Ars longa, vita brevis

Ιπποκράτης, 460-370 π.Χ., Πατέρας της Ιατρικής

από την Αριάδνη-Σοφία Κούρη,

Αν η εξάπλωση του COVID-19 δεν είχε εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο, σίγουρα τα βλέμματα θα ήταν όλα στραμμένα στο ΕΜΣΤ. Στις 28 Φεβρουαρίου, το Μουσείο άνοιξε τις πύλες του για το κοινό. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν πάνε πάντα όπως τα έχουμε σχεδιάσει. Για να ξεφύγουμε, λοιπόν, από το βαρύ κλίμα των ημερών, ας γνωρίσουμε λιγάκι, όσο μπορούμε, το όραμα δεκάδων ανθρώπων που με πείσμα πάλεψαν κόντρα στις αντιξοότητες για την διαμόρφωση του πρώτου Εθνικού Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στην πρωτεύουσα της χώρας μας.

Τη δεκαετία του 1860, ο Βαυαρός Ιωάννης Φιξ (εξελληνισμένη μορφή του γερμανικού Fuchs κατά τα πρότυπα της εποχής), μετά τις σπουδές ζυθοποιίας στο Μόναχο, έρχεται στην Ελλάδα να επισκεφθεί τον πατέρα του Γεώργιο, μέλος της ομάδας των Βαυαρών επιστημόνων και ειδικευμένων τεχνιτών που κάλεσε ο Όθωνας, όταν ανέλαβε τα βασιλικά του καθήκοντα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο θάνατος του πατέρα του οδήγησε τον Ιωάννη στην απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στην χώρα. Μετά την εκδίωξη του Όθωνα το 1862, εξαγοράζει από τους κληρονόμους το ζυθοποιείο του Μέλχερ όπου δούλευε και ιδρύει την πρώτη μεγαλοζυθοποία στο Ν. Ηράκλειο. Η αγάπη που έδειξαν οι Έλληνες για την μπύρα, εκτινάσσοντας τη ζήτηση του ποτού κάνει αναγκαίο την ανεύρεση μεγαλύτερων εγκαταστάσεων. Αρχικά, μεταφέρεται στο Κολωνάκι και στη συνέχεια αποφασίζεται η μετεγκατάστασή της στη Λεωφόρο Συγγρού στη δυτική όχθη του Ιλισού. Την κατασκευή του κτιρίου αναλαμβάνει, το 1893, ο γιός του, Κάρολος Φιξ.

Το 1950, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης και παραγωγής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφασίζεται η ριζική ανακατασκευή του εργοστασίου. Το 1957, ανατίθεται η ανάπλαση του κτηρίου στον αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Μαργαρίτη Αποστολίδη, μαθητές κι οι δύο του Le Corbusier. Ο σχεδιασμός του έργου με την δυναμική φόρμα, τις καθαρές λιτές γραμμές, τα μεγάλα ανοίγματα και την εμφατική ανάδειξη του οριζόντιου άξονα, αποτελεί τυπικό δείγμα μεταπολεμικού βιομηχανικού μοντερνισμού. Επικεντρώνεται στο να συγχωνεύει τις διαδοχικές επεκτάσεις του παλιού εργοστασίου χωρίς όμως να διακόψει τη λειτουργία του και να δημιουργήσει, σύμφωνα με τη γενικότερη φιλοσοφία του, μια ευέλικτη κατασκευή που θα μπορεί να μεταβάλλεται και να προσαρμόζεται σε μελλοντικές χρήσεις και διαφορετικές συνθήκες. Η γραμμικότητα των όψεων σε συνδυασμό με την κλίμακα του έργου δημιουργούν την αίσθηση ότι το κτήριο εκτείνεται στο άπειρο. Το πρωτοποριακό για την εποχή του αρχιτεκτόνημα επιβλήθηκε στο άναρχο και απρόσωπο αστικό τοπίο της μεταπολεμικής Αθήνας και αποτέλεσε τοπόσημο εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και κοινωνιολογικής σημασίας. Το 1961, το βιομηχανικό κτήριο στη Λεωφόρο Συγγρού είναι έτοιμο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το εργοστάσιο ζυθοποιίας μεταφέρεται έξω από την Αθήνα ενώ η ζυθοποιία κλείνει το 1982. Το κτήριο εγκαταλείπεται και παραμένει κλειστό μέχρι τον Δεκέμβριο του 1994, οπόταν γίνεται αναγκαστική του απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και περιέρχεται στην ιδιοκτησία της Αττικό Μετρό Α.Ε. . Το βόρειο τμήμα κατεδαφίζεται για τις ανάγκες των έργων του μετρό και η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατασκευάζει τον παρακείμενο σταθμό, ο οποίος τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές του 2000.

