Η σημασία της Υπόθεσης Λοϊζίδου για το Κυπριακό Ζήτημα

του Λουκά Παπαβασιλείου,

Η προσφυγή της Τιτίνας Λοϊζίδου στο ΕΔΔΑ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τα δικαιώματα των ελληνοκυπρίων επί των περιουσιών τους στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, όσο και για το δικαίωμα στην ιδιοκτησία εν γένει. Η διαπίστωση της παραβίασης του δικαιώματος της προσφεύγουσας και η ακόλουθη απόδοση της παραβίασης αυτής στην Τουρκία αποτέλεσαν ένα σημείο «σταθμό» του Κυπριακού ζητήματος. Η καταδίκη της Τουρκίας και η επιδίκαση σημαντικής αποζημίωσης ως δίκαιη ικανοποίηση διαμόρφωσαν το νομικό πλαίσιο για δεκάδες παρόμοιες προσφυγές ενώπιον του ΕΔΔΑ.

Το ιστορικό και νομικό υπόβαθρο της προσφυγής

Η εξέταση κάθε προσφυγής, ατομικής ή διακρατικής, ενώπιον ενός δικαιοδοτικού οργάνου προϋποθέτει την μελέτη τόσο του ιστορικού υποβάθρου, όσο και των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτή. Κρίνεται, επομένως, ωφέλιμη μια σύντομη αναφορά στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο βόρειο τμήμα της Κύπρου μετά την τουρκική εισβολή το 1974. Παράλληλα, η παράθεση ορισμένων βιωμάτων της προσφεύγουσας αναφορικά με τον αντίκτυπο που είχε η προαναφερθείσα τουρκική ενέργεια στην άσκηση του δικαιώματος ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας της, ενδέχεται να αποσαφηνίσουν ορισμένες πτυχές της εν λόγω υπόθεσης.

Η προσφεύγουσα κατά της Τουρκίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), Τιτίνα Λοϊζίδου, είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεγάλωσε στην πόλη Κερύνεια, η οποία βρίσκεται στην βόρεια ακτή του νησιού (Kirk J.L., 2003). Η εισβολή της Τουρκίας και η παράνομη κατοχή του 37% του νησιού από το 1974 και έπειτα καθιστούν αδύνατο στην προσφεύγουσα τόσο να αποκτήσει πρόσβαση στα οικόπεδα γης που κατέχει, όσο και να ασκήσει το δικαίωμά της αναφορικά με την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της (Συρίγος Α., 2017). Αν και είχε εγκατασταθεί με τον σύζυγο της το 1972 στην πόλη της Λευκωσίας, η οικογένεια της κατοικούσε στην Κερύνεια και η ίδια σκόπευε να επιστρέψει σε αυτή, καθώς είχε ξεκινήσει την κατασκευή της οικίας της σε ένα εκ των οικοπέδων γης που βρίσκονται υπό την κατοχή της (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par.11).

Λόγω της ύπαρξης τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων από το 1974 στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, η ίδια δεν έχει πρόσβαση στην ιδιοκτησία της. Η συνεχιζόμενη αυτή αδυναμία άσκησης των προβλεπόμενων δικαιωμάτων της οδήγησαν την κα Λοϊζίδου  να συμμετάσχει στην κίνηση «Women Walk Home». Η προσφεύγουσα συμμετείχε σε πορείες που έλαβαν χώρα το 1975, το 1988 και το 1989 και αποσκοπούσαν στην διεκδίκηση του δικαιώματος των ελληνοκυπρίων να επιστρέψουν στις περιουσίες τους που είχαν περιέλθει υπό τουρκική κατοχή. Η πορεία, που πραγματοποιήθηκε προς το χωριό Λύμπια στις 19 Μαρτίου 1989, αποτελεί ίσως την δυναμικότερη εξ’ αυτών. Οι συμμετέχουσες προχώρησαν προς τα εδάφη που βρίσκονταν υπό τουρκική κατοχή και τελικά, η πορεία του ανακόπηκε από τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι τις εμπόδισαν να συνεχίσουν (Spyridakis S.V., 2008). Η κα Λοϊζίδου και ορισμένες ακόμα γυναίκες βρέθηκαν υπό κράτηση από τις τουρκοκυπριακές αστυνομικές δυνάμεις για περισσότερες από 10 ώρες. Όπως έχει αναφέρει η ίδια, η εμπειρία της από την πορεία στα Λύμπια αποτέλεσε το έναυσμα για μια διαφορετική «πορεία», αυτή ενώπιον του ΕΔΔΑ, καθώς λίγους μήνες αργότερα και ειδικότερα, στις 22 Ιουλίου 1989, κατέθεσε την αίτηση της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης (Σολομωνίδου – Δρουσιώτου Α., 2019).

