Οι τεταμένες σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών-Ιράν: Προκλήσεις, Στρατηγικές & Τάσεις

υπό την επιμέλεια του Μηνά Στραβοπόδη,

από τους Βασιλείου Μαρία, Δαμιανάκου Φιλίππα, Κατσιγιάννη Κωνσταντίνα, Κόλλια Σωτηρία, Κόρδα Σωτηρία, Λάππας Γιώργος, Παπαβασιλείου Λουκάς, Σπανού Αθηνά.

 

Οι σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου (1947) έως και την επανάσταση Χομεϊνί (1979):

 του Παπαβασιλείου Λουκά,

Η αλληλεπίδραση των ΗΠΑ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν χαρακτηρίζεται τις τελευταίες δεκαετίες από τα στοιχεία της έντασης και της εχθρότητας, προκαλώντας σε όσους συμμετέχουν στη διαμόρφωση και την άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τον εύλογο προβληματισμό αναφορικά με την δυνατότητα απόδοσης ή μη των παραπάνω στοιχείων στην ίδια τη φύση του καθεστώτος της Τεχεράνης. Προκειμένου να διαχειριστεί κανείς το εν λόγω ερώτημα, καθίσταται απαραίτητο να ανατρέξει στις μεταξύ τους σχέσεις κατά τον προηγούμενο αιώνα. Τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου αποτελούσαν μια περίοδο συνεργασίας, καθώς τα συμφέροντα των δύο κρατών αντιμετωπίζονταν ως παράλληλα (Kissinger, 2014), με τις ΗΠΑ να συμβάλλουν στη διατήρηση της ανεξαρτησίας του Ιράν, το οποίο με τη σειρά του παρείχε βοήθεια στην αμερικανική πλευρά έναντι των προσπαθειών της Σοβιετικής Ένωσης να διεισδύσει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής (Kissinger, 2002). Το 1979 αποτελεί ορόσημο για τις σχέσεις των δύο χωρών, καθώς η επανάσταση του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί οδήγησε στην ανατροπή του Ιρανού Σάχη Ρεζά Παχλαβί, στην εγκαθίδρυση ισλαμικής δημοκρατίας στη χώρα και στην πλήρη ανατροπή της περιφερειακής τάξης.

 Παρά τις κάποιες διαταράξεις της ενδοκρατικής τάξης, το 1953 πραγματοποιείται η επάνοδος του Σάχη στην εξουσία, ο οποίος κατά τα επόμενα χρόνια θα αποτελέσει την ενσάρκωση των φιλικών σχέσεων των δύο χωρών. Κατά τη διάρκεια, της βασιλείας του πραγματοποίησε αρκετές επισκέψεις στον Λευκό Οίκο, ενώ συχνά γινόταν αποδέκτης επιδοκιμαστικών σχολίων από τους αμερικανούς Προέδρους. Ο Πρόεδρος Κάρτερ συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο πρόσωπο του είπε τα εξής: «Υπό την έξοχη ηγεσία του Σάχη, το Ιράν αποτελεί μια νησίδα σταθερότητας σε μια από τις πιο ταραχώδεις περιφέρειες του πλανήτη» (Mousavian & Shahidsaless, 2014). Η αμερικανική ηγεσία όμως δεν περιορίστηκε στις φιλοφρονήσεις καθώς επί προεδρίας Αϊζενχάουερ οι ΗΠΑ, εφαρμόζοντας την πρωτοβουλία «Atoms for Peace», θα υποστηρίξουν το  Ιράν να αναπτύξει το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Ο Σάχης, θα προχωρήσει με τη σειρά του σε εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες συμπεριελάμβαναν προώθηση της βιομηχανικής παραγωγής και αναδιανομή εκτάσεων γης, όμως η αποτελεσματικότητά τους αμφισβητήθηκε έντονα (Britannica, 2019). Στην ιρανική κοινωνία είχε δημιουργηθεί έντονη δυσαρέσκεια ενάντια στον τρόπο διακυβέρνησης, τις αυταρχικές μεθόδους που μετέρχονταν το καθεστώς του Σάχη και την έντονη επιρροή που ασκούσαν ξένες δυνάμεις στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Η δυναμική αυτή κορυφώθηκε κατά τους πρώτους μήνες του 1979, όταν ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί θα επιστρέψει στο Ιράν και από τη θέση του «υπέρτατου ηγέτη» της επανάστασης θα οδηγήσει αρχικά στην απομάκρυνση του Σάχη από την εξουσία και την επιδίωξη ανάδειξης του ιρανικού κράτους σε λίκνο μιας παγκόσμιας θρησκευτικής επανάστασης (Kissinger, 2014).

Σχέσεις ΗΠΑ με καθεστώς Χομεϊνί – Ιρανική Επανάσταση (1979).

της Κόλλια Σωτηρίας,

Το 1979 επιτελέστηκε τομή στην πολιτική σκηνή της Μέσης Ανατολής, καθώς για πρώτη φορά εγκαθιδρύθηκε θεοκρατικό καθεστώς σε κράτος, το οποίο ανέτρεψε τις ισορροπίες στην περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, η επανάσταση του Χομεινί, η Ιρανική ή Ισλαμική Επανάσταση ήταν μια σειρά από γεγονότα και διαδηλώσεις που είχαν στόχο την ανατροπή της δυναστείας των Σάχη και συγκεκριμένα του Μοχάμεντ Ρέζα Παχλαβί, τον οποίο υποστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στην θέση του αναδύθηκε το ισλαμικό καθεστώς του Χομεϊνί, το οποίο αποτέλεσε το πρότυπο οργάνωσης κράτους για το σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου, ιδίως δε για το σιιτικό ισλάμ. Με την εγκαθίδρυση του νέου αυτού καθεστώτος, μπήκε τέλος στις φιλικές σχέσεις που είχαν οι ΗΠΑ με το Ιράν ενώ έκτοτε οι σχέσεις τους χαρακτηρίζονται από ένταση και εχθρότητα (Maloney, 2019).

