από την Βασιλείου Μαρία,

Η ελπίδα του ΣΥΡΙΖΑ

Η οικονομική κρίση της Ελλάδας και η αγανάκτηση των πολιτών, με αποκορύφωμα το κίνημα των αγανακτισμένων του Συντάγματος, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αντιμνημονιακών πολιτικών. Στην προμετωπίδα αυτών των πολιτικών, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε την ολοσχερή απόρριψη του μνημονίου, να καταργηθεί «με έναν νόμο και ένα άρθρο», ενώ, παράλληλα, υπoσχόταν την αύξηση των κρατικών δαπανών, τη διακοπή των ιδιωτικοποιήσεων και την αναίρεση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων σε ενέργεια, κοινωνικές ασφαλίσεις, δημόσια διοίκηση και διεύρυνση αγορών εργασίας. Ταυτόχρονα, απαιτούσε περικοπή του χρέους («haircut») χωρίς όρους. Στρεφόταν συλλήβδην εναντίον του «παλαιού κατεστημένου» και των «ξένων» [«go back Frau Merkel και εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής συντηρητικής νομενκλατούρας»] (GreekReporter,2019). Η ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιθετική έναντι των «θεσμών» και η ιδεολογική επένδυση αποτελούσε ένα ιδιότυπο μείγμα αντικαπιταλιστικής και εθνικοαπελευθερωτικής ευφορίας. Προσδοκούσαν ότι η Ευρώπη θα προσαρμοζόταν στα νέα πολιτικά δεδομένα της Ελλάδας και όχι η Ελλάδα στα δεδομένα της Ευρώπης ( Καζάκος Π., 2019).

Ο υπουργός Οικονομικών θεωρούσε ότι η Ευρωζώνη είναι ένας «πύργος από τραπουλόχαρτα», που θα καταρρεύσει αν αφαιρεθεί ένα χαρτί, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα ήταν το ισχυρό διαπραγματευτικό ατού της ελληνικής κυβέρνησης. Ωστόσο, η ρήξη με την Ε.Ε. το 2015 δεν απειλούσε πλέον τόσο έντονα την Ευρωζώνη, που φαίνεται ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε εξοπλισθεί με θεσμούς (ΕΜΣ, νέα πολιτική ΕΚΤ) για την αποτροπή επέκτασης της κρίσης.

basileiou1

Η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης είχε εναντίον της τη δυσμενή οικονομική εξέλιξη. Ο ρυθμός μεγέθυνσης, που ήδη ήταν αρνητικός από το τελευταίο τρίμηνο του 2014, συνέχισε να υποχωρεί επηρεαζόμενος και από την εκτεινόμενη αβεβαιότητα για τα επόμενα βήματα. Τα επιτόκια δανεισμού του δημοσίου (spreads) αυξάνονταν πάλι, το Χρηματιστήριο Αθηνών κατέρρεε, οι καταθέσεις στις τράπεζες αποσύρονταν, η ΕΚΤ διέκοπτε την φθηνή χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, με αποτέλεσμα να πιέζεται περαιτέρω η ρευστότητά τους και  επομένως, να  περιορίζονται οι δυνατότητες τους να χρηματοδοτούν την οικονομία. Επιλέον, οι εισαγωγές αντιμετώπιζαν αυξανόμενες  δυσκολίες (αφού οι προμηθευτές ζητούσαν προπληρωμή λόγω της πλήρους κατάρρευσης της εμπιστοσύνης προς την ελληνική πλευρά). Για το 2015, οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας ανέρχονταν σε 22,5 δις. ευρώ και αφορούσαν αποπληρωμές ομολόγων που κατείχε η ΕΚΤ, δόσεις προς εξόφληση δανείων από το ΔΝΤ, καταβολή τόκων κτλ. Χωρίς συμφωνία και εξωτερική βοήθεια, η χώρα όδευε προς την χρεοκοπία  (Καζάκος Π., 2019).