Στις 4 Νοεμβρίου 1950, υπεγράφη η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία καταγράφει σημαντικά ανθρώπινα δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες και παρέχει στα άτομα, που διαμένουν στα 47 κράτη – μέλη που αριθμεί σήμερα το Συμβούλιο της Ευρώπης, πλήρη προστασία σε περίπτωση παραβίασης τους. Η ΕΣΔΑ, επίσης, συμπληρώνεται και τροποποιείται με μια σειρά από Πρωτόκολλα, τα οποία διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της.

Το κεντρικό σημείο, μάλιστα, της Υπόθεσης Λοϊζίδου εντοπίζεται σε ένα εκ των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων της ΕΣΔΑ και πιο συγκεκριμένα, στο Πρώτο. Το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου κατοχυρώνει την προστασία του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, αναφέροντας: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων» (Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ, Άρθρο 1, 1950). Αναλυτικότερα, με το παρόν Άρθρο προστατεύεται η ιδιοκτησία τόσο φυσικών, όσο και νομικών προσώπων, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό όσον αφορά το ratione personae, δηλαδή τα υποκείμενα των οποίων το δικαίωμα στην ιδιοκτησία κατοχυρώνεται. Εκτός από τον γενικό κανόνα, που προκύπτει αναφορικά με τον σεβασμό της ιδιοκτησίας, στο συγκεκριμένο Άρθρο αναφέρονται και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες και μόνο ένα κράτος δύναται να προβεί σε μέτρα που περιορίζουν το δικαίωμα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου στην ιδιοκτησία. Ενδεικτικά, ως προϋποθέσεις αναφέρονται η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας ή η εξασφάλιση καταβολής φόρων, πάντοτε όμως σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου (Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017).

Επιπρόσθετα, το Άρθρο 34 της ΕΣΔΑ αναδεικνύεται σε σημείο ιδιαίτερης σημασίας της εν λόγω Σύμβασης, τόσο για την Υπόθεση Λοϊζίδου, όσο και για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης εν γένει. Με το συγκεκριμένο Άρθρο, κατοχυρώνεται το δικαιώματα της ατομικής προσφυγής ενώπιον του δικαιοδοτικού μηχανισμού ελέγχου της τήρησης και του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, δηλαδή ενώπιον του ΕΔΔΑ. Το Άρθρο 34 δεν παρέχει μονάχα την δυνατότητα σε άτομα να προσφεύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ, αλλά ταυτόχρονα καλεί τα κράτη να απέχουν από κάθε ενέργεια που θα παρεμπόδιζε έναν προσφεύγοντα ή μια προσφεύγουσα να ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό (ΕΣΔΑ, Άρθρο 34, 1950). Το ακριβώς επόμενο Άρθρο της ΕΣΔΑ είναι επίσης βαρύνουσας σημασίας, καθώς καταγράφει τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής. Στο Άρθρο 35 αναφέρονται λεπτομερώς οι εν λόγω προϋποθέσεις, ορισμένες εκ των οποίων είναι η εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων και η προθεσμία 6 μηνών από την ημερομηνία της τελεσίδικης εσωτερικής απόφασης (ΕΣΔΑ, Άρθρο 35, 1950).

Τέλος, το 41ο Άρθρο (όταν εκδικάστηκε η υπόθεση που μελετάται Άρθρο 50) αποτελεί ένα μείζονος σημασίας κομμάτι της ΕΣΔΑ, καθώς αναφέρεται στη δίκαιη ικανοποίηση του θύματος. Αναφέρει πως: «Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση» (ΕΣΔΑ, Άρθρο 41, 1950).

Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ (18 Δεκεμβρίου 1996 και 28 Ιουλίου 1998)

Η πορεία της Υπόθεσης Λοϊζίδου ξεκινά με την κατάθεση της ατομικής προσφυγής (αριθ. 15318/89) εναντίον της Τουρκίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις 22 Ιουλίου 1989, και στη συνέχεια προχωρά στο ΕΔΔΑ με την υποστήριξη της Κυπριακής κυβέρνησης, παραμένοντας όμως ατομική. Η προσφεύγουσα υποστήριξε πως το δικαίωμα της στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της έχει επηρεαστεί εξαιτίας της συνεχιζόμενης παρουσίας των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, οι οποίες την έχουν εμποδίσει επανειλημμένως να αποκτήσει πρόσβαση στην ιδιοκτησία της (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 53). Η τουρκική πλευρά με την σειρά της προέβαλε ορισμένες προκαταρκτικές ενστάσεις σχετικά με την δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ επί της υπόθεσης.

Η Τουρκία παρουσίασε δύο ενστάσεις ratione loci, υποστηρίζοντας πως η υπόθεση που εξετάζει το Δικαστήριο άπτεται της δικαιοδοσίας της αυτοαποκαλούμενης ΤΔΒΚ και όχι της τουρκικής, ενώ ανέφερε πως δεν έχει αναγνωρίσει δικαιοδοσία που επιτρέπει την εξέταση γεγονότων που έλαβαν χώρα εκτός του μητροπολιτικού της εδάφους (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 55). Το ΕΔΔΑ αναφερόμενο στο Άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών να διασφαλίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων όσων βρίσκονται υπό την δικαιοδοσία τους, έκρινε πως η εφαρμογή του δεν θα έπρεπε να περιορίζεται εντός των εθνικών συνόρων των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, καθώς ενέργειες των αρχών τους ενδέχεται να προκαλέσουν αποτελέσματα εκτός της επικράτειας τους. Επιπλέον, θεώρησε πως σε περίπτωση που ένα εκ των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε περιοχή εκτός της εθνικής του επικράτειας λόγω προηγούμενης στρατιωτικής ενέργειας, καθίσταται υπεύθυνο και μια υπόθεση που αναφέρεται στην περιοχή αυτή βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 62). Συνεπώς, οι ενστάσεις ratione loci θεωρήθηκαν άκυρες – invalid (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 89).

Η  τουρκική πλευρά προέβαλε, επίσης, ένσταση αναφορικά με το ratione temporis, υποστηρίζοντας πως το Δικαστήριο δεν διαθέτει δικαιοδοσία επί της υπόθεσης, καθώς η Τουρκία αναγνώρισε την υποχρεωτική δικαιοδοσία του, στις 22 Ιανουαρίου 1990, με την επιστολή που κατέθεσε και τα γεγονότα που καλείται να εξετάσει έλαβαν χώρα πριν από την συγκεκριμένη ενέργεια (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 99). Η προσφεύγουσα, αντιθέτως, υποστήριξε πως οι πράξεις της Τουρκίας δεν αποτελούν ένα στιγμιαίο γεγονός που έλαβε χώρα το 1974, αλλά συνιστούν συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματος της επί της ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 100). Το ΕΔΔΑ αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση ratione temporis στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας (ECHR, Judgment of 23.03.1995, par. 105).

Το ΕΔΔΑ προκειμένου να διαπιστώσει αν οι παραβιάσεις που έχει παρουσιάσει η προσφεύγουσα μπορούν να αποδοθούν στην Τουρκία, κλήθηκε να εξετάσει την σχέση μεταξύ αυτής και της «ΤΔΒΚ». Με την απόφαση που εξέδωσε στις 18 Δεκεμβρίου 1996, εξετάζεται επίσης η αναγνώριση ή μη της «ΤΔΒΚ» από την διεθνή κοινότητα και γίνεται λόγος ήδη από τις πρώτες παραγράφους της για την παρουσία περισσότερων από 30.000 Τούρκων στρατιωτών στο βόρειο τμήμα της Κύπρου (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.16).

