Το Κυπριακό Ζήτημα από το 1974 έως σήμερα

Μέρος Α’

του Θεοφάνη Γραμμένου,

Εισαγωγή

Το Κυπριακό ζήτημα, δεδομένης της πολυπλοκότητας, της ευαισθησίας και της διάρκειας του στο χρόνο, είναι αδύνατο να ορισθεί ως ένα μονοδιάστατο φαινόμενο, αλλά πρέπει να προσδιοριστεί περισσότερο ως ένα πολυδιάστατο ζήτημα. Τα βασικά σημεία στα οποία θα εστιάσουμε είναι το χρονικό της εισβολής, η νομιμότητα της Τουρκικής εισβολής στο νησί, η διεθνής ευθύνη που φέρει η Τουρκία, το ψευδοκράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου (Μέρος Α’), οι υφιστάμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το σχέδιο Ανάν, η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία και οι παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου (Μέρος Β’).

Ιστορική Αναδρομή

Η Κύπρος βρίσκεται στη συμβολή της Ευρασίας και της Αφρικής, καθώς και πάνω στη λωρίδα της μεγάλης πλωτής οδού που συνδέει τη Μεσόγειο Θάλασσα με δύο θαλάσσιες πύλες, αυτή του Σουέζ και του Bab-el-Mandeb με τον Ινδικό Ωκεανό. Από εκεί, συνδέεται με άλλες δύο θαλάσσιες πύλες, το στενό του Hormuz που οδηγεί στον Περσικό κόλπο και τα στενά της Malacca που συνδέονται με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, σε ολόκληρη την ιστορία της, οι εξωτερικές δυνάμεις προσπάθησαν να προβάλουν την επιρροή τους στο νησί (ΥπΕξ Κύπρου, 2016).

Μεταξύ των κατακτητών του νησιού ήταν και οι Οθωμανοί, οι οποίοι πρώτα πολιόρκησαν την Κύπρο το 1571, με την επικράτηση τους στους Βενετούς, στην Αμμόχωστο. Το 1878, το νησί χορηγήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, ως όρος της μυστικής Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, που υπεγράφη μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Μεγάλης Βρετανίας, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση της Κύπρου ανατέθηκε στη Μεγάλη Βρετανία. Το 1914, η Κύπρος προσαρτήθηκε από τη Βρετανία και το 1925, έγινε μια βρετανική αποικία (Γεωργαλλής, 2016).

Το χρονικό της εισβολής

Κατά την πρώτη φάση της εισβολής, από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και κατέλαβε το 37% του νησιού. Στις 31 Ιουλίου 1974, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ανακαλώντας τα ψηφίσματα 186 (1964) της 4ης Μαρτίου 1964, βάσει του οποίου η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση του νησιού αναγνωριζόταν ως η μόνη νόμιμη κυβέρνηση στο νησί, 353 (1974) της 20ης  Ιουλίου, για την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής σταθερότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και 354 (1974) της 23ης Ιουλίου 1974, που επιβεβαιώνει το ψήφισμα 353, σημείωσε ότι όλα τα κράτη έχουν δηλώσει το σεβασμό τους για την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου (Χατζηπαντελής 2007).

Την 1η Αυγούστου, το επίσημο Ψήφισμα 355 (1974) επιβεβαιώνει όλα τα ανωτέρω και ζητά από το Γενικό-Γραμματέα του ΟΗΕ να λάβει κατάλληλα μέτρα βάσει της δήλωσης του και να παρουσιάσει μια πλήρη αναφορά στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάπαυση του πυρός θα είναι το πρώτο βήμα προς την πλήρη εφαρμογή του ψηφίσματος. Το Ψήφισμα υιοθετήθηκε στην 1789η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με 12 ψήφους υπέρ, καμία κατά και με 2 παρόντες (Λευκορωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) και τη μη-συμμετοχή της Κίνας. Ως εκ τούτου, αναρίθμητα ψηφίσματα εκδόθηκαν, επαναλαμβάνοντας τα αιτήματα των προηγούμενων ψηφισμάτων (353,355,357,358), χωρίς όμως να γίνουν σεβαστά  από την Τουρκία (Tzanos, 2017).