Η δημοσιονομική κατάσταση στη χώρα

Αν και πολλοί υποστηρίζουν πως η δημοσιονομική κατάσταση την οποία παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, ήταν καλύτερη από εκείνη στην οποία βρέθηκαν οι κυβερνήσεις του 2009 και του 2012, οι οικονομικοί δείκτες δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα.

basileiou2

Παρόλο που το 2014 εμφανίζεται ένα μικρό πλεόνασμα της τάξεως του 0,5% (για πρώτη φορά από το 2001) ως αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας, η υπόλοιπη εικόνα είναι ζοφερή. Παρατηρείται, το 2014, πτώση των δημοσίων εσόδων κατά 7 δις σε σχέση με το 2009, αλλά και ραγδαία μείωση του ΑΕΠ κατά 22,4%, η οποία δεν αντισταθμίζεται από την μείωση των λειτουργικών δαπανών του δημοσίου κατά 24,4 % ( ως αποτέλεσμα περικοπών, συρρίκνωσης δομών, απολύσεων). Επιχειρήσεις και νοικοκυριά υφίστανται οικονομική επιβάρυνση εφόσον πλέον πληρώνουν πολύ περισσότερους φόρους ως ποσοστό του εισοδήματος τους (46,4 %) με ποιοτικά και ποσοτικά υποδεέστερες παροχές τόσο στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και στις υποδομές

Κατά την περίοδο 2010-2014, πλήττεται το παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας. Το κοινωνικό κόστος της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης υπήρξε τεράστιο, όπως αντανακλάται στην ραγδαία άνοδο της ανεργίας (26,5% το 2014 από 9,6% το 2009). Όλα τα παραπάνω ήταν αναμενόμενα, αφού η Ελλάδα βρέθηκε σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, εφόσον δεν μπορούσε να καλύψει τα ελλείμματα της με χρηματοδότηση από τις αγορές.

Στο μεταξύ, το δεύτερο μνημόνιο έληγε την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου 2015, αφήνοντας την χώρα χωρίς δίχτυ ασφαλείας και χωρίς πρόσβαση στα δάνεια της Ευρωζώνης. Συγχρόνως, ήταν προφανές ότι η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη να χρηματοδοτηθεί μόνη της από τις αγορές. Ο μόνος τρόπος για να καταφέρει η κυβέρνηση να κερδίσει περισσότερο χρόνο και να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία με τους πιστωτές της ήταν να συμφωνήσει σε μια επιμήκυνση του ήδη υπάρχοντος μνημονίου. Αν η κυβέρνηση ολοκλήρωνε τις υπολειπόμενες μεταρρυθμίσεις, θα μπορούσε να λάβει 7,2 δις. ευρώ, την τελευταία δηλαδή δόση του Β’ μνημονίου. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, συνεπάγονταν αποδοχή μέτρων που μέχρι τότε καταδίκαζε (Capital,2016).

Αρχή των διαπαραγματεύσεων

Στη πρώτη παρουσία της νεοεκλεγείσας αντιπροσωπείας στο Eurogroup, επισημαίνεται πως η χώρα δεν επιθυμεί άλλα δάνεια από την Ευρωζώνη, «να σταματήσει αυτή η παράταση και η προσποίηση». Ζητούσε τη μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 4,5% του ΑΕΠ στο 1,5%, μείωση που θα επέτρεπε στη κυβέρνηση να μην επιβάλλει αυστηρά μέτρα λιτότητας. Με την Συμφωνία τετράμηνης παράτασης του μνημονίου, ανοίγεται ο δρόμος για εκταμίευση, που θα άφηνε δύο μήνες μέχρι να διαπραγματευτούν μια μελλοντική Συμφωνία με παράλληλη αντικατάσταση μέτρων που θεωρούσε η κυβέρνηση επώδυνα. Ωστόσο, σηματοδοτούσε και μια σημαντική ομολογία ήττας, καθώς σε λιγότερο από έναν μήνα στην εξουσία, η κυβέρνηση είχε αθετήσει την υπόσχεσή της και είχε επεκτείνει το μνημόνιο (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

Η οικονομική σκοπιά της κυβέρνησης

Το σχέδιο του Βαρουφάκη ήταν να ανταλλάξει μέρος του χρέους της Ελλάδας που είχε στα χέρια της η ΕΚΤ σε μορφή ομολόγων, περίπου 20 δις ευρώ με άλλα, ίσης αξίας, που δεν θα είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής. Αυτό θα σήμαινε ότι στο άμεσο μέλλον η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε πια τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες και θα είχε περισσότερο χρόνο να πάρει ανάσα για να αναπτυχθεί οικονομικά και να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις. Η στρατηγική της Ελληνικής κυβέρνησης σκόπευε στο να παραπλανήσει τους πιστωτές και να τους πείσει, πως ήταν αποφασισμένη να φτάσει στα άκρα. Ο υπουργός πίστευε πως θα υποχωρούσαν, μη θέλοντας να ρισκάρουν την έξοδο της Ελλάδας  από το ευρώ, καθώς τόνιζε πώς, μια επικείμενη καταστροφή της χώρας, θα παρέσερνε μαζί της και την υπόλοιπη Ευρώπη, αφού από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, τα χρέη της χώρας μας είχαν μεταφερθεί από τον ιδιωτικό τομέα (ιδιωτικές τράπεζες του εξωτερικού) στον επίσημο τομέα (κράτη-μέλη της Ευρωζώνης)[2] (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