Η τουρκική πλευρά υποστήριξε πως η προσφεύγουσα έχει απολέσει τους τίτλους της ιδιοκτησίας της, καθώς η «ΤΔΒΚ» προχώρησε το 1985 στην υιοθέτηση «Συντάγματος», με το οποίο περιουσίες όπως αυτή που εξετάζεται περιήλθαν υπό την δικαιοδοσία της. Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία ανέφερε πως στο Άρθρο 159 του  «Συντάγματος» της 7ης Μαΐου 1985 προβλέπεται πως: “οι ακίνητες περιουσίες που βρέθηκαν στις 13 Φεβρουαρίου 1975 … θα θεωρηθούν εγκαταλελειμμένες ή δίχως κάτοχο και θα περάσουν υπό την κατοχή της «ΤΔΒΚ»” (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.18). Το ΕΔΔΑ εξέτασε αν το εν λόγω κείμενο δύναται να παράγει έννομα αποτελέσματα, λαμβάνοντας υπόψη του τόσο την διεθνή πρακτική κρατών αναφορικά με την αναγνώριση ή μη της «ΤΔΒΚ», όσο και δύο Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Για τους σκοπούς της παρούσας ενότητας, θεωρείται σκόπιμο να αναφερθεί πως το ΕΔΔΑ προκειμένου να εξετάσει την «φύση» της «ΤΔΒΚ», επικαλέστηκε τα Ψηφίσματα 541/1983 και 550/1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα οποία υιοθετήθηκαν μετά την ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» και καλούν όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε άλλο κυπριακό κράτος εκτός από την Κυπριακή Δημοκρατία, χαρακτηρίζοντας την τουρκική ενέργεια νομικά άκυρη (legally invalid). Το Δικαστήριο έκρινε πως η «ΤΔΒΚ» δεν μπορεί να θεωρηθεί κράτος, θεωρώντας, κατά συνέπεια, πως το υποτιθέμενο Σύνταγμα του 1985 δεν παράγει νομικά αποτελέσματα και πως οι διατάξεις του, όπως το Άρθρο 159, θα πρέπει να θεωρούνται νομικά άκυρες (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.44). Καταλήγει, επομένως, πως η προσφεύγουσα δεν έχει απολέσει τα δικαιώματα επί της περιουσίας της και παραμένει η νόμιμη κάτοχος των τίτλων ιδιοκτησίας (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.46). Το παραπάνω συμπέρασμα και η διαπίστωση πως η αδυναμία της προσφεύγουσας να αποκτήσει πρόσβαση στην ιδιοκτησία της συνιστά παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, κατέστησαν άκυρη την ένσταση ratione temporis που είχε προβάλει η Τουρκία (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.46-47). Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε πως η κατοχή των εν λόγω οικοπέδων γης και η άρνηση πρόσβασης στη νόμιμη κάτοχο τους αποτελεί συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.

Επιπρόσθετα, το ΕΔΔΑ αναφέρθηκε στον μεγάλο αριθμό των στρατιωτικών δυνάμεων που διατηρεί η Τουρκία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, κρίνοντας πως ασκούν πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο στο συγκεκριμένο τμήμα του νησιού (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.56), όπως θα εξεταστεί διεξοδικότερα και στην οικεία ενότητα την ανάλυσης. Συνεπώς, η παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών όσων επηρεάζονται από τις ενέργειες των συγκεκριμένων δυνάμεων αποδίδεται στην Τουρκία, η οποία υποχρεούται να προστατεύει και να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες αυτές, όπως ορίζεται από το Άρθρο 1 της ΕΣΔΑ.

Τέλος, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην εξετάσει στην συγκεκριμένη διαδικασία αν το Άρθρο 50 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης ικανοποίησης δύναται να εφαρμοστεί (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.69). Οι δικαστές θεώρησαν πως το αίτημα της προσφεύγουσας για δίκαιη ικανοποίηση δεν μπορούσε να τεθεί ακόμα υπό εξέταση και κάλεσε τις δύο πλευρές να ενημερώσουν γραπτώς και εντός 6 μηνών το Δικαστήριο εάν προχώρησαν σε οποιαδήποτε συμφωνία.

Το ΕΔΔΑ εξέδωσε στις 28 Ιουλίου 1998 την απόφαση του αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής ή μη του Άρθρου 50 της ΕΣΔΑ στην υπόθεση που εξετάζεται. Το Δικαστήριο είχε καλέσει με την προηγούμενη του απόφαση τις δύο πλευρές να εξετάσουν το ενδεχόμενο μεταξύ τους συμφωνίας και να καταθέσουν γραπτώς σε διάστημα 6 μηνών τα υπομνήματά τους. Εφόσον δεν επετεύχθη κάποια συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει σε ακροαματική διαδικασία στο Στρασβούργο, προκειμένου να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.8).