H Τουρκία, μάλιστα, όχι μόνο αγνόησε τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά, ακόμη, παραβίασε το άρθρο 49 της 4ης Σύμβασης της Γενεύης του 1949, σύμφωνα με το οποίο: «Ατομικές ή μαζικές βίαιες μεταφορές, καθώς και απελάσεις προστατευμένων ανθρώπων από κατεχόμενο έδαφος στο έδαφος της κατέχουσας δύναμης ή σε έδαφος οποιασδήποτε άλλης χώρας, κατεχόμενης ή όχι, είναι απαγορευμένες, ασχέτως του κινήτρου των ιθυνόντων». Ακόμη, σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, η Κατέχουσα Δύναμη δε πρέπει να κρατά προστατευόμενα άτομα σε μια συγκεκριμένη περιοχή  εκτεθειμένα σε κινδύνους πολέμου, αν δεν το επιβάλλουν η ασφάλεια του πληθυσμού και επιτακτικοί στρατιωτικοί λόγοι. Η Τουρκία εγκατέστησε στην τελούσα υπό κατάληψη Βόρειο Κύπρο έναν μεγάλο αριθμό Τούρκων υπηκόων, ώστε να μεταβάλλει τα δημογραφικά του νησιού (Χρήστου, χ.χ.). Η πραξικοπηματική ανατροπή της συνταγματικής τάξης είχε ήδη αποτύχει και οι διαπραγματεύσεις ήδη είχαν ξεκινήσει στη Γενεύη, με τη μορφή διεθνούς συνόδου, η οποία ωστόσο κατέρρευσε στις 13 Αυγούστου, εξαιτίας της άρνησης της Τουρκίας να δώσει την παράταση 36 ωρών, που ζητούσαν οι Κύπριοι  αντιπρόσωποι για την μελέτη της κατάστασης, στις προθεσμίες που έθεσαν με τρόπο απόλυτο στη σύνοδο (Λάμπρου, 2008).  Εκτιμάται ότι σήμερα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου υπάρχουν περίπου 150.000-160.000 εγκατεστημένοι Τούρκοι.

Έτσι, λοιπόν, παρά την επικρατούσα άποψη ότι η συνταγματική σταθερότητα είχε αποκατασταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως άλλωστε προέβλεπε και η Συνθήκη Εγγύησης, στις 14 Αυγούστου του 1974, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των Τουρκικών δυνάμεων συνεχίστηκαν έως ότου έθεσαν το 36,4% του Κυπριακού εδάφους και το 80% της Κυπριακής οικονομίας υπό τον έλεγχο τους, ταυτόχρονα με την εκτόπιση περίπου 200.000 Ελληνοκυπρίων, κατοίκων της κατεχόμενης περιοχής (Tzanos, 2017).

