υπό την επιμέλεια της Ιωάννας Μπάλα,

από τις Μαρία Κράνη, Στέλλα Μίτιλη, Κωνσταντίνα Μπριόλα, Κυριακή-Αικατερίνη Πισιμίση, Αθανασία Τριάντου, Γεωργία Τσιγνοπούλου.

Πρόλογος

της Ιωάννας Μπάλα,

Η σύγχρονη Λατινική Αμερική βρίσκεται σε διαρκείς κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές τα τελευταία χρόνια. Τα γεγονότα, που έχουν διαδραματιστεί, δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα χρόνιων πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων. Η ασθενής οικονομική δραστηριότητα των χωρών που απαρτίζουν την Λατινική Αμερική, οι αναπτυξιακές και οικονομικές ανισορροπίες σε συνδυασμό με τον παρεμβατισμό ξένων δυνάμεων που προσπαθούν να επιβληθούν και να καθορίσουν την πορεία τους, έχουν ως αποτέλεσμα τις εξεγέρσεις των λαών. Οι αιτίες των έντονων διαμαρτυριών κατά των κυβερνήσεων στη Νότια Αμερική έχουν κυρίως τοπικό χαρακτήρα, αλλα κοινός παρονομαστής παραμένει η πολιτική οικονομικής λιτότητας. Μέσω των πιέσεων των πολιτών, όπως παραδείγματος χάρη στη Χιλή, με το αίτημα της αναθεώρησης του συντάγματος για ένα πιο δίκαιο κράτος, καταγγέλλονται οι κοινωνικές ανισότητες, η άνοδος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και η εξυπηρέτηση πελατιακών συμφερόντων. Η μαζική δυσαρέσκεια των πολιτών οδηγεί σε εξεγέρσεις, με αποτέλεσμα την κρίση της δημοκρατίας. Η κρίση αυτή δίνει χώρο σε δικτατορικά αυταρχικά καθεστώτα, να αναρριχηθούν στην εξουσία, οπως έχει επιβεβαιώσει η νεώτερη ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται και πράξεις βίας αποτελούν καθημερινό φαινόμενο.

Η εργασία αυτή έχει ως στόχο να παρουσιάσει την κοινωνική κρίση και τις συνέπειες της στην πραγματικότητα των χωρών της Νότιας Αμερικής. Θα παρουσιαστούν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης, καθώς και ο ρόλος της Διαμερικανικής Επιτροπής. Θα αναλυθούν κοινωνικά ζητήματα όπως οι αναγκαστικές εξαφανίσεις, οι γυναικοκτονίες, το οργανωμένο έγκλημα και τα κοινωνικά δικαιώματα στην Λατινική Αμερική.

