικά, στηρίζεται σε μικρές, έως πολύ μικρές, μονάδες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις στα νησιά εντοπίζονται πολεοδομικές και χωροταξικές παρατυπίες. (Ο.Κ.Ε., 2008)

Το περιβάλλον ως σύνολο έμβιων και μη παραγόντων που συγκροτούν οικοσυστήματα προστατεύεται από τις ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες που το απειλούν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του τουρισμού, μέσω πολλών νομοθετημάτων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Αυτό συμβαίνει γιατί ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση διαβίωσης του ανθρώπου και των άλλων ειδών. (Βλαχόπουλος, 2017)

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Τα προβλήματα τα οποία προκύπτουν από την τουριστική ανάπτυξη σε ελληνικούς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς (πρβλ. νησιά του Αιγαίου) εντοπίζονται στους φυσικούς πόρους και στη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Τα προβλήματα αυτά συναρτώνται άμεσα με τις μαζικές αφίξεις ατόμων σε συγκεκριμένους τουριστικούς προορισμούς  σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους (πρβλ. θερινοί μήνες), γεγονός που δύναται να υπερβαίνει τα όρια αντοχής των τόπων υποδοχής. Γι’ αυτό, κρίνεται απαραίτητος ο καθορισμός  της φέρουσας ικανότητας κάθε τουριστικού προορισμού,  η οποία υπολογίζεται μεταξύ άλλων και βάσει της περιβαλλοντικής απαίτησης για διατήρηση βιωσιμότητας των φυσικών και δομημένων στοιχείων  του τόπου υποδοχής. (Ποδηματάς, 2008)

Ειδικότερα, διαπιστώνεται υπεράντληση ύδατος εξαιτίας των αυξημένων αναγκών που δημιουργεί η τουριστική δραστηριότητα σε κάποιον προορισμό όπως αυτών της καθαριότητας, της πόσης, της συντήρησης των κήπων κλπ. Το φαινόμενο είναι εντονότερο στις νησιωτικές και παράκτιες περιοχές της χώρας κατά τους θερινούς μήνες όπου τα αποθέματα νερού είναι περιορισμένα οδηγώντας περαιτέρω στην υφαλμύρινση των υδάτων. Αυτό σημαίνει ότι το γλυκό νερό καθίσταται πλέον μη πόσιμο, ενώ ταυτόχρονα επέρχεται αλάτωση των γεωργικών εδαφών τα οποία αρδεύονται με τα ίδια αποθέματα νερού με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις που συνεπάγεται στην γεωργική παραγωγή και στην εδαφική ισορροπία του τοπικού οικοσυστήματος. Επέρχεται έτσι υποβάθμιση υπό τη μορφή της ερημοποίησης με ξηροθερμικές και ύφυγρες περιοχές με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νησιωτική Ελλάδα.

Η περίπτωση της Ηρακλειάς στις Κυκλάδες αναδεικνύει το παραπάνω ζήτημα, καθώς εκεί η ημερήσια κατανάλωση νερού κατά το χειμώνα ανέρχεται σε 30m3,ενώ το καλοκαίρι εξαιτίας και της τουριστικής κίνησης, αυτή φτάνει τα 150 m3. (Τσάρτας et al., 2010)

Ακόμα, η παρεμπόδιση του υδρογραφικού δικτύου με παράνομες κατασκευές και μπαζώματα, η κακή εν γένει χωροθέτηση, καθώς και ο ανεπαρκής σχεδιασμός έργων προξενούν διάβρωση του τοπίου και γεωμορφολογική μεταβολή των περιοχών. Η ανεξέλεγκτη κατασκευή εγκαταστάσεων σε τουριστικές και εν δυνάμει τουριστικές περιοχές επιφέρει με τη σειρά της ανισορροπία στα οικοσυστήματα της ευρύτερης περιοχής, πέραν της αισθητικής υποβάθμισης του τοπίου. (Τσάρτας et al., 2010)

