Το Κυπριακό Ζήτημα από το 1974 έως σήμερα

(Μέρος Β’)

από τον Θεοφάνη Γραμμένο,

Σε πρώτο επίπεδο, στην προηγούμενη ανάλυση, εστιάσαμε στο χρονικό της εισβολής στη  Βόρεια Κύπρο, στη νομιμότητα της τουρκικής εισβολής στο νησί, στη διεθνή ευθύνη που φέρει η Τουρκία και στο ψευδοκράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου.

Στο δεύτερο μέρος της παρούσας ανάλυσης, θα παρουσιάσουμε τις υφιστάμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το σχέδιο Ανάν, τη διζωνική – δικοινοτική ομοσπονδία και στις παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου.

ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οικουμενικής διακήρυξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ, κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική ασφάλεια. Το ανθρωπιστικό ζήτημα των εξαφανισμένων ανθρώπων στην Κύπρο είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα και δε θα πρέπει να συγχέεται με διάφορες πολιτικές θεωρίες. Αποτέλεσμα της διακοινοτικής σύγκρουσης του 1963, 1964 και των γεγονότων του Ιουλίου 1974, συνολικά 1493 Ελληνοκύπριοι και 502 Τουρκοκύπριοι έχουν επίσημα αναφερθεί ως αγνοούμενοι και από τις δύο κοινότητες. Στοιχεία για μερικούς αγνοούμενους, οι οποίοι ήταν οι τελευταίοι που εθεάθησαν ζωντανοί μετά την τουρκική κράτηση, αποκάλυψαν ότι μερικοί κρατούνται στις φυλακές των Αδάνων και της Αμάσειας στην Τουρκία, ενώ άλλοι έστειλαν το μήνυμα τους στις οικογένειες τους μέσω των διαφόρων τουρκικών ραδιοφωνικών συχνοτήτων.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 (της οικουμενικής διακήρυξης του ΟΗΕ) και το δικαίωμα στη μη διάκριση, όλα τα θέματα του διεθνούς δικαίου είναι ίσα και άπτονται της ίσης προστασίας από το νόμο. Ωστόσο, οι πράξεις του τουρκικού στρατού ήταν αποκλειστικά κατευθυνόμενες εναντίον της Ελληνοκυπριακής κοινότητας, έχοντας ως στόχο να εξολοθρεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό από την τουρκική κατεχόμενη περιοχή και να μεταφέρουν Τούρκους, δημιουργώντας έτσι εσκεμμένα μια περιοχή κατοικημένη από Τούρκους, μεταβάλλοντας τα δημογραφικά δεδομένα της περιοχής.

Βάσει του άρθρου 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελεύθερης μεταφοράς και κατοικίας. Στην Κύπρο, όμως, το πέρασμα από το βόρειο τμήμα του νησιού στο νότιο τμήμα και αντίστοιχα, είναι δυνατό μόνο μέσω των 7 επισήμων σημείων περάσματος, μια κατάσταση που σαφώς και περιορίζει την ελεύθερη μεταφορά των ατόμων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημείωσε μια ορατή μείωση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων που διέσχισαν την Πράσινη Γραμμή το 2012, με τον αριθμό των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός Κύπρου να μειώνεται, επίσης, συγκριτικά με άλλες χρονιές.

Κατ’ άρθρον 17 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο καθένας έχει το δικαίωμα στη προσωπική ιδιοκτησία και κανένας δε δικαιούται να αποστερηθεί του παρόντος δικαιώματος και κατ’επέκταση, της προσωπικής του περιουσίας. Σχετικά με τις διεκδικήσεις περιουσιακών στοιχείων στο νότιο τμήμα του νησιού, στις 12 Μαρτίου 2013, το Ευρωπαϊκό  Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απέρριψε τις αιτήσεις τεσσάρων Τουρκοκυπρίων ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας στην υπόθεση “Ali Kamil Karamanoğlu and Others v. Cyprus”.

Σύμφωνα με το άρθρο 18, ο καθένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, της ελεύθερης συνείδησης και της ελεύθερης επιλογής του θρησκεύματος του, κάτι που συνεπάγεται την ελευθερία, ατομικά ή συλλογικά στα πλαίσια της κοινότητας, της εκδήλωσης της θρησκείας ή της πίστης, μέσω της διδασκαλίας, της πρακτικής, της λατρείας και της παρατήρησης (Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, 1948).