Οι βαθύτερες αιτίες της κοινωνικής κρίσης στην Λατινική Αμερική

της Στέλλας Μίτιλη,

Τα πρώτα σημάδια της κρίσης στην Λατινική Αμερική εμφανίστηκαν, αντίθετα με άλλες περιοχές, λίγο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε το 2008 και έπληξε τις Η.Π.Α., την Ευρώπη και την Κίνα. Μολονότι, σε σύγκριση με άλλες, οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής έδειξαν να εξέρχονται σχετικά αλώβητες από την κρίση και με μικρή μείωση της ανάπτυξης της οικονομίας τους, η οποία μάλιστα το 2010 άρχισε να ανακάμπτει, ο πραγματικός αντίκτυπος της κρίσης θα φαινόταν δέκα χρόνια μετά. Αυτό που επηρέασε δραματικά και άμεσα την οικονομία και κατ’ επέκταση, την κοινωνικοπολιτική σταθερότητα της Νότιας Αμερικης ήταν η αργή και ασθενική παγκόσμια ανάκαμψη, η οποία είχε ως λογικό επακόλουθο την μείωση των τιμών των βασικών της εμπορευμάτων και επομένως, χαμηλότερα επίπεδα εσόδων και οικονομικής δραστηριότητας. Η χρόνια επιδείνωση της κατάστασης έφερε στο προσκήνιο πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, τα οποία στις προηγούμενες περιόδους ευημερίας, εύκολα, «σκεπάζονταν» με παροχές. Ήδη, πριν το 2019, με την μείωση των πόρων, οι χειρισμοί των δημόσιων κονδυλίων από τις κυβερνήσεις και η διαφθορά άρχισαν να βγαίνουν στο φως, αλλά και γενικότερα, η καταπάτηση πολλών θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων να γίνεται όλο και πιο ορατή, πιέζοντας ολοένα και περισσότερο το σύστημα. Οι πιέσεις αυτές μετατράπηκαν σε μαζικές κινητοποιήσεις, βιαιότητες και κοινωνικοπολιτικές εντάσεις και αναταραχές, πράγμα που αποδεικνύεται από τις πολιτικές εξελίξεις αυτού του διαστήματος στις χώρες της Αργεντινής, του Περού και της Χιλής, την παραίτηση του Προέδρου της Βολιβίας, Μοράλες, την αποφυλάκιση και ενεργοποίηση του πρώην λαϊκιστή Προέδρου, Λούλα Ντα Σίλβα, εναντίον της Κυβέρνησης Μπολσονάρο, στην Βραζιλία. Τα βασικά ζητήματα της εκάστοτε χώρας πηγάζουν από σημαντικές ιδεολογικές διαφορές που ανέκυψαν, αλλά και υπερβαίνουν αυτές και στοχεύουν στον πυρήνα των προκλήσεων – κυρίως οικονομικών – που αντιμετωπίζει καθεμία και ξεπερνά ακόμα και τα μακροχρόνια προβλήματα της φτώχειας, της ανασφάλειας και των ανισοτήτων, τα επίπεδα των οποίων μάλιστα έχουν μειωθεί.

Ο ρόλος της Διαμερικανικής Επιτροπής

της Γεωργίας Τσιγνοπούλου,

Η Διαμερικανική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μαζί με το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συγκροτούν το σύστημα για την προαγωγή και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Δυτικό Ημισφαίριο. Η Επιτροπή αποτελεί ένα κύριο και αυτόνομο όργανο του ΟΑΚ[1] και συντίθεται από 7 ανεξάρτητα μέλη, τα οποία υπηρετούν με την προσωπική τους ιδιότητα. Συστάθηκε από τον ΟΑΚ, το 1959, και εδράζεται στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ. Οι λειτουργίες και οι εξουσίες της Επιτροπής προσδιορίζονται στο Καταστατικό της.[2] Από τη μία πλευρά, έχει αρμοδιότητες με πολιτικές διαστάσεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται οι επισκέψεις στα κράτη μέλη και οι προετοιμασίες των εκθέσεων των παρατηρήσεων σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κράτη- μέλη. Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή εκτελεί καθήκοντα με οιονεί δικαστική διάσταση. Αρμοδιότητά της είναι να λαμβάνει καταγγελίες ατόμων ή οργανισμών- ακόμα και ΜΚΟ- σχετικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων[3]. Αξίζει να γίνει μία διευκρίνηση σχετικά με το γεγονός ότι οι παραβιάσεις πρέπει να έχουν γίνει από τα κράτη-μέλη. Η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει καταγγελίες κατά ιδιωτών.

 Η Επιτροπή αφού εξετάσει τις εν λόγω αναφορές, τις διαβιβάζει στο κατηγορούμενο κράτος, ώστε να μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Κινείται, δηλαδή, μια διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής (που ρυθμίζεται στο άρθρο 48 της Σύμβασης), με σκοπό «να επιτευχθεί η φιλική διευθέτηση του θέματος με βάση το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση». Εάν δεν επιτευχθεί λύση, η Επιτροπή μπορεί να διαβιβάσει την υπόθεση στο Δικαστήριο με την υποβολή αίτησης.

Συνεπώς, εάν ένα άτομο ή ένας οργανισμός επιθυμεί να παρουσιάσει στο Διαμερικανικό σύστημα μία κατάσταση πιθανής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το κάνει αυτό ενώπιον της Διαμερικανικής Επιτροπής και όχι ενώπιον του Δικαστηρίου. Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι δεν επιτρέπεται η ατομική προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως συμβαίνει στο παρόν σύστημα του Ευρωπαϊκού μηχανισμού προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Διαμερικανικό σύστημα απαιτεί δύο συναινέσεις και όχι μία. Πρώτα της Επιτροπής κι αν δεν διευθετηθεί το ζήτημα, έπειτα του Δικαστηρίου. Ο μηχανισμός προστασίας της Επιτροπής, ωστόσο, δέχεται αυστηρή κριτική, λόγω της αναποτελεσματικότητας της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίως στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έχει κατηγορηθεί για πολιτικοποίηση και μεροληπτική στάση απέναντι σε συγκεκριμένες χώρες και για συγκεκριμένα δικαιώματα. Αδήριτη θεωρείται η ανάγκη για ένα πιο ολοκληρωμένο και σύγχρονο σύστημα περιφρούρησης, με αυστηρότερο έλεγχο στις δραστηριότητες και στη συμμόρφωση των κρατών.