basileiou3

Κινήσεις του Πρωθυπουργού

Την παραμονή του ταξιδιού του στις Βρυξέλλες, στις 18 Μαρτίου, ο Τσίπρας καταθέτει το πρώτο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για την αντιμετώπισης της «ανθρωπιστικής κρίσης». Το νομοσχέδιο, αυτό προέβλεπε παροχή ηλεκτρισμού σε χιλιάδες φτωχές ελληνικές οικογένειες, κουπόνια σίτισης και άνοιγμα της ΕΡΤ. Το νομοσχέδιο εκτόνωσε μεν τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος, αλλά στις Βρυξέλλες θεωρήθηκε μονομερής ενέργεια, αφού κανείς δεν είχε ενημερωθεί για το μέτρο, ούτε για το πώς θα επηρέαζε τον ελληνικό προϋπολογισμό.

Στο μεταξύ, η χώρα έπρεπε να πληρώσει το χρέος της προς το ΔΝΤ, το οποίο έληγε στις 9 Απριλίου. Η κυβέρνηση, με το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων και με την οικονομική κατάσταση της χώρας να βρίσκεται σε σημείο όπου η ρευστότητα είναι ελάχιστη, σκεφτόταν ακόμα και το ενδεχόμενο της αθέτησης των υποχρεώσεων της απέναντι στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα δεν διέθετε τα απαραίτητα κεφάλαια για να καλύψει την πληρωμή του ΔΝΤ και παράλληλα, να καταβάλει μισθούς και συντάξεις. Για την Λαγκάρντ ήταν αδιαπραγμάτευτο να συμφωνήσει σε οποιαδήποτε αναβολή πληρωμών, η Ελλάδα έπρεπε να βρει στις επόμενες 4 μέρες το σχεδόν μισό δις ευρώ που όφειλε (DW, 2015).

basileiou4

Ρίξη με τους πιστωτές

Στο Εurogroup της Ρίγα, σχολιάστηκε η παύση των ιδιωτικοποιήσεων, η μη τήρηση των συμφωνηθέντων, ενώ τονίστηκε πως οι ελληνικές τράπεζες λάμβαναν εκείνη τη στιγμή ρευστότητα από την ΕΚΤ ύψους 111 δις ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο των άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Η ρευστότητα θα συνέχιζε να παρέχετε εφόσον η χώρα παρέμενε φερέγγυα. Η ένταση κορυφώθηκε με τον Σλοβένο Υπουργό Οικονομικών να μιλάει ανοιχτά για την ανάγκη καταφυγής σε ένα σχέδιο Β’ και τον Βαρουφάκη να απορρίπτει μια τέτοια συζήτηση, χαρακτηρίζοντας την βαθιά αντιευρωπαϊκή (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

Αποφασίζοντας για την Ελλάδα, χωρίς την Ελλάδα.

Το κείμενο, το οποίο και αποτέλεσε τον περιεχόμενο του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου είναι αυτό που, συντάθηκε από τους Θεσμούς και περιλάμβανε την αύξηση του ΦΠΑ, τις περικοπές συντάξεων, και του ύψους του πρωτογενούς πλεονάσματος για τα επόμενα χρόνια. Από την μία πλευρά οι Ευρωπαίοι ήθελαν να διατηρηθεί ο ιδιαίτερα υψηλός στόχος του 4,5% του ΑΕΠ, ενώ από την άλλη το ΔΝΤ υποστήριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο και θα απαιτούσε τεράστια και ανούσια λιτότητα. Τελικά συμφωνήθηκε νέος στόχος με 3,5% του ΑΕΠ. Το κείμενο ήταν πολύ πιο σκληρό απ’ όσο θα ήθελαν οι Έλληνες, ενδεικτικό το θέμα του χρέους.

Για την Ελληνική πλευρά, υπήρχαν δύο βασικές απαιτήσεις τις οποίες αδυνατούσε να δεχτεί. Την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά και τις τουριστικές περιοχές και τις προτεινόμενες περικοπές στο ΕΚΑΣ[3]. Με την ανεργία να εκτοξεύεται στα χρόνια της κρίσης, οι συντάξεις ήταν συχνά η μοναδική πηγή εισοδήματος όχι μόνο των συνταξιούχων αλλά και ολόκληρων οικογενειών (The Guardian,2015.)