Διεθνείς συμβάσεις

Στην εισβολή στην Κύπρο, εφαρμόζονται οι κανόνες της Σύμβασης της Γενεύης. Προβλέπεται, άλλωστε, στο κείμενο της Σύμβασης ότι «πέραν των διατάξεων που θα εφαρμόζονται σε περίοδο ειρήνης, η παρούσα Σύμβαση θα είναι εξίσου εφαρμόσιμη και σε όλες εκείνες τις περιόδους πολέμου και άλλων ένοπλων συρράξεων μεταξύ δύο ή περισσότερων συμβαλλομένων μερών, ακόμα και αν αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από το μέρος, στου οποίου την επικράτεια έχει κηρυχθεί πόλεμος. Η Σύμβαση θα εφαρμόζεται ακόμα σε όλες τις περιπτώσεις μερικής ή ολικής κατάληψης της εδαφικής επικράτειας ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ακόμα και αν αυτή η κατάληψη δεν αντιμετωπίζεται ως ένοπλη αντίσταση». Οι κανονισμοί της Χάγης του 1907, επίσης, είχαν εφαρμοσθεί, παρά το γεγονός ότι ούτε η Κύπρος, ούτε η Τουρκία είχαν υπογράψει την 4η Σύμβαση της Χάγης του 1907, στην οποία οι ανωτέρω κανονισμοί είχαν πρωτοκολληθεί. Οι κανονισμοί της Χάγης του 1907, θεωρούνται ουσιαστικά κανόνες  εθιμικού δικαίου και ως εκ τούτου δεσμευτικοί για όλα τα κράτη. Είναι, επίσης, εφαρμοστέοι σε κάθε ένοπλη σύρραξη. Η ύπαρξη, λοιπόν, ένοπλης σύρραξης μοιάζει αδιαμφισβήτητο γεγονός ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχει κηρυχθεί επίσημα ο πόλεμος εκ μέρους οποιασδήποτε από τις δύο χώρες και παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δικαιολόγησε τη στρατιωτική της εισβολή ανακαλώντας τις διατάξεις της Συνθήκης Εγγύησης του 1960 (Tzanos, 2017).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, είναι γενικά παραδεκτό ότι κανένα κράτος-μέλος των Ηνωμένων Εθνών δε μπορεί να διαπράξει βίαιες πράξεις εναντίον άλλου κράτους-μέλους- ή όχι του οργανισμού, ούτε ασφαλώς να προχωρήσει στην απειλή χρήσης βίας. Κάθε τέτοια συμπεριφορά θα θεωρείται εντελώς παράνομη, εκτός κι αν δικαιολογείται από λόγους ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ (Καραμπαρμπούνης, 2004).

Η Τουρκία στηρίζει αποκλειστικά την δικαιολογητική βάση της στρατιωτικής της εισβολής στην Κύπρο, στην Συνθήκη Εγγύησης του 1960. Η παρούσα συνθήκη, μέρος των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, ουσιαστικά, προβλέπει ότι σε περίπτωση ανατροπής της συνταγματικής τάξης του νησιού, οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία, δύνανται να προβούν σε μονομερή δράση για την αποκατάσταση της. Πριν την ανάλυση του άρθρου 4, πρώτα πρέπει να παρουσιαστούν λεπτομερώς οι διατάξεις του άρθρου 2, που προβλέπουν τα εξής: «Οι εγγυήτριες δυνάμεις εγγυώνται την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την υφιστάμενη κατάσταση από τα θεμελιώδη δικαιώματα του Κυπριακού Συντάγματος και εμποδίζουν την ένωση με άλλο κράτος ή την απόσχιση του». Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η Τουρκία έχει παραβιάσει σε 2 σημεία το άρθρο 2 της Συνθήκης Εγγύησης του 1960. Απέτυχε να αποκαταστήσει ή να προσπαθήσει ακόμη να αποκαταστήσει την προϋπάρχουσα κατάσταση στην Κύπρο, λαμβάνοντας υπόψη το Κυπριακό Σύνταγμα του 1960. Κατά μείζονα λόγο, επέτρεψε και εξακολουθεί να επιτρέπει το διαμελισμό της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974, αναγνωρίζοντας επίσημα τη δική της μονομερή δήλωση για «ειδική ανεξαρτησία» σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έθεσε υπό τον έλεγχο της με τη στρατιωτική της εισβολή, καταπατώντας, έτσι, ακόμα και προσωρινά, το άρθρο 185 του Κυπριακού Συντάγματος. Τέλος, απέτυχε να εμποδίσει τον εδαφικό διαμελισμό, ή δράσεις που τείνουν να εφαρμόσουν αυτό το διαμελισμό (Ζακχαίος, 2010).