Με εξαίρεση το παράδειγμα της Τήλου, μέχρι σήμερα, λίγες είναι οι πρωτοβουλίες που έχουν αναλάβει οι τουριστικοί παράγοντες (βλ. ντόπιοι, τοπική αυτοδιοίκηση, τουριστικές επιχειρήσεις) σχετικά με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε περιόδους που oι ενεργειακές ανάγκες αυξάνουν κατακόρυφα. Η αυξημένη χρήση μηχανών εσωτερικής καύσης, λ.χ. αμάξια, και η λειτουργία μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων, που καταναλώνουν ορυκτά καύσιμα σε περιοχές με έντονη τουριστική κίνηση, έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο μικρό κλίμα της περιοχής. Ωστόσο, το περιβαλλοντικό κόστος –υπό τη μορφή της ατμοσφαιρικής ρύπανσης- του τουρισμού με το μεγαλύτερο αποτύπωμα εντοπίζεται στις μετακινήσεις, στις εκπομπές αερίων της παγκόσμιας αεροπορικής βιομηχανίας που εξυπηρετεί στη μετακίνηση των τουριστών. Ενδεικτικά, οι τουριστικές μεταφορές αποτελούν το 3% της καταναλισκόμενης ενέργειας στην Ευρώπη και ευθύνονται για περισσότερο από το 50% των εκπομπών οξειδίου του αζώτου που σχετίζεται με το φωτοχημικό νέφος. (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001)

Η λανθασμένη ή πλημμελής διαχείριση των απορριμμάτων, τα οποία κατά τις περιόδους αιχμής της τουριστικής κίνησης πολλαπλασιάζονται, οδηγούν σε καταστροφικές συνέπειες για το περιβάλλον και επηρεάζουν όλους τους φυσικούς πόρους. Η λειτουργία παράνομων χωματερών πέραν της αισθητικής υποβάθμισης του τοπίου, μολύνει τον υδροφόρο και χερσαίο ορίζοντα θέτοντας σε κίνδυνο την θαλάσσια και χερσαία χλωρίδα και πανίδα. Παράλληλα, ο κίνδυνος ανάφλεξης ή σκόπιμης καύσης των εκεί απορριμμάτων είναι μεγάλος και όταν συμβαίνει απελευθερώνει βλαβερές χημικές ουσίες στην ατμόσφαιρα επιβαρύνοντάς την. Το 10% των πυρκαγιών ετησίως στην Ελλάδα αποδίδεται στις παράνομες χωματερές. (Τσάρτας et al., 2010)

Με τη διάθεση αποβλήτων συνδέεται και ο ευτροφισμός των θαλασσών και των λιμνών από αγωγούς λυμάτων, που εμφανίζεται ως υπερβολική ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν και άλλων οργανισμών, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη βλαβερών οργανισμών που μολύνουν τους υδάτινους πόρους. Ενδεικτικά του εν λόγω προβλήματος είναι τα πρόστιμα που καταβάλει η Ελλάδα για τη λειτουργία παράνομων χωματερών στο Νότιο Αιγαίο, τα οποία ανήλθαν στα τρία εκατομμύρια το 2015, 2,4 εκ. το 2016, δύο εκατομμύρια το 2017 και 920 χιλιάδες το πρώτο εξάμηνο του 2018. (Mykonosvoice.gr, 2018)

Η άτακτη επέκταση των υποδομών και των οικισμών με μοναδικό σκοπό το κέρδος μέσω της  προσέλκυσης μεγαλύτερου αριθμού τουριστών και της διευκόλυνσής τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φέρουσα ικανότητα του τόπου, δύναται να διαταράξει τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Ο κατακερματισμός του φυσικού χώρου με τη χάραξη δρόμων και ο θόρυβος υποβαθμίζουν περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές και περιορίζουν το ζωτικό χώρο, παρεμποδίζοντας την επικοινωνία και τη διακίνηση των ειδών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις σπάνιων ειδών ζώων που επηρεάζονται από το φαινόμενο του μαζικού τουρισμού είναι η χελώνα Caretta-Caretta που γεννά τα αυγά της σε παραλίες της Ζακύνθου την εποχή που υπάρχει έντονη τουριστική παρουσία, καθώς και η φώκια Monachus-Monachus που εγκαταλείπει θαλάσσιες περιοχές ως απόρροια των θαλάσσιων μηχανοκίνητων αθλητικών δραστηριοτήτων. (Τσάρτας et al., 2010)