 Το φαινόμενο των αναγκαστικών εξαφανίσεων: περιφερειακή πρακτική με διεθνείς προεκτάσεις

της Κέλλυς Πισιμίση,

Το ζήτημα των αναγκαστικών εξαφανίσεων δεν αποτελεί μία καινοτομία στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά, ήδη από τη δεκαετία του 1960, θεωρείται μία πολύ διαδεδομένη πρακτική, η οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Λατινική Αμερική και σταδιακά, εξαπλώθηκε σε όλη την αμερικανική ήπειρο αλλά και στην υφήλιο (Sheeran & Rodley, 2013). Η Έκθεση της τότε Υπό-Επιτροπής για την Πρόληψη των Διακρίσεων και την Προστασία των Μειονοτήτων, αναφορικά με τον πολύ μεγάλο αριθμό αγνοουμένων προσώπων στην Αργεντινή εν γνώσει της εκάστοτε Κυβέρνησης, έσπειρε στα Ηνωμένα Έθνη, το 1978, την ιδέα της δημιουργίας μίας Ομάδας Εργασίας για τη διερεύνηση αντίστοιχων περιστατικών, γεγονός που καθησύχασε τα κράτη και ολιγώρησαν ως προς την κατάρτιση ενός νομικά δεσμευτικού κειμένου με σαφείς ευθύνες για τους δράστες (Νάσκου-Περράκη, 2016; Andreu-Guzmán, 2002). Μόλις το 1992, υιοθετήθηκε η Διακήρυξη για την Προστασία όλων των Προσώπων από τις Αναγκαστικές Εξαφανίσεις, της οποίας την επίβλεψη αναλάμβανε η ως άνω Ομάδα Εργασίας. Η σχετική διεθνής συνθήκη κωδικοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, το 2006.

Η δυσχερής, όμως, κατάσταση στη Λατινική Αμερική, ήδη από το 1987, είχε οδηγήσει την Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών στην υιοθέτηση ενός περιφερειακού κειμένου, το οποίο εν τέλει υιοθετήθηκε επτά χρόνια αργότερα (1994). Ως αναγκαστική εξαφάνιση, ορίστηκε η πρακτική της στέρησης της ελευθερίας ενός προσώπου από το κράτος ή από άτομο που δρα καθ’ υπόδειξη κρατικών παραγόντων, συνδυασμένη με την άρνηση των υπευθύνων να αναγνωρίσουν την πράξη και να παρέχουν πληροφορίες για το άτομο. Ο ορισμός αυτός υιοθετήθηκε με κάποιες διαφοροποιήσεις και στην οικουμενική σύμβαση, αλλά και στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, στο οποίο οι αναγκαστικές εξαφανίσεις (πληρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων) μπορεί να αποτελέσουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (Finucane, 2010).

Η εκδίκαση υποθέσεων αναγκαστικών εξαφανίσεων επί τη βάσει της σχετικής Διαμερικανικής Σύμβασης έκανε το ντεμπούτο της με τρεις σημαντικές υποθέσεις κατά της Ονδούρας, η οποία, ειδικά την περίοδο 1981-1984, μαστιζόταν από την πρακτική αυτή. Οι υποθέσεις αυτές (με κυριότερη την Velásquez Rodríguez) έκριναν ότι οι αναγκαστικές εξαφανίσεις αποτελούν εν τοις πράγμασιν μια πολλαπλή και συνεχιζόμενη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο των ίδιων των εξαφανισθέντων, όσο και των συγγενών τους [διευρύνοντας την έννοια του θύματος (Μπαλαφούτα, 2018; Vitkauskaitė-Meurice & Žilinskas, 2010) και δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο τη νομική βάση του λεγόμενου δικαιώματος στην αλήθεια].