Ο Παχλαβί εξορίστηκε στις 16 Ιανουαρίου 1979, ως ο τελευταίος Πέρσης μονάρχης. Ο Αγιατολάχ Χομεινί που υποκίνησε την επανάσταση επέστρεψε από την εξορία, ανέλαβε την εξουσία και την 1 Απριλίου 1979 ανακηρύχτηκε το Ιράν σε Ισλαμική Δημοκρατία.

Στο τέλος  του 1979, με αφορμή το ταξίδι του Παχλαβί στις ΗΠΑ-προκειμένου να θεραπευτεί από τον καρκίνο-, στο Ιράν υπήρξαν αντιδράσεις τόσο από υποστηρικτές του Χομεινί, όσο και από άλλες αριστερές ομάδες, οι οποίοι ζητούσαν την άμεση επιστροφή του Σάχη στο Ιράν, για να τον δικάσουν και να τον εκτελέσουν (BBC news, 2020). Τον Νοέμβριο του 1979  η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ιράν μαζί και το προσωπικό της, κατασχέθηκαν από οργισμένους διαδηλωτές με τις επευφημίες του Χομεινί, ο οποίος και τασσόταν κατά της Αμερικής. Το προσωπικό της πρεσβείας, κρατούνταν ως όμηροι για 444 ολόκληρες ημέρες! Το γεγονός αυτό επηρέασε με καθοριστικό τρόπο την αντίληψη των Αμερικανών σε σχέση με τα ζητήματα στη Μέση Ανατολή. Ο Χομεινί μάλιστα χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως την «δεύτερη επανάσταση του Ιράν», επιδεινώνοντας και άλλο τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον, η οποία είχε προσπαθήσει να οικοδομήσει  τις σχέσεις της με το νέο καθεστώς. Η κρίση των ομήρων έληξε με την υπογραφή των συμφωνιών στο Αλγέρι  στις 19 Ιανουαρίου 1981. Οι όμηροι, την επόμενη μέρα απελευθερώθηκαν επίσημα  και συγκεκριμένα λίγα λεπτά μετά την  ορκωμοσία του  Ρόναλντ Ρίγκαν ως νέου Αμερικανού Προέδρου. Μετά από αυτά τα γεγονότα, το Ιράν μετατράπηκε από έναν αξιόπιστο συνεργάτη και σημείο αναφοράς για τις αμερικανικές επενδύσεις, σε ένα αντιαμερικανικό κράτος (Parvaz, 2014).

Ποιος ο ρόλος των ΗΠΑ σε σχέση με το Ιράν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1991) – A’ Πόλεμος στον Κόλπο

της Κατσιγιάννη Κωνσταντίνας,

Την δεκαετία του ’80 και ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος πέρασε στην δεύτερη φάση του -μετά την ανακωχή των δύο δυνάμεων που κράτησε από την εποχή μετά την Κρίση της Κούβας έως και την Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν- οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παρέμειναν τεταμένες. Η κατάστασή αυτή συνεχίστηκε και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όπου εγκαινιάστηκε μια νέα, ακόμη πιο παρεμβατική περίοδος για τις ΗΠΑ, ιδίως σε ό,τι αφορά την περιοχή της Μέσης Ανατολής

Πιο συγκεκριμένα, στις 2 Αυγούστου του 1990 το Ιράκ, υπό το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, αποφάσισε  να εισβάλει στην περιοχή του Κουβέιτ κυρίως λόγω της πρόθεσης του Σαντάμ να κυριαρχήσει στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Μετά την εισβολή του, το Ιράκ κήρυξε ως μέρος του το Κουβέιτ, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των ΗΠΑ και της διεθνούς κοινότητας. Τα Ηνωμένα Έθνη καταδίκασαν τις πράξεις του Ιράκ και το Συμβούλιο Ασφαλείας  απαίτησε  την απομάκρυνση των ιρακινών στρατευμάτων από την περιοχή. Παράλληλα, οι ΗΠΑ, δημιούργησαν μια συμμαχία 35 χωρών ώστε να επιβάλλουν τις αποφάσεις του ΟΗΕ μέσω  στρατιωτικής επέμβασης η οποία ξεκίνησε στις 17 Ιανουαρίου του 1991 και έληξε με την ήττα του ιρακινού στρατού και την απελευθέρωση του Κουβέιτ στις 27 Φεβρουαρίου (Naji & Jawan, 2011).