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια έννομη τάξη στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη-μέλη παραχωρούν αρμοδιότητες που αναγνωρίζονται εκ των Συνθηκών με βάση την αρχή της δοτής αρμοδιότητας (4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση εις το εξής ΣΕΕ).

Στον τομέα του περιβάλλοντος η ΕΕ έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη- μέλη βάσει του 4 παρ. 2 στοιχ. ε’ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, εις το εξής ΣΛΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι τα τελευταία  δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις (2 παρ. 2 ΣΛΕΕ). Η άσκησή της διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας (5 παρ. 3,4 ΣΕΕ), ήτοι η ΕΕ προβαίνει σε νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν το περιβάλλον μόνο και στο μέτρο που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα σε ενωσιακό απ’ ότι σε εθνικό επίπεδο.

Ο τουρισμός, από την άλλη, ανήκει στις υποστηρικτικές αρμοδιότητες της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 6 στοιχ. δ’ ΣΛΕΕ, γεγονός που συνεπάγεται ότι η ΕΕ υποστηρίζει, συντονίζει, ακόμα και  συμπληρώνει τη δράση των κρατών- μελών στον εν λόγω τομέα, χωρίς να αντικαθιστά την αρμοδιότητα των τελευταίων (2 παρ. 5 ΣΛΕΕ).

Σημειώνεται ότι οι αρμοδιότητες στην Ένωση δεν απονέμονται καθ’ ύλην όπως συμβαίνει στα ομοσπονδιακά κράτη, αλλά η απονομή γίνεται σύμφωνα με τους σκοπούς που επιδιώκουν οι Συνθήκες, ανάλογα με τον τομέα αρμοδιότητας και πάντα συμφώνως ως προς την αρχή της αναλογικότητας (5 παρ. 4 ΣΕΕ). (Χριστιανός, 2011)

 Σε αυτό το πλαίσιο,  το άρθρο 191 παρ. 1 ΣΛΕΕ αναγγέλλει ότι η ΕΕ θα νομοθετεί ως προς το περιβάλλον με γνώμονα συγκεκριμένους στόχους και ειδικότερα  την καταπολέμηση παγκόσμιων και περιφερειακών περιβαλλοντικών προβλημάτων, την ανθρώπινη υγεία, την αναβάθμιση και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διατυπώνει τις αρχές με βάση τις οποίες η ΕΕ θεσπίζει το παράγωγο για το περιβάλλον δίκαιο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η αρχή της επανόρθωσης των προσβολών του περιβάλλοντος, οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, η αρχή της αειφορίας. (Βλαχόπουλος, 2017)