Παρόλα αυτά, όσον αφορά τη Συνθήκη Εγγύησης του 1960, είναι αμφιλεγόμενο το αν αυτή συμβαδίζει με ορισμένες προβλέψεις του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι προβλέψεις αυτές είναι το άρθρο 2, παράγραφος 1 του Χάρτη που αναφέρεται ρητά στην «κυρίαρχη ισότητα των κρατών-μελών» και το άρθρο 2, παράγραφος 4 όπου η χρήση ή/και η απειλή χρήσης βίας απαγορεύεται ως τρόπος επίλυσης των διαφορών των κυρίαρχων κρατών (Καραμπαρμπούνης, 2004). Η χρήση και η απειλή χρήσης βίας για την οποία μια κυβέρνηση, εκ των πραγμάτων ή βάσει νόμου, είναι υπεύθυνη μετά από μια νόμιμη πράξη ή παράλειψη, αν δεν είναι δικαιολογημένη από την ανάγκη ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας, βάσει της εξουσιοδότησης των Ηνωμένων Εθνών για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ή με την άδεια του κράτους του οποίου η περιοχή αποτελεί έδρα της βίας, θεωρείται ως έκνομη επίθεση, που αντιτίθεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Η φρασεολογία του άρθρου 4 της Συνθήκης Εγγύησης, δεν σκόπευε σε καμία περίπτωση να δώσει επιπρόσθετα δικαιώματα στις εγγυήτριες δυνάμεις, πέραν των καθορισμένων τους δικαιωμάτων που τους έχουν αναγνωριστεί από το Διεθνές Δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των ανωτέρω διατάξεων του Χάρτη. (Tzanos, 2017).

Η διεθνής ευθύνη της Τουρκίας

Βάσει του άρθρου 2 της Νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας, στην υπόθεση «SAIGA: Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες εναντίον Γουινέας», γνωρίζουμε ότι αποτελεί εδραιωμένο κανόνα του Διεθνούς Δικαίου, όταν ένα κράτος υφίσταται ζημία ως αποτέλεσμα μιας διεθνούς έκνομης πράξης από άλλο κράτος, να εξουσιοδοτείται να εγείρει αίτημα επανόρθωσης για τη ζημία που υπέστη από το κράτος που διέπραξε την έκνομη ενέργεια και ότι αυτή η επανόρθωση πρέπει, όσο το δυνατό περισσότερο, να εξομαλύνει όλες τις συνέπειες αυτής της έκνομης ενέργειας και να επαναφέρει την πρότερη κατάσταση που κανονικά θα ίσχυε αν δεν είχε διαπραχθεί η παραβιαστική ενέργεια (Μάζης, 2017). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Μάιο του 2014, καταδίκασε την Τουρκία σε αποζημίωση ύψους 90 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα 30 εκατομμύρια αφορούν στους αγνοούμενους Ελληνοκυπρίους και σε ζώντες συγγενείς τους, ενώ τα υπόλοιπα 60 εκατομμύρια ευρώ στη ζημία που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι του θύλακα της χερσονήσου της Καρπασίας, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου (ΥπΕξ Κύπρου, 2016).