Κατά την περίοδο αυτή, η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, διευκόλυνε 51 θρησκευτικές τελετές στις οποίες συμμετείχαν περισσότερα από 12.000 άτομα και οι οποίες είτε έλαβαν μέρος στην νεκρή ζώνη, είτε απαιτούνταν η διάσχιση της για να προσεγγίσεις στις εκδηλώσεις. Καλωσόρισε την απόφαση της ελληνοκυπριακής πλευράς του Απριλίου του 2013, που επέτρεπε την μεταφορά νέων χαλιών από το βόρειο μέρος του νησιού στο τζαμί του Hala Sultan Tekke στη Λάρνακα, αν και ορισμένοι περιορισμοί σχετικά με τις εκδηλώσεις της θρησκευτικής λατρείας συνέχισαν να υπάρχουν.

Οι κοινότητες των Ελληνοκυπρίων, των Μαρωνιτών και των Αρμενίων εξακολουθούσαν να διεξάγουν θρησκευτικές τελετές στο βόρειο τμήμα του νησιού, ακολουθώντας άλλωστε και την πρακτική των τελευταίων χρόνων, χωρίς ωστόσο να ανοίξουν νέοι χώροι λατρείας. Οι τουρκοκυπριακές αρχές δεν ενέκριναν σημαντικό αριθμό αιτημάτων για διεξαγωγή θρησκευτικών τελετών, για παράδειγμα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Κερύνεια, την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στην Κυθρέα, την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Βατυλή, την εκκλησία της Παναγίας Περγαμηνιώτισσας στην Ακανθού και την εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας στην Αχερίτου (Crawford, 2012).

Το άρθρο 19 κάνει λόγο για την ελευθερία γνώμης και έκφρασης. Παρόλα αυτά δεκάδες δημοσιογράφοι συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για αδικαιολόγητες τους πράξεις σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα.

Τέλος, το άρθρο 26 προβλέπει ότι όλοι διαθέτουν το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση πρέπει να κατευθύνεται προς την πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και την ενίσχυση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, ενώ οφείλει να προωθεί την κατανόηση, την ανοχή και τη φιλία ανάμεσα σε όλα τα έθνη, φυλετικές ή θρησκευτικές ομάδες και πρέπει να ακολουθεί τις δράσεις των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. Όμως, οι Τουρκοκύπριοι μαθητές αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση τους σε εκπαιδευτικά προγράμματα ανταλλαγής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της μη αναγνώρισης από την Κύπρο των πανεπιστημίων του βορείου τμήματος του νησιού (Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1945).

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ

Το σχέδιο Ανάν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την 11η Νοεμβρίου 2002, αναθεωρήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2002 και ξανά, στις 26 Φεβρουαρίου 2003. Η τελική μορφή του σχεδίου παρουσιάστηκε από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στα συμβαλλόμενα μέρη, στις 31 Μαρτίου 2004, στο Μπέργκενστοκ, στην Ελβετία. Αποτέλεσε την πιο συντονισμένη και στοχευμένη προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών για να επιτευχθεί η δημοκρατική λύση στο Κυπριακό ζήτημα. Το σχέδιο Ανάν χωρίστηκε σε 6 παραρτήματα, με το πρώτο να αποτελεί την Ιδρυτική Συνθήκη που αποτελείται από τα βασικά άρθρα και τις 9 ρήτρες.

Τα  κύρια άρθρα συνιστούν τα πρωταρχικά στοιχεία του σχεδίου και ως εκ τούτου, παρέχουν μια δεκασέλιδη περίληψη της ιδρυτικής συνθήκης. Οι 9 ρυθμίσεις είναι οι εξής: Πρώτη ρύθμιση είναι το Σύνταγμα και περιλαμβάνει τους Χάρτες της Ηνωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και τα συστατικά του κράτη. Η δεύτερη ρύθμιση έγκειται στην διασφάλιση τριών Συνταγμάτων, τα οποία  πρέπει να εγκριθούν από την ομόσπονδη Βουλή καθώς και από τα συστατικά κράτη. Αυτές οι διατάξεις τελειοποιήθηκαν από μια τεχνική νομική επιτροπή, που σχηματίστηκε και από τις δύο πλευρές και διευθύνθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη. Η τρίτη ρύθμιση περιέχει ομόσπονδους νόμους της Ηνωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτοί οι νόμοι τελειοποιήθηκαν από την προαναφερθείσα επιτροπή.

