Μια από τις σφοδρότερες συγκρούσεις του 20ου αιώνα: Ο πόλεμος των έξι ημερών

της Μαριάννας Πλιακοστάμου,

Ο πόλεμος έξι ημερών (ή Πόλεμος του Ιουνίου) ήταν μια σύντομη, αλλά αιματηρή σύγκρουση, που διεξήχθη μεταξύ 5ης και 10ης Ιουνίου του 1967, μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας. Μετά από χρόνια διπλωματικών τριβών και αψιμαχιών μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του, οι δυνάμεις άμυνας του Ισραήλ προωθούσαν προληπτικές αεροπορικές επιθέσεις, που κατέστρεψαν τις αεροπορικές δυνάμεις της Αιγύπτου και των συμμάχων της. Το Ισραήλ διοργάνωσε μια επιτυχημένη επίγεια επίθεση και κατάσχεσε τη χερσόνησο του Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας από την Αίγυπτο, τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία και τα Υψώματα του Γκολάν από τη Συρία. Ο σύντομος πόλεμος ολοκληρώθηκε με την κατάπαυση του πυρός που διεπράχθη από το ΟΗΕ, αλλά άλλαξε σημαντικά τον χάρτη της Μέσης Ανατολής και δημιούργησε παρατεταμένες γεωπολιτικές τριβές. Με ταχύτατες και αποφασιστικές κινήσεις το Ισραήλ κατάφερε να συνθλίψει τις αντιτιθέμενες μουσουλμανικές δυνάμεις χωρίς να έχει σημαντικές απώλειες.

Τι προηγήθηκε του πολέμου

Το 1948, ύστερα από διαμάχες που αφορούσαν την ίδρυση του Ισραήλ, ένας συνασπισμός αραβικών εθνών είχε ξεκινήσει μια αποτυχημένη εισβολή στο νεοσύστατο εβραϊκό κράτος ως μέρος του πρώτου αραβοϊσραηλινού πολέμου. Έπειτα, μια δεύτερη μεγάλη σύγκρουση, γνωστή ως κρίση του Σουέζ, ξέσπασε το 1956, όταν το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία επενέβησαν στρατιωτικά στην Αίγυπτο, ανταποκρινόμενες στην εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιου Προέδρου, Τζαμάλ Αμπντ αλ Νάσερ.  Σκοπός των επιτιθεμένων δυνάμεων ήταν να ανατρέψουν τον Νάσερ ως νέο πρόεδρο της χώρας. Η κρίση έλαβε γρήγορα διεθνείς διαστάσεις και απείλησε την παγκόσμια ειρήνη. Τελικά, υπό την πίεση των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης, οι εισβολείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το εγχείρημα τους και να αποσυρθούν.

Μέσω της επίθεσης, το Ισραήλ είχε καταστήσει σαφείς τις αιτίες που παρακίνησαν τις ενέργειες της επίθεσης. Ως βασικά επιχειρήματα, τέθηκαν ο αποκλεισμός των στενών του Τιράν, η συγκέντρωση στρατευμάτων στα σύνορά του, η εκτροπή των υδάτων του Ιορδάνη, και η εντατικοποίηση τρομοκρατικών επιθέσεων μέσα στην επικράτειά του (Greilsammer, 2000). Μετά από αυτά τα γεγονότα, επικράτησε μια εποχή σχετικής ηρεμίας  στη Μέση Ανατολή, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Βέβαια, η πολιτική κατάσταση συνέχισε να είναι τεταμένη, καθώς οι Άραβες ηγέτες ενοχλούνται από τις στρατιωτικές τους απώλειες και τις εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιων προσφύγων, που δημιούργησε η νίκη του Ισραήλ στον πόλεμο του 1948. Από την άλλη πλευρά, πολλοί Ισραηλινοί συνέχισαν να πιστεύουν ότι αντιμετώπισαν μια υπαρξιακή απειλή από την Αίγυπτο και άλλα αραβικά έθνη.