Στο μεταξύ, τα 310 εκατομμύρια ευρώ της δόσης του ΔΝΤ έπρεπε να πληρωθούν μέχρι τις 5 Ιουνίου και η κυβέρνηση δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει αυτό το ποσό. Έχοντας ως επιλογές την ρευστοποίηση των μισθών-συντάξεων  ή την αθέτηση των υποχρεώσεων της προς το Ταμείο, δηλαδή την, επέλεξε να κάνει χρήση της ρήτρας του Ταμείου που επιτρέπει σε μια χώρα να ομαδοποιεί όλες τις πληρωμές της, εάν ήταν κοντινές χρονικά, και να τις καταβάλει όλες μαζί στην τελευταία ημερομηνία. Τελικά, το δεύτερο μνημόνιο έληξε στις 30 Ιουνίου χωρίς Συμφωνία για πρόγραμμα και εκταμιεύσεις  (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

Το δημοψήφισμα

Στην φρενίτιδα των εξελίξεων, η κυβέρνηση αποφάσισε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την 5η Ιουλίου. Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος έγινε μόλις τέσσερις μέρες πριν από την λήξη του προγράμματος, αφήνοντας την χώρα χωρίς πρόσβαση στα δάνεια της Ευρωζώνης και ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία στο ΔΝΤ. Στις 28 Ιουνίου η ΕΚΤ ανακοινώνει ότι δεν θα αυξήσει το ποσό ρευστότητας που χορηγεί στις ελληνικές τράπεζες μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας. Το Συμβούλιο Συστημικής Ευσταθείας[4], συμφώνησε να προτείνει τραπεζική αργία για μία εβδομάδα, τα ΑΤΜ να παραμείνουν κλειστά την επόμενη Δευτέρα και να επιβληθεί ημερήσιο όριο αναλήψεων 60 ευρώ την μέρα. Στο παρακάτω διάγραμμα απεικονίζεται πως ελληνική κρίση χρέους επιδεινώνεται καθώς η Αθήνα επιβάλλει ελέγχους κεφαλαίου (Forbes,2015) [5]. H Ελλάδα έγινε η πρώτη ανεπτυγμένη χώρα στα 71 χρόνια της ιστορίας του ΔΝΤ που αθέτησε τις υποχρεώσεις της απέναντι του (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

basileiou4

Την ίδια στιγμή έληγε και το μνημόνιο, αφήνοντας την χώρα χωρίς δίκτυ ασφαλείας, για πρώτη φορά από το 2010. Με την Ελλάδα να έχει πλέον ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ταμείο και την προεκλογική εκστρατεία του δημοψηφίσματος σε πλήρη εξέλιξη, στις 2 Ιουλίου, το ΔΝΤ δημοσίευσε την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους της χώρας, μια μελέτη που έδειχνε ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη ελάφρυνσης χρέους. Η έκθεση αυτή, ενίσχυε το επιχείρημα του Τσίπρα, ότι δηλαδή ένα γενναίο κούρεμα του χρέους έπρεπε να συμπεριληφθεί στην τελική Συμφωνία. Το δημοψήφισμα πήρε διεθνείς διαστάσεις, όταν νομπελίστες Αμερικανοί οικονομολόγοι Τζόζεφ Στίγλιτς και Πολ Κρούγκμαν και ο διάσημος Τζέφρι Σακς προέτρεπαν του Έλληνες ψηφοφόρους να ψηφίσουν «Όχι» (The Guadrian,2015).

Στο δημοψήφισμα οι πολίτες απέρριψαν την πρόταση του σχεδίου Συμφωνίας της Τρόικας με ποσοστό 61,3%. Η κυβέρνηση τόνιζε πως ο διακηρυγμένος στόχος του δημοψηφίσματος είναι η Ελλάδα να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις επί ίσους όρους απέναντι στους εταίρους, ενισχύοντας με την φωνή του λαού την διαπραγματευτική της ισχύ. Η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και κατά επέκταση στην Ε.Ε. ήταν διηνεκής στόχος της κυβέρνησης, παρά των σχολιασμών από τα media πως το όχι στο δημοψήφισμα θα συνεπάγονταν με έξοδο από την Ευρώπη (Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β.,2019).