Η τέταρτη ρύθμιση περιλαμβάνει τρεις συμφωνίες συνεργασίας ανάμεσα στην ομόσπονδη κυβέρνηση και τα συστατικά κράτη. Η πέμπτη ρύθμιση εμπεριέχει τον κατάλογο των διεθνών συμφωνιών και οργάνων που θα δεσμεύουν την Κυπριακή Δημοκρατία κατόπιν θέσεως σε ισχύ, βάσει της ιδρυτικής συνθήκης. Η έκτη ρύθμιση περιγράφει τη σύνδεση μεταξύ των συστατικών κρατών και τις φάσεις για τη μεταφορά της διοίκησης από τις περιοχές, που θα ήταν υποκείμενες σε εδαφική μεταβολή, καθώς και τις ρήτρες που σχετίζονταν με τον επαναπατρισμό των ανθρώπων που επηρεάστηκαν από τη μεταβολή. Η έβδομη ρύθμιση περιγράφει το περιουσιακό καθεστώς που θα ίσχυε για τις περιουσίες των ανθρώπων που μετακινήθηκαν λόγω των γεγονότων μεταξύ του Δεκεμβρίου του 1963 και της θέσεως σε ισχύ της ιδρυτικής συνθήκης. Η όγδοη ρύθμιση περιγράφει το σχηματισμό και τους στόχους της Επιτροπής Συμφιλίωσης. Η ένατη ρύθμιση περιλαμβάνει συγκεκριμένες ρήτρες σχετικά με την εφαρμογή της νέας τάξης πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ερωτήματος για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, και την υπογραφή μιας συνθήκης μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδος και της Τουρκίας σχετικά με τη νέα τάξη πραγμάτων στην Κύπρο.

Το δεύτερο παράρτημα αναφέρεται στα Συντάγματα των Συστατικών κρατών της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία, ουσιαστικά, πρόκειται για τα Συντάγματα του Ελληνοκυπριακού κράτους και του Τουρκοκυπριακού κράτους. Το τρίτο παράρτημα είναι η Συνθήκη για ζητήματα που αφορούν την νέα τάξη πραγμάτων στην Κύπρο, η οποία συμπεριελάμβανε τη συνθήκη που επρόκειτο να υπογραφεί μεταξύ Κύπρου, Ελλάδος και Τουρκίας (με πρόσθετα πρωτόκολλα στις Συνθήκες Εγγύησης και Ασφαλείας, καθώς και τις μεταβατικές συνθήκες). Το τέταρτο παράρτημα είναι το Σχέδιο Πράξης για την Προσαρμογή των όρων προσχώρησης της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την ένταξη της επανενωμένης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

Το πέμπτο παράρτημα αποτελείται από θέματα που θα έπρεπε να υποβληθούν στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για απόφαση και περιλαμβάνει θέματα, τα οποία ο Γενικός Γραμματέας θα υποβάλει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ώστε να εγκρίνει τη θεμελιώδη συμφωνία και να αποφασίσει τη νέα εντολή για τη διατήρηση της ειρήνης την Ηνωμένων Εθνών. Το έκτο και τελευταίο παράρτημα πρότεινε μέτρα που έπρεπε να ληφθούν τον Απρίλιο του 2004 (Dempsey, 2017).

Το σχέδιο, το οποίο πήρε το όνομα του από τον τότε Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών,  Κόφι Ανάν, πρότεινε την ίδρυση της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, «ανεξάρτητου κράτους υπό μορφή αδιαχώριστης εταιρικής σχέσης, με μία ομοσπονδιακή κυβέρνηση και δύο ισότιμα συστατικά κράτη, το ελληνοκυπριακό κράτος και το τουρκοκυπριακό κράτος». Η συμμετοχή του Γενικού Γραμματέα, ενός κύριου οργάνου των Ηνωμένων Εθνών, θεωρείται προσφορά «αποστολής καλών υπηρεσιών». Ο όρος θεωρείται γενικά γνωστός σε όσους είναι εξοικειωμένοι με το διεθνές δίκαιο, τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις, ενώ το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό αυτών των προσφορών είναι συνήθως η τήρηση των λύσεων που ενδεχομένως παρουσιάζονται. Το Σχέδιο Ανάν δεν είναι μια διεθνής συνθήκη, δε συνεπάγεται κυρώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά είναι περισσότερο μια δήλωση πολιτικής και των δύο μερών (Crawford, 2012).