Μια σειρά συνοριακών διαφορών ήταν η μεγάλη σπίθα για την έναρξη του πολέμου. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες  με την υποστήριξη της Συρίας, είχαν ξεκινήσει επιθέσεις κατά μήκος των ισραηλινών συνόρων, προκαλώντας επιδρομές αντιποίνων από τις ισραηλινές αμυντικές δυνάμεις. Τον Απρίλιο του 1967, οι αψιμαχίες επιδεινώθηκαν, αφού το Ισραήλ και η Συρία ενεπλάκησαν σε αεροπορική και πυροβολική εμπλοκή, στην οποία καταστράφηκαν έξι Συριακά μαχητικά αεροσκάφη. Μετά την αεροπορική σύγκρουση του Απριλίου, η Σοβιετική Ένωση παρείχε στην Αίγυπτο πληροφορίες, ότι το Ισραήλ μετέφερε στρατεύματα στα βόρεια σύνορά της με τη Συρία, προετοιμάζοντας μια εισβολή μεγάλης κλίμακας. Οι πληροφορίες ήταν ανακριβείς, αλλά παρόλα αυτά προέτρεψαν τον Αιγύπτιο Πρόεδρο, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, σε δράση.  Σε μια επίδειξη υποστήριξης για τους συριακούς συμμάχους του, διέταξε τις αιγυπτιακές δυνάμεις να προχωρήσουν στη χερσόνησο του Σινά, όπου απέκλεισαν μια ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών που αποτελούσε φύλακα των αιγυπτο-ισραηλινών συνόρων για πάνω από μια δεκαετία. Συν τοις άλλοις, ένα φλέγον ζήτημα, που ανέκυψε το 1965, είναι η έναρξη των εργασιών στη Συρία, σε συνεργασία με άλλα αραβικά κράτη, με σκοπό την υλοποίηση του σχεδίου εκτροπής των υδάτων του Ιορδάνη, που ήταν η κύρια πηγή ύδρευσης του Ισραήλ (Bowen 2017).  Έπειτα, την άνοιξη το Ισραήλ βομβάρδισε τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις δίνοντας τέρμα στο έργο (Greilsammer, 2000).  Επιπλέον, το Νοέμβριο του 1966, η Αίγυπτος και η Συρία υπέγραψαν σύμφωνο αλληλοβοήθειας, σε περίπτωση επίθεσης.

Η τελευταία πράξη, με την οποία οι Ισραηλινοί προκάλεσαν τους γείτονές τους πριν τον πόλεμο, ήρθε στις 7 Απριλίου 1967, όταν έστειλαν ειδικά τεθωρακισμένα τρακτέρ, για να οργώσουν (με σκοπό την αγροτική καλλιέργεια) την αποστρατιωτικοποιημένη περιοχή μεταξύ Συρίας και Ισραήλ (Χριστοδούλου, 2017). Οι Σύριοι άνοιξαν πυρ εναντίων τους με ελαφρύ οπλισμό, αλλά το περιστατικό πήρε τη μορφή ενός ραγδαία κλιμακούμενου tit-for-tat, με το Ισραήλ να φτάνει να κάνει τελικά χρήση της αεροπορίας του, καταρρίπτοντας έξι συριακά MIG 21 σε συριακό χώρο.

Λόγω του συμφώνου μεταξύ Συρίας και Αιγύπτου, η δεύτερη δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχη. Η Αίγυπτος πραγματοποίησε επιστράτευση, καλώντας τα στρατεύματα του ΟΗΕ στο Σινά σε αποχώρηση και στέλνοντας εκεί 100.000 άνδρες. Αμέσως μετά, κήρυξε το κλείσιμο των στενών του Τιράν για κάθε ισραηλινό πλοίο (Μητροπούλου, 2017). Παράλληλα, οι Σοβιετικοί είχαν ενημερώσει την αιγυπτιακή αντιπροσωπία, πως το Ισραήλ προετοίμαζε επίθεση. Η πληροφορία, σε συνδυασμό με την απουσία των αρμάτων μάχης από την παρέλαση της ημέρας ανεξαρτησίας του Ισραήλ, στις 15 Μαΐου, θορύβησε ακόμη παραπάνω τα αραβικά κράτη. Αν και προκλήθηκε φόβος από την προφανή ισραηλινή πολεμική προπαρασκευή, ούτε η Αίγυπτος ούτε κάποιο άλλο αραβικό κράτος προχώρησε πρώτο σε επίθεση. 