Η προσφεύγουσα υποστήριξε πως, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε σε προηγούμενη απόφασή του πως εντοπίζει παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 50 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης ικανοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί στην συγκεκριμένη περίπτωση και η ίδια να λάβει αποζημίωση. Μάλιστα, επικαλέστηκε την αρχή ubi jus ibi remedium, σύμφωνα με την οποία όταν διαπιστώνεται η παραβίαση ενός δικαιώματος, ο παθών ή η παθούσα δικαιούται επανόρθωση – αποζημίωση προκειμένου να μετριαστούν οι συνέπειες της παραβίασης (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.22). Το ΕΔΔΑ επικαλούμενο την απόφαση του με την οποία αναγνώριζε την προσφεύγουσα ως νόμιμη κάτοχο της ιδιοκτησίας, έκρινε πως δικαιούται αποζημίωση ως δίκαιη ικανοποίηση για την  παραβίαση του δικαιώματος αναφορικά με την ιδιοκτησία της (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.25-26).

Τα ποσά της αποζημίωσης που επιδικάστηκαν από το ΕΔΔΑ μπορούν να ενταχθούν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται στην υλική – χρηματική ζημιά (pecuniary damage) που υπέστη η προσφεύγουσα και τις απώλειες που σχετίζονται απευθείας με την παραβίαση του δικαιώματος της. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 300.000 κυπριακών λιρών για τα οκτώ χρόνια κατά τα οποία η προσφεύγουσα έχει απολέσει την δυνατότητα εκμετάλλευσης της ιδιοκτησίας της (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.31-34). Η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται στην μη χρηματική – ηθική ζημιά (non pecuniary damage) που υπέστη η προσφεύγουσα. Το ΕΔΔΑ έκρινε πως η προσφεύγουσα δικαιούται αποζημίωση για την αναστάτωση και την αγωνία που έχει βιώσει κατά το διάστημα παραβίασης του δικαιώματος της και επιδίκασε το ποσό των 20.000 κυπριακών λιρών (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.39-40). Τέλος, το ΕΔΔΑ έκρινε πως η προσφεύγουσα θα έπρεπε να αποζημιωθεί για τα δικαστικά έξοδα που κατέβαλε κατά την διάρκεια των διαδικασιών της προσφυγής. Η προσφεύγουσα αξίωσε το ποσό των 137.084,83 κυπριακών λιρών, το οποίο και επιδικάστηκε στο σύνολο του από το Δικαστήριο (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.44). Συνεπώς, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε υπέρ της προσφεύγουσας ανήλθε στις 457.044,83 κυπριακές λίρες, ενώ το ΕΔΔΑ αρνήθηκε αντίστοιχη χρηματική αποζημίωση υπέρ της Κυπριακής κυβέρνησης για δικαστικά έξοδα, θεωρώντας πως τα κράτη που προσφεύγουν ενώπιον του για την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών τους και πράττουν υπέρ της προαγωγής των δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται από την ΕΣΔΑ, δεν θα έπρεπε να αποζημιώνονται για τις όποιες ενέργειες τους, χαρακτηρίζοντας την ΕΣΔΑ ως «εργαλείο της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης» – «instrument of European pubic order» (ECHR, Judgment of 28.07.1998, par.48).

Το ΕΔΔΑ δεν αρκέστηκε μόνο στον ακριβή καθορισμό του ποσού που οφείλει η Τουρκία να καταβάλει ως δίκαιη ικανοποίηση στην προσφεύγουσα, αλλά αποφάσισε πως το συνολικό οφειλόμενο ποσό θα πρέπει να καταβληθεί εντός του χρονικού διαστήματος 3 μηνών. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης, θα προστίθεται 8% ετησίως για καθένα από τα ποσά που επιδικάστηκαν. Η Τουρκία εκτέλεσε την υποχρέωση αποπληρωμής του ποσού τον Δεκέμβριο του 2003.

Η σημασία της απόφασης για το Κυπριακό ζήτημα.