ΔΙΖΩΝΙΚΗ, ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

Η δομή της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας επρόκειτο να βασιστεί στο ελβετικό μοντέλο. Το κράτος θα είχε μία μόνο διεθνή προσωπικότητα και μία κυριαρχία. Οι άνθρωποι θα διέθεταν δύο υπηκοότητες. Αποκτώντας την κυπριακή υπηκοότητα θα καλύπτονταν νομικά από το ομοσπονδιακό δίκαιο, εννοώντας ότι η ομοσπονδία ελέγχει τη μετανάστευση. Θα απαγορευόταν οποιαδήποτε μονομερής μεταβολή της κατάστασης που θεσπίστηκε με τη συμφωνία, ιδίως η ένωση της Κύπρου εν όλω ή εν μέρει με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή οποιαδήποτε μορφή διαχωρισμού ή απόσχισης. Όσον αφορά την κυβέρνηση, το νέο κράτος θα είχε ένα ομοσπονδιακό κοινοβούλιο που θα αποτελείται από δύο Βουλές.

Η μία θα ήταν η Γερουσία και θα είχε 48 μέλη με ίσο αριθμό μελών από κάθε μία από τις δύο κοινότητες, ενώ η Βουλή θα είχε 48 μέλη, εκ των οποίων δώδεκα θα ήταν Τουρκοκύπριοι. Οι αποφάσεις του κοινοβουλίου θα απαιτούσαν την απλή πλειοψηφία των δύο Βουλών για να περάσουν. Θα υπήρχαν, επίσης, χωριστές νομοθετικές διαδικασίες στις δύο συνιστώσες χώρες. Η εκτελεστική εξουσία θα δινόταν με ανάθεση σε ένα προεδρικό συμβούλιο έξι μελών με δικαίωμα ψήφου. Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε ακόμη να επιλέξει να προσθέσει ορισμένα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου. Τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών με δικαίωμα ψήφου θα προέρχονταν από κάθε συστατικό κράτος, ενώ τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών από κάθε κατηγορία θα ήταν Τουρκοκύπριοι (Tannam, 2016).

Το προεδρικό συμβούλιο θα εκλεγόταν από έναν κατάλογο με ειδική πλειοψηφία στη Γερουσία και θα εγκρινόταν με πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων για πενταετή θητεία, ώστε να προσπαθεί να λάβει αποφάσεις με συναίνεση. Αν αυτό δεν ήταν εφικτό, τότε οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν με απλή πλειοψηφία των  μελών, υπό τον όρο ότι αυτό θα εκπροσωπούσε τουλάχιστον ένα μέλος από κάθε συστατικό κράτος. Το συμβούλιο θα έπρεπε να εκλέγει ένα μέλος από κάθε κράτος για να εναλλάσσεται κάθε 20 μήνες στο αξίωμα του προέδρου και του αντιπροέδρου του. Το μέλος που θα προερχόταν από το πιο πυκνοκατοικημένο κράτος θα ήταν ο πρώτος πρόεδρος σε κάθε θητεία. Ο υπουργός Eξωτερικών και ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων δε θα προέρχονταν σε καμία περίπτωση από το ίδιο κράτος. Τέλος, προβλεπόταν ένα ανώτατο δικαστήριο που θα είχε ίσο αριθμό δικαστών από κάθε κράτος μέλος και τρείς μη κύπριους δικαστές που δεν θα μπορούσαν είναι Έλληνες, Τούρκοι ή Βρετανοί, ώστε να επιλύει διαφορές μεταξύ κρατών ή μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των κρατών. Οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού κατά την εποχή της εισβολής του 1974, αλλά έμειναν υπό τον έλεγχο του 36,2% του εδάφους του νησιού. Το εδαφικό τους μερίδιο θα μειωνόταν, συνεπώς, στο 28,5%, σταδιακά και σε έξι φάσεις για μια περίοδο 42 μηνών, αρχίζοντας 104 ημέρες μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας. Οι περίπλοκες διατάξεις ιδιοκτησίας του σχεδίου περιλάμβαναν αποζημίωση και ανταλλαγή (Crawford, 2012).