 Κατά την διάρκεια του Α΄ Πολέμου στον Κόλπο, το Ιράν θέλησε να μην συμμετάσχει με καμία πλευρά και να διατηρήσει μια στάση ουδετερότητας διακηρύσσοντας όμως παράνομη την εισβολή του Ιράκ και την κατοχή του Κουβείτ ως παραβίαση του δικαιώματος ενός κράτους να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Αυτό έκανε φανερή μια αλλαγή πλεύσης στην πολιτική του Ιράν από  τις επαναστατικές ιδέες του παρελθόντος σε σχέση με τα εθνικά συμφέροντα.  Επίσης λόγω της στάσης του, είχε την ευκαιρία να αλλάξει την εικόνα του ως κράτος στη διεθνή κοινότητα και στις γείτονες χώρες κάτι το οποίο προφανώς το βοήθησε να ανακτήσει την εμπιστοσύνη, την οποία είχε χάσει κατά την διάρκεια του πολέμου με το Ιράκ, και να επιδιώξει συνεργασίες. Δεν χαρακτηριζόταν πλέον ως απειλή αλλά ως ένας υπεύθυνος και λογικός  δρών στην περιοχή που στόχο είχε την ειρήνη και την ασφάλεια. Επιπλέον, το Ιράν κατάφερε να ενισχύσει το κύρος του στην περιοχή του Περσικού Κόλπου  και να  βελτιώσει τις διπλωματικές σχέσεις του με τα κράτη της Αραβικής Χερσονήσου, τα οποία βλέποντας πλέον το Ιράκ ως κίνδυνο για την ασφάλεια και την σταθερότητα και νιώθοντας απειλή, θέλησαν να επανεξετάσουν τις σχέσεις με το Ιράν, με το οποίο θεωρούσαν πως έχουν πλέον έναν κοινό εχθρό (Naji & Jawan, 2011).

Ποιες οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν κατά τον Β’ Πόλεμο στον Κόλπο (2003)

του Λάππα Γιώργου,

Μετά το τέλος του Α΄ Πολέμου του Κόλπου, οι σχέσεις μεταξύ των 2 χώρων συνέχισαν να είναι εχθρικές. Η εκλογή, όμως του μετριοπαθούς Μοχάμεντ Χαταμί στο αξίωμα του προέδρου το 1998, μετέβαλε το τεταμένο αυτό κλίμα. Η περίοδος που ακολούθησε, ιδιαίτερα τα χρόνια από το 2001 έως το 2003, χαρακτηρίστηκε από στιγμές συνεργασίας χωρίς όμως να αποφευχθούν η καχυποψία και η εχθρικότητα μεταξύ των 2 πλευρών.

Η αρχή αυτής της περιόδου, τοποθετείται στην τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, η στάση του Ιράν -το οποίο καταδίκασε άμεσα την επίθεση και προσέφερε υποστήριξη στις ΗΠΑ στη μάχη κατά της τρομοκρατίας- δημιούργησε ένα κλίμα αισιοδοξίας για τις σχέσεις των 2 χώρων (CNN,2001). Αυτό το κλίμα επιβεβαιώθηκε στην στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν στην οποία, αν και το Ιράν  καταδίκασε δημόσια, παρείχε πολυεπίπεδη στήριξη μέσω πληροφοριών και παροχής αεροδρομίων για επιχειρήσεις διάσωσης.

To 2002 όμως ο πρόεδρος των ΗΠΑ George W.Bush μετέβαλε ριζικά την κατάσταση, όταν στη ομιλία του για τη κατάσταση της Ένωσης συμπεριέλαβε το Ιράν στον «άξονα του κακού» μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα κατηγορώντας το για υποστήριξη της τρομοκρατίας και για προσπάθεια δημιουργίας πυρηνικών όπλων,  γεγονός που προξένησε έντονες αντιδράσεις (Glass, 2019). Επόμενος σταθμός στις σχέσεις των 2 χωρών ήταν το 2003 και ο Β΄ Πόλεμος στον Κόλπο. Το Ιράν, αν και κήρυξε «ενεργή ουδετερότητα», αναγνώρισε την ευκαιρία για ανατροπή του Σαντάμ και αύξηση της επιρροής του στο Ιράκ. Έτσι, παρείχε ανεπισήμως υποστήριξη στις ΗΠΑ μέσω πληροφοριών αλλά και στρατιωτικά με την κινητοποίηση παραστρατιωτικής ομάδας Ιρακινών εξόριστων  που χρηματοδοτούσε και εξόπλιζε το Ιράν (Wael Zammit, 2015).

 Τέλος, σημαντικό είναι να γίνει αναφορά στο «μεγάλο παζάρι» του 2003, μια  πρόταση του Ιράν για την επίλυση των θεμάτων μεταξύ των 2 χωρών. Συνοπτικά, η πρόταση του Ιράν περιλάμβανε τον πλήρη έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος καθώς και την μετατροπή της Χεζμπολαχ σε ειρηνικό πολιτικό κόμμα. Σε αντάλλαγμα οι ΗΠΑ,  θα προχωρούσαν σε άρση των κυρώσεων και θα σέβονταν το πολιτικό καθεστώς της Τεχεράνης, μία πρόταση που τελικά δεν αποδέχτηκαν. Εν κατακλείδι, παρά την περιορισμένη συνεργασία της περιόδου αυτής, οι σχέσεις των δύο χωρών δεν μπόρεσαν να βελτιωθούν ριζικά καθώς η συνεργασία αυτή βασίστηκε σε προσωρινά συμφέροντα και κοινούς εχθρούς που δεν μπορούσαν να προσφέρουν μόνιμη λύση τόσο στα θέματα που ταλανίζουν τα δύο κράτη όσο και στις μεγάλες ιδεολογικές τους διαφορές (Dobbins, 2007).