Η μέριμνα της ΕΕ για το περιβάλλον εκδηλώνεται με ένα από τα πιο φιλόδοξα ευρωπαϊκά προγράμματα που το αφορούν. Πρόκειται για το δίκτυο Natura 2000 που στοχεύει στη προστασία περιοχών κρατών-μελών της ΕΕ, των οποίων η διατήρηση θεωρείται ζωτικής σημασίας για σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας. Το δίκτυο αυτό ιδρύθηκε το Μάιο του 1992 και βασίζεται στην οδηγία για τους οικότοπους (92/43/ΕΟΚ) και στην οδηγία για τα πτηνά (79/409/ΕΟΚ). Οι περιοχές επιλέγονται και προτείνονται από τα κράτη μέλη. Έπειτα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφού εξετάσει, με τη συνδρομή  του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), τη συμβολή των προτεινόμενων περιοχών στην κατάσταση διατήρησης κάθε τύπου οικοτόπου και κάθε είδους, κρίνει αν οι εν λόγω περιοχές πληρούν τις προϋποθέσεις των οδηγιών, προκειμένου οι κατάλογοι των περιοχών να εγκριθούν από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να κληθούν να τις χαρακτηρίσουν «Ειδικές Ζώνες Διατήρησης» (ΕΖΔ), το αργότερο, εντός μιας εξαετίας. Η επιλογή γίνεται βάσει επιστημονικών στοιχείων και με γνώμονα τη βιώσιμη διατήρηση ειδών και βιοτόπων που συνιστούν εξαιρετικά παραδείγματα της βιοποικιλότητας της ευρωπαϊκής ηπείρου και βρίσκονται υπό απειλή. Το 2016, η συνολική έκταση γης που καλύπτει το δίκτυο Natura 2000 ανερχόταν στο 18% της συνολικής χερσαίας έκτασης της ΕΕ. (European Commission, 2019 upd.)

Επισημαίνεται ότι, η ένταξη περιοχών στο δίκτυο Natura δεν απαγορεύει την οικονομική και κοινωνική τους πρόοδο. Αντιθέτως, ενθαρρύνει τη συνύπαρξη του δικτύου με την ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας, υποκείμενης όμως σε αυστηρούς σχετικά όρους.

Η συμπληρωματική δράση της ΕΕ στον τομέα του τουρισμού αποσκοπεί στην προαγωγή της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών επιχειρήσεων της Ένωσης με την προαγωγή δημιουργίας ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, καθώς και την ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών ( 195 ΣΛΕΕ). Χαρακτηριστική περίπτωση αυτού αποτελούν οι επιδοτήσεις από το ΕΣΠΑ για τουριστικές επενδύσεις, όπως αυτή του 2017 ανερχόμενη σε 200.000 ευρώ. (iefimerida, 2017)

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 24 παρ. 1  θεσπίζει το δικαίωμα στο περιβάλλον. Τα κρατικά όργανα (νομοθετικά, διοικητικά, δικαστικά) υποχρεούνται να προστατεύουν το περιβάλλον και τα άτομα δικαιούται να το αξιώνουν. Η εν λόγω υποχρέωση διαφαίνεται και εξειδικεύεται στο πλαίσιο νομοθετικών διατάξεων, λ.χ. Ν.1650/1986, περί προστασίας περιβάλλοντος, Ν.4269/2014 περί βιώσιμης οικιστικής ανάπτυξης των πόλεων και οικισμών της χώρας. Η περαιτέρω ανάλυση των νομοθετημάτων ξεφεύγει από το αντικείμενο και το σκοπό της έρευνας. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι, με το Ν.1650 καθιερώνεται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων ως ένα από τα σπουδαιότερα εργαλεία εφαρμογής των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης. Βάσει αυτής, αφού τα διοικητικά όργανα λάβουν υπόψη τους κινδύνους υλοποίησης του εκάστοτε σχεδίου για το φυσικό, πολιτιστικό, οικιστικό και εν γένει ανθρωπογενές περιβάλλον, προβαίνουν στην έγκριση ή μη του σχεδίου. Τα άτομα από την άλλη αξιώνουν την προστασία του δικαιώματός τους όταν κρίνουν ότι καταπατάται προσφεύγοντας στα διοικητικά δικαστήρια. (Βλαχόπουλος, 2017)