Το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1996 διεπίστωσε, όπως αναφέρθηκε, την παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αποδίδοντας την εν λόγω παραβίαση στην Τουρκία. Στην παρούσα ενότητα, θα εξεταστεί η σημασία που αποδίδεται στην συγκεκριμένη απόφαση όσον αφορά στο Κυπριακό ζήτημα.

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της τουρκικής πλευράς αναφορικά με την απώλεια των τίτλων ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας, καθώς έκρινε πως το υποτιθέμενο Σύνταγμα του 1985 που είχε υιοθετήσει η «ΤΔΒΚ» δεν παράγει νομικά αποτελέσματα (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.44). Προκειμένου να προχωρήσει στην παραπάνω διαπίστωση, το ΕΔΔΑ εξέτασε την σχέση μεταξύ της Τουρκίας και της «ΤΔΒΚ», καθώς και την πρακτική των κρατών της διεθνούς κοινότητας έναντι της συγκεκριμένης οντότητας. Βαρύνουσα σημασία αποδόθηκε στα Ψηφίσματα 541/1983 και 550/1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία υιοθετήθηκαν μετά την ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» και κατονομάζουν την τουρκική ενέργεια ως legally invalid (δηλ. νομικά άκυρη). Επιπλέον, το Συμβούλιο Ασφαλείας κάλεσε όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε άλλο κυπριακό κράτος εκτός από την Κυπριακή Δημοκρατία (Απόφαση 541, ΣΑ ΟΗΕ, 1983) και να μην χορηγήσουν οποιαδήποτε διευκόλυνση ή βοήθεια στην «ΤΔΒΚ», σεβόμενα την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας (Απόφαση 550, ΣΑ ΟΗΕ, 1984). Το Δικαστήριο ανέφερε επίσης πως, όπως αποδεικνύεται και από την διεθνή πρακτική, η «ΤΔΒΚ» δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα κράτος πλην της Τουρκίας. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, το ΕΔΔΑ έκρινε πως η «ΤΔΒΚ» δεν μπορεί να θεωρηθεί κράτος και πως τόσο το διεθνές δίκαιο, όσο και η πρακτική των κρατών αναγνωρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως το μοναδικό νόμιμο κυπριακό κράτος.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απεφάνθη πως οι στρατιωτικές δυνάμεις που διατηρεί η Τουρκία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και έχουν εμποδίσει επανειλημμένως την προσφεύγουσα να αποκτήσει πρόσβαση στην ιδιοκτησία της, ασκούν πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο (effective and overall control) στο συγκεκριμένο τμήμα του νησιού. Η παραπάνω διαπίστωση οδήγησε το ΕΔΔΑ να αποδώσει στην Τουρκία την ευθύνη για τις πολιτικές και τις ενέργειες της «ΤΔΒΚ» (ECHR, Judgment of 18.12.1996, par.56).

Λόγω της παραπάνω απόφασης, έχει αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην Υπόθεση Λοϊζίδου αναφορικά με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και ειδικότερα, τα δικαιώματα των ελληνοκυπρίων που απώλεσαν τις ιδιοκτησίες τους από το 1974 και έπειτα, καθώς συνέβαλε στην διαμόρφωση ενός σημαντικού νομικού πλαισίου για δεκάδες παρόμοιες υποθέσεις. Με την απόφαση που εξέδωσε στις 18 Δεκεμβρίου 1996, το ΕΔΔΑ έκρινε για πρώτη φορά πως μια ελληνοκύπρια στερήθηκε παρανόμως τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της Κύπρου που τελεί από το 1974 και έπειτα υπό τουρκικό έλεγχο και κατοχή (Kirk J.L., 2003). Η καταδίκη της Τουρκίας και η επιδίκαση σημαντικού χρηματικού ποσού ως αποζημίωση, έδωσαν την δυνατότητα σε δεκάδες ελληνοκύπριους που είχαν απολέσει τις περιουσίες να προσφύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ, επικαλούμενοι το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με την Υπόθεση Λοϊζίδου, προκειμένου να αποζημιωθούν  (Spyridakis S.V., 2008).