Όπως προαναφέρθηκε, σημαντική αιτία επιδείνωσης της κατάστασης στάθηκε η καθιερωμένη παρέλαση της ισραηλινής Ημέρας της Ανεξαρτησίας στην Ιερουσαλήμ, στις 15 Μαΐου, επί της οποίας απουσίαζαν τα άρματα μάχης. Ο Νάσερ το έλαβε ως απειλή και κήρυξε τις ένοπλες δυνάμεις του σε κατάσταση πλήρους πολεμικής ετοιμότητας. Ταυτόχρονα, παλαιστίνιοι μαχητές επιτέθηκαν στο έδαφος του Ισραήλ στα ισραηλινά σύνορα, ενώ ο Νάσερ ζήτησε την απόσυρση των κυανόκρανων -δηλαδή της ειρηνευτικής ομάδας του ΟΗΕ, που είχε ως στόχο την άμυνα των ενόπλων δυνάμεων της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας εναντίον του Ισραήλ, από την στιγμή που το δεύτερο θα εκτελέσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον οποιασδήποτε αραβικής χώρας- από την χερσόνησο του Σινά. Εν συνεχεία, μετέφερε στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Ου Θαντ, προσπάθησε να διαπραγματευτεί με την αιγυπτιακή κυβέρνηση, αλλά στις 18 Μαΐου, ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών πληροφόρησε τα έθνη που είχαν στρατεύματα στην UNEF(United Nations Emergency Force),  πως η αποστολή της UNEF στην Αίγυπτο και την Λωρίδα της Γάζας έχει τερματιστεί και πως επιβάλλεται άμεση αποχώρηση αυτών. Οι κυβερνήσεις της Ινδίας και της Γιουγκοσλαβίας αποφάσισαν να αποσύρουν τα στρατεύματα τους από την UNEF, παρά την αντίθετη απόφαση του Ου Θαντ. Ο Ου Θαντ πρότεινε εναλλακτικά η UNEF να ανασυνταχθεί στην ισραηλινή πλευρά των συνόρων. Το Ισραήλ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας πως τμήματα της UNEF, τα οποία ήταν από χώρες εχθρικές προς το Ισραήλ, θα ήθελαν να εμποδίσουν μια ισραηλινή απάντηση στην αιγυπτιακή επιθετικότητα και όχι την ίδια την αιγυπτιακή επιθετικότητα. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Αιγύπτου ενημέρωσε ακολούθως τον Γενικό Γραμματέα, πως η αιγυπτιακή κυβέρνηση είχε αποφασίσει να τερματίσει την παρουσία της UNEF στο Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας, και ζήτησε βήματα, ώστε η δύναμη ν’ αποσυρθεί το γρηγορότερο δυνατόν, κάτι που ο Ου Θαντ υποχρεώθηκε να αποδεχθεί παρά τις έντονες αντιδράσεις από πολλές δυτικές πρωτεύουσες. Στις 19 Μαΐου, ο διοικητής της UNEF πήρε διαταγή ν’ αποσυρθεί.

Μετά την επαναστρατιωτικοποίηση του Σινά, ο Αιγύπτιος πρόεδρος  συγκέντρωσε στρατό και τεθωρακισμένα στα σύνορα με το Ισραήλ. Την θέση των 3.400 κυανόκρανων καταλαμβάνουν αμέσως άνδρες της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, οι οποίοι ανακοινώνουν ότι έχουν ενσωματωθεί στον αιγυπτιακό στρατό.  Κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το ίδιο το Ισραήλ, στις 23 Μαΐου, η Αίγυπτος κλείνει τα στενά του Τιράν και απαγορεύει την είσοδο στο κρίσιμο για το Ισραήλ κόλπο της Άκαμπα (στην Ερυθρά Θάλασσα), ώστε να αποτραπεί, όπως ανακοινώνεται, η μεταφορά πολεμικού υλικού και πετρελαίου στο ισραηλινό λιμάνι του Ελλάτ . Το Ισραήλ απαντά στην ναρκοθέτηση των στενών και την επιτήρηση τους από παράκτιο πυροβολικό, σχολιάζοντας την ως “εχθρική ενέργεια” και προειδοποιώντας ότι εάν ο ΟΗΕ δεν ενεργήσει για άμεση άρση του αποκλεισμού, θα αναλάβει το ίδιο να ανοίξει τον κόλπο.

Κομβικό σημείο για την διολίσθηση του πολέμου αποτέλεσε το νέο πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε στην Συρία, τον Φεβρουάριο του 1966. Πιο συγκεκριμένα, οι ιθύνοντες του κόμματος Μπάαθ (σοσιαλιστικό συριακό κίνημα υπό τον Χαφέζ Αλ Άσαντ)  πήραν τα ηνία για την διακυβέρνηση της χώρας. Η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει στην Οργάνωση Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης , (ΟΑΠ-οργάνωση «ομπρέλα» που είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία κυρίως του Νάσερ, το 1964 και αποσκοπούσε να συμπεριλάβει το σύνολο των επιμέρους πολιτικών και στρατιωτικών παλαιστινιακών οργανώσεων) να κλιμακώσει τις επιδρομές εναντίον του Ισραήλ ( παρέχοντας της πάσης φύσεως υποστήριξη) και εν τέλει, στράφηκε προς το μέρος της Μόσχας, κατοχυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο και τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας.