Το δικαίωμα, όμως, στο περιβάλλον δεν είναι άνευ περιορισμών. Και αυτό γιατί το ελληνικό Σύνταγμα απονέμει ένα πλέγμα δικαιωμάτων στα άτομα. Στο πλέγμα αυτό περιλαμβάνονται η οικονομική ελευθερία, υπό την ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας ( 106 παρ. 1 Σ.), η ιδιοκτησία (17 Σ.) καθώς επίσης και η προστασία της εργασίας (22 παρ. 1 Σ.). Ο τουρισμός συνιστά, λοιπόν, μια δραστηριότητα που εμπίπτει και πραγματώνει τα εν λόγω δικαιώματα. Πράγματι, υπό της επιταγές του Συντάγματος τα άτομα θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα να προσφέρουν υπηρεσίες μεταφορών, διαμονής, εστίασης, οτιδήποτε άλλο αποτελεί το λεγόμενο τουριστικό προϊόν (Κουσκουνά, 2012), ενώ ο τουρισμός είναι ένας κλάδος της οικονομίας που συμβάλει αποφασιστικά στη συνολική απασχόληση με 25,9 %  των απασχολουμένων το 2018. (SETE, 2018)

Παρατηρείται, συνεπώς,  ότι το δημόσιο συμφέρον υπό την ειδικότερη έκφανση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης δύναται να συγκρούεται με το δικαίωμα στο περιβάλλον  και συνακόλουθα να το περιορίζει. Ο συντακτικός νομοθέτης έχοντας συλλάβει την ιδιαιτερότητα του δικαιώματος στο περιβάλλον με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, συμπεριλαμβάνει στους φορείς του δικαιώματος και τις μέλλουσες γενεές μέσω της κατοχύρωσης της αρχής της αειφορίας, η οποία επιτάσσει ακριβώς τη στάθμιση της οικονομικής ανάπτυξης με την περιβαλλοντική προστασία. (Βλαχόπουλος, 2017)

Προκειμένου να κριθεί η συνταγματικότητα από τον εθνικό νομοθέτη ή και τον δικαστή, όταν τίθεται ζήτημα διαφοράς, η σύγκρουση επιλύεται και το μέτρο του περιορισμού ανευρίσκεται ad hoc σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας (25 παρ. 1 Σ), από τη μία, και της σύμφωνης εναρμόνισης, από την άλλη. (Βλαχόπουλος, 2017)

Σύμφωνα με την πρώτη, το περιοριστικό του δικαιώματος μέτρο για να μην παραβιάζει το Σύνταγμα θα πρέπει να είναι κατάλληλο, αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και οι δυσμενείς συνέπειες από την εφαρμογή του να μην είναι δυσανάλογες συγκριτικά με τα προσδοκώμενα οφέλη. Βάσει αυτής της αρχής πολλοί περιορισμοί δικαιωμάτων κρίθηκαν αντισυνταγματικοί από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων.

Η αρχή της σύμφωνης εναρμόνισης επιβάλλει την αμοιβαία υποχώρηση καθενός από τα συγκρουόμενα συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα, έτσι ώστε να ασκούνται και τα δύο παράλληλα χωρίς να θίγεται ο «πυρήνας» κανενός.

Προκειμένου να γίνει καλύτερα αντιληπτός ο μηχανισμός επίλυσης της σύγκρουσης και στάθμισης κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν κάποια παραδείγματα.

Έτσι, με την απόφαση 2062/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας απαγορεύτηκε η λειτουργία συγκεκριμένων βιομηχανικών μονάδων υψηλής όχλησης σε ορισμένη περιοχή, επί της αρχής ότι οι περιορισμοί των δραστηριοτήτων που είναι επιβαρυντικές για το περιβάλλον κρίνονται συνταγματικοί.

Μια άλλη περίπτωση, συνιστά  η ανέγερση μεγάλης τουριστικής μονάδας στη λιμνοθάλασσα Αντινιώτη της Κέρκυρας, η οποία υπάγεται στο δίκτυο Natura. Το 2008, έπειτα από καταγγελία της τοπικής κοινωνίας λόγω διαφόρων παρανομιών (παράνομες εργασίες εκσκαφής και επιχωματώσεων στο υγροτοπικό δίκτυο ελλείψει σχετικής αδείας) διαπιστώθηκε η αναρμοδιότητα περιβαλλοντικής αδειοδότησης της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, στοιχειοθετώντας αντίστοιχη αρμοδιότητα του ΥΠΕΧΩΔΕ για έργα που βρίσκονται εντός περιοχών Natura.