Τον Φεβρουάριο του 2000, το Υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με το Ίδρυμα Γιάννης Τσαρούχης οργανώνει την έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης: Μεταξύ Ανατολής και Δύσης». Την ίδια χρονιά παραχωρείται, μετά από σχετική αναδιαμόρφωση, ο πρώτος όροφος στο νεοσύστατο τότε Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) και υπό την επίβλεψη της πρώτης του διευθύντριας Ά. Καφέτση ξεκινάει η συγκρότηση της μόνιμης συλλογής. Αφού το πρώτο βήμα είχε γίνει, στη συνέχεια αποφασίζεται το εναπομείναν τμήμα του παλιού εργοστασίου της πρώην ζυθοποιίας FIX θα γίνει οριστικά η στέγη του ΕΜΣΤ. Το 2002 υπογράφεται σύμβαση μίσθωσης του κτηρίου μεταξύ της Αττικό Μετρό Α.Ε. και του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για 50 έτη και προκηρύσσεται αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την εκπόνηση της μελέτης.

Στις  21  Απριλίου  2015  υπογράφεται  το  Πρωτόκολλο  Παραλαβής  για  χρήση  του Έργου «Κατασκευή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης». Στις 7 και 8 Μαΐου του 2015, το ΕΜΣΤ μετακομίζει τις διοικητικές υπηρεσίες και τον εξοπλισμό του στον πρώτο όροφο του νέου του κτηρίου με διευθύντριά του πλέον από τον Δεκέμβριο του 2014 την Κ. Κοσκινά. Τον Ιούλιο του 2016, πραγματοποιείται η οριστική παραλαβή του κτηρίου. Το Μουσείο ξεκινά τις διαδικασίες για το πλήρες άνοιγμά του, το 2018. Το ΕΜΣΤ άνοιξε τις πύλες του στις 28 Φεβρουαρίου 2020, υπό την διεύθυνση των Δημήτρη Αντωνακάκη και Συραγώ Τσιάρα. Για τους μαθητές, και τους δημοσιογράφους είχε ανοίξει λίγο νωρίτερα (24-26.2.2020). Πειραματικά, για έναν ολόκληρο μήνα, η είσοδος προβλέπεται να είναι δωρεάν. Ο διαγωνισμός για το καφέ και το εστιατόριο του μουσείου ήταν παράλληλα σε εξέλιξη κι αναμενόταν να τεθούν λειτουργία μέσα στον Μάρτιο.

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ) διέθεσε περισσότερα από 40.000.000 ευρώ για την ανακατασκευή του χώρου. Καθοριστική ήταν τον Ιούλιο 2018 η συνεισφορά 3.000.000 ευρώ του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος για τον εξοπλισμό του Μουσείου και την εφαρμογή των εγκεκριμένων μελετών που αφορούσαν την μόνιμη συλλογή. Η αίθουσα του πρώτου ορόφου είναι αφιερωμένη στο ΙΣΤΝ. Το κτήριο καταλαμβάνει 18.142 τμ. σε οικόπεδο επιφανείας 3.123 τμ. Οι δυο όψεις του κτιρίου επί της λεωφόρου Συγγρού και της οδού Αμ. Φραντζή ανακηρύχθηκαν  διατηρητέες, γεγονός που αποτέλεσε το κυριότερο άξονα της εσωτερικής οργάνωσης του μουσείου. Η εσωτερική δομή έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε ο επισκέπτης να ακολουθεί την κατεύθυνση κυκλοφορίας της Λεωφόρου Συγγρού. Οι κυλιόμενες σκάλες και οι ανελκυστήρες διαμορφώνουν τον διαγώνιο άξονα που οδηγεί από τους ισόγειους χώρους υποδοχής, στους υπαίθριους, ενώνοντας όλους τους μουσειακούς χώρους. Το μεγάλο «αιωρούμενο κατακόρυφο έδαφος» από ακατέργαστα μάρμαρα σχηματίζουν έναν «υγρό τοίχο–καταρράκτη» που οδηγεί στην κύρια είσοδο του μουσείου καλύπτοντας τους εκθεσιακούς χώρους. Η ανάγκη αντιστήριξης των όψεων της λεωφόρου Συγγρού και της οδού Φραντζή οδήγησε στη διαμόρφωση μιας εσωτερικής «σκαλωσιάς» από σκυρόδεμα που ενδέχεται να είναι επισκέψιμη για το κοινό ως περίπατος. Η πλευρά προς την είσοδο του Αττικό Μετρό θα λειτουργήσει και ως μια επιφάνεια προβολής των δραστηριοτήτων του μουσείου παρότι παραμένει ανολοκλήρωτη μετά την κατεδάφιση του τμήματος του παλιού εργοστασίου Φιξ. Το κτίριο αποτελείται από τους υπόγειους χώρους, το ισόγειο, τον ημιώροφο, τους τρεις ορόφους και τον τέταρτο όροφο σε εσοχή. Υπάρχουν χώροι εκθέσεων, εργαστηρίων, αρχείων, διοίκησης, κοινόχρηστων λειτουργιών (βιβλιοθήκη, κατάστημα, μπαρ, εστιατόριο, χώρος εκδηλώσεων).