Προεδρία Obama – Πυρηνικό πρόγραμμα Ιράν (Συμφωνία 2015) 

της Κόρδα Σωτηρίας,

Αν και κατά καιρούς έγιναν κάποιες προσπάθειες και από τα δύο μέρη να βρεθεί ένα κοινό έδαφος για συνεργασία, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν κατέστη εφικτό μέχρι και την άνοδο του Obama στην διακυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Obama, όντας πιο μετριοπαθείς από τον προκάτοχό του κατάφερε να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με το Ισλαμικό Καθεστώς.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορά γίνεται στην διπλωματική συμφωνία με το Ιράν, αναφορικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα, που αποτελούσε έναν μακροπρόθεσμο στόχο τόσο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης του Αμερικανού Προέδρου, όσο και ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας (RHODAMN, 2015). Κατά τη δεύτερη συνεχόμενη θητεία του ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ομπάμα, τον Ιούλιο του 2015, προέτρεψε το Κογκρέσο να υποστηρίξει μια τέτοιου βεληνεκούς συμφωνία, υποστηρίζοντας πως αυτή θα κάνει την Αμερική μια πιο ασφαλή ήπειρο.

 Λόγος γίνεται για το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehen-sive Plan of Action, JCPOA) ή αλλιώς Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο θέτει ως στόχο, ακολουθώντας τα διεθνή πρότυπα μη διάδοσης όπλων, να λειτουργεί πλέον αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, πραγματοποιώντας ταυτοχρόνως άρση όλων των κυρώσεων που έχουν τεθεί ως αντίποινα στην ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν (DAVENPORT, 2018). Στο πλαίσιο του JCPOA, το Ιράν συμφώνησε να εξαλείψει το απόθεμά του που αφορά στον εμπλουτισμό ουρανίου, μειώνοντάς το κατά 98%.  Για τα επόμενα 15 χρόνια, το Ιράν θα εμπλουτίσει το ουράνιο μόνο στο 3,67%, αποφεύγοντας παράλληλα την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων βαρέων υδάτων για την ίδια χρονική περίοδο. Η συμφωνία προβλέπει ότι η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency, IAEA) θα έχει τακτική πρόσβαση σε όλες τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ώστε να επαληθεύει την συμμόρφωση του Ιράν με τη συμφωνία (AMANO, 2015). Σε αντάλλαγμα της επαληθεύσιμης τήρησης των δεσμεύσεών της, το Ιράν θα λάβει απαλλαγή από τις κυρώσεις που σχετίζονται με πυρηνικά όπλα από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ.

Το φλέγον ζήτημα της συμφωνίας δημιούργησε οργή μεταξύ του Λευκού Οίκου και των Ρεπουμπλικάνων, εντός και εκτός του Κογκρέσου, με πολλούς να κατηγορούν τον Αμερικανό Πρόεδρο «αφελή» και «χρηματοδότη της τρομοκρατίας». Παρόλα αυτά, πολλοί Ιρανοί Αμερικάνοι, όπως και το Εθνικό Ιρανικό Αμερικανικό Συμβούλιο (NIAC), «χαιρέτισαν» το σύμφωνο του Ιράν, ως ένα ισχυρό βήμα μπροστά, προς αποφυγή ενός καταστροφικού πολέμου.

 Στις 17 Ιουλίου 2015, περισσότεροι από 100 πρώην πρεσβευτές και ανώτεροι αξιωματούχοι του ΥΠΕΞ των ΗΠΑ υπέγραψαν ανοιχτή διπλωματική επιστολή, εγκρίνοντας το Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Όπως υποστήριξαν, αυτή η ολοκληρωμένη και αυστηρά διαπραγματευόμενη συμφωνία μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο πρόληψης της διάδοσης των πυρηνικών όπλων στην ασταθή και ζωτικής σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπεγράφη, στις 14 Ιουλίου 2015, από το ίδιο, τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα, Ρωσία, Μεγάλη Βρετανία) συν την Γερμανία, και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εγκρίθηκε με την απόφαση 2231/2015 του Συμβουλίου Ασφαλείας, στην οποία διατυπώνονται με ακρίβεια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών της συμφωνίας, ενώ συγχρόνως προβλέπεται και ο έλεγχος της εφαρμογής τους από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας. Ετέθη σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 2016.

Ωστόσο, στις 8 Μαΐου 2018, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν επισήμως από τη Συμφωνία, μετά την υπογραφή από τον Αμερικανό Πρόεδρο Trump του Προεδρικού Μνημονίου, χαρακτηρίζοντας τη Συμφωνία του Ιράν «φρικτή» (HOLPUCH, 2018). Ως αποτέλεσμα, το ιρανικό νόμισμα υποχώρησε σημαντικά, και μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες εγκατέλειψαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα με το Ιράν λόγω φόβου κυρώσεων από τις ΗΠΑ.

 

Προεδρία Trump

1. Η Κρίση των στενών του Hormuz (Ιούλιος 2019)

της Σπανού Αθηνάς,

Οι σχέσεις[1] των Η.Π.Α. με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν επηρεάζονται αφενός από τις αλλαγές στην Ηγεσία του Λευκού Οίκου, αφετέρου είναι συνάρτηση της στρατηγικής του Ιράν στην ανάπτυξη διμερών σχέσεων με τις Η.Π.Α.. Η εξωτερική πολιτική που χάραξε ο Αμερικανός πρόεδρος, Donald Trump, η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν του προκάτοχού του, επέφερε περιφερειακές αλλαγές στα στενά του Hormuz, οι οποίες διευρύνθηκαν, με αποτέλεσμα την κρίση των σχέσεων των Η.Π.Α με το Ιράν. Ιδιαίτερα, η γεωγραφική τοποθέτηση των στενών του Hormuz, σε συνάρτηση με τη χρησιμότητα τους στην παγκόσμια Οικονομία[2] καθιστούν την περιοχή σημείο εξαιρετικής γεωπολιτικής και γεωοικονομικής σημασίας. Ο ρόλος[3] του Ιράν είναι καθοριστικός στη συνδιαχείριση του στρατηγικού σημείου (chokepoint). Eν τούτοις, βάσει του μέρους 3 της Σύμβασης του Ο.Η.Ε για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα χωρικά ύδατα των στενών του Hormuz, χρησιμοποιούνται από ξένα πλοία, γεγονός που καθιστά την περιοχή, σημείο γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού χαρακτήρα.