Τις επόμενες ημέρες, ο Νάσερ συνέχισε να κλιμακώνει την κατάσταση. Στις 22 Μαΐου, απαγόρευσε την ισραηλινή ναυτιλία από τα Στενά του Τιράν, το θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο της Άκαμπα. Μια εβδομάδα αργότερα, σφράγισε ένα αμυντικό σύμφωνο με τον βασιλιά Χουσεΐν της Ιορδανίας. Καθώς η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επιδεινώθηκε, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Lyndon B.Johnson, προειδοποίησε και τις δύο πλευρές να μην ρίξουν πυρ και προσπάθησε να σχεδιάσει μια διεθνή ναυτιλιακή επιχείρηση ώστε να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Τιράν. Ωστόσο, το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ και μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 1967, οι Ισραηλινοί ηγέτες είχαν ψηφίσει για την αντιμετώπιση της Αραβικής στρατιωτικής συσσώρευσης με την έναρξη μιας προληπτικής απεργίας.

 Το ξέσπασμα του πολέμου

Στις 5 Ιουνίου 1967, οι ισραηλινές αμυντικές δυνάμεις ξεκίνησαν την επιχείρηση Focus, μια συντονισμένη εναέρια επίθεση στην Αίγυπτο. Εκείνο το πρωί, περίπου 200 αεροσκάφη απογειώθηκαν από το Ισραήλ και όρμησαν δυτικά πάνω από τη Μεσόγειο, πριν συγκλίνουν στην Αίγυπτο από το βορρά. Μετά τον αιφνιδιασμού των Αιγυπτίων, επιτέθηκαν σε 18 διαφορετικά αεροδρόμια και εξάλειψαν περίπου το 90 τοις εκατό της αιγυπτιακής Πολεμικής Αεροπορίας καθώς παρέμενε στο έδαφος. Το Ισραήλ επέκτεινε στη συνέχεια το εύρος της επίθεσης του και αποδεκάτισε τις αεροπορικές δυνάμεις της Ιορδανίας, της Συρίας και του Ιράκ. Μέχρι το τέλος της ημέρας, στις 5 Ιουνίου, οι Ισραηλινοί πιλότοι είχαν κερδίσει τον πλήρη έλεγχο των ουρανών πάνω από τη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ εξασφάλισε τη νίκη καθιερώνοντας την υπεροχή του στον αέρα, αλλά οι σκληρές μάχες συνεχίστηκαν για αρκετές ακόμη ημέρες. Ο πόλεμος ξηράς στην Αίγυπτο ξεκίνησε στις 5 Ιουνίου. Σε συνεννόηση με τις αεροπορικές επιδρομές, ισραηλινά άρματα μάχης και πεζικού εισέβαλαν κατά μήκος των συνόρων και στη χερσόνησο του Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας. Αιγυπτιακές δυνάμεις έθεσαν ένα πνεύμα αντίστασης, αλλά αργότερα έπεσαν στο σφάλμα της αταξίας και έπειτα, ο  Στρατάρχης Αμπντέλ Χακίμ Αμέρ διέταξε μια γενική υποχώρηση. Ένα δεύτερο μέτωπο στον πόλεμο των Έξι Ημερών άνοιξε πάλι στις 5 Ιουνίου, όταν η Ιορδανία – αντιδρώντας σε ψευδείς αναφορές για Αιγυπτιακή νίκη – άρχισε να βομβαρδίζει ισραηλινές θέσεις στην Ιερουσαλήμ. Το Ισραήλ απάντησε από την πλευρά του με μια καταστροφική αντεπίθεση στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη. Στις 7 Ιουνίου, ισραηλινά στρατεύματα κατέλαβαν την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ και γιόρτασαν με προσευχή στο Δυτικό Τείχος.