Η αναστροφή της πορείας της κυβέρνησης

basileiou5

Σε λίγες  ώρες μετά το δημοψήφισμα, ο Πρωθυπουργός αφού απέσπασε τη συγκατάθεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, διαπραγματεύτηκε ένα τρίτο μνημόνιο και δάνειο διάσωσης. Παρά την προϊούσα «διαπραγματευτική κόπωση» των θεσμών από το ελληνικό πρόβλημα, αποδείχτηκε πως υπήρχε ακόμη προσδοκία για να βρεθεί λύση. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Γάλλοι, αφού ανέλαβαν τον ρόλο του μεσολαβητή βοηθώντας του Έλληνες στη σύνταξη των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων ώστε να γίνουν αποδεκτές από την Ευρώπη (France24, 2015). Η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε να μεταφέρει περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες στην υψηλότερη κλίμακα (23%) του ΦΠΑ, ώστε τα προβλεπόμενα έσοδα να φτάνουν το 1% του ΑΕΠ. Ο κατάλογος περιλάμβανε επίσης σημαντικές παραχωρήσεις σχετικά με τις συντάξεις, τη σταδιακή κατάργηση των επιδομάτων προς τους φτωχότερους συνταξιούχους (ΕΚΑΣ) έως τον Δεκέμβριο του 2019, περικοπές στις στρατιωτικές δαπάνες, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, δέσμευση για αύξηση ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 50 στα 67 έτη, καθώς και αύξηση στη φορολογία εισοδήματος των επιχειρήσεων από 26% στα 29%. Τα μέτρα αυτά ψηφίστηκαν, προκειμένου να έχει ο Τσίπρας την απαιτούμενη στήριξη για να πετύχει συμβιβασμό με τους δανειστές της χώρας (Πρακτικά Βουλής, Σύνοδος Α’, Συνεδρίαση OΓ’ Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015).

Ήταν πλέον σαφές πως η κυβέρνηση είχε πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών. Ο Τσίπρας στην συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε στις 28.01.2020 μίλησε εκτενώς και για την περίοδο του δημοψηφίσματος και τον «αναγκαστικό συμβιβασμό», που «μας προσγείωσε σε μια πραγματικότητα δύσκολη αλλά όχι αδιέξοδη, γιατί βγήκαμε από την κρίση, τελειώσαμε τα μνημόνια». Πρόσθεσε, πως το αποτέλεσμα θα κριθεί από την ιστορία και πως η Συμφωνία που κατέληξε ήταν «η δυνατότητα να φτάσουμε στο τέλος με ένα πρόγραμμα με δυσκολίες μεν αλλά με 20 δισ. λιγότερα βάρη από αυτά που πρότειναν χωρίς χρηματοδότηση πριν από το δημοψήφισμα». Επισήμανε τέλος, πως η έξοδος από το ευρώ δεν ήταν ούτε στόχος, ούτε σχέδιο, ούτε στρατηγική (Πρώτο Θέμα,2020).

Το 3ο μνημόνιο

Την μέρα της Συνόδου κορυφής μπορεί η αναφορά στο time-out να είχε αφαιρεθεί, αλλά όλα τα υπόλοιπα δύσκολα σημεία παρέμεναν ως είχαν. Δεν γινόταν δεκτό, από ελληνικής πλευράς, η τοποθέτηση του ταμείου ιδιωτικοποιήσεων με έδρα το Λουξεμβούργο, καθώς θα θεωρούνταν ως ξεπούλημα της περιουσίας της χώρας. Ένα ακόμη βασικό πρόβλημα, ήταν η συμμετοχή του ΔΝΤ σε οποιαδήποτε μελλοντικό πρόγραμμα. Η παρουσία του Ταμείου ήταν βασική προϋπόθεση συναίνεσης της Γερμανίας σε ενδεχόμενο νέας δανειοδότησης, αλλά για τους Έλληνες το ΔΝΤ αντιπροσώπευε τη σκληρότατη λιτότητα που είχε επιβληθεί στη χώρα τους. Τέλος ο Τσίπρας επιθυμούσε περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους και διαβεβαίωση ότι η ΕΚΤ θα συνέχιζε να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες.  Ο Τσίπρας δεν δεχόταν την Συμφωνία που του πρότειναν για το ύψος των ιδιωτικοποιήσεων. Η Ελλάδα ήταν αδύνατο να συγκεντρώσει 50 δις ευρώ από πωλήσεις των περιουσιακών της στοιχείων. Από την αρχή της κρίσης, η χώρα είχε συγκεντρώσει μόλις 8 δις ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις (Εισηγητική Έκθεση Προϋπολογισμού, Ευκλείδης Τσακαλώτος, 2018). Ο συμβιβασμός που επήλθε όριζε πως, ένα μέρος των χρημάτων θα πήγαινε για αποπληρωμή του χρέους, ένα δεύτερο για το κόστος της ανακεφαλαίωσης των τραπεζών και ένα τρίτο για επενδύσεις. Το Ταμείο, θα καλούνταν να διαχειριστεί τα βασικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας για τα επόμενα 99 χρόνια. Η συμφωνία τελικά επετεύχθη για ένα τρίτο μνημόνιο και μια  νέα δανειακή σύμβαση ύψους 86 δις ευρώ.