Η απόφαση του προέδρου Donald Trump, να αποσυρθούν οι Η.Π.Α από τη Συμφωνία[4] για το Πυρηνικό Πρόγραμμα και η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» προς το Ιράν, έθεσαν διαφορετικά θεμέλια στις σχέσεις των κρατών, σε σύγκριση με την πολιτική του απερχόμενου Προέδρου. Συγκεκριμένα, ακολούθησαν ενέργειες που περιλαμβάνουν την παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, τις κατασχέσεις εμπορικών πλοίων από το Ιράν και τις συμμαχικές δυνάμεις των Η.Π.Α, εκτεταμένες επιθέσεις μικρής εμβέλειας σε εγκαταστάσεις της περιοχής αλλά και καταρρίψεις μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων χωρίς βέβαια να επιβεβαιώνονται όλες οι ενέργειες από τα εμπλεκόμενα κράτη.

Στη διάρκεια του Ιουλίου, οι Αρχές του Βρετανικού Υπερπόντιου Εδάφους του Γιβραλτάρ κατέστειλαν ένα Ιρανικό δεξαμενόπλοιο, επονομαζόμενο Grace I, στα ανοικτά των ακτών του Γιβραλτάρ, με τους ισχυρισμούς ότι φαίνεται να παραβιάζει το εμπάργκο της Ε.Ε. για την παροχή πετρελαίου στη Συρία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Ιράν να προχωρήσει σε αντίποινα στις 19 Ιουλίου 2019, όταν κατέσχεσε το δεξαμενόπλοιο Stena Impero, που έφερε βρετανική σημαία και έπλεε κοντά στα στενά του Hormuz, υποστηρίζοντας, ότι παραβιάζει τα Ιρανικά ύδατα. Στη συνέχεια[5], η όξυνση των σχέσεων αποκλιμακώθηκε με την απελευθέρωση των δύο δεξαμενόπλοιων, παρ’ όλα αυτά, η κρίση στα στενά του Hormuz ανάμεσα στις Η.Π.Α, στο Ιράν και στα συμμαχικά κράτη, διατηρείται.

Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Donald Trump, επιδιώκει να υποχρεώσει το Ιράν να επαναδιαπραγματευθεί το Πυρηνικό Πρόγραμμα και να αποτρέψει τη διεύρυνση των Στρατηγικών δυνατοτήτων του κράτους με σημαντική παρέμβαση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Βέβαια, το Ιράν ανταποκρίνεται στην πίεση των Η.Π.Α και χρησιμοποιεί τα στενά του Hormuz, ως διαπραγματευτική δύναμη[6] στη διεθνή πολιτική. Οι εντάσεις μεταξύ των κρατών συνεχίζουν να αυξάνονται με αμφότερες τις χώρες να δραστηριοποιούνται στην ανταλλαγή στρατιωτικών και μη, μηνυμάτων ισχύος στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου.

2. Δολοφονία Suleimani (Ιανουάριος 2020)

της Δαμιανάκου Φιλίππας,

Λίγους μήνες μόνο μετά την κρίση των στενών του Hormuz, μια νέα κρίση ξέσπασε στις Ιρανο-αμερικανικές σχέσεις, αυτή της δολοφονίας του Qassem Suleimani. Ο Suleimani, επικεφαλής και υποστράτηγος της δύναμης Quds στο Ιράν, αποτελούσε πρόσωπο μεγάλου σεβασμού και εγνωσμένου κύρους για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του Ιράν ως πιστός ακόλουθος του προέδρου Ali Khamenie.

Την Παρασκευή 3 Ιανουαρίου του 2020 δολοφονήθηκε στα 62 του χρόνια, ύστερα από εντολή του Αμερικανού προέδρου Donald Trump στο διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Ο υποστράτηγος πραγματοποιούσε ταξίδι από τη Δαμασκό προς τη Βαγδάτη προκείμενου να συναντήσει τον συνεργάτη του Abu Mahdi al-Muhandis, πρόεδρο του Ιράκ, με σκοπό να φέρουν εις πέρας μία αποστολή για την άσκηση πίεσης προς την Αμερική ως αντίποινα για την αεροπορική επιδρομή που είχε αυτή πραγματοποιήσει λίγες μέρες πρωτύτερα και είχε στοιχίσει τη ζωή 25 μαχητών πολέμου. Το παράδοξο των γεγονότων ήταν ότι κανένας δεν ήταν δυνατόν να έχει επίγνωση των σχεδίων του Suleimani, ο οποίος ταξίδευε με ιδιωτικό αεροπλάνο και άκρα μυστικότητα (Beaumont, 2020). Παρόλα αυτά, ένα αμερικανικό MQ-9 Reaper Drone μετέδωσε τις κινήσεις του στο Πεντάγωνο και τη CIA και τελικά με αεροπορική επίθεση δύο βλήματα εκτοξεύθηκαν ακριβώς πάνω στο αυτοκίνητο που μετέφερε τους δύο άντρες με αποτέλεσμα το θάνατο και των δύο (CNN, 2020).