 Οι Ελληνοκύπριοι, που εκτοπίστηκαν το 1974, θα είχαν το δικαίωμα να ανακτήσουν τις περιουσίες τους. Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στα σπίτια τους, θα αποζημιώνονταν σε εγγυημένα ομόλογα με βάση τις αγοραίες αξίες κατά τη στιγμή της απώλειας του ακινήτου, προσαρμοσμένες ώστε να αντανακλούν την ανατίμηση των τιμών των ακινήτων από τότε. Όλοι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες θα διατηρούσαν το δικαίωμα να επανεντάξουν το ένα τρίτο της αξίας και το ένα τρίτο της έκτασης της συνολικής περιουσίας τους και να λάβουν αποζημίωση για το υπόλοιπο. Μεταξύ άλλων, οι σημερινοί χρήστες των ακινήτων που ανήκαν αρχικά σε εκτοπισμένους Έλληνες και Τουρκοκύπριους, που έχουν πραγματοποιήσει «σημαντικές βελτιώσεις» σε ένα ακίνητο, θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για τον τίτλο τους, εφόσον κατέβαλαν την αξία του ακινήτου στην αρχική του κατάσταση. Η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία θα παραμείνουν ως εγγυήτριες δυνάμεις. Σε περίπτωση αποδοχής του σχεδίου Ανάν, η Βρετανία δήλωσε ότι θα παραιτηθεί από τα μισά από τα 98 τετραγωνικά μίλια της επικράτειας που καλύπτονται από τις δύο κυριαρχικές στρατιωτικές βάσεις σύμφωνα με τη Συνθήκη Ίδρυσης.  Από τότε, η Βρετανία επανέλαβε επανειλημμένα την προσφορά της, πιο πρόσφατα το Σεπτέμβριο του 2016, ώστε να υπάρξει σταδιακή αποστρατικοποίηση της Κύπρου.

 Όλες οι κυπριακές δυνάμεις ασφαλείας επρόκειτο να διαλυθούν, ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία θα είχαν τη δυνατότητα να κρατήσουν μέχρι 6.000 στρατεύματα στη Κύπρο μέχρι το 2011. Αυτό θα μειωνόταν σε 3.000 το καθένα μέχρι το 2018 ή νωρίτερα, εάν η Τουρκία προσχωρούσε στην ΕΕ πριν από την ημερομηνία αυτή. Μετά από αυτό, οι αριθμοί θα μειώνονταν στα αρχικά 950 ελληνικά και 650 τουρκικά στρατεύματα, που προβλέπονταν από τη Συνθήκη Συμμαχίας του 1960.

Ένα από τα σημαντικότερα παγκόσμια πολιτικά ζητήματα το 2004 προέκυψε στις 24 Απριλίου, όταν ζητήθηκε από τους Κυπρίους να εκφράσουν τη γνώμη τους για το σχέδιο Ανάν για την επανένωση της Κύπρου σε δύο ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν με συντριπτική πλειοψηφία το σχέδιο Ανάν με 75,8% να ψηφίζει εναντίον του. Αντίθετα, οι Τουρκοκύπριοι το αποδέχτηκαν και ψήφισαν υπέρ του κατά 64,9%, παρά το γεγονός ότι το σχέδιο ερχόταν σε αντίθεση με τον παλαίμαχο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς. Οι πολιτικοί ηγέτες επηρέασαν, επίσης, την ελληνοκυπριακή ψηφοφορία κατά του σχεδίου. Ο Τάσος Παπαδόπουλος αντιτάχθηκε σθεναρά στο σχέδιο Ανάν και σε τηλεοπτική ομιλία προέτρεψε τους Ελληνοκυπρίους να το απορρίψουν. Ισχυρίστηκε ότι ήταν προσαρμοσμένο για να προωθήσει τα τουρκικά συμφέροντα και εις βάρος των ελληνοκυπριακών δικαιωμάτων και θα νομιμοποιούσε την εκ των πραγμάτων διαίρεση του νησιού αντί να την επανασυνδέσει (Tannam, 2016).

 Ο Ανάν εξέφρασε την απογοήτευσή του για την ελληνοκυπριακή αρνητική ψήφο, όπως και η Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες. Η Κύπρος εισήλθε στην Ε.Ε. μια εβδομάδα αργότερα, την 1η Μαΐου 2004, ενώ μόνο οι Ελληνοκύπριοι απολαμβάνουν τα οφέλη της ένταξης.