Το πρώτο έργο αποκτήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 2000. Σήμερα αριθμεί πάνω από 1.000 έργα και συνεχώς εμπλουτίζεται. Από το 2003 μέχρι το 2008 το ΕΜΣΤ παρουσίαζε εκθέσεις και δράσεις σε διάφορους πολιτιστικούς φορείς (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ΑΣΚΤ και Ωδείο Αθηνών και σε δημόσιους χώρους). Από τον Οκτώβριο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2019 παρουσιάστηκε, παρότι η λειτουργία τους δεν ήταν επίσημη ακόμη, σημαντικός αριθμός εκθέσεων δράσεων, συνεδρίων, εκδόσεων, χορευτικών και μουσικών παραστάσεων και προβολών στους χώρους των Περιοδικών Εκθέσεων, των Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στην Αίθουσα Προβολών. Στιγμές ορόσημα υπήρξαν το 2016 η έκθεση «Κρίσιμοι Διάλογοι: Αθήνα – Αμβέρσα», μια συνέργεια με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αμβέρσας, η φιλοξενία της «documenta 14» το 2017, η έκθεση του Εθνικού Μουσείου της Κίνας (NAMOC) «ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ XIEYI: Αριστουργήματα από το Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Κίνας», το ίδιο έτος στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ανταλλαγής μεταξύ Ελλάδας-Κίνας, και η συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης της Ρώμης το 2018.

Η συλλογή καλύπτει ευρύ φάσμα της μεταπολεμικής και σύγχρονης εικαστικής τέχνης. Συγκροτείται γύρω από έναν σημαντικό πυρήνα σπουδαίων καλλιτεχνών. Μεταξύ άλλων Στήβεν Αντωνάκος, Μπιλ Βιόλα, Ντίκος Βυζάντιος, Έμιλυ Ζασίρ, Ίλια, Εμίλια Καμπακόφ, Βλάσης Κανιάρης, Νίκος Κεσσανλής, Γιάννης Κουνέλλης, Σιρίν Νεσάτ, Λουκάς Σαμαράς, Κώστας Τσόκλης, Μόνα Χατούμ, Γκάρυ Χιλλ, Χρύσα, Κώστας Βαρώτσος, Δημήτρης Τζαμουράνης, Νίκος Αλεξίου, Μαρίνα Αμπράμοβιτς κ.ά. Στους τρεις ορόφους παρουσιάζονται σήμερα 172 έργα, 78 εκ των οποίων ανήκουν σε Έλληνες. Οι περιοδικές εκθέσεις θα παρουσιάζονται στο πρώτο υπόγειο και στο ισόγειο. Ο τελευταίος όροφος είναι αφιερωμένος στην ιστορία του.

Παρά τους φόβους και τις αμφιβολίες του Σωματείου Εργαζομένων (ΣΕ) του ΕΜΣΤ για την «ποιοτική και εύρυθμη λειτουργίας ενός μεγάλου μουσείου όπως το ΕΜΣΤ» που προέκυψαν εύλογα μετά την αιφνίδια απόφαση να παραδοθεί στο κοινό, το αποτέλεσμα ήταν κάθε άλλο από απογοητευτικό. Το ΕΜΣΤ είναι ένα πολλά υποσχόμενο μουσείο που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα αυτά του εξωτερικού. Φυσικά υπάρχουν αρκετά πράγματα που εκκρεμούν. Η πλειοψηφία των έργων δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί, με αποτέλεσμα το μουσείο να μην αφήνει την αίσθηση του γεμάτου. Πολλά είναι επίσης και τα διοικητικά θέματα κι αυτά που αφορούν το προσωπικό.