Σε οικουμενικό επίπεδο, πάντως, παρά το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι θεσμοί ασχολούνται με το φλέγον αυτό ζήτημα (π.χ. η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα στο 36ο Γενικό Σχόλιό της και σε σχετική νομολογία της, βλ. Bleier v. Uruguay), η όλη προσπάθεια υστερεί, καθώς το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι η φύση των οργάνων που τις εκδικάζουν ως οιονεί δικαιοδοτικών (με αποτέλεσμα να μην είναι τόσο δυνατή και δραστική η εκτέλεση και ο έλεγχος της συμμόρφωσης στις εν λόγω αποφάσεις).

Το φαινόμενο των Γυναικοκτονιών

της Αθανασίας Τριάντου,

 Η γυναικοκτονία (αγγλ.: femicide/feminicide) αποτελεί τη σοβαρότερη μορφή βίας κατά των γυναικών (Joseph, 2017). Ο όρος “femicide” χρησιμοποιήθηκε, αρχικά, από τους Russell και van der Ven και σημαίνει τη δολοφονία γυναίκας λόγω του φύλου της, ενώ ο όρος “feminicide” εξετάζει το ευρύτερο κοινωνικό, δικαιϊκό και πολιτικό πλαίσιο που κανονικοποιεί τη γυναικοκτονία (Joseph, 2017). Την τελευταία δεκαετία, οι γυναικοκτονίες στη Λατινική Αμερική έχουν λάβει τη μορφή παγκόσμιας πανδημίας (Essayag, 2017).

Χαρακτηριστικά είναι ορισμένα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία. Το 2018, τουλάχιστον 3.529 γυναίκες δολοφονήθηκαν σε 25 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ισότητας των Φύλων για την Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (Economic Commission for Latin America and the Caribbean, 2019). Tο 2012, οι 7 από τις 10 χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό γυναικοκτονιών βρίσκονταν στη Λατινική Αμερική, ενώ το 2015, στην Αργεντινή, μία γυναίκα δολοφονούνταν κάθε 30 ώρες λόγω του φύλου της και στο Μεξικό, 6 γυναίκες δολοφονούνται κάθε μέρα (Joseph, 2017).

Τη δεκαετία του ’90, εισήχθησαν νόμοι για την προστασία και την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, οι οποίοι διακρίνονται σε νόμους πρώτης (1st generation laws) και δεύτερης γενιάς (2nd generation laws) (Toledo, 2017). Οι μεν προβλέπουν προστατευτικά μέτρα για την έμφυλη βία στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ οι δε συνυπολογίζουν ότι η έμφυλη βία δεν επηρεάζει όλες τις γυναίκες το ίδιο (π.χ. λόγω κοινωνικής θέσης).

Μέσω του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Διαμερικανικής Σύμβασης για την Πρόληψη, την Τιμωρία και την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών (Σύμβαση του Belem do Para, 1994), τέθηκαν κάποιες κοινές βάσεις για την αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών και της έμφυλης βίας . Βέβαια, στη Νότια Αμερική, η γυναικοκτονία δεν συνιστά απαραίτητα διακεκριμένο έγκλημα (δηλ. με αυστηρότερη τιμωρία), καθώς προβλέπονται οι ίδιες ποινές για παρόμοια εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί σε βάρος ανδρών (Toledo, 2017). Έως το 2016, το 48% των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής έχει αναγάγει τη γυναικοκτονία σε έγκλημα, ενώ μόνο μία (η Αργεντινή) την αναγνώρισε ως «διακεκριμένη μορφή ανθρωποκτονίας με βάση το φύλο»  (Essayag, 2017).

Κατά καιρούς, η έξαρση των γυναικοκτονιών σε αυτές τις χώρες αποδίδεται σε δομικές αιτίες, όπως η φτώχεια και η μετανάστευση (Olivera, 2006). Παρόλο, λοιπόν, που έχει αρχίσει να θεωρείται έγκλημα, όχι μόνο κοινωνικά αλλά και νομικά, δεν δίνεται η απαραίτητη βαρύτητα στην προαναφερόμενη πανδημική διάσταση του φαινομένου.