Συμπεράσματα

 Αν θα έπρεπε να συνοψίσουμε τα γεγονότα του 2015, θα διαπιστώναμε πως από την μια πλευρά, οι δανειστές δεν είχαν ενιαία και συμπαγή άποψη απέναντι στα αιτήματα της Ελληνικής αντιπροσωπείας, ενώ για την ελληνική κυβέρνηση το δημόσιο χρέος αποτελούσε ίσως το κυριότερο ζήτημα προς διαπραγμάτευση, στο οποίο οι δανειστές δεν ήταν διατεθειμένοι να το συζητήσουν. Μπορούμε ακόμη να υποστηρίξουμε πως, μπροστά στην σχολαστικά επεξεργασμένη διαπραγματευτική τακτική των εταίρων, με έμφαση σε επεξεργασμένα επιχειρήματα επί πολύ συγκεκριμένων θεμάτων, η Ελληνική πλευρά υπό το φως μιας ειδικού τύπου δικής της υπερεπένδυσης στην επικοινωνία, με βεβαιότητα στην ισχύ σχετικά αφηρημένων ιδεών ή γενικών θεωρητικών σχημάτων, στάθηκε αδύναμη στην οικοδόμηση συμμαχιών ή διαύλων συνεργασίας. Με διαπραγματευτικό λάθος του ΣΥΡΙΖΑ την υποτίμηση για λεπτομερή τεχνική δουλειά, την αδυναμία σύνδεσης της στρατηγικής του με τις υποχρεώσεις της χώρας, υποχρεώσεις που απορρέουν από χρόνια προηγούμενη διαπραγμάτευση της χώρας μας, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας, αναταραχής και αμφιβολίας (Κείμενο απολογισμού της 4ετίας του ΣΥΡΙΖΑ).

Βιβλιογραφία

[1]Βαρβιτσιώτη Ε., Δενδρινού Β., 2019, Η Τελευταία Μπλόφα, Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

[2]Καζάκος Π., 2019, Ελεγχόμενες Πτωχεύσεις, Καθημερινές Εκδόσεις ΑΕ.

[3] Σαραφίδης Β., (2016), «2006-2015: Μια δεκαετία δημοσιονομικών στρεβλώσεων». The Capital. Available here .

[4] Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, (2019) Σύνθεση ανά πιστωτή. Available here  .

[5] Dodman B,. (2015) «Did France pull Greece back from brink of Grexit? «, France24. Available here.

[6] Khan M. and Fraser I., (2015) «Greece crisis: Tsipras promises to hold vote – as it happened». The Telegraph. Available here.

[7] Stiglitz J., (2015), «Joseph Stiglitz: how I would vote in the Greek referendum.» The Guardian. Available here.

[8]  ΙΣΤ’ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΣ Α’ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ OΓ’ 2015 (Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων). Available here.

[9] Τσακαλώτος Ε. (2018) Εισηγητική Έκθεση Προϋπολογισμού. Υπουργείο Οικονομικών. Αθήνα.Αvailable here.

[10] Kokkinidis T. (2019), «Remembering When Tsipras Told Merkel to “Go Back”,» The GreekReporter. Available here.

[11]Deutsce Welle, (2015) «Varoufakis heads to Washington to discuss Greek reform with IMF’s Lagarde» Available here.

[12] Wearden G. and Fletcher N. (2017), «Greek crisis meeting ends without a deal – as it happened». The Guardian. Available here.

[3] Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων

[4] Έχει ως  αποστολή την ανάλυση της δυναμικής μεταξύ των επί μέρους συστημάτων του χρηματοοικονομικού χώρου και τη συνεχή διερεύνηση για την προληπτική αντιμετώπιση έκτακτων ή ακραίων καταστάσεων και κρίσεων.

 

logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.