Ακόμα, το 2009,  η Ευρωπαική Επιτροπή κατόπιν προσφυγών έκρινε ότι υφίσταται  παραβίαση της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, αφορούσα προστατευόμενες περιοχές Natura, καθώς η προβλεπόμενη διέλευση εθνικού αυτοκινητοδρόμου από την λίμνη Καϊάφα θα διατάρασσε σοβαρά την ισορροπία του οικοσυστήματος. Κατόπιν τούτου, επιβλήθηκε η αναθεώρηση των σχεδίων για οποιαδήποτε δραστηριότητα στην εν λόγω περιοχή. (Τσάρτας et al., 2010)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η βιώσιμη ανάπτυξη ως ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακινδυνεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες (Αραβώσης, n.d.) είναι μια κατεύθυνση που τίθεται από κάθε κείμενο υπερνομοθετικής και υπερεθνικής ισχύος (28 Σ.). Κατά συνέπεια, είναι ευρέως πλέον αποδεκτό ότι, η ανθρώπινη παρέμβαση στο περιβάλλον είναι ανεκτή και επιβάλλεται ως εξελικτικός παράγοντας του ανθρωπίνου είδους, με τρόπο όμως που διασφαλίζεται η ισορροπία εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και η συνέχιση των οικοσυστημάτων στο όνομα των μελλοντικών γενεών. Και αυτό διότι η ποιότητα του περιβάλλοντος είναι απαραίτητη προϋπόθεση, της υγείας, της ποιότητας ζωής, αλλά και της ανθρώπινης επιβίωσης.

Ο μαζικός τουρισμός όπως έχει εξελιχθεί έως σήμερα δε συνάδει με την πολιτική βιώσιμης ανάπτυξης και προξενεί περιβαλλοντικά προβλήματα, τοπικής κατά βάση σημασίας, τα οποία, όμως  δύνανται να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη υποδομή ή και να προληφθούν με τον κατάλληλο σχεδιασμό. Παράλληλα, νεότερες διατάξεις νόμου στοχεύουν στην προώθηση ενός μοντέλου βιώσιμου τουρισμού υπό την ειδικότερη μορφή του εναλλακτικού, ή του λεγόμενου «πράσινου τουρισμού», ο οποίος διακρίνεται για την μικρή κλίμακα τουριστικής ανάπτυξης και με το ελάχιστο δυνατό κόστος και ταυτόχρονα το μέγιστο δυνατό όφελος για το περιβάλλον (Δημητριάδη, 2012). Ενδεικτικές περιπτώσεις που έχουν κάνει την εμφάνιση τους με τη φιλοδοξία να εδραιωθούν περαιτέρω, μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων οργάνωσης καθώς και επιχορήγησής τους, είναι ο αγροτουρισμός, ο οικοτουρισμός, ο πολιτιστικός τουρισμός και ο τουρισμός περιπέτειας.