Η περίπτωση των ανθρωποκτονιών στο Μεξικό: Η δράση των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος

της  Μαρίας Κράνη,

Κατά την τελευταία δεκαετία, το Μεξικό δοκιμάζεται από πολύ υψηλά ποσοστά βίας οπου σχετίζονται με την οργανωμένη εγκληματικότητα. Τα τελευταία χρόνια, έχει σημειωθεί ραγδαία αύξηση στα ποσοστά των ανθρωποκτονιών. Το 2017, καταγράφηκαν τουλάχιστον 25.339 περιστατικά ανθρωποκτονιών, με τουλάχιστον 31.000 θύματα. Το 2018, ο αριθμός ήταν ακόμη μεγαλύτερος με τις καταγεγραμμένες ανθρωποκτονίες να ανέρχονται στις 33.341 (Felbab-Brown, V., 2019). Σύμφωνα με το Εθνικό σύστημα Δημόσιας Ασφάλειας (National System of Public Security), ο αριθμός των θυμάτων ανθρωποκτονιών για το έτος 2019 αυξήθηκε στα 35.588 (Sheridan, M. B., 2020).

Οι ανθρωποκτονίες στο Μεξικό, πλέον, δεν περιορίζονται στο πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων είτε μεταξύ των ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος είτε αναμεσα σε κάποια ομάδα και τις Αρχές. Φαίνεται ότι το οργανωμένο έγκλημα εξελίσσεται και πλέον, οι ανθρωποκτονίες που διαπράττονται από τις ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος έχουν ως θύματα τους μέλη της κυβέρνησης, απλούς πολίτες καθώς και μέλη αντίπαλων εγκληματικών ομάδων (The International Institute for Strategic Studies (IISS)).

H διάσπαση των μεγάλων διασυνοριακών εγκληματικών ομάδων σε ανταγωνιστικές ομάδες και συμμορίες διαφόρων μεγεθών στο Μεξικό ξεκίνησε το 2017 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Η ανάπτυξη αυτών των εγκληματικών ομάδων, που ποικίλλουν από μεγάλες διασυνοριακές ομάδες ως και μικρές τοπικές μαφίες, έχει καταστήσει την εγκληματικότητα ακόμη πιο διάχυτη, δυσχεραίνοντας την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της. Οι παλαιότερες μεγάλες διασυνοριακές ομάδες χαρακτηρίζονταν, συνήθως, από ιεραρχία και οικογενειακούς δεσμούς μεταξύ των μελών τους και διοικούνταν από τους «βασιλείς» των καρτέλ. Πλέον, οι ομάδες αυτές έχουν αντικατασταθεί από άλλες πιο ευέλικτες ομάδες που τείνουν να είναι πιο χαλαρά δικτυωμένες (Congressional Research Service, 2019).

Οι διάφορες μικρότερες οργανώσεις αντιστέκονται στην επιβολή κανόνων για τον περιορισμό της βίας. Η ανάπτυξη αντιπαλότητας μεταξύ μεγάλου αριθμού ομάδων που «μπήκαν στο παιχνίδι» του οργανωμένου εγκλήματος έχουν οδηγήσει σε μια συνεχιζόμενη αύξηση της βίας. Το εύρος της βίας που προκαλούν οι εγκληματικές οργανώσεις του Μεξικού είναι δύσκολο να μετρηθεί τόσο εξαιτίας των περιορισμένων αναφορών από την κυβέρνηση, όσο και από προσπάθειες των εγκληματικών ομάδων να παραπλανήσουν τους πολίτες. Συχνά μάλιστα, δημοσιοποιούν τα εγκλήματά τους στο διαδίκτυο, κυρίως τα πιο ειδεχθή και αποτρόπαια, με σκοπό να εκφοβίσουν τους αντιπάλους τους, τους πολίτες ή τις δυνάμεις ασφαλείας. (Congressional Research Service, 2019)

Κοινωνικά δικαιώματα και η περίπτωση των “Child-Marriages”

της Κωνσταντίνας Μπριόλα,

Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λατινική Αμερική ποικίλλει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Σε ορισμένες, όπως στην Κολομβία, οι εξαφανίσεις, οι εξωδικαστικές εκτελέσεις και τα βασανιστήρια έχουν φτάσει σε επιδημικές διαστάσεις (Makhatadze, 2014). Σε άλλες, όπως το Περού, εκατοντάδες αθώοι εξακολουθούν να βρίσκονται στη φυλακή, κατηγορούμενοι ψευδώς για «ανατρεπτικές δραστηριότητες» (Makhatadze, 2014). Ωστόσο, σε άλλες, οι κύριες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφορούν την αστυνομική βία, τις απάνθρωπες συνθήκες φυλακών και τις παραβιάσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων (Melish, 2002).

 Όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, το πρότυπο του κράτους πρόνοιας διασφαλίζει ότι κάθε άτομο, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη, ασκεί τα κοινωνικά του δικαιώματα, όπως είναι η υγεία, η εκπαίδευση και η ασφάλεια. Παρόλα αυτά, η Λατινική Αμερική δεν ακολούθησε αυτό το μονοπάτι. Ακόμη και αν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα έχουν αναγνωριστεί στα εσωτερικά πλαίσια των χωρών, η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών απέχει πολύ από το να επιτευχθεί, δεδομένου των κοινωνικών ανισοτήτων και του αποκλεισμού (Betttel, 2014).

Ένα από τα φαινόμενα που συναντάται στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, είναι οι γάμοι παιδιών, γνωστό και ως «Child Marriage». Ο γάμος πριν την ενηλικίωση, ανεξάρτητα από το φύλο, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων των παιδιών. Κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να προστατεύεται από αυτή την επιβλαβή πρακτική, η οποία έχει καταστροφικές συνέπειες για τα άτομα και για την κοινωνία. Ο γάμος των παιδιών βρίσκεται πλέον σταθερά στην παγκόσμια αναπτυξιακή ατζέντα, κυρίως μέσω της ενσωμάτωσής της στον στόχο 5.3 για την επίτευξη Βιώσιμου Αναπτυξιακού Στόχου (Sustainable Development Goal), ο οποίος στοχεύει στην εξάλειψη της πρακτικής αυτής μέχρι το 2030 (UNICEF, 2019).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της UNICEF (2019), 1 στις 4 νεαρές γυναίκες στην Λ. Αμερική και στην Καραϊβική παντρεύτηκε ή ήταν σε σχέση συμβίωσης πριν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας της (Εικόνα 1).  Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία των γυναικών που παντρεύτηκαν στην παιδική ηλικία γέννησαν πριν τα 18α γενέθλιά τους, και περισσότερες από 8 στις 10 το έκαναν πριν συμπληρώσουν το 20ο έτος της ηλικίας τους (Εικόνα 2 & 3).

 

 

 

κοινωνικα1
Εικόνα 1. Ποσοστό γυναικών ηλικίας 20 έως 24 ετών που ήταν παντρεμένες ή σε σχέση συμβίωσης πριν από την ηλικία των 15 και 18 ετών, ανά περιοχή  (Σημείωση: Ανακτήθηκε από UNICEF (2019), A Profile of Child Marriage and Early Unions in Latin America and the Caribbean, σελ. 5)
κοινωνικα2
Εικόνα 2. Ποσοστό παντρεμένων γυναικών ηλικίας 20 έως 24 ετών που γέννησαν πριν από την ηλικία 18 και 20 ετών  (Σημείωση: Ανακτήθηκε από UNICEF (2019), A Profile of Child Marriage and Early Unions in Latin America and the Caribbean, σελ. 12)
κοινωνικα3
Εικόνα 3. Ποσοστό παντρεμένων γυναικών ηλικίας 20 έως 24 ετών που είχαν τρεις ή περισσότερες γεννήσεις
)Σημείωση: Ανακτήθηκε από UNICEF (2019), A Profile of Child Marriage and Early Unions in Latin America and the Caribbean, σελ. 12)

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2020), oι πρώιμες εγκυμοσύνες μεταξύ των εφήβων έχουν σημαντικές συνέπειες για την υγεία των μητέρων και των μωρών τους. Οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης και του τοκετού είναι η κύρια αιτία θανάτου σε κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών παγκοσμίως, με τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος να αντιπροσωπεύουν το 99% των παγκόσμιων μητρικών θανάτων, ηλικίας 15-49 ετών (WHO, 2020). Αντίστοιχα, οι πρώιμες εγκυμοσύνες μπορούν να έχουν ένα αρνητικό κοινωνικό αντίκτυπο στην ζωή των ανήλικων μητέρων, εφόσον οι ευκαιρίες εκπαίδευσης και σταδιοδρομίας μπορεί να είναι περιορισμένες για την μετέπειτα ζωή τους (WHO, 2020).