Η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου να προβεί σε μία τέτοια πράξη επιδείνωσε τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και κατά συνέπεια τις σχέσεις Ουάσιγκτον-Τεχεράνης. Ο D. Trump, σε δηλώσεις του υποστήριξε πως σκοπός του ήταν η παύση του πολέμου και όχι η έναρξη νέου, (BBC, 2020) ενώ την ίδια στιγμή ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo, δικαιολόγησε  τη δολοφονία με πρόσχημα την επικείμενη επιδίωξη του Ιράν να προβεί σε μέσα που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή χιλιάδων Αμερικανών πολιτών. Ωστόσο, οι ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης δεν έδωσαν συνέχεια στην υπόθεση και σύμφωνα με εκτιμήσεις επρόκειτο περισσότερο για ένα μέσο προβολής ισχύος από τον Αμερικανό πρόεδρο εν όψει των επικείμενων εκλογών των ΗΠΑ, με απώτερο στόχο τη συσπείρωση του ακροατηρίου του. Ο στρατός κι ο πληθυσμός του Ιράν από την άλλη, χρειάζεται να αναλάβουν δράση και να υπερασπιστούν τη τιμή του θρυλικού τους ηγέτη, όπως οι ίδιοι δήλωσαν (BBC, 2020).

Οι αντιδράσεις των κρατών της Μέσης Ανατολής, σχετικά με τη δολοφονία του Suleimani, ποικίλουν και ο φόβος για μια ενδελεχής εξέγερση παραμένει υπαρκτός. Από τη μία πλευρά, ο πρόεδρος του Ιράκ, όσο και η ομάδα της Hezbollah του Λιβάνου αναφέρονται σε εκδίκηση και κατακρίνουν την κίνηση των ΗΠΑ ως απαράδεκτη και άκρως επικίνδυνη, από την άλλη, ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ, όχι μόνο τη δικαιολογεί, αλλά θεωρεί πως αποτελούσε δικαίωμα και υποχρέωση της Αμερικής να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τους πολίτες της. Ακολούθως, ο Antonio Guterres, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, δήλωσε ρητά πως ο κόσμος είναι αδύνατον να αντέξει ακόμη έναν πόλεμο στον Κόλπο (Chulov, 2020).

3. Αντίποινα Ιράν

της Βασιλείου Μαρίας,

Η δολοφονία του Suleimani, αποτέλεσε πηγή εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν. Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ορκίστηκε ότι η χώρα του θα «εκδικηθεί» τον θάνατο του Ιρανού υποστρατήγου δηλώνοντας πως «η ισχυρή εκδίκηση περιμένει τους εγκληματίες που έχουν το αίμα τους … στα χέρια τους»,  ενώ κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος στην Ισλαμική Δημοκρατία (Euronews, 2020). Το ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο ISNA, ανέφερε ότι ξεκίνησε η επιχείρηση «Μάρτυρας Σουλεϊμανί και εξαπέλυσε επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους εδάφους εναντίον δύο αμερικανικών βάσεων στην επικράτεια του Ιράκ: η μία επί της αεροπορικής βάσης του Ain Assad, η οποία βρίσκεται στο δυτικό Ιράκ και στεγάζει περίπου 1.500 δυνάμεις των ΗΠΑ και των δυνάμεων συνασπισμού. Η δεύτερη στη στρατιωτική βάση Irbil,  όπου και βρίσκεται στην ημιαυτόνομη κουρδική περιοχή του Ιράκ. Σύμφωνα με πληροφορίες υπολογίζονται 15 πυραύλοι (Cummings, 2020).

Ο ιρανικός ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεϊ, χαρακτήρισε την επίθεση πυραύλων στις βάσεις των ΗΠΑ στο Ιράκ ως «χαστούκι στο πρόσωπο» για την Ουάσινγκτον.  Σε περαιτέρω δηλώσεις του, δεν αναφέρθηκε σε  συνέχεια των στρατιωτικών ενεργειών για αντίποινα, αλλά είπε ότι: «Αυτό που είναι σημαντικό είναι να τερματιστεί η διεφθαρμένη παρουσία της Αμερικής στην περιοχή. Με επιστολή του στον ΟΗΕ, το Ιράν ξεκαθαρίζει: «Η επιχείρηση ήταν ακριβής και είχε στόχο στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς να υπάρξουν έτσι παράπλευρες απώλειες μεταξύ των αμάχων ή ζημιές σε πολιτικές εγκαταστάσεις στις περιοχές του Ιράκ», τονίζοντας πως η Τεχεράνη «άσκησε το δικαίωμά της στην αυτοάμυνα» βάσει του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ (iefimerida, 2020). Tην ίδια στιγμή το πρακτορείο ειδήσεων FARS μετέδωσε ότι οι Φρουροί της Επανάστασης απειλούν να πλήξουν με αντίποινα το Ισραήλ και «κυβερνήσεις χωρών-συμμάχων» των ΗΠΑ.

Επιπρόσθετα, το Ιράν ανακοίνωσε πως  θα συνεχίσει τον πυρηνικό εμπλουτισμό του χωρίς περιορισμούς και με βάση τις τεχνικές του ανάγκες, ωστόσο, η δήλωση δεν φανέρωνε πως το Ιράν αποχώρησε στην πραγματικότητα από τη συμφωνία και πρόσθεσε ότι η χώρα θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τον πυρηνικό παρατηρητή του ΟΗΕ.