Μια στροφή προς το βιώσιμο τουρισμό θα ωφελήσει τον ίδιο τον κλάδο, από τη στιγμή που η εστιασμένη καταστροφή του περιβάλλοντος σε περιοχές υπερβολικού τουριστικού ενδιαφέροντος σε βάθος χρόνου θα τις καταστήσει μη ελκυστικές και, κατά συνέπεια, μη ανταγωνιστικές στον τουριστικό τομέα. Βέβαια, το ότι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου και του τουρισμού, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την προστασία του περιβάλλοντος χάριν της υγείας και των ποιοτικών όρων διαβίωσης και επιβίωσης του ανθρωπίνου γένους συνιστά ήδη ένα ισχυρότατο επιχείρημα και δεν θα πρέπει να παραβλέπεται προς αποκόμιση πρόσκαιρου οικονομικού κέρδους, ή και ψυχαγωγίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αθανασίου, Α.Λ. (2007). Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβαλλοντική Προστασία. Εκδ. Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων.
  2. Κομίλης Π. & Βαγιονής Ν. (2001). Τουριστικός Σχεδιασμός: μέθοδοι και πρακτικές αξιολόγησης. Εκδ. Κριτική, Αθήνα.
  3. Αlfavita.gr. (2019). Η Ελλάδα είναι δημοφιλής προορισμός για τους τουρίστες από όλο τον κόσμο. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε στις 25 Μαρ. 2020]
  4. Ο.Κ.Ε. (2008). Τουρισμός και Περιβάλλον (Γνώμη Πρωτοβουλίας). Αθήνα, Δεκέμβριος 2008. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε στις 25 Μαρ. 2020].
  5. Βλαχόπουλος, Σ (επιμ.). (2017). Θεμελιώδη Δικαιώματα. Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  6. Ποδηματάς, Δ. (2008). Ο αειφορικός τουρισμός ως εργαλείο και μέσο οικονομικής και βιώσιμης ανάπτυξης μιας ορεινής περιοχής. Μελέτη περίπτωσης στο Δήμο Πλαστήρα, Νομού Καρδίτσας, (Πτυχιακή Εργασία). Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Τμήμα Οικιακής Οικονομίας και Οικολογίας, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Βιώσιμης Ανάπτυξης», Αθήνα. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε στις 25 Μαρ. 2020].
  7. Τσάρτας, Π., Σταυρινούδης, Θ., Ζαγκότση, Σ., Κυριακάκη, Α., Βασιλείου, Μ. (2010). Οδηγός αντιμετώπισης τοπικών περιβαλλοντικών προβλημάτων: Τουρισμός και Περιβάλλον. WWF Ελλάδας, Αθήνα. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε στις 25 Μαρ. 2020].
  8. Κοκκώσης, Χ. & Τσάρτας, Π. (2001). Βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη και περιβάλλον. Εκδ. Κριτική, Αθήνα.
  9. Mykonosvoice.gr. (2018). Κυκλάδες – Δωδεκάνησα: Πάνω από 8εκ. ευρώ τα πρόστιμα για τις παράνομες χωματερές. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε στις 25 Μαρ. 2020].
  10. Κουσκουνά, Ι.Μ. (2012). «Η Οδηγία 2006/123/ΕΚ1 για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και η σημασία της για την τουριστική βιομηχανία», στο Κουτσουριάδης, Α. (επιμ.), Η διεθνής και ευρωπαϊκή νομική διάσταση του τουρισμού. Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 91-106.
  11. SETE. (2018). Βασικά μεγέθη του ελληνικού τουρισμού 2018, (πίνακας). [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε 25 Μαρ. 2020].
  12. Χριστιανός, Β. (2011). Εισαγωγή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  13. European Commission. (2019 upd.) Συχνές ερωτήσεις για το δίκτυο Natura 2000. Eeuropa.eu. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε 25 Μαρ. 2020].
  14. Iefimerida. (2017). Επιδότηση έως 200.000 ευρώ από το ΕΣΠΑ για νέες τουριστικές επενδύσεις – Ποιες κατηγορίες εντάσσονται. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε 25 Μαρ. 2020].
  15. Δρ. Αραβώσης, Κ. (n.d.) Τουρισμός, περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη: η περίπτωση της Ελλάδας. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε 25 Μαρ. 2020].
  16. Δημητριάδη, Ε. (2012). Βιώσιμη ανάπτυξη και βιώσιμος τουρισμός: Θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ – Προτάσεις (Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Βιολογίας, Τμήμα Οικολογίας, Θεσσαλονίκη. [online] Διαθέσιμο εδώ [Προσπελάθηκε 25 Μαρ. 2020].

Απάντηση