Το ψευδοκράτος

Το 1983, εννιά χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Rauf Denktash με τη βοήθεια των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, κηρύσσει μονομερώς την ανεξαρτησία του τμήματος που κατέχουν οι Τουρκοκύπριοι. Αυτό το κράτος που δημιουργείται, έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά στοιχεία ενός κράτους. Έχει έδαφος, λαό, κυβέρνηση, δεν έχει ωστόσο την ανεξαρτησία του (Χατζηπαντελής, 2007). Η δημιουργία αυτού του κράτους-ανδρεικέλου προέκυψε από τη βίαιη εισβολή και κατοχή της Κύπρου από τις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις και εφόσον αυτό το μόρφωμα δεν έχει την ανεξαρτησία του, συνάγεται ότι πρόκειται για “κράτος μαριονέτα” της Τουρκίας. O J.Crawford, κάνει λόγο για το ψευδοκράτος, λέγοντας τα εξής: «ο όρος “ψευδοκράτη” χρησιμοποιείται για να περιγράψει μόνο “ονομαστικές κυριαρχίες” οι οποίες είναι όμως υπό ξένο έλεγχο, ειδικά σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η εγκαθίδρυση ενός κράτους στοχεύει στην κάλυψη μιας προφανούς έκνομης πράξης…». Μετά την μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνεδριάζει και εκδίδει το ψήφισμα 541, το οποίο καταδικάζει την ενέργεια της Τουρκίας ως νομικά άκυρη και κατόπιν εκδίδει το ψήφισμα 550 που επαναλαμβάνει όσα ειπώθηκαν στο ψήφισμα 541 και αναφέρει ότι η μόνη νόμιμη κυβέρνηση του νησιού είναι αυτή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το παρόν κράτος-ανδρείκελο αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία (Χατζηπαντελής, 2007). Ενδιαφέρουσα είναι η τοποθέτηση του  J.Combacau, καθηγητή Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, ο οποίος κάνει την εξής δήλωση σχετικά με το ψευδοκράτος: “Συμβαίνει… ώστε να διατηρηθεί ο πραγματικός έλεγχος μιας οντότητας, η οποία για λόγους διεθνούς πολιτικής, δε μπορεί να προσκολληθεί ή να διατηρηθεί στην εδαφική της ακεραιότητα, ένα (κατέχον) κράτος, διευκολύνει τη δημιουργία μιας κρατικής δομής η οποία προσποιείται πως είναι ανεξάρτητη, οι κυβερνήτες της όμως βρίσκονται στα καθήκοντα τους μόνο χάρη στις δράσεις τους…”. Πράγματι, η δομή του ψευδοκράτους επικυρώνει αυτήν την παρατήρηση, όπως και τα λεγόμενα του Crawford, καθώς ο έλεγχος από την Τουρκία και η κάλυψη πράξεων που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο, χαρακτηρίζουν αυτήν την επίπλαστη κρατική δομή. Το ψευδοκράτος της Κύπρου είναι ένα ζήτημα που απασχολεί το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς σχέσεις και φαίνεται συχνά στην ειδησεογραφία των εμπλεκομένων κρατών (Καραμπαρμπούνης, 2004).

Σε αυτό το πρώτο μέρος, παρακολουθήσαμε το χρονικό της τουρκικής εισβολής στη Βόρεια Κύπρο, τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς και τους παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος. Στο επόμενο μέρος της παρούσας ανάλυσης, θα εστιάσουμε στο σχέδιο Ανάν, τη διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία, τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού, καθώς και τις παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου.

Βιβλιογραφία:

Γιωργαλλής, Κ. (2016). Οι Βρετανοί στην Κύπρο. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη

Ζακχαίος, Σ. (2010). Κυπριακή Διπλωματία και Παρασκήνια. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη.

Καραμπαρμπούνης, Χ. (2004). Κύπρος από την Εισβολή στην ένταξη. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας Π.Ν.

Λάμπρου, Γ. (2008). Ιστορία του Κυπριακού: Τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2004. Αθήνα:  Εκδόσεις ΠΑΡΓΑ.

Μάζης, Ι. (2017). Γεωπολιτικά Ζητήματα στην Ευρυτέρα Μέση Ανατολή και την Μεσόγειο ΤΟΜΟΣ 1 ΚΑΙ 2. Αθήνα: Εκδόσεις ΛΕΙΜΩN.

Τζάνος, Κ. (2017).  International Justice: The Case of Cyprus, Διαθέσιμο εδώ.

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου (2016). Ιστορική Αναδρομή. Διαθέσιμο εδώ.

Χατζηπαντελής, Θ. (2007). Analysis of the Cyprus referendum on the Annan Plan”. Διαθέσιμο εδώ.

Xρήστου,Γ. (χ.χ.). The Internalization of Border Conflicts, Policy Change and the case of Cyprus, Διαθέσιμο εδώ.

 

logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

Απάντηση