Η διαμάχη αυτή για τα πυρηνικά, είναι η πλέον σαφής απειλή μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία, τον Μάιο του 2018, κλιμακώνοντας κι άλλο τις εντάσεις στην περιοχή (BBC, 2020). Τέλος, αν και η Τεχεράνη υποστηρίζει πως δεν επιθυμεί συνέχεια στα αντίποινα, μένει να περιμένουμε τις εξελίξεις, καθώς υπάρχουν ενδείξεις πως το Ιράν σκοπεύει να προκαλέσει περαιτέρω αντίποινα στις ΗΠΑ σε βάθος χρόνου.

 Συμπεράσματα

του Στραβοπόδη Μηνά,

Εν κατακλείδι, γίνεται φανερό πως από το 1979 και ύστερα, οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι κατά γενική ομολογία τεταμένες,  πολλές φορές μάλιστα αγγίζοντας τα όρια της έχθρας, ακόμη και αυτά της περιφερειακής κρίσης και της διακύβευσης ανατροπής των περιφερειακών ισορροπιών στο υπο-σύστημα της Μέσης Ανατολής. Από την ένταση αυτή των σχέσεων, εξαιρούνται περίοδοι, όπου την διακυβέρνηση των ΗΠΑ αναλαμβάνουν πιο μετριοπαθείς Πρόεδροι -χαρακτηριστική η περίοδος Obama-, όπου άνοιξαν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε κοινό έδαφος για την εγκαθίδρυση συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών -ιδίως σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, τα δύο μέρη ανταγωνίζονται για ισχύ και πολιτική επιρροή στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που φτάνουν στα όρια της κρίσης, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν το εσωτερικό τους ακροατήριο, διατηρώντας την εσωτερική νομιμοποίηση του εκάστοτε καθεστώτος και μη δίνοντας τόση σημασία για τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας και της διεθνούς νομιμοποίησης των πράξεών τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της δολοφονίας του Suleimani,  η οποία είχε κυρίως ως στόχο την συσπείρωση του ακροατηρίου του νυν Προέδρου, όσο και τα «αντί-μέτρα» που πήρε το Ιράν σε μια προσπάθεια να παύσει τις αντι-αμερικανικές κινητοποιήσεις, αλλά και την γενικότερη αναταραχή εντός του κράτους.

Πέραν όμως από την άμεση κόντρα των δύο πλευρών, η ένταση και ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και σε άλλες περιοχές, με άλλους δρώντες, που έχουν όμως ως σημείο αναφοράς τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Ιράν, ενώ πολλές φορές δεν είναι μόνο αυτά τα δύο κράτη που ανταγωνίζονται, αλλά συνάμα εντάσσονται και το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία. Πιο συγκεκριμένα, το Ιράν με την στρατηγική που ακολουθεί ήδη από το 1982 για την δημιουργία αντιπροσώπων (proxies) σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής -για παράδειγμα η Hezbollah στο Λίβανο, το καθεστώς Assad στην Συρία, οι Σιίτες στο Ιράκ όπως επίσης και οι Χούτι στην Υεμένη- δημιουργεί εστίες ανταγωνισμού και συγκρούσεων σε όλο τον γεωγραφικό χώρο της Μέσης Ανατολής. Ο ανταγωνισμός αυτός, διακρίνεται σε πολλά επίπεδα και μπορεί να είναι είτε άμεσος, είτε έμμεσος, όπως επίσης εσωτερικός (με μορφή εμφυλίου πολέμου), περιφερειακός ή και παγκόσμιος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων πολυεπίπεδων και πολυδιάστατων συγκρούσεων, αποτελούν οι πόλεμοι δια αντιπροσώπων (proxy wars) σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη.

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως πέρα από την εκ διαμέτρου αντίθετη ιδεολογία των δύο πλευρών, η οποία αποτελεί και το πρόσχημα της σύγκρουσης, ο ανταγωνισμός αφορά κυρίως την ενέργεια, τα πυρηνικά, το εμπόριο, την οικονομία, καθώς επίσης και την πολιτική επιρροή των κρατών αυτών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι διαφορές είναι πολλές και θα παραμένουν αγεφύρωτες καθώς η σύγκρουση συμφερόντων των δύο πλευρών είναι μεγάλη, ενώ οι τεχνητές κρίσεις και οι κινήσεις εντυπωσιασμού σε μία ήδη βεβαρυμμένη περιφέρεια, η οποία ταλανίζεται από σοβαρά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, το μόνο που κάνουν είναι να δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση παρατείνοντας την αστάθεια και το χάος. Παράλληλα, οι εύθραυστες περιφερειακές ισορροπίες επιβαρύνονται δραματικά, γεγονός το οποίο προκαλεί σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στο εσωτερικό των κρατών της περιοχής, στην περιφέρεια της Μέσης Ανατολής, καθώς επίσης και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας.