Πέρα τούτων όμως, είναι κάτι που έλειπε από την Ελλάδα. Δεν λογίζεται ευρωπαϊκή πρωτεύουσα χωρίς το δικό της μουσείο σύγχρονης τέχνης. Η ιστορία από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει πολλά. Χρειάζονται τεκμήρια, απτές αποδείξεις για να γίνουν κατανοητές οι αιτιάσεις. Μια γέφυρα από το χθες στο σήμερα όπου οι επισκέπτες θα μπορούν να έρθουν σε επαφή με την γνώση. Η ομορφιά, οι αξίες που εμπερικλείουν μέσα τους τα έργα, ο φωτισμός, ένα περιβάλλον γεμάτος ήχους, χρώματα, φώτα όπου τα διάφορα υλικά μπλέκονται με τις υφές σε ποικίλες μορφές κι υφολογίες εγχύουν με αισθαντικότητα τους προβληματισμούς του πολύ πρόσφατου χθες στον κόσμο και τις ανάγκες του σήμερα. Ένα μουσείο αντάξιο της μοντέρνας τέχνης που η απλότητα του αφήνει χώρο στην στις ιδέες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την αύρα των επισκεπτών του. Μια τέχνη-συζήτησης μεταξύ ανθρώπων, απλά με άλλα μέσα που εκπορεύονται κατευθείαν από την καρδιά του δημιουργού σ’ αυτόν που θέλει να την ακούσει. Οι λέξεις πονάνε και δεν είναι πάντα εύκολο να ειπωθούν κι ο καλλιτέχνης το ξέρει πολύ καλά αυτό. Δανείζεται όμως τους καμβάδες, την τεχνολογία, τον πηλό για να επικοινωνήσει. Χωρίς διακρίσεις παρά μονάχα υπό την προϋπόθεση να θέλει κάποιος να τον ακούσει, να ψάξει, και να ψαχτεί, να μάθει, να αναρωτηθεί, να θυμώσει, να νιώσει, να είναι άνθρωπος με λίγο λόγια. Μια τέχνη που δεν πετάει μασημένη τροφή ή έτοιμα σκουπίδια, δεν ψάχνει για πελάτες και δεν δίνει υποσχέσεις.

Άλλωστε από πότε κρίνουμε ένα μουσείο από την φλυαρία του; Όσοι πιστεύουν ότι η σύγχρονη τέχνη είναι απλοϊκή, ρηχή, άδεια πέφτουν μάλλον στην παγίδα του ναρκισσισμού τους κάτι που η τέχνη (από τις απαρχές της) τιμωρεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Είναι εύκολο να την υποτιμήσεις, δύσκολο να την καταλάβεις. Αλλά αυτή δεν είναι η μαγεία της τέχνης που αν την αφήσεις να σε γοητεύσει με τις δυσκολίες της σε ταξιδεύει μακριά; Το ότι κάτι φαίνεται κάπως δεν σημαίνει ότι είναι. Είναι άλλωστε γνωστή η απάντηση του Picasso στην κυρία που απολαμβάνοντας τον καφέ στο διπλανό τραπέζι, διεκδίκησε την χαρτοπετσέτα πάνω στην οποία σχεδίασε στα βιαστικά ένα σκιτσάκι του:

«Αν την θέλετε, μπορείτε να μου δώσετε 1.000.000. Ξέρετε, μου πήρε μια ζωή να μάθω να ζωγραφίζω σαν παιδάκι».

Η μοντέρνα τέχνη μας αφορά όλους. Τον 21ο αιώνα, οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν ματαιωθεί εδώ και πολύ καιρό. Κι αυτό που έμεινε είναι η πραγματικότητα, ωμή. Όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν μπορεί να πει τι θα έπρεπε να γίνει, πριν γίνει. Το μόνο που μπορεί να πει κάποιος είναι πως η μοντέρνα τέχνη ευτυχώς βρήκε το σπίτι της. Στο ΕΜΣΤ.