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη συστημικής αλλαγής, τρία περιφερειακά γραφεία των Ηνωμένων Εθνών – UNICEF, UNFPA και Γυναίκες των Ηνωμένων Εθνών – έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού σε Κολομβία, Δομινικανή Δημοκρατία, Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα και Μεξικό, διαμορφώνοντας το πρόγραμμα «LAC Joint Programme for a Region Free of Child Marriage and Early Unions» (2018-2021). Το πρόγραμμα συμβάλλει στην εκπλήρωση της Ατζέντας για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη του 2030 και του Παγκόσμιου Προγράμματος της UNICEF-UNFPA για τον τερματισμό των παιδικών γάμων και την ενδυνάμωση των νεαρών κοριτσιών να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους.

Συμπεράσματα

της Κωνσταντίνας Μπριόλα,

Το έγκλημα και η βία, αν και διαδεδομένες στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, έχουν γίνει ένα ακραίο και ανυπέρβλητο πρόβλημα στη Λατινική Αμερική, αποτελώντας δίκαια την πιο βίαιη περιοχή του πλανήτη. Υπάρχει μια γενική συναίνεση μεταξύ των κοινωνιολόγων και των εγκληματολόγων σχετικά με τα αίτια του εγκλήματος. Μια από τις αιτίες αυτές είναι η κακή οικονομική κατάσταση των χωρών της Λ. Αμερικής. Ήδη πριν το 2019, η έλλειψη ορθού χειρισμού των δημοσίων κονδυλίων από τις κυβερνήσεις οδήγησε στο να αναδειχτούν πολλά προβλήματα όπως ήταν η διαφθορά των κυβερνήσεων, η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι μαζικές κινητοποιήσεις, οι βιαιότητες, οι κοινωνικοπολιτικές εντάσεις και αναταραχές. Αναμφίβολα, πολλά από τα βασικά ζητήματα της εκάστοτε χώρας πηγάζουν από σημαντικές ιδεολογικές διαφορές που ανέκυψαν στην πορεία.  Καθώς η ανασφάλεια αυξάνεται εξαιτίας της έξαρσης των εγκληματικών πράξεων ή της πολιτικής χειραγώγησης, τίθεται υπό αμφισβήτηση για το αν τα δικαιώματα είναι για όλους. Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας είναι η σημαντικότερη πρόκληση για ολες τις χωρες της Νοτιας Αμερικης, οι  προασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μάχονται διαρκώς  για μια κοινή και οργανωμένη πολιτική που θα μειώσει το πρόβλημα.

Βιβλιογραφία

Oas.org.  OAS : Inter-American Commission On Human Rights. [online] Available here.  [Accessed 9 April 2020].

Interamerican Commission on Human Rights (1969), «AMERICAN CONVENTION ON HUMAN RIGHTS». Inter-American Specialized Conference on Human Rights, San José, Costa Rica. Available here. [Accessed 9 April 2020].

Μπαλαφούτα, Β. (2018). Το Δικαίωμα στην αλήθεια: Εκφάνσεις και εφαρμογές στο Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Νάσκου-Περράκη, Π. (2016). Δικαιώματα του Ανθρώπου. Παγκόσμια και Περιφερειακή Προστασία. Θεωρία και Νομολογία. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Περράκης, Στ. (1985). Quelques problemes d’ approche entre le Droit International des Droits de l’ Homme et le Droit International Humanitaire. Στο Ιωάννου, Κ. (επιμ.). Τετράδια Διεθνούς Δικαίου 13, Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Περράκης, Στ. (2013). Διαστάσεις της διεθνούς προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: προς ένα jus universalis. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Περράκης, Σt. & Μαρούδα, Ντ.-Μ. (2014). Διεθνής Δικαιοσύνη – Θεσμοί, Διαδικασίες και Εφαρμογές Διεθνούς Δικαίου. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας.

UN Commission on Human Rights (1966), «International Covenant on Civil and Political Rights».General Assembly resolution 2200A (XXI) of 16 December 1966.  Available here.