Βιβλιογραφία

  1. Amano Y, 2015, “Road-map for the Clarification of Past and Present Outstanding Issues regarding Iran’s Nuclear Program”. International Atomic Energy Agency. Vienna, 14-5-2015. Available
  2. Andrew Glass, 2019, «President Bush cites ‘axis of evil,’ Jan. 29, 2002», Politico, accessed in 13th March 2020, available here
  3. BBC News, 2020, “ Qasem Soleimani: Iran vows ‘severe revenge’ for top general’s death.”, accessed in 9th March 2020, Available
  4. BBC News, 2020, “ Qasem Soleimani’s death: ‘Their leaders should be killed.”, accessed in 9th March 2020, Available (πρόσβαση 9 Μαρτίου 2020)
  5. BBC NEWS, 2020, “US-IRAN Relations: A brief history”, available here
  6. CNN, 2001, «Iranian president condemns September 11 attacks», accessed in 13th March 2020, available here
  7. CNN, 2020, “Δολοφονία Σουλεϊμανί: Άναψε το «φιτίλι» της Μέσης Ανατολής.”, accessed in 9th March 2020, Available
  8. Parvaz, 2014, “Iran 1979: The Islamic Revolution that shook the world”, Al Jazeeera, here
  9. Davenport K, 2018, “The Joint Comprehensive Plan of Action (JCPOA) at a Glance”. Arms Control Association. Last Reviewed May 2018. Available
  10. Katzman, K., McInnis, K. & Thomas, C. (2020) U.S.-Iran Conflict and Implications for U.S. Policy, Congressional Research Service report, accessed in 13th March 2020, available here
  11. Kissinger Henry, 2014, Παγκόσμια Τάξη, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη.
  12. Kissinger Henry, 2002, ΗΠΑ: Αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη; Για μια διπλωματία του 21ου αιώνα, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη.
  13. Gasiorowski J. Mark, 2004, Mohammad Mossaddeq and the 1953 coup in Iran edited by Mark J. Gasiorowski & Malcolm Byrne, New York: Syracuse University Press.
  14. Goldenberg, I., Schwed, J. & Kaleigh, T. (2020) ‘In Dire Straits? Implications of US-Iran Tensions for the Global Oil Market’, Center on Global Energy Policy, accessed in 13th March 2020, available here
  15. Holpuch A, 2018, “Donald Trump says US will no longer abide by Iran deal – as it happened”. The Guardian. Published 8-5-2018. Available
  16. James Dobbins, 2007, «Negotiating with Iran», Rand Corporation, accessed in 13th March 2020, available here
  17. Martin Chulov, 2020, “Impact of Suleimani’s death is playing out in unexpected ways.”, The Guardian, accessed in 8th March 2020, Available
  18. Mousavian Hossein Seyed & Shahidsaless Shahir, Iran and the United States: An insider’s view on the failed past and the road to peace, New York: Bloomsbury Publishing, 2014.
  19. Naji S & Jawan J, 2011, “US-Iran Relations in the Post-Cold War Geopolitical Order”, Faculty of Human Ecology, Putra University, Malaysia (UPM), Πρόσβαση 10 Μαρτίου 2010, available here
  20. Peter Reaumont, 2020, “Making of a martyr: how Qassem Suleimani was hunted down.”, The Guardian, accessed in 8th March 2020, Available
  21. Rhodan M, 2015, “Western Powers Reach Long-sought Nuclear Deal With Iran”. TIME. Published 14-7-2015. Available here.
  22. Suzanne Maloney, 2019, “1979: Iran and America”, Brookings here
  23. Sauliuc, A. (2019) Growing USA – Iran Tensions Increase the Volatility in the Persian Gulf Region, accessed in 13th March 2020, available here
  24. The Editors of Encyclopaedia Britannica, Mohammad Reza Shah Pahlavi published in Encyclopaedia Britannica on the 22nd October 2019, accessed in 10th March 2020, available here
  25. Wael Zammit, 2015, «US–Iran “Special” Relations Between 2001 and 2003: Friends or Foes?», accessed in 13th March 2020, available here

 

[1] Οι σχέσεις ανάμεσα στις Η.Π.Α. και στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν βρίσκονται σε συνάρτηση με τις αλλαγές στην ηγεσία του Λευκού Οίκου και πως η Αμερικανική διοίκηση κατανοεί τις σχέσεις με την Τεχεράνη. Η Εξωτερική Πολιτική που εφαρμόζουν οι Η.Π.Α. μεταβάλλει την όξυνση ή ελάφρυνση των διμερών σχέσεων. Αντίστοιχα , η προθυμία του Ιράν για ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων με τις Η.Π.Α. ή η επιλογή του κράτους να διατηρήσει αδιάλλακτη στάση επιδρούν στην ένταση των εμπλεκόμενων κρατών με σημαντικά περιφερειακά και διεθνή αποτελέσματα.

[2]Στην περιοχή των Στενών του Hormuz, διέρχεται το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου το οποίο μεταφέρεται στις Διεθνείς Αγορές .

[3] Σχεδόν όλες οι είσοδοι στον Περσικό Κόλπο πραγματοποιούνται μέσω των  Ιρανικών χωρικών υδάτων και οι περισσότερες έξοδοι μέσω των υδάτων του Ομάν. Η θαλάσσια κυκλοφορία στα Στενά του Hormuz ήταν πάντα στον έλεγχο των Ιρανικών Ναυτικών Δυνάμεων που αστυνομεύουν την ευρύτερη περιοχή.

[4] Η Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα αποτελεί το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2016 με την υπογραφή της Τεχεράνης από τη μία πλευρά και των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας, της ΕΕ, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας από την άλλη με την υποστήριξη και του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

[5] Στις 15 Αυγούστου 2019, έπειτα από τη δέσμευση του Ιράν να μην παραδώσει το φορτίο πετρελαίου στη Συρία, το δικαστήριο του Γιβραλτάρ διέταξε την απελευθέρωση του Grace I. Ακολούθως, στις 22 Σεπτεμβρίου 2019, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν προχώρησε στην αποδέσμευση του Stena Impero.

[6] Το υλικό υποστήριξης του Ιράν για ένοπλες παρατάξεις και το δίκτυο αντιπροσώπων στην Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική και αλλού, δίνουν τη δυνατότητα στο Ιράν να επεκτείνει την αντιπαράθεση σε περιοχές όπου οι Ή.ΠΑ. έχουν περιορισμένες επιλογές απόκρισης.

Απάντηση