Το «κοινοτικό κεκτημένο» ή το σώμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναστάλθηκε στη Βόρεια Κύπρο, εν αναμονή της επανένωσης του νησιού. Οι λόγοι, για τους οποίους το σχέδιο απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων, αφορούσαν κυρίως την επιβεβαίωση των βρετανικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην κυπριακή επικράτεια των βρετανικών βάσεων και ως αποτέλεσμα της διατήρησης της Κύπρου ως «ομήρου» της Τουρκίας για πάντα. Από την άποψη των Ελληνοκυπρίων, το σχέδιο θα αποσυναρμολογούσε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την αντικαθιστούσε με την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Κύπρου χωρίς πραγματική κυριαρχία σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα βέτο που πιθανότατα θα οδηγούσε στα ίδια αδιέξοδα με το ανεφάρμοστο σύνταγμα του 1960, ενώ οι πολλές τροποποιήσεις του σχεδίου που έγιναν κατόπιν αιτήματος των Τουρκοκυπρίων έδωσαν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι κλήθηκαν να ψηφίσουν για κάτι που δεν είχαν δει ποτέ (Crawford, 2012)

ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΕΡΑ

Το διεθνές δίκαιο του αέρα μπορεί να οριστεί ως το σύνολο των νομικών αρχών και κανόνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τόσο του διεθνούς δικαίου όσο και του δικαίου του αέρα. Για να εφαρμοστεί αυτός ο ορισμός, είναι απαραίτητο να αναφερθεί το πεδίο εφαρμογής και των δύο. Το διεθνές δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανεξάρτητων κρατών. Οι κανόνες δικαίου που δεσμεύουν τα κράτη, προέρχονται, επομένως, από τη δική τους ελεύθερη βούληση, όπως εκφράζεται σε συμβάσεις ή από συνήθειες που γίνονται γενικά αποδεκτές ως εκφράζουσες αρχές δικαίου και καθιερωμένες για να ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτών- υφιστάμενες ανεξάρτητες κοινότητες ή με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων  (Μόνιμο Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης-Υπόθεση Lotus (Γαλλία κατά Τουρκίας) (Sands, 2012).

Ο πρωταρχικός κανόνας της διεθνούς αεροπορικής νομοθεσίας, αρχικά, διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο 1 της σύμβασης για τη ρύθμιση της αεροναυτιλίας που υπογράφηκε στο Παρίσι το 1919: «Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναγνωρίζουν ότι κάθε δύναμη έχει πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία στον εναέριο χώρο πάνω από το έδαφός της…». Ο ίδιος κανόνας επαναδιατυπώθηκε στο άρθρο 1 της Σύμβασης για τη διεθνή πολιτική αεροπορία, που υπογράφηκε στο Σικάγο, το 1944, και ισχύει μέχρι σήμερα: « Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι κάθε κράτος έχει πλήρη κι αποκλειστική κυριαρχία στον εναέριο χώρο πάνω από το έδαφός του». Και τα δύο αυτά άρθρα συνιστούν διεθνή αναγνώριση ενός προηγούμενου κανόνα. Και οι δύο υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι τα κυρίαρχα κράτη κατέχουν εδαφικά δικαιώματα στον «εναέριο χώρο πάνω από τις επιφανειακές τους περιοχές ανεξάρτητα από και πριν από οποιαδήποτε από τις συμβάσεις» (Clapham, 2012).

Ωστόσο, η Τουρκία φαίνεται να παραβιάζει τον εναέριο χώρο της Κύπρου με διάφορα  μέσα. Σημειώνεται ότι τα τουρκικά εμπορικά αεροσκάφη χρησιμοποιούν συχνά το παράνομο αεροδρόμιο του Tybou, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να παραβιάζει συστηματικά πολιτικά και στρατιωτικά αεροσκάφη στην περιοχή πληροφοριών πτήσης (FIR) της Λευκωσίας μέσω ραδιοφωνικών κλήσεων, όταν οι παραβιάσεις του FIR της Λευκωσίας και οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου της Κυπριακής Δημοκρατίας συνεχίζονται με ένα μη μειωμένο ρυθμό. «Η πολιτική της Τουρκίας να παραβιάζει επίμονα το διεθνές δίκαιο και να αγνοεί τους διεθνείς κανόνες και κανονισμούς θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της διεθνούς πολιτικής αεροπορίας, έχει αρνητικό αντίκτυπο στη σταθερότητα της περιοχής και δημιουργεί δυσκολίες στην εναέρια κυκλοφορία πάνω από την Κύπρο», αναφέρει στην επιστολή του ο πρέσβης Κορνήλιος Κορνηλίου (Sands, 2012).

Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Κύπρου επισημαίνει στην επιστολή του ότι αυτές οι πράξεις της Τουρκίας, η οποία κατέχει παράνομα το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974, αποσκοπούν σαφώς στην υπονόμευση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την ενίσχυση του συνεχούς “de facto” διαχωρισμού και της επικαιροποίησης του καθεστώτος της αποσχιστικής οντότητας, υποστηρίζοντας έναν υποτιθέμενο εναέριο χώρο πάνω από τα κατεχόμενα έδαφος της Δημοκρατίας. “Από την άποψη αυτή, θα ήθελα να επισημάνω για άλλη μια φορά ότι υπάρχει μόνο μία νόμιμη εξουσία στην Κύπρο, την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως ορίζεται σε διάφορα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, ιδιαίτερα τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) , στην οποία το Συμβούλιο δήλωσε ότι η ίδρυση της, συνήθως αποκαλούμενης, Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, είναι άκυρη.”

Εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης για τις συνεχείς παραβιάσεις των διεθνών κανονισμών της εναέριας κυκλοφορίας και για τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ο κ. Κορνήλιου απευθύνει έκκληση για άμεσο σταμάτημα.

«Η Κυπριακή Δημοκρατία επαναλαμβάνει την έκκληση της για σεβασμό της αρχής της κυριαρχίας και της μη παρέμβασης στο εσωτερικό τρίτου κράτους,, που εμπλουτίζονται στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Τέλος, θα ήθελα να παροτρύνω την Τουρκία και τον τουρκοκύπριο λαό να λάβουν υπόψη τις εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας και να οδηγήσουν σε μια ουσιαστική επανάληψη της ειρηνευτικής διαδικασίας αντί να επικεντρωθούν στην υπονόμευση της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενισχύοντας τη συνεχή ¨de facto¨διαίρεση και επικαιροποίηση του καθεστώτος της αποσχιστικής οντότητας», ολοκληρώνει την επιστολή του ο Κορνηλίου προς το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.

ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να θεωρεί μια συγκεκριμένη περιοχή της θάλασσας δίπλα στις ακτές της ως χωρική θάλασσα, γνωστή και ως χωρικά ύδατα. Είναι πλέον σχεδόν παγκοσμίως αποδεκτό ότι ο μόνος περιορισμός της κυριαρχίας ενός κράτους στη χωρική θάλασσα, είναι η ύπαρξη μιας «αβλαβούς διελεύσεως» μέσω αυτών των υδάτων για τα πλοία άλλων κρατών. Πρόσφατα, η Κύπρος διαμαρτυρήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη εναντίον της Τουρκίας για παραβίαση του δικαίου της θάλασσας (McDougal, 1962).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά, κατανοούμε ότι όσες προσπάθειες έγιναν από μεριάς της Κύπρου για  καταστολή της τουρκικής επιρροής στο νησί, δεν καρποφόρησαν ιδιαίτερα. Η Τουρκία εξακολουθεί να αψηφά τις διεθνείς υποδείξεις και συνεχίζει να προκαλεί διαρκώς με τις επεκτατικές της βλέψεις και τις συνεχείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κυπριακού πληθυσμού. Οι προβλέψεις και οι προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας και των διεθνών οργανισμών έπεσαν, επίσης, στο κενό, καθώς δεν μπόρεσε να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το Κυπριακό ζήτημα θα απασχολήσει για αρκετά ακόμη χρόνια, ενώ ευχής έργο θα είναι να βρεθεί μια επίλυση για όλες τις πλευρές.

Βιβλιογραφία:

  • Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, (1945): “Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”, Διαθέσιμο εδώ.
  • Dempsey, P. (2017) Public International Air Law. McGill University. Montreal.
  • Crawford, J. (2012) Brownlie’s Principles of Public International Law. Oxford University Press.
  • Sands, P. (2012)Principles of International Environmental Law, Cambridge.
  • Myres S McDougal and William T Burke(1962) The Public Order of the Oceans: A
    Contemporary International Law of the Sea .Yale University Press, New Haven.
  • Clapham, A. (2012)  Brierly’s Law of Nations, Oxford University Press.
  • Tannam, E. (2016) “Cyprus and the Annan Plan Negotiations: An Organisational Model”. Irish Studies in International Affairs. 27 , pp. 189-200.

Απάντηση