Η τελευταία φάση των μαχών πραγματοποιήθηκε κατά μήκος των βορειοανατολικών συνόρων του Ισραήλ με τη Συρία. Στις 9 Ιουνίου, μετά από έντονο εναέριο βομβαρδισμό, ισραηλινά άρματα μάχης και πεζικό προχώρησαν σε μια βαριά οχυρωμένη περιοχή της Συρίας, στα Υψίπεδα του Γκολάν, τα οποία και κατέλαβαν την επόμενη ημέρα. Εν συνεχεία, στις 10 Ιουνίου 1967, τέθηκε σε ισχύ κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών και ο πόλεμος των Έξι Ημερών έληξε απότομα. Αργότερα, εκτιμήθηκε ότι περίπου 20.000 Άραβες και 800 Ισραηλινοί είχαν πεθάνει σε μόλις 132 ώρες μάχης. Οι ιθύνοντες των αραβικών κρατών συγκλονίστηκαν από το μέγεθος της απώλειας τους. Αξίζει να σημειωθεί πως ο αιγύπτιος Πρόεδρος Νάσερ παραιτήθηκε από ντροπή, μόνο για να επιστρέψει αμέσως στο αξίωμα, αφού οι Αιγύπτιοι πολίτες έδειξαν την υποστήριξή τους με μαζικές διαδηλώσεις δρόμου. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, γιόρταζε μια μεγάλη νίκη. Μέσα σε μόλις μια εβδομάδα, το νεοσύστατο αυτό κράτος είχε καταλάβει τη χερσόνησο του Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας από την Αίγυπτο, τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία και τα Υψίπεδα του Γκολάν από τη Συρία.

Η ημέρα μετά τον Πόλεμο

Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών είχε βαρυσήμαντες γεωπολιτικές συνέπειες στη Μέση Ανατολή. Η νίκη στον πόλεμο οδήγησε σε ένα κύμα εθνικής υπερηφάνειας στο Ισραήλ, το οποίο είχε τριπλασιαστεί σε μέγεθος, αλλά επίσης πυροδότησε τις φλόγες της αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης. Οι Άραβες ηγέτες συναντήθηκαν στο Χαρτούμ του Σουδάν, τον Αύγουστο του 1967, και υπέγραψαν ψήφισμα που υποσχέθηκε “καμία ειρήνη, καμία αναγνώριση και καμία διαπραγμάτευση” με το Ισραήλ. Με επικεφαλής την Αίγυπτο και τη Συρία, τα αραβικά κράτη ξεκίνησαν αργότερα μια τέταρτη μεγάλη σύγκρουση με το Ισραήλ, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Γιομ Κιπούρ του 1973. Με τη διεκδίκηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, το κράτος του Ισραήλ απορρόφησε επίσης πάνω από ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιους Άραβες. Αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν αργότερα την Ισραηλινή κυριαρχία, επιδεινώνοντας μια κρίση προσφύγων που είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια του πρώτου Αραβοϊσραηλινού Πολέμου, το 1948 και θέτοντας τις βάσεις για συνεχιζόμενη πολιτική αναταραχή και βία. Από το 1967, τα εδάφη, που κατάσχεσε το Ισραήλ στον πόλεμο των Έξι Ημερών, βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών για τον τερματισμό της αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης. Το Ισραήλ επέστρεψε τη χερσόνησο του Σινά στην Αίγυπτο, το 1982, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συνθήκης και στη συνέχεια, αποσύρθηκε από τη Λωρίδα της Γάζας, το 2005, αλλά συνέχισε να καταλαμβάνει και να εγκαθιστά άλλα εδάφη που διεκδικήθηκαν στον πόλεμο των Έξι Ημερών, κυρίως τα Υψίπεδα του Γκολάν και τη Δυτική Όχθη. Το καθεστώς αυτών των εδαφών εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο στις αραβο-ισραηλινές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Εν κατακλείδι, η στρατιωτική ισχύς του Ισραήλ δεν επηρέασε μόνο την έκβαση του πολέμου των έξι ημερών, αλλά και ανέτρεψε το στρατηγικό σχεδιασμό όλων των εμπλεκόμενων σε αυτόν κρατών. Μετά τον πόλεμο, άλλαξε άρδην η συστημική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής και η ανακατανομή ισχύος, που συνετελέσθη στην περιοχή, δημιούργησε περαιτέρω ανταγωνισμό ανάμεσα στο Ισραήλ και την Αίγυπτο, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ:

  • Bowen, J. (2017) “1967 war: Six days that changed the Midldle East”. BBC. Διαθέσιμο εδώ.
  • Greilsammer, I. (2000). Η Νέα Ιστορία του Ισραήλ: Δοκίμιο σχετικά με μια εθνική ταυτότητα. σ.183-220. Καστανιώτης, Αθήνα.
  • History (2018), “Six-day War”, Διαθέσιμο εδώ .
  • Χουρχούλης, Δ. (2017) “Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών”. Καθημερινή. Διαθέσιμο εδώ
  • Britannica, (2019) “Israel :The six day war”. Διαθέσιμο εδώ
  • Σαν Σήμερα. “Ο Πόλεμος των Έξι Ήμερων”. Διαθέσιμο εδώ

 

 

logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

Απάντηση