UN Commission on Human Rights (1992), «Declaration on the Protection of All Persons from Enforced Disappearance», General Assembly resolution 47/133 of 18 December 1992. Available here.

UN Commission on Human Rights (2006), «International Convention for the Protection of All Persons from Enforced Disappearance», COMMITTEE ON ENFORCED DISAPPEARANCES. Available here.

Organization of American States (OAS) (1994), «Inter-American Convention on Forced Disappearance of Persons». Available here.

UN Economic Commission for Latin America and the Caribbean (2019). “In 2018, At Least 3,529             Women Were Victims of Femicide in 25 Latin American and Caribbean Countries”. Ανακτήθηκε εδώ.

Joseph, J. (2017). “Victims of Femicide in Latin America: Legal and Criminal Justice Responses”. Temida, 20(1), p. 3-21. Ανακτήθηκε εδώ.

Lopez, N. (ed.) (2017). «From Commitment to Action: Policies to End Violence Against Women in Latin America and the Caribbean. Regional Analysis Document.» UNDP for Latin America and the Caribbean. Ανακτήθηκε εδώ.

Olivera, M. (2006). “Violencia Femicida: Violence Against Women and Mexico’s Structural Crisis”. Latin American Perspectives, 33(104), pp. 104-114. Ανακτήθηκε εδώ.

Roth, F. & Zambrano, M. (eds.) (2014). Latin American Model Protocol for the Investigation of Gender-Related Killings of Women. Regional Office for the Central America of the United Nations High Commissioner for Human Rights & United Nations Entity for Gender Equality and Empowerment of Women (UN Women). Ανακτήθηκε εδώ.

Toledo, P. (2017). “Criminalisation of Femicide/Feminicide in Latin American Countries”. Rivista di Criminologia, Vittimologia e Sicurezza, XI(2), p. 43-60. Ανακτήθηκε εδώ.

Congressional Research Service (2019). Mexico: Organized Crime and Drug Trafficking Organizations, σελ. 8, Διαθέσιμο εδώ.

The International Institute for Strategic Studies (IISS) (2019). Armed conflict survey 2019, Routledge, New York. Διαθέσιμο εδώ.

Makhatadze, Ε. (2014). Human Rights Crisis in Latin America. Institute of International Relation.

Melish, T. (2002). Protecting Economic, social and Cultural Rights in the Intern-American Human rights System: A Manual on Presenting Claims. Yale Law School.

Beittel, J. (2014) «Peace Talks in Colombia». Congressional Researcher Service. Available here.

UNICEF. (2019). «A Profile of Child Marriage and Early Unions in Latin America and the Caribbean.» Available here. 

World Health Organization. (2020). «Adolescent pregnancy.» Available here.

Andreu-Guzmán, F. (2002). Le Groupe de travail sur les disparitions forcées des Nations Unies, International Review of the Red Cross, December 2002, Vol. 84, No 848, 803-822.

Finucane, B. (2010). Enforced Disappearances as a Crime Under International Law: A Neglected Origin in the Laws of War. Yale Journal of International Law, Volume 35, Issue 1, Article 5, p.p. 171-197. Available here.

Vitkauskaitė-Meurice, D. & Žilinskas, J. (2010). The concept of enforced disappearances in International Law. Jurisprudencija – Jurisprudence 2010, 2(120), p. 197–214.

Sheridan, M. B.,(2020) «Mexico’s homicide count in 2019 among its highest», The Washington Post. Available here.

[1] Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών.

[2] Στο Άρθρο 18 όσον αφορά τα Κράτη – μέλη του ΟΑΚ , στο άρθρο 19 τα μέλη της Αμερικανικής Σύμβασης και στο Άρθρο 20 σχετικά με κράτη μέλη του ΟΑΚ που δεν είναι μέλη της Σύμβασης.

[3] Σύμφωνα με το Άρθρο 44 της Αμερικανικής Σύμβασης, οποιοδήποτε πρόσωπο, για λογαριασμό του ή σε εκπροσώπηση άλλης ομάδας ανθρώπων ή νομικά αναγνωρισμένων κυβερνητικών φορέων, μπορεί να υποβάλει αναφορά ενώπιον της Επιτροπής που περιέχει καταγγελίες παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.