Συμπεράσματα

Η παρούσα ανάλυση επιχείρησε να εξετάσει την Υπόθεση Λοϊζίδου στο σύνολο της και να εξηγήσει την ιδιαίτερη σημασία που της έχει αποδοθεί στο πλαίσιο του Κυπριακού ζητήματος. Η παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αποτελεί το κεντρικό σημείο της εξεταζόμενης υπόθεσης, καθώς το ΕΔΔΑ έκρινε πως η προσφεύγουσα παραμένει η νόμιμη κάτοχος των τίτλων ιδιοκτησίας και δεν έχει απολέσει τα δικαιώματα επί της περιουσίας της. Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του νησιού από το 1974 και έπειτα έχουν εμποδίσει επανειλημμένως την ίδια να ασκήσει το δικαίωμά της επί της ιδιοκτησίας της, παραβιάζοντας τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Η απόδοση της συγκεκριμένης παραβίασης στην Τουρκία και η διαπίστωση πως οι δυνάμεις της ασκούν πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο στο έδαφος της «ΤΔΒΚ» συνιστούν μια ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη για το Κυπριακό ζήτημα.

Το Δικαστήριο αρνήθηκε να αναγνωρίσει την αυτοαποκαλούμενη «ΤΔΒΚ» ως κρατική οντότητα, επικαλούμενο μάλιστα τα Ψηφίσματα 541/1983 και 550/1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα οποία καλούν όλα τα μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε άλλο κυπριακό κράτος εκτός από την Κυπριακή Δημοκρατία. Παράλληλα, η απόδοση της ευθύνης για τις πολιτικές και τις ενέργειες της αυτοαποκαλούμενης «ΤΔΒΚ» στην Τουρκία, ως απόρροια του αποτελεσματικού ελέγχου που ασκεί επ’αυτής, οδήγησε στην καταδίκη της και την επιδίκαση ενός σημαντικού χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση. Καταληκτικά, η συγκεκριμένη υπόθεση συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός κρίσιμου νομικού πλαισίου για δεκάδες παρόμοιες προσφυγές, οι οποίες βασίστηκαν στο δεδικασμένο που δημιουργήθηκε, με αποτέλεσμα και άλλοι ελληνοκύπριοι να προσφύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ προκειμένου να αποζημιωθούν για την απώλεια των περιουσιών τους.

Βιβλιογραφία:

Πρωτογενείς Πηγές:

Απόφαση 541 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, Νέα Υόρκη, 18 Νοεμβρίου 1983.

Απόφαση 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, Νέα Υόρκη, 11 Μαΐου 1984.

Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), υπεγράφη στις 4 Νοεμβρίου 1950, Ρώμη, τέθηκε σε ισχύ στις 3 Σεπτεμβρίου 1953.

Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ, Παρίσι, Γαλλία, 20 Μαρτίου 1950.

European Court of Human Rights, Case of Loizidou v Turkey (Application no.15318/1989), JUDGEMENT (Preliminary Objections), Strasburg, France, 23 March 1995.

European Court of Human Rights, Case of Loizidou v Turkey (Application no.15318/1989), JUDGEMENT, Strasburg, France, 18 December 1996.

European Court of Human Rights, Case of Loizidou v Turkey (Application no.15318/1989), JUDGEMENT (Article 50), Strasburg, France, 28 July 1998.

Δευτερογενείς Πηγές:

Π. Νάσκου- Περράκη, (2019)  Το Συμβούλιο της Ευρώπης – The Council of Europe (CoE) στο “Διεθνείς Οργανισμοί” των Π. Νάσκου- Περράκη, Κ. Αντωνόπουλος, Μ. Σαρηγιαννίδης, Β’ Έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, .

Συρίγος Άγγελος, (2017) Τα υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου – Το Κράτος στο Κ. Αντωνόπουλος και Κ. Μαγκλιβέρας (επιμ.) “Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας”, Γ’ αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.

Kirk J. Linda, (2003), Legal Recognition of Human Rights Violations in Cyprus: Loizidou v Turkey and Cyprus v Turkey in E. Close, M. Tsianikas, G. Frazis (editors) “Greek Research in Australia: Proceedings of the 4th Biennial Conference of Greek Studies”, Flinders University, Adelaide, Australia, September 2001.

Spyridakis S. Vasilios,(2008-2009).  Loizidou v Turkey and the Future of Property Compensation for Refugees in Cyprus and Beyond, Journal of Modern Hellenism, vol. 25-26. 

